Συνεχίζοντας παρακάτω:
3.Κανονικὴ θέσις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ τοῦ
Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου
Ὑπενθυμίζεται ῥητῶς ὅτι:
α. Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων Πατρῶν δὲν ἀποτελεῖ ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ
ἐφημερίου ἢ τῶν μελῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομικὸν καὶ
πνευματικὸν καθίδρυμα τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, ὑπαγόμενον εἰς τὴν Ἱερὰν
Μητρόπολιν Ἀχαΐας καὶ πάσης Πελοποννήσου.
β. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον
διορίζεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἔχει διαχειριστικὰ καὶ μόνον καθήκοντα
καὶ οὐδεμίαν δογματικὴν ἢ κανονικὴν ἁρμοδιότητα κέκτηται ὥστε νὰ προσυπογράφῃ ἢ
νὰ ἀποδέχεται διακοπὴν κοινωνίας καὶ πράξεις ἀποσχίσεως.
4.Ἡ βαρυτάτη κανονικὴ ἐκτροπὴ τῆς
εἰσπηδήσεως
Έπίσης, ὁ π. Νικόλαος Δημαρᾶς μετέβη εἰς
τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Στεφάνου Αὐλίδος, ὅπου καὶ ἐτέλεσε τὴν ἐξόδιον ἀκολουθίαν
τῆς μακαριστῆς γεροντίσσης Εὐγενίας, ἄνευ τῆς κανονικῆς ἀδείας καὶ
εὐλογίας τοῦ οἰκείου αὐτοῦ Ἐπισκόπου, δηλαδή τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλὰ
καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, δηλαδή τοῦ Σεβ. κ.
Χρυσοστόμου.
Ἡ ἐνέργεια αὕτη συνιστᾷ:
α. Καταπάτησιν θεμελιωδῶν Ἱερῶν Κανόνων (31 τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, 5 καὶ 13 τῆς Δ´
Οἰκουμενικῆς Συνόδου 41, 42 καὶ 57 τῆς ἐν Λαοδικείᾳ), οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν
ῥητῶς εἰς πρεσβύτερον νὰ εἰσέρχεται εἰς ἀλλοτρίαν παροικίαν καὶ νὰ τελῇ
ἱεροπραξίας ἄνευ ἀδείας.
β. Πλῆρες δεῖγμα ἀναρχίας καὶ
περιφρονήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, καθὼς ὁ ἐν λόγῳ
κληρικὸς ἐπικαλεῖται κατ’ ἐπιλογὴν τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας διὰ νὰ
δικαιολογήσῃ τὴν ἀνυπακοήν του, ἐνῷ ταυτοχρόνως τοὺς καταπατεῖ
ἀπροκαλύπτως καὶ κατ᾽ ἐπανάληψιν, διαπράττων τὸ βαρύτατον κανονικὸν παράπτωμα
τῆς εἰσπηδήσεως.
Όσον αφορά τα αναφερόμενα στην τρίτη παράγραφο, θεωρούμε ότι την απάντηση θα
πρέπει να τη δώσει το ίδιο το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, γι’ αυτό και δεν θα
ασχοληθούμε περαιτέρω με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ως προς τον χαρακτηρισμό «ἡ βαρυτάτη κανονικὴ ἐκτροπὴ τῆς εἰσπηδήσεως», θα
θέλαμε να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα, τα οποία θεωρούμε απαραίτητα για την ορθή
εξέταση της υποθέσεως.
Πρώτον, αληθεύει ότι η Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου Αυλίδος είχε ήδη διακόψει την
εκκλησιαστική κοινωνία με τη Σύνοδο, πριν από την τέλεση της εξοδίου
ακολουθίας;
Δεύτερον, αληθεύει ότι ο π. Νικόλαος Δημαράς, καθώς και το Εκκλησιαστικό
Συμβούλιο και το ποίμνιο του Ιερού Ναού Αγίων Πάντων Πατρών, είχαν ήδη δηλώσει
εγγράφως τη διακοπή της δικής τους εκκλησιαστικής κοινωνίας;
Τρίτον, αληθεύει ότι η σχετική δήλωση αποτειχίσεως και διακοπής κοινωνίας είχε
ήδη γνωστοποιηθεί ηλεκτρονικώς στην Αρχιεπισκοπή της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος
και είχε, επίσης, αποσταλεί με συστημένη επιστολή προς τον Αρχιεπίσκοπο κ.
Καλλίνικο και την Αρχιεπισκοπή;
Εάν τα παραπάνω αληθεύουν, τότε τίθεται ένα ουσιώδες ερώτημα: με ποια ακριβώς
δεδομένα χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη πράξη ως «εισπήδηση»; Δεν αρκεί να
διαπιστώνεται ότι ένας κληρικός τέλεσε μία ιεροπραξία σε άλλη εκκλησιαστική
περιφέρεια χωρίς την άδεια του επιχωρίου Επισκόπου. Θα πρέπει προηγουμένως να
εξεταστεί ποια ήταν η εκκλησιαστική κατάσταση των εμπλεκομένων κατά τον χρόνο
εκείνο και αν αναγνώριζαν την συγκεκριμένη εκκλησιαστική αρχή.
Εάν, αντιθέτως, δεν αληθεύουν τα παραπάνω και τόσο η Ιερά Μονή όσο και ο π.
Νικόλαος εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία με τη
συγκεκριμένη Σύνοδο, τότε τίθεται ένα διαφορετικό ερώτημα: από πού ακριβώς
προκύπτει ο χαρακτηρισμός της πράξεως ως «βαρυτάτης» κανονικής εκτροπής; Για να
γίνουμε σαφέστεροι, ας εξετάσουμε το ζήτημα με την υπόθεση ότι δεν είχε
προηγηθεί διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Δεν αμφισβητούμε ότι ένας κληρικός δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και χωρίς
την απαιτούμενη άδεια ή ευλογία του αρμοδίου Επισκόπου. Άλλο, όμως, είναι η
ενδεχόμενη παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξεως και άλλο ο χαρακτηρισμός της ως
«βαρυτάτης κανονικής εκτροπής». Και εφόσον η συγκεκριμένη πράξη
χαρακτηρίζεται έτσι, γεννάται εύλογα το ερώτημα: ποιες κανονικές ποινές
προβλέπουν οι ίδιοι οι Ιεροί Κανόνες που παρατίθενται προς θεμελίωση αυτής της
κατηγορίας; Προβλέπουν συγκεκριμένη βαρυτάτη ποινή για την πράξη που
καταγγέλλεται ή μήπως όχι; Δεν αρκεί η παράθεση σειράς Ιερών Κανόνων για να
αποδειχθεί αυτομάτως η ιδιαίτερη βαρύτητά της. Θα πρέπει να καταδειχθεί ποια
κανονική συνέπεια προκύπτει από την παράβαση αυτή. Εάν, λοιπόν, οι
συγκεκριμένοι Κανόνες δεν προβλέπουν ρητώς συγκεκριμένη ποινή για την πράξη που
καταγγέλλεται, τότε ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητος
ούτε να παρουσιάζεται ως άμεσο συμπέρασμα των παρατιθέμενων κανονικών
διατάξεων. Η ενδεχόμενη παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξεως δεν δικαιολογεί τον
χαρακτηρισμό της «βαρυτάτης κανονικής εκτροπής». Και εάν ο χαρακτηρισμός
«βαρυτάτη» θεωρείται δικαιολογημένος στην προκειμένη περίπτωση, τότε πώς θα
έπρεπε να χαρακτηριστεί η παραβίαση των Ιερών Κανόνων που απαγορεύουν ρητώς τις
συμπροσευχές με αιρετικούς και προβλέπουν αυστηρότατες κανονικές ποινές για
τους παραβάτες;
«Πλήρες δείγμα αναρχίας και περιφρονήσεως της εκκλησιαστικής τάξεως» διαβάσαμε. Όταν,
όμως, διεπιστώθη το αυτό σε ζήτημα σαφώς σοβαρότερο;
Στην Ανακοίνωση των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου (εδώ), σχετικά με το ζήτημα της Ινδονησίας,
είχαμε διαβάσει τα εξής:
Ἡ Ἱ. Σύνοδος δὲν ἐπέβαλεν ἐπιτίμιον, ἀλλ᾽ ἀπεφάσισεν τὰ ἀκόλουθα:
α) Ἐφ᾽ ὅσον ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς
μηνιαίας συνεδριάσεις τοῦ φόρουμ εἶναι ὑποχρεωτικὴ, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς
Ἰνδονησιακῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ΙΟΕ) νὰ περιορίζονται αὐστηρῶς εἰς τὴν
συμμετοχὴν μόνον τῶν συζητήσεων και συναντήσεων μετ᾽ ἐκπροσώπων τῶν ἀρχῶν.
β) Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ΙΟΕ, ἀκόμη καὶ
οἱ λαϊκοὶ, νὰ μὴ συμμετέχουν, ὄχι μόνον εἰς οὐδεμίαν συμπροσευχὴν, ἀλλ᾽ εἰς
οὐδεμίαν ἔστω καὶ σιωπηρὰν τελετὴν ἢ δρώμενον τελούμενον κατὰ τὰς συναντήσεις.
γ) Εἰς τὰς δημοσιεύσεις τῆς ΙΟΕ διὰ
τὰς συναντήσεις νὰ ἀναφέρεται ρητῶς ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι δὲν συμμετεῖχον
εἰς οὐδεμίαν συμπροσευχήν.
Περιφρονήθηκαν οι παραπάνω συνοδικές
αποφάσεις; Φυσικά. Οι συμπροσευχές συνεχίστηκαν παρά τις ρητές αυτές
απαγορεύσεις, και δεν διαβάσαμε ανάλογους χαρακτηρισμούς περί «αναρχίας» και
«περιφρονήσεως».
Εδώ ακριβώς τίθεται το ζήτημα της συνέπειας των εκκλησιαστικών αποφάσεων και
εύλογα γεννάται το ερώτημα εάν η επίκληση της κανονικής τάξεως αποσκοπεί
πράγματι στην ομοιόμορφη εφαρμογή της ή εάν χρησιμοποιείται επιλεκτικά.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, γνωρίζεται πρὸς τὸ
χριστεπώνυμον πλήρωμα ὅτι ὁ π. Νικόλαος Δημαρᾶς, θέσας ἑαυτὸν ἐκτὸς τῆς
κανονικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας καὶ ὑποπεσὼν εἰς σειρὰν βαρέων κανονικῶν
παραπτωμάτων:
Στερεῖται πάσης κανονικῆς ἀδείας
τελέσεως Ἱερῶν Μυστηρίων, ἱεροπραξιῶν καὶ ἁγιαστικῶν ἀκολουθιῶν, ἄχρι τῆς
ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου. Ὡς ἐκ
τούτου, πᾶσα ἱεροπραξία τελουμένη ὑπ’ αὐτοῦ τυγχάνει ἄκυρος καὶ ἀντικανονική.
Καλοῦνται οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ νὰ παραμείνουν
ἑδραῖοι καὶ προσηλωμένοι εἰς τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον,
ἀπέχοντες ἀπὸ ἀποσχιστικὰς κινήσεις αἱ ὁποῖαι διασαλεύουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν
εἰρήνην καὶ θέτουν εἰς κίνδυνον τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν.
Ἐκ τῆς Γραμματείας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Ἀχαΐας & πάσης Πελοποννήσου
Προβληματική είναι η διατύπωση ότι κάθε
ιεροπραξία του π. Νικολάου είναι «ἄκυρος», και εγείρει σοβαρότατο κανονικό
και θεολογικό ατόπημα. Η στέρηση αδείας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την
ακυρότητα της ιεροπραξίας που τελεί ένας κληρικός. Πρόκειται για διακριτά
ζητήματα. Συνεπώς, η γενικευμένη διακήρυξη ότι κάθε ιεροπραξία του είναι άκυρη
δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη συνέπεια της απαγορεύσεως να ιερουργεί. Στο
Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η έλλειψη αδείας ή η προσωρινή
απαγόρευση/αργία καθιστά μια πράξη αντικανονική, αλλά όχι αυτόματα άκυρη. Η
ακυρότητα συνδέεται με την τελεσίδικη καθαίρεση ή τον
αναθεματισμό/αφορισμό και όχι με προληπτικά διοικητικά μέτρα.
Εξίσου προβληματική είναι η επίκληση του όρου «κανονική Εκκλησία», χωρίς να
διευκρινίζεται βάσει ποιων κανονικών και εκκλησιολογικών κριτηρίων αποδίδεται
αυτός ο χαρακτηρισμός και ποια η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή που αναγνώρισε την
κανονικότητα της συγκεκριμένης Συνόδου.
Μια προσωρινή Σύνοδος δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως ''κανονική Εκκλησία''
διότι: «Τὰς Ἐκκλησίας συνιστᾷ καὶ χωρίζει, οὐχὶ μία μερὶς
Χριστιανῶν.... οὔτε καὶ μία ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῶν
Κανόνων, τοῦτο μόνον οἱ ἔχοντες Προτεσταντικὰς ἀντιλήψεις δύνανται να
διϊσχυρίζωνται μὲ σοβαρότητα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συνερχομένη εἰς
Πανορθόδοξον Σύνοδον». (Aγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου), και αν υπάρχει αδύναμία συγκλήσεως Πανορθόδοξης Συνόδου, τότε αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι
παρέχει σε οποιαδήποτε επιμέρους Σύνοδο το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται ως η
αποκλειστικώς κανονική Εκκλησία.
Τέλος, λυπηρή είναι η προκαταβολική ενοχοποίηση και χαρακτηρισμός της
πράξης ως «αποσχιστική» πριν ακόμη εκδικαστεί η υπόθεση από το αρμόδιο
Συνοδικό Δικαστήριο, προκαταλαμβάνοντας την ίδια τη δικαστική
διαδικασία.
Στο επόμενο μέρος θα
εξετάσουμε τις ενέργειες και τις επιλογές του π. Νικολάου που ενδέχεται να
παρουσιάζουν προβλήματα.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου