Συνεχίζουμε και να
διαβάζουμε παρακάτω:
β. Περὶ τοῦ Ἐπισκόπου
Νικοπόλεως κ. Δανιὴλ καὶ τοῦ Π.Σ.Ε.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὐδέποτε ὑπῆρξε
μέλος οὔτε ἐνέκρινε συμμετοχὴν οὐδεμιᾶς ὑπαγομένης εἰς αὐτὴν ἐπαρχίας εἰς τὸ
Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.). Αἱ περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαδόσεις εἶναι
ψευδεῖς. Τὰ ἱεραποστολικὰ κλίματα τῆς Ἀνατολῆς ἀντιμετωπίζουν ἰδιαιτέρας συνθῆκας,
αἱ ὁποῖαι ῥυθμίζονται ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τοῦ οἰκείου Ποιμενάρχου καὶ τῆς Ἱερᾶς
Συνόδου. Αἱ οἱαιδήποτε διαπιστωθεῖσαι παρεκτροπαὶ ἠλέγχθησαν, αἱ εὐθῦναι ἀνελήφθησαν,
ὁ δὲ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Νικοπόλεως ἤδη ὑπέβαλεν ἐγγράφως τὴν παραίτησιν αὐτοῦ.
Ἡ ἐπίκλησις παλαιῶν διαδόσεων ἢ φωτογραφιῶν πρὸ τῆς θεραπείας τῶν παρατυπιῶν, ὡς
προσχηματικὴ βάσις διακοπῆς κοινωνίας, συνιστᾷ βαρὺ κανονικὸν ὀλίσθημα.
Πράγματι η Ιερά Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. ουδέποτε υπήρξε μέλος του Π.Σ.Ε και ούτε, επίσης,
ενέκρινε ποτέ δημοσίως κάποια συμμετοχή εις αυτό. Δεν ισχύει,
όμως, το ίδιο και για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) είναι ιδρυτικό μέλος του FUKRI. Το
FUKRI γεννήθηκε μέσα από το Παγκόσμιο Χριστιανικό Φόρουμ (Global Christian
Forum – GCF), ένα διεθνές χριστιανικό φόρουμ, η ίδρυση του οποίου συνδέεται
ιστορικά με πρωτοβουλία που ξεκίνησε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
(WCC).[1]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
ΤΖΑΚΑΡΤΑ, PGI.OR.ID-Η
Κοινωνία των Εκκλησιών στην Ινδονησία (PGI) φιλοξένησε την τακτική συνάντηση
του Φόρουμ των Χριστιανών στην Ινδονησία (FUKRI), η οποία πραγματοποιήθηκε στο
Grha Oikoumene, στην Τζακάρτα, τη Δευτέρα (4/4).
Η ημερήσια διάταξη αυτής
της συνάντησης περιελάμβανε μια παρουσίαση για την ΠΓΕ από την Γενική Πρόεδρο
της ΠΓΕ, Αιδεσιμότατη Δρ. Henriette H. Lebang, μια εισαγωγή στη νέα διαχείριση
της ΠΓΕ από τον Αιδεσιμότατο Guntur και μια παρουσίαση της Ομάδας Εργασίας
FUKRI Sospol από τον Romo Suprapto από το KWI.
Από τη συζήτηση,
προέκυψαν ορισμένα ζητήματα που έπρεπε να διερευνηθούν περαιτέρω, όπως η ύπαρξη
της Ινδονησιακής Κινεζικής Εκκλησιαστικής Κοινωνίας (PGTI) στο πλαίσιο του
FUKRI, η αντίδραση της Εκκλησίας στις εκλογές για την ανάδειξη κυβερνήτη στην
Τζακάρτα, η στάση της εκκλησίας απέναντι στον ριζοσπαστισμό στην Ινδονησία και
η αντίδραση της εκκλησίας στην ανάπτυξη της λίμνης Τόμπα.
Το FUKRI είναι ένα φόρουμ επικοινωνίας που φιλοξενεί εκκλησιαστικά ιδρύματα σε εθνικό επίπεδο. Ιστορικά, το FUKRI προέκυψε από το Παγκόσμιο Χριστιανικό Φόρουμ (GCF), ένα διεθνές φόρουμ. Το GCF ιδρύθηκε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (WCC) ως ένα κίνημα ενότητας από όλα τα εκκλησιαστικά δόγματα παγκοσμίως.....»
Επίσης διαβάζουμε και από την ίδια την επίσημη σελίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας:
«Όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) είναι
εκκλησιαστικός φορέας και αποτελεί μέλος του Φόρουμ Χριστιανικών Κοινοτήτων της
Ινδονησίας (FUKRI). Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI)
συμμετείχε επίσης στη διακήρυξη ίδρυσης του αρχικού πυρήνα του FUKRI στo
Μανάντο. Με αυτόν τον τρόπο, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) αποτελεί ισότιμο
φορέα με τους φορείς της Καθολικής Εκκλησίας (KWI), του Προτεσταντισμού (PGI),
της Αντβεντιστικής Εκκλησίας (GMAHK), της Πεντηκοστιανής (PGPI), του Στρατού
της Σωτηρίας και άλλων, υπό την εποπτεία των Γενικών Διευθύνσεων
Χριστιανικών και Καθολικών Κοινοτήτων του υπουργείου Θρησκευμάτων…»[2].
Η επικείμενη παραίτηση του Επισκόπου Δανιήλ δεν αφορά ούτε τις συμπροσευχές
ούτε τη συμμετοχή στο FUKRI, αλλά μία διαφορετική υπόθεση, η οποία είναι εκτός
του παρόντος θέματος και δεν χρειάζεται να αναλυθεί εδώ.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο αρχικό κείμενο.
«Ἡ ἐπίκλησις παλαιῶν
διαδόσεων ἢ φωτογραφιῶν πρὸ τῆς θεραπείας τῶν παρατυπιῶν, ὡς προσχηματικὴ βάσις
διακοπῆς κοινωνίας, συνιστᾷ βαρὺ κανονικὸν ὀλίσθημα».
Το ότι υπήρξε έλεγχος για
τις διαπιστωθείσες παρεκτροπές πράγματι ισχύει. Το ότι, όμως, οι παρατυπίες
έχουν «θεραπευθεί», όπως υποστηρίζεται, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα και αυτό
διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας εξακολουθεί να ανήκει στο FUKRI και να
συμμετέχει, μέσω εκπροσώπων της, σε διάφορες διοργανώσεις και δραστηριότητες
που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αυτό.
Μάλιστα, δεν περιορίστηκαν μόνο στο διαχριστιανικό επίπεδο. Προχώρησαν ένα
ακόμη βήμα, από τον διαχριστιανικό διάλογο στον διαθρησκειακό διάλογο.
Χαρακτηριστικό είναι το ίδιο το περιεχόμενο σχετικής δημοσίευσης, με τον τίτλο:
«Ο διαθρησκειακός
διάλογος ως χώρος οικοδόμησης της αλληλεγγύης: Οι Ορθόδοξοι νέοι παρουσίασαν
την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) στην κοινωνία».
Στη σχετική αναφορά διαβάζουμε:
«Για την ορθόδοξη
κοινότητα, η εκδήλωση αυτή είχε επίσης ιδιαίτερη σημασία. Ο διάλογος
διοργανώθηκε με πρωτοβουλία εκπροσώπων της Ορθόδοξης Νεολαίας HaNa’arim, οι
οποίοι συμμετείχαν εκπροσωπώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI),
έχοντας προηγουμένως λάβει την ευλογία της Κεντρικής Διοίκησης της Εκκλησίας. Η
πρωτοβουλία αυτή θεωρείται ιστορικής σημασίας, καθώς αποτέλεσε ένα από τα πρώτα
βήματα για την ευρύτερη γνωστοποίηση της GOI στις τοπικές κοινωνίες μέσω ενός
διαθρησκειακού φόρουμ….».
Στην προκειμένη περίπτωση, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η συμμετοχή δεν
αποτελεί απλώς μια παλαιότερη υπόθεση ή μια φωτογραφία του παρελθόντος, αλλά
μια δραστηριότητα που συνεχίζεται και μάλιστα έχει διευρυνθεί από διαχριστιανικό σε διαθρησκειακό επίπεδο. Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται και η ουσία του ζητήματος. Δεν επρόκειτο για «παλαιές διαδόσεις» ούτε περί παλαιών φωτογραφιών. Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία και, κυρίως, μεταγενέστερες
δραστηριότητες, οι οποίες δείχνουν ότι η σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της
Ινδονησίας με το FUKRI δεν αποτελεί γεγονός του παρελθόντος. Η GOI
εξακολουθεί να συμμετέχει ως εκκλησιαστικός φορέας στο FUKRI, ενώ εκπρόσωποί
της λαμβάνουν μέρος σε διοργανώσεις του συγκεκριμένου φορέα. Και το
σημαντικότερο: σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις δεν πρόκειται απλώς για
μια προσωπική παρουσία κάποιου προσώπου, αλλά για συμμετοχή που παρουσιάζεται
ρητώς ως εκπροσώπηση της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας και
μάλιστα με την ευλογία της Κεντρικής Διοίκησης της Εκκλησίας.
Εάν κάποιος κληρικός ή λαϊκός συμμετείχε αυτοβούλως σε μία διαχριστιανική ή διαθρησκειακή
εκδήλωση, θα μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί ως μεμονωμένη προσωπική
ενέργεια. Εδώ, όμως, επί παραδείγματι, το ίδιο το δημοσιευμένο κείμενο αναφέρει ότι οι
συμμετέχοντες εκπροσωπούσαν την GOI και ότι προηγουμένως είχαν λάβει την
ευλογία της Κεντρικής Διοίκησης της Εκκλησίας. Επομένως, δεν έχουμε μπροστά μας
απλώς μια «παλαιά φωτογραφία», αλλά μια πρόσφατη συγκεκριμένη πράξη, η
οποία παρουσιάζεται δημοσίως ως εκκλησιαστική δραστηριότητα.
Όταν γίνεται λόγος για συμμετοχή σε διαχριστιανικούς φορείς ή ακόμη και σε
διαθρησκειακούς διαλόγους, δεν μπορεί το ζήτημα να περιορίζεται στο εάν η Ιερά
Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. είναι ή δεν είναι μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ένας εκκλησιαστικός φορέας που
υπάγεται ή συνδέεται με αυτήν συμμετέχει σε οργανώσεις και θεσμούς που
δραστηριοποιούνται στον χώρο του οικουμενισμού και του διαθρησκειακού διαλόγου.
Ο Αιδεσιμότατος Jacklevyn
Manuputty που ανήκει στο PGI και που το PGI είναι μέλος του FUKRI δήλωνε ότι:
«το οικουμενικό κίνημα στην Ινδονησία έχει υποστεί μια σημαντική
μεταμόρφωση. Ενώ στο παρελθόν η κύρια εστίασή του ήταν οι σχέσεις και η
ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, σήμερα οι εκκλησίες στην Ινδονησία
αναπτύσσουν ολοένα και περισσότερο μια αντίληψη περί «οικουμενισμού εν
δράσει» (ecumenism in action), δηλαδή μιας ενότητας που
πραγματώνεται μέσω κοινής δράσης».
Σύμφωνα με τον ίδιο:
«οι εκκλησίες
βρίσκουν την ενότητά τους όχι απλώς στην ομοιομορφία του δόγματος ή
της δομής, αλλά στην προθυμία να αναλάβουν από κοινού το έργο και την
κλήση για την αντιμετώπιση ποικίλων ανθρωπιστικών ζητημάτων.
Τόνισε ότι η σημερινή κατανόηση του οικουμενισμού δεν περιορίζεται πλέον στις
διαεκκλησιαστικές σχέσεις. Αντιμετωπίζεται ολιστικά ως μια προσπάθεια να
καταστεί ο κόσμος «ο οίκος του Θεού» (oikos tou Theou), ένας τόπος
όπου όλη η δημιουργία μπορεί να ζει ειρηνικά. Επομένως, ο οικουμενικός
αγώνας περιλαμβάνει επίσης τη διαθρησκευτική συνεργασία, την ενίσχυση της
δημοκρατίας, τον σεβασμό της ισότητας και τις προσπάθειες για την επίτευξη
οικολογικής δικαιοσύνης… το οικουμενικό κίνημα πρέπει να ριζώνει ολοένα
και περισσότερο στις ζωές των ανθρώπων. Κατά την άποψή του, ο
οικουμενισμός δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως ένα θεσμικό εγχείρημα που
καθοδηγείται αποκλειστικά από εκκλησιαστικούς οργανισμούς, αλλά οφείλει να
αναπτύσσεται μέσα από τους πραγματικούς αγώνες των πιστών και των τοπικών
κοινοτήτων…. το πνεύμα του οικουμενισμού στην πράξη έχει
καλλιεργήσει διάφορα δίκτυα διαεκκλησιαστικής συνεργασίας.[3]».
Ακόμη και αν δεχθούμε ότι το FUKRI δεν ταυτίζεται άμεσα με το Π.Σ.Ε., παραμένει ως γεγονός ότι πρόκειται για έναν φορέα στον οποίο συνυπάρχουν διάφορες
χριστιανικές ομολογίες και εκκλησιαστικές κοινότητες και μέσα από τον οποίο
αναπτύσσονται διαχριστιανικές δράσεις. Όταν, επομένως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της
Ινδονησίας συμμετέχει ως ισότιμος εκκλησιαστικός φορέας, και ακόμη περισσότερο
όταν επεκτείνεται πλέον και σε διαθρησκειακά φόρουμ η υπόθεση αποκτά μία παραπάνω διάσταση. Ο διαθρησκειακός διάλογος δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια απλή
κοινωνική συνάντηση ή με μια δραστηριότητα. Όταν μία Ορθόδοξη Εκκλησία
συμμετέχει επισήμως σε διαθρησκειακή διοργάνωση μέσω εκπροσώπων της και παρουσιάζεται ενώπιον ετεροδόξων εκπροσώπων ή άλλων θρησκειών και όταν η συμμετοχή αυτή πραγματοποιείται με την
ευλογία της εκκλησιαστικής διοίκησης, τότε πρόκειται για μία πράξη που πρέπει να εξεταστεί εκκλησιολογικά.
Διαβάζουμε ότι οι σχετικές
παρεκτροπές ελέγχθηκαν, ότι οι ευθύνες αναλήφθηκαν και ότι η υπόθεση έχει
θεραπευθεί και από την άλλη πλευρά, όμως, βρίσκουμε πρόσφατες δημόσιες αναφορές
στις οποίες η ίδια Εκκλησία εμφανίζεται να συμμετέχει σε διαχριστιανικές και
διαθρησκειακές δράσεις, όχι κρυφά, αλλά δημοσίως και ως οργανωμένος
εκκλησιαστικός φορέας. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι εάν κάποιος έχει στην
κατοχή του μία φωτογραφία του παρελθόντος αλλά το τι συμβαίνει σήμερα. Όταν υπάρχει
δραστηριότητα, η οποία επιβεβαιώνεται από δημοσιευμένο υλικό και παρουσιάζει
την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας ως συμμετέχοντα φορέα, τότε δεν φαίνεται
να είναι και τόσο επιτυχής η ''θεραπεία''.
Το ίδιο το κείμενο που εξετάζουμε χρησιμοποιεί
ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς, κάνοντας λόγο για «βαρὺ κανονικὸν ὀλίσθημα»
όταν κάποιος επικαλείται παλαιότερες παρατυπίες ως βάση διακοπής κοινωνίας. Πριν,
όμως, χαρακτηριστεί κάτι ως «κανονικό ολίσθημα», θα πρέπει πρώτα να απαντηθεί
ένα απλούστερο ερώτημα: Έπαψε πράγματι η αιτία για την οποία ασκήθηκε ο
έλεγχος; Και εάν δεν έπαψε, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια τα στοιχεία, τότε το
ερώτημα αντιστρέφεται: Ποιος, άραγε, έχει ολισθήσει βαρύτατα; Εκείνος που
επισημαίνει την παρατυπία (έστω και με λάθος τρόπο) ή εκείνος που την διαπράττει;
Η Γραμματεία της της Ιεράς Μητροπόλεως
των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Αχαΐας και πάσης Πελοποννήσου είχε
αναφέρει ότι:
Ἡ δογματικὴ καὶ κανονικὴ ἀπαγόρευσις τῶν Ἱερῶν Κανόνων (ὡς οἱ ΜΕ΄ καὶ ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων
Ἀποστόλων) ἀφορᾷ ῥητῶς εἰς τὴν λειτουργικὴν κοινωνίαν, τὴν μυστηριακὴν
σύμπραξιν καὶ τὴν συμπροσευχὴν μεθ’ ἑτεροδόξων ἢ σχισματικῶν.
Επί δύο συναπτά έτη είδαμε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας να συμμετέχει, μέσω κληρικών
εκπροσώπων της, σε συμπροσευχές μετά ετεροδόξων. Είδαμε, επίσης, να εξαντλείται
απέναντί της η εκκλησιαστική οικονομία, χωρίς να επιβληθεί αφορισμός ή
καθαίρεση, παρά τις κανονικές διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή
εκκλησιαστικών κυρώσεων για τέτοιου είδους παρεκτροπές. Και, ασφαλώς, δεν
είμαστε εμείς εκείνοι που θα κρίνουμε εάν καλώς ή κακώς έπραξε η Ιερά Σύνοδος·
αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα εκείνων που φέρουν την ευθύνη της κανονικής και
ποιμαντικής κρίσεως. Το δικό μας χρέος είναι να ενημερώσουμε, ακόμα και να διαμαρτυρηθούμε, και μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα ότι, με βάση τα
στοιχεία που έχουν παρατεθεί, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί «προσχηματικής
βάσεως». Υπήρξαν συγκεκριμένα γεγονότα, συγκεκριμένες
συμμετοχές και συγκεκριμένες πράξεις, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου και από την ίδια την εκκλησιαστική αρχή. Και εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν
πραγματικά και οδήγησαν σε εκκλησιαστικό έλεγχο, δεν είναι θεολογικά ακριβές να
χαρακτηρίζεται ως «προσχηματική βάσις» η επίκλησή τους, ακόμη και αν δεν παρουσιάστηκαν με τον ορθό τρόπο.
Είναι δικαίωμα του
καθενός να διαχωρίσει τη θέση του απέναντι σε τέτοιες πράξεις και, εφόσον τις
θεωρεί ασυμβίβαστες με την κανονική και εκκλησιολογική τάξη, να επιλέξει να μην
έχει εκκλησιαστική κοινωνία με εκείνους τους οποίους θεωρεί ότι επιμένουν σε
αυτές. Εκείνος που διαφωνεί δεν δημιούργησε τα γεγονότα, ούτε επινόησε τις συμπροσευχές και τη συμμετοχή σε διαχριστιανικούς ή
διαθρησκειακούς φορείς και δεν απέδωσε αυθαίρετα στις συγκεκριμένες πράξεις το
εκκλησιολογικό τους περιεχόμενο. Απλώς έκρινε, σύμφωνα με τη συνείδησή του και
την κατανόηση που έχει περί της κανονικής τάξεως, ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει
να έχει κοινωνία με μία κατάσταση την οποία θεωρούσε εκκλησιολογικώς
προβληματική. Εάν, μάλιστα, η ίδια η εκκλησιαστική
διοίκηση αναγνώρισε ότι υπήρξαν παρεκτροπές και επέλεξε να τις αντιμετωπίσει
διά της οικονομίας, τότε εκείνος που διαφώνησε με τις συγκεκριμένες πράξεις και
επέλεξε να απομακρυνθεί από την κοινωνία μαζί τους δεν μπορεί εκ των προτέρων
να παρουσιάζεται ως ο αίτιος της διασπάσεως. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με την
κρίση του ή ακόμη και να θεωρήσει ότι η επιλογή του ήταν υπερβολική ή ότι
δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για διακοπή κοινωνίας. Αυτό, όμως, είναι
διαφορετικό από το να αποδίδεται στην ενέργειά του χαρακτήρας «προσχηματικού»
κινήτρου ή να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως «βαρύ κανονικό ολίσθημα» διότι, εάν
η Εκκλησία αναγνωρίζει την οικονομία ως ποιμαντική δυνατότητα απέναντι σε
εκείνους που υπέπεσαν στις επίμαχες πράξεις, θα πρέπει να υπάρχει ανάλογη
ποιμαντική διάκριση και απέναντι σε εκείνον ο οποίος, από φόβο μήπως παραβιάσει
τη συνείδησή του και την εκκλησιαστική τάξη όπως αυτός την αντιλαμβάνεται,
επέλεξε να διαχωρίσει τη θέση του.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

%20_%20Website%20PGI.jpg)
%20_%20Website%20PGI.jpg)
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου