Προχωρούμε στην τρίτη παράγραφο του
δευτέρου κεφαλαίου:
γ. Περὶ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων.
Ἡ γενικευμένη καὶ ἀτεκμηρίωτος μομφὴ ὅτι
δῆθεν «ὅλοι σχεδὸν οἱ ἱερεῖς κοινωνοῦν Νεοημερολογίτας» ἀποτελεῖ ἀνήθικον
δυσφήμησιν τοῦ ἱεροῦ σώματος τῶν κληρικῶν. Ἡ Ἐκκλησία τηρεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῆς
παραδόσεως, ποιμαίνουσα ἐν διακρίσει καὶ οὐχὶ ἐν φαρισαϊκῇ σκληροκαρδίᾳ.
Το ζήτημα δεν κρίνεται από το εάν η συγκεκριμένη πρακτική ακολουθείται από
όλους, από τους περισσότερους, ή από ελαχίστους κληρικούς αλλά το εάν η
συγκεκριμένη πρακτική υφίσταται και αν υφίσταται τότε δεν αποτελεί καθόλου
«μομφή».
Επίσης τι πάει να πει «ατεκμηρίωτος»; Μήπως πρέπει να αρχίζει να βιντεοσκοπεί ή
να φωτογραφίζει κανείς όσους μεταλαμβάνουν Νεοημερολογίτες ώστε να τα
παρουσιάζει ως αποδεικτικά στοιχεία δια να μην κατηγορείται ότι παραθέτει
ατεκμηρίωτες μομφές;
Ήταν, και είναι, γνωστότατο ότι πράγματι υφίσταντο περιπτώσεις ιερέων οι οποίοι
κοινωνούν Νεοημερολογίτες οπότε δεν αποτελεί καμίαν «ανήθικον δυσφήμησιν» αλλά
μία πραγματικότητα. Αν υπάρχει υπερβολή ως προς το «όλοι σχεδόν», δεν σημαίνει ότι αυτή η υπερβολή αναιρεί την πραγματικότητα.
Η ίδια η Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. έχει εκδώσει σχετικές εγκυκλίους, διά των οποίων
ρυθμίζεται ρητώς η μυστηριακή μεταχείριση των εκ της Νεοημερολογιτικής
Εκκλησίας προσερχομένων και αποδεικνύεται αυτή η πραγματικότητα.
Η πρώτη εγκύκλιος όριζε:
«Προκειμένου ὡσαύτως περὶ βαπτισθέντων
ἐν τῇ ὡς ἄνω Ἐκκλησίᾳ (σ.σ. Νεοημερολογίτικη) καὶ ἐπιστρεφόντων εἰς
τὴν εὐσέβειαν δέον ὅπως ἀναμυρώνονται οὗτοι δι’ Ἁγίου Μύρου κανονικῆς
προελεύσεως συμφώνως πρὸς τὸν Α´ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου.
Συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρῳ ἐντελλόμεθα, ὅπως
τοῦ λοιπoῦ παύσητε τὴν τυχοῦσαν μέχρι σήμερον μυστηριακὴν
ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐκ τῆς Νεοημερολογητικῆς Ἐκκλησίας προσερχομένων ἄνευ
τῆς προμνησθείσης διαδικασίας συνωδᾷ πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ Ἱεροῦς Κανόνας, καθ’
ὅσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θέλουν ἐπιβληθῇ κατὰ τῶν παραβατῶν αἱ ὑπὸ τῶν Ἱερῶν
Κανόνων προβλεπόμεναι κυρώσεις...» (Eγκύκλιος 5ης Ιουνίου 1974)
και η δεύτερη:
«Διά τήν εἰσδοχὴν δέ νεοημερολογιτῶν εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μᾶς
ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τυγχάνει, ὁμολογία πίστεως καί χρίσις διά ἁγίου μύρου,
συμφώνως πρός τόν Α’ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου διά τούς σχισματικούς καί πολλῶ
μᾶλλον διά τούς αἱρετικούς οἰκουμενιστας...» (Εγκύκλιος 28ης Ιουνίου
2002)
Επίσης στο κείμενο «Η Γνησία Ορθόδοξη
Εκκλησία και η Αίρεση του Οικουμενισμού» (2014) αναφέρεται:
«γίνονται
δεκτοὶ μὲ ποικίλους τρόπους διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον
διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ Ὁμολογίας, ὅπως οἱ καταδικασμένοι πρὸ αἰώνων
Νεστοριανοὶ καὶ Μονοφυσῖτες, εἴτε διὰ Χρίσματος, εἴτε διὰ
Βαπτίσματος.
Κατὰ γενικὸ κανόνα, οἱ μὲν Μοναχοὶ καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἀπὸ αὐτούς, οἱ
ὁποῖοι βεβαίως ἔχουν βαπτισθεῖ κατὰ τὸν ὀρθόδοξο τύπo, γίνονται δεκτοὶ σὲ
Κοινωνία διὰ Χρίσματος, μέσῳ μιᾶς εἰδικῆς Τάξεως, ἡ ὁποία
συνδέεται πάντοτε μὲ τὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξοµολογήσεως..».
Βλέπουμε να διατυπώνεται σαφής εκκλησιαστική τάξις: η προσέλευση
Νεοημερολογιτών δεν προβλέπεται να γίνεται άνευ διαδικασίας που έχει
καθορισθεί.
Η Εγκύκλιος του 1974 αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ἐντελλόμεθα ἐπαναληπτικῶς ὅπως περιορίζεσθε εἰς τήν ἐξυπηρέτησιν μόνον
τῶν μελῶν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας, ἵνα μὴ προτίθεσθε σκάνδαλον τοῖς ἀδελφοῖς
καὶ ἐπισύρετε τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κοινοῦ ὡς μὴ πιστεύοντες εἰς τὰ
ὑφ᾿ ἡμῶν πρεσβευόμενα».
Και η Εγκύκλιος του 2002:
«Ἐπί τούτοις,
ἐφιστῶμεν τήν προσοχήν εἰς πάντας τους ἱερεῖς ὅπως μή μεταλαμβάνετε
νεοημερολογίτας.
Ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς ἡ μετάδοσις τῶν ἀχράντων μυστηρίων εἰς τους μή
ἔχοντας ἀληθές ὀρθόδοξον φρόνημα. Δέν δύναται ὅ νεοημερολογίτης, ὅστις
ἀνήκει εἰς τήν οἰκουμενιστικὴν ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία διαθρησκευτικῶς
συμπροσεύχεται μετά αἱρετικῶν, παπικῶν προτεσταντῶν, διαμαρτυρομένων ἀκόμη καί
ἐξωχριστιανῶν ποὺ μεταδίδει «τά ἅγια» προκλητικῶς καί ἐπισήμως εἰς παπικούς καί
ἀθέους, ὁ τοιοῦτος προσερχόμενος νά μετέχη καί τῆς τραπέζης τοῦ
Κυρίου!
Βαρέως ἁμαρτάνουν οἱ ἐλαστικοί ἱερεῖς κοινωνοῦντες τούτους καί
ἐπισύρουν εἰς ἑαυτούς τό κρίμα τῆς Θεομπαιξίας καί τόν σκανδαλισμόν τῶν
ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως, διά τόν ὁποῖον σκανδαλισμόν ὁ Κύριος εἶπεν, «οὐαὶ τῷ
σκανδάλω».
Οι Εγκύκλιοι εκδόθηκαν από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα και απευθύνονται
προς τους ιερείς, καθορίζοντας συγκεκριμένη εκκλησιαστική πρακτική. Το γεγονός
μάλιστα ότι οι συγκεκριμένες Εγκύκλιοι εξακολουθούν να βρίσκονται αναρτημένες
στην ιστοσελίδα της Συνόδου γεννά ένα ακόμη ερώτημα. Παρατίθενται απλώς για
ιστορικούς λόγους; Εάν ναι, θα έπρεπε να αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται για
ιστορικά κείμενα τα οποία δεν εκφράζουν πλέον την ισχύουσα εκκλησιαστική τάξη.
Εάν όμως παρατίθενται ως Εγκύκλιοι της Εκκλησίας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη
καταργήσεως, τροποποιήσεως ή αντικαταστάσεώς τους, τότε αντιλαμβάνεται κανείς
ότι πρόκειται για κείμενα τα οποία εξακολουθούν να έχουν ισχύ.
Εάν λοιπόν ένας ιερέας, έχοντας ενώπιόν του τις συγκεκριμένες αποφάσεις,
εφαρμόζει τις ρητές απαγορεύσεις που αυτές περιέχουν, ενώ κάποιοι άλλοι τις αγνοούν,
θα χαρακτηρισθεί η πράξη του «φαρισαϊκή σκληροκαρδία»; Εάν έχουν πάψει να
ισχύουν, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον ιερέα, αλλά στην έλλειψη σαφούς
εκκλησιαστικής ενημερώσεως ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν πάψει να
ισχύουν.
Το εκκλησιολογικό κείμενο (2014) αναφέρει ως προς το ποιος αποφαίνεται για την
εφαρμογή επιεικέστερης ή αυστηρότερης τάξεως. Αναφέρει ότι, αναλόγως των κατά
τόπους και κατά περίπτωση ιδιομορφιών, «αποφαίνεται ο
επιχώριος Επίσκοπος [...] ή η αρμοδία Σύνοδος», βάσει κριτηρίων τα
οποία έχουν ορισθεί συνοδικώς.
Εάν μία Εγκύκλιος ορίζει συγκεκριμένη τάξη ως προς την προσχὠρηση και ως προς
τη μετάδοση των Αχράντων Μυστηρίων σε Νεοημερολογίτες, τότε ο κληρικός που την
εφαρμόζει δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «φαρισαϊκά σκληρόκαρδος». Εάν αντιθέτως
θεωρείται ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις επιτρέπεται επιεικέστερη εφαρμογή,
τότε θα πρέπει να προσδιορίζεται ποια είναι ακριβώς η απόφαση που έχει παρθεί
από τον επιχώριο Επίσκοπο και ποια η εντολή που έχει δοθεί, προς τους
εφημέριους της εκκλησίας.
Tα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:
1. Οι Εγκύκλιοι του 1974 και του 2002, οι οποίες περιέχουν ρητές και αυστηρές
οδηγίες ως προς τη μυστηριακή εξυπηρέτηση και τη μετάδοση των Αχράντων
Μυστηρίων στους Νεοημερολογίτες, εξακολουθούν να ισχύουν ή έχουν μεταγενεστέρως
καταργηθεί, τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί από άλλη επίσημη εκκλησιαστική
απόφαση;
2. Εφόσον, σύμφωνα με την ίδια την εκκλησιαστική διατύπωση (2014), ότι για την
εφαρμογή επιεικέστερης ή αυστηρότερης τάξεως αποφαίνεται ο επιχώριος Επίσκοπος
ή η αρμόδια Σύνοδος, υπάρχει συγκεκριμένη απόφαση που έχει ληφθεί από τον
επιχώριο Επίσκοπο για το ζήτημα της μυστηριακής εξυπηρετήσεως και, ειδικότερα,
της μεταδόσεως των Αχράντων Μυστηρίων στους Νεοημερολογίτες;
3. Υπάρχουν συγκεκριμένες εντολές ή οδηγίες που να έχουν δοθεί από τον επιχώριο
Επίσκοπο προς τους εφημέριους της Εκκλησίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο
οφείλουν να αντιμετωπίζουν τις συγκεκριμένες περιπτώσεις;
Εάν κανείς νομίζει ότι δεν θα έπρεπε να μας απασχολούν τα παραπάνω
ζητήματα, του υπενθυμίζουμε ότι οι αποφάσεις αφορούν και τους λαϊκούς και εφόσον
αφορούν και τους λαϊκούς, έχουμε κάθε δικαίωμα να μας απασχολούν.
Τέλος,
όσοι αγνοούν τις παραπάνω αποφάσεις θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι αποφάσεις που
έχουν ήδη ληφθεί από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα και οι οποίες, μέχρι να
ανακληθούν, διορθωθούν ή αντικατασταθούν από νέα εκκλησιαστική απόφαση,
αποτελούν δεσμευτικό στοιχείο της εκκλησιαστικής τάξεως. Εάν κάποιος θεωρεί ότι
μία εκκλησιαστική απόφαση ή πρακτική είναι λανθασμένη και απλά την αγνοεί, τότε το
ζήτημα δεν λύνεται με το να την αγνοεί.
Εάν κάποιος θεωρεί ότι η ισχύουσα τάξη πρέπει να αλλάξει, οφείλει να αγωνιστεί για τη διόρθωσή της, και όχι απλά να την αγνοεί νομίζοντας ότι η τακτική αυτή αρκεί
για να την καταστήσει ανενεργή.
Εδώ βρίσκεται μία από τις
κυριότερες αιτίες των ταραχών που κατά καιρούς εμφανίζονται στην εκκλησιαστική
ζωή: παράλληλη εφαρμογή
διαφορετικών εκκλησιαστικών τάξεων μέσα στο ίδιο εκκλησιαστικό σώμα. Διαφορετικές απόψεις μπορούν να συνυπάρξουν μέσα
στην Εκκλησία· διαφορετικές όμως και αλληλοαναιρούμενες εκκλησιαστικές τάξεις όταν εφαρμόζονται ταυτόχρονα μέσα στο ίδιο εκκλησιαστικό σώμα, δημιουργούν σύγχυση ως προς το ποια είναι τελικώς η ισχύουσα εκκλησιαστική τάξη, γεννούνται αντιδράσεις και οδηγούν αναπόφευκτα σε εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου