«Ἡ νηπιακὴ ἁγνότητα κατὰ τὴν προσευχή, ὅπως καὶ γενικὰ σὲ κάθε πνευματικὴ κατάσταση, εἶναι ἡ καλύτερη διάθεση. Γι' αὐτὸ καὶ νὰ τὴ διαφυλάσσετε καὶ νὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ ἀπολέσετε αὐτὸ τὸ συναίσθημα. Τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα καὶ δὲν λένε τίποτα, μόνο τριγυρνούν γύρω τους ἐπειδὴ τοὺς εἶναι γλυκιά ἡ παρουσία τῶν γονιών τους... Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση νὰ βρίσκεστε κι ἐσεῖς, ὥστε μὲ ἁπλότητα καρδίας πάντα νὰ περιφέρεστε γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο».


(Επιστολή 256, τόμος 2, σελ. 89)

 

Ο Άγιος Θεοφάνης χρησιμοποιεί την έκφραση «νηπιακὴ ἁγνότητα», για να περιγράψει μια κατάσταση της ψυχής που μοιάζει με την απλότητα και την ακακία ενός μικρού παιδιού. Δεν εννοεί την παιδική άγνοια ή την πνευματική ανωριμότητα, ούτε ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει αφελής ή να μην εξετάζει τις σκέψεις και τις πράξεις του. Αναφέρεται σε μια εσωτερική διάθεση απαλλαγμένη από την πονηρία, την προσποίηση, την ιδιοτέλεια και την υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος που προσεύχεται με αυτήν την απλότητα δεν προσέρχεται στον Θεό σαν να βρίσκεται ενώπιον κάποιου από τον οποίο πρέπει να αποσπάσει οπωσδήποτε κάτι. Δεν αντιμετωπίζει την προσευχή ως μια συναλλαγή, ούτε θεωρεί ότι πρέπει κάθε φορά να επιτύχει κάποια ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση. Προσέρχεται στον Θεό με εμπιστοσύνη, όπως ένα παιδί πλησιάζει τον πατέρα του επειδή τον αγαπά και αισθάνεται ασφάλεια κοντά του. Εδώ βρίσκεται η ουσία: η προσευχή δεν είναι μόνο αίτηση προς τον Θεό, αλλά και σχέση μαζί Του. Ασφαλώς, η Εκκλησία μας διδάσκει να ζητούμε από τον Θεό τη συγχώρηση, τη βοήθεια, το έλεός Του και όσα είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας, όμως η σχέση μας με τον Θεό δεν πρέπει να εξαντλείται σε αυτές, να επιθυμούμε να είμαστε κοντά Του.

 «Γι' αὐτὸ καὶ νὰ τὴ διαφυλάσσετε»

Γιατί χρειάζεται διαφύλαξη; Επειδή η ψυχή μπορεί σταδιακά να χάσει την απλότητά της και να περιπλέξει την πνευματική ζωή με λογισμούς, απαιτήσεις και υπερβολική αυτοπαρατήρηση. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να αρχίσει να προσεύχεται με απλότητα, αλλά στη συνέχεια να απασχολείται συνεχώς με ερωτήματα όπως: «Προσεύχομαι σωστά;», «Γιατί δεν αισθάνομαι κατάνυξη;», «Γιατί δεν έχω την ίδια θέρμη που είχα χθες;», «Μήπως η προσευχή μου δεν είναι ευάρεστη στον Θεό;». Βεβαίως, η εξέταση της συνειδήσεως και η προσοχή στον τρόπο της προσευχής είναι χρήσιμες. Όταν όμως μετατρέπονται σε αδιάκοπη αγωνία για το τι συμβαίνει μέσα μας, μπορούν να μας απομακρύνουν από την απλή στροφή της καρδιάς προς τον Θεό. Αντί να προσευχόμαστε, αρχίζουμε να παρατηρούμε διαρκώς τον εαυτό μας την ώρα που προσευχόμαστε. Η διαφύλαξη της νηπιακής απλότητας σημαίνει, επομένως, να μην επιτρέπουμε στην υπερβολική περιπλοκή, στην υπερηφάνεια ή στην αγωνιώδη αναζήτηση πνευματικών βιωμάτων να καταστρέφουν την απλή εμπιστοσύνη μας στον Θεό.

 «Καὶ νὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ ἀπολέσετε αὐτὸ τὸ συναίσθημα»

Δεν αρκεί να προσπαθεί ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις να διατηρήσει αυτήν την κατάσταση. Χρειάζεται να ζητεί τη βοήθεια του Θεού. Αυτό φανερώνει μια βασική αρχή της ορθόδοξης πνευματικής ζωής: ο άνθρωπος αγωνίζεται, αλλά δεν θεωρεί ότι μπορεί να κατορθώσει την πνευματική καθαρότητα αποκλειστικά με τη δική του δύναμη. Η απλότητα της καρδιάς δεν είναι ένα συναίσθημα που μπορούμε να παράγουμε και να διατηρούμε κατά βούληση. Είναι μια διάθεση που καλλιεργείται με την προσευχή, τη μετάνοια, την ταπείνωση και τη χάρη του Θεού.

Χρειάζεται να προσέξουμε και τη λέξη «συναίσθημα». Αναφέρεται περισσότερο σε μια εσωτερική αίσθηση και στάση της καρδιάς: στην απλή και γεμάτη εμπιστοσύνη στροφή προς τον Θεό.
Εάν κάποιος δεν αισθάνεται πάντοτε γλυκύτητα, συγκίνηση ή πνευματική θερμότητα κατά την προσευχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει χάσει αναγκαστικά την κατάσταση που περιγράφει ο Άγιος. Η αληθινή απλότητα μπορεί να υπάρχει και όταν η προσευχή συνοδεύεται από ξηρότητα, κόπο ή εσωτερικό αγώνα. Το ζητούμενο δεν είναι να εξασφαλίσουμε μια διαρκή ευχάριστη αίσθηση, αλλά να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη μας προς τον Θεό.

 «Τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα καὶ δὲν λένε τίποτα…».

Ο Άγιος μάς καλεί να παρατηρήσουμε ένα μικρό παιδί που πλησιάζει τους γονείς του χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο αίτημα. Δεν πηγαίνει αναγκαστικά για να ζητήσει τροφή, παιχνίδι ή βοήθεια. Μπορεί απλώς να κάθεται δίπλα τους, να τους κοιτάζει ή να κινείται γύρω τους, επειδή χαίρεται που βρίσκονται κοντά του. Για το παιδί, η παρουσία του αγαπημένου προσώπου έχει αξία. Αυτήν ακριβώς τη διάθεση θέλει να μας μεταδώσει ο Άγιος ως προς την προσευχή.
Συνήθως, όταν προσευχόμαστε, έχουμε κάτι να πούμε στον Θεό. Ζητούμε συγχώρηση για τις αμαρτίες μας, παρακαλούμε για την υγεία μας ή για τους οικείους μας, ζητούμε φωτισμό, δύναμη και προστασία. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά και αποτελούν μέρος της προσευχής της Εκκλησίας. Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο: να μη θεωρούμε ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε κάτι να ζητήσουμε ή κάτι να πούμε, για να σταθούμε ενώπιον του Θεού. Μπορούμε απλώς να στεκόμαστε ενώπιόν Του με πίστη και ταπείνωση σιωπηλοί, με τον νου στραμμένο προς Εκείνον. 

 «Ἐπειδὴ τοὺς εἶναι γλυκιά ἡ παρουσία τῶν γονιών τους»

Το παιδί δεν χαίρεται απλώς επειδή βρίσκεται κοντά σε κάποιον που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Χαίρεται επειδή βρίσκεται κοντά σε εκείνον που αγαπά. Ανάλογα, η πνευματική ζωή δεν πρέπει να περιορίζεται στην αναζήτηση των δωρεών του Θεού, αλλά να οδηγεί στην αγάπη προς τον ίδιο τον Θεό. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να επιθυμεί κάποιος μόνο όσα μπορεί να του δώσει ο Θεός και στο να επιθυμεί τον Θεό τον ίδιο. Ασφαλώς, δεν είναι κακό να προσέρχεται κανείς στον Θεό μέσα στη θλίψη, στον φόβο ή στην ανάγκη του. Ακόμη και η κραυγή του αμαρτωλού που ζητεί έλεος μπορεί να γίνει αρχή μιας βαθύτερης σχέσεως μαζί Του. Ωστόσο, όσο ωριμάζει πνευματικά ο άνθρωπος, μαθαίνει να αγαπά τον Θεό όχι μόνο για όσα λαμβάνει από Εκείνον, αλλά και επειδή αναγνωρίζει σε Αυτόν το ύψιστο αγαθό. Γι' αυτό η παρουσία του Θεού γίνεται από μόνη της πηγή χαράς.
Η γλυκύτητα που περιγράφει ο Άγιος δεν πρέπει να συγχέεται με την επιδίωξη ευχάριστων βιωμάτων. Η ουσία βρίσκεται στην αγάπη και στην κοινωνία με τον Θεό.

«Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση νὰ βρίσκεστε κι ἐσεῖς, ὥστε μὲ ἁπλότητα καρδίας πάντα νὰ περιφέρεστε γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο»

Η έκφραση «να περιφέρεστε γύρω από τον Κύριο» περιγράφει μια ζωή προσανατολισμένη προς τον Θεό. Όπως το παιδί αναζητεί αυθόρμητα την εγγύτητα των γονέων του, έτσι και ο χριστιανός καλείται να έχει την καρδιά του στραμμένη προς τον Κύριο μέσα στις καθημερινές ασχολίες του, στις δυσκολίες, στις χαρές και στις δοκιμασίες του. Αυτό μπορεί να εκφράζεται με τη σύντομη επίκληση του ονόματος του Ιησού, με τη μνήμη του Θεού κατά την εργασία, με την ευχαριστία για τα αγαθά που λαμβάνουμε, με τη μετάνοια όταν αμαρτάνουμε και με την προσπάθεια να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές Του.
Η σχέση του με τον Θεό να αποτελεί τον εσωτερικό προσανατολισμό ολόκληρης της ζωής του.


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top