Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (13)

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Το σχήμα αυτού του κόσμου παρέρχεται», αλλά «εκείνος που πράττει το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Κορ. 7,31· Α΄ Ιω. 2,17). Κάποια πράγματα παρέρχονται, ενώ άλλα παραμένουν. Η αποκαλυπτική εικόνα περιγράφει τη φωτιά που πλάθει και καθαρίζει την ύλη, αλλά πρόκειται για το πέρασμα ενός ορίου. Για ένα χάσμα. Η «έσχατη ημέρα» δεν γίνεται ένα «χθες» ούτε θα έχει ένα «αύριο», επειδή δεν ανήκει στη σειρά των άλλων ημερών. Το χέρι του Θεού παίρνει τον κύκλο του φαινομενικού χρόνου και τον τοποθετεί σε μια ανώτερη τροχιά. Αυτή η «ημέρα» δεν ανήκει στον ιστορικό χρόνο, αλλά απλώς τον διακόπτει· δεν είναι καταχωρημένη στα ημερολόγιά μας, διότι δεν μπορεί να προβλεφθεί. «Μία ημέρα ενώπιον του Κυρίου είναι ως χίλια έτη», πράγμα που σημαίνει ότι οι μονάδες μέτρησης, καθώς και οι καταστάσεις που αντιστοιχούν σε αυτές, είναι ασύγκριτες. Ο υπερβατικός χαρακτήρας του τέλους το καθιστά αντικείμενο αποκαλύψεως και πίστεως.


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Παρουσία θα φανερώσει σε όλους την αστραπιαία επιστροφή του Χριστού εν δόξη. Αλλά δεν θα γίνει αντιληπτή μέσα στην ιστορία, παρά πέρα από την ιστορία, πράγμα που προϋποθέτει τη μετάβαση σε έναν άλλο αιώνα: «πάντες αλλαγησόμεθα» (Α΄ Κορ. 15,51)· «έπειτα εμείς οι ζώντες θα αρπαχθούμε [...] μέσα σε νεφέλες, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα» (Α΄ Θεσ. 4,17).
Κατά τον άγιο Παύλο, ο Θεός ενεργοποιεί τις σπερματικές δυνάμεις της φύσεως: «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. 15,44), ενδεδυμένο με αθανασία κατά την εικόνα του επουρανίου· «όλοι θα εξέλθουν όταν ακούσουν τη φωνή Του».
Τα εσχατολογικά κείμενα έχουν μια τέτοια συμβολική πυκνότητα, ώστε κάθε απλοποίηση και, ακόμη περισσότερο, κάθε κυριολεκτική ανάγνωση καθίσταται αδύνατη. Ο ανεπαρκής λόγος αντικαθίσταται από εικόνες μιας διάστασης που υπερβαίνει αυτόν τον κόσμο. Το ακριβές νόημα μάς διαφεύγει ολοκληρωτικά, προσκαλώντας μας να «τιμούμε με σιωπή» την πραγματικότητα για την οποία γίνεται λόγος:

«εκείνα που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και δεν ανέβηκαν στην καρδιά ανθρώπου, αυτά ετοίμασε ο Θεός για όσους Τον αγαπούν» (Α΄ Κορ. 2,9).

Η ανάσταση είναι μια τελική υπερ-αποκάλυψη. Το χέρι του Θεού αρπάζει το θήραμα και το ανυψώνει σε μια άγνωστη διάσταση. Μπορεί κανείς μόνο να πει ότι το πνεύμα ανακτά την πληρότητα της ανθρώπινης υπάρξεως: ψυχή και σώμα διατηρούνται μέσα στην ακεραιότητα της μοναδικότητάς τους. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλά για τη «σφραγίδα», για το «αποτύπωμα» της σωματικής μορφής, το οποίο, χάρη στις δυνάμεις της ψυχής, θα καταστήσει το πρόσωπο αναγνωρίσιμο.
Το σώμα θα μοιάζει με το αναστημένο Σώμα του Χριστού· δεν θα έχει πλέον βάρος και θα είναι διαφανές. Η απωστική ενέργεια, που καθιστά τα πάντα αδιαφανή και αδιαπέραστα, θα αντικατασταθεί από μια καθαρά ελκτική ενέργεια, η οποία θα επιτρέπει την αλληλοδιείσδυση του μέρους και του όλου.


Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ / ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Πάνω στον Σταυρό ο Ιησούς είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Μόνο ο ασθενής δεν γνωρίζει τι κάνει και συμπεριφέρεται όπως ένας παράφρονας που ούτε βλέπει ούτε ακούει.
Υπό το φως της Αγίας Γραφής, η σωτηρία δεν είναι νομική πράξη και δεν μοιάζει με ετυμηγορία δικαστηρίου. Στα εβραϊκά, η σωτηρία (yéshà) σημαίνει πλήρη απελευθέρωση· στα ελληνικά, το επίθετο αντιστοιχεί στο λατινικό sanus και δηλώνει την αποκατάσταση της υγείας. Η φράση «η πίστη σου σε έσωσε» είναι συνώνυμη με τη φράση «η πίστη σου σε θεράπευσε». Γι’ αυτό το μυστήριο της εξομολογήσεως νοείται ως «νοσοκομείο», ενώ η Θεία Ευχαριστία είναι, κατά τον άγιο Ιγνάτιο, «φάρμακο αθανασίας».
Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (692) διευκρινίζει:

«Εκείνοι που έλαβαν από τον Θεό την εξουσία να δένουν και να λύνουν πρέπει να ενεργούν ως έμπειροι ιατροί, οι οποίοι γνωρίζουν να βρίσκουν το κατάλληλο φάρμακο για κάθε ασθενή και για κάθε σφάλμα του», διότι «η αμαρτία είναι ασθένεια του πνεύματος». Στην πατερική θεώρηση, ο Σωτήρας Ιησούς είναι ο «Θείος Ιατρός», η «πηγή της υγείας», Εκείνος που λέγει:

«Δεν έχουν ανάγκη από ιατρό οι υγιείς, αλλά οι ασθενείς» (Λουκ. 5,31).

Ο αμαρτωλός είναι ένας ασθενής που αγνοεί τη θανατηφόρα φύση της καταστάσεώς του. Η σωτηρία του θα μπορούσε να περιγραφεί ως η εξάλειψη του φθοροποιού μικροβίου και ως η αποκάλυψη του φωτός του Χριστού, πράγμα που ισοδυναμεί με επιστροφή στην κανονική κατάσταση της φύσεως, στην κατάσταση της οντολογικής υγείας.


 

  ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ













 


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (2)

5. Η ζωή του σώματος. Τα όργανα και οι ανάγκες του σώματος. Η φροντίδα για το σώμα

Πόσα ερωτήματα σου προκάλεσαν τα δυο προηγούμενα γράμματα μου! Αποδεικνύεται έτσι πως είσαι μια μαθήτρια εύστροφη, επιμελής και δεκτική, πράγμα που εγγυάται την επιτυχία σου. Από δω κι εμπρός θα σου γράφω με μεγαλύτερη προθυμία. Δεν θα σου απαντήσω, όμως, σε όλα από τώρα. Αυτή τη φορά θ’ ασχοληθώ με το ζήτημα που σε απασχολεί περισσότερο. Γράφεις: «Όσα λέτε για τις πλευρές, τις δυνάμεις και τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσεως, με οδηγούν στο εσωτερικό του εαυτού μου. Κοιτάω, λοιπόν, μέσα μου. Κάτι βλέπω, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού μου κόσμου είναι άλλοτε συγκεχυμένο και δυσδιάκριτο, άλλοτε εντελώς αόρατο και απρόσιτο.» Θα ’θελα πολύ να μάθω για την πνευματική, τη διανοητική και τη σωματική πλευρά του ανθρώπου, τις ανάγκες καθεμιάς και τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιούνται αυτές οι ανάγκες. Θέλω πολύ να κρατήσω τον εαυτό μου στο επίπεδο της ανθρώπινης αξίας, της πραγματικής ανθρώπινης αξίας, έτσι όπως την καθόρισε ο Δημιουργός».
Θαυμάσια! Έφτασες στις απαρχές της ζωής μας. Η εξέταση τους θα είναι το αντικείμενο της συζητήσεως μας από δω και πέρα. Γιατί δεν θα μπορούσε, βέβαια, ο άνθρωπος να ζει διαφορετικά, παρά μόνο με τον τρόπο που καθορίστηκε κατά τη δημιουργία του, με τον τρόπο που ταιριάζει στη φύση του. Εφ’ όσον, λοιπόν, αποδεχθούμε κάποιες λογικές και αναμφισβήτητες αρχές ως προς τη φύση και τη συγκρότηση του ανθρώπου, τότε θα έχουμε ασφαλή δεδομένα για το πως οφείλει να ζει.
Νομίζω ότι πολλοί δεν ζουν τη ζωή που πρέπει, γιατί πιστεύουν πως οι κανόνες της δεν απορρέουν από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, αλλά έχουν επιβληθεί από εξωτερικούς παράγοντες. Γι’ αυτό τους απορρίπτουν και τους παραβαίνουν. Αλλά δεν έχουν δίκιο. Άκουσε με προσεκτικά.
Το σώμα αποτελείται από διάφορα όργανα. Κάθε όργανο εκπληρώνει μιαν  αποστολή αναγκαία για τη ζωή του σώματος. Υπάρχουν τρία κύρια συστήματα:
1) Το θρεπτικό συντηρητικό σύστημα. Περιλαμβάνει πέντε υποσυστήματα: το πεπτικό, το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό, το λεμφικό και το ενδοκρινικό. Η λειτουργία όλων αυτών των συστημάτων αποσκοπεί στη συντήρηση του σώματος.
2) Το μυοσκελετικό σύστημα. Η λειτουργία του εξασφαλίζει την εσωτερική κίνηση των οργάνων και την εξωτερική κίνηση των μελών του σώματος.
3) Το νευρικό σύστημα. Αποτελείται από τον εγκέφαλο, τον νωτιαίο μυελό, τα γάγγλια και τα νεύρα, που διαπερνούν ολόκληρο το σώμα. Η λειτουργία τους καθορίζει τις κινήσεις και τις αισθήσεις του σώματος.
Όταν η λειτουργία και η αλληλεξάρτηση των παραπάνω τριών συστημάτων είναι ομαλή, τότε το σώμα είναι υγιές και η ζωή δεν κινδυνεύει. Όταν όμως, η ομαλότητα αυτή διαταράσσεται, τότε το σώμα αρρωσταίνει και η ζωή διατρέχει κίνδυνο.
Κάθε σύστημα έχει τις δικές του ειδικές ανάγκες, που απαιτούν πιεστικά ικανοποίηση. Οι ανάγκες του θρεπτικού-συντηρητικού συστήματος είναι η τροφή, το νερό, ο αέρας και ο ύπνος. Η ανάγκη του μυοσκελετικού συστήματος είναι η τάση των μυών. Αυτό το αισθανόμαστε όταν μένουμε ακίνητοι για μεγάλο διάστημα: Αμέσως μετά γεννιέται η ανάγκη της κινήσεως, που μας ωθεί να περπατήσουμε ή να κάνουμε κάποια εργασία. Η ανάγκη, τέλος, του νευρικού συστήματος είναι η, μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια, διέγερση των νεύρων όλου του σώματος, και ειδικά των πέντε αισθήσεών του, με τις οποίες ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Όλα αυτά, όπως βλέπεις, έχουν να κάνουν με το σώμα. Με την ψυχή φαίνονται άσχετα. Και όμως, λόγω της στενής συνάφειας τους, όλες οι ανάγκες του σώματος θεωρούνται ανάγκες και της ψυχής. Γι’ αυτό λέμε – η ψυχή μας το λέει, όχι το σώμα – «Θέλω να φάω, να πιώ, να κοιμηθώ», «Χρειάζομαι κίνηση, περπάτημα, δουλειά», ‘»Θέλω να δω, ν’ ακούσω», κ.λπ. Η ψυχή, έχοντας οικειοποιηθεί τις ανάγκες του σώματος, θεωρεί την ικανοποίηση τους δική της υπόθεση, κι έτσι ενδιαφέρεται για φαγητό, ύπνο, ενδυμασία, κατάλυμα και άλλα παρόμοια. Με κάθε πρόσφορο τρόπο, λοιπόν, η ψυχή φροντίζει για την άνεση του σώματος, ώστε να μην την ενοχλεί με τις διάφορες απαιτήσεις του.
Τα τρία συστήματα που ανέφερα, συνιστούν τη σωματική πλευρά του ανθρώπου και της ζωής του. Και στην πλευρά αυτή, ωστόσο, δεν είναι το καθετί αποκλειστικά σωματικό, δηλαδή σαρκικό και αισθητηριακό. Μόνο το θρεπτικό σύστημα αφορά καθαρά το σώμα, μολονότι κι αυτό ακόμα έχει προσαρμόσει τη λειτουργία του, έτσι ώστε να υπηρετεί ψυχικές ανάγκες.
Τα όργανα της κίνησης και της αφής υπηρετούν περισσότερο την ψυχή παρά το σώμα. Και το όργανο του λόγου, που βρίσκεται έξω από το συγκρότημα των άλλων οργάνων, υπηρετεί αποκλειστικά την ψυχή.
Η ζωή του ανθρώπου είναι αυτονόητα μονόπλευρη, και επομένως αφύσικη, όταν αυτός έχει ως κύριο σκοπό του και πρωταρχικό μέλημα του, την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών του σώματος, παραμελώντας τις ανάγκες του πνεύματος, για τις οποίες δεν μιλήσαμε ακόμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, κάθε φυσική ανάγκη διακλαδίζεται σ’ ένα πλήθος επιμέρους αναγκών, που εδραιώνονται με τη συνήθεια, εμφανίζοντας συνάμα μια τάση εξευρέσεως ποικίλων τρόπων και μέσων ικανοποίησης των αναγκών αυτών. Πάρε για παράδειγμα το φαγητό, ή το ποτό, ή την ενδυμασία. Τι πιο βασικά απ’ αυτά τα πράγματα! Βλέπουμε, λοιπόν, ότι δεν είμαστε ελεύθεροι, γιατί ακατάπαυστα τρέχουμε πίσω από ανάγκες, ζητώντας την ικανοποίηση τους. Και μαζί μ’ εμάς, αναρίθμητοι άλλοι κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Το πνεύμα των ανθρώπων, που ζουν έτσι, αναπόφευκτα λιμοκτονεί, αν δεν έχει ολότελα νεκρωθεί, αδρανήσει και βυθιστεί στην ηδυπάθεια.
Σκέψου τα όλα αυτά, αν θέλεις. Στο επόμενο γράμμα μου θα μιλήσουμε για το νου.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Γιατί επιδιώκουμε την ενότητα των Χριστιανών; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δίνει την απάντηση

 

  • 9 Ιουνίου 2026

Μπορεί ίσως να φανεί αυτονόητος ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία επιδιώκει τον διάλογο με Χριστιανούς άλλων δογμάτων και εργάζεται για την ενότητα όλων εκείνων που πιστεύουν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος δεήθηκε «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν· καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιω. ιζ’, 21).

Ωστόσο, εύλογα τίθενται και άλλα ερωτήματα: Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτή η ενότητα; Γιατί είναι σημαντικό οι πιστοί να είναι «πάντες ἓν»; Και ποιοι θα είναι οι καρποί μιας τέτοιας ενότητας; Στις 9 Μαΐου 2026, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος έδωσε σε αυτά και σε άλλα σχετικά ζητήματα, τις κατάλληλες απαντήσεις, κατά τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Πνεύματος στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκλογή του Πάπα της Ρώμης, Λέοντος ΙΔ΄.

Η Α.Θ. Παναγιότης επεσήμανε την πρόοδο που σημειώθηκε κατά το τελευταίο έτος αναφορικά με την εκκλησιαστική ενότητα, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορικής επίσκεψης του Πάπα Λέοντος στο Φανάρι: «Αναλογιζόμενοι το έτος που πέρασε, δεν μπορούμε παρά να ευχαριστήσουμε τον Θεό για την ολοένα και βαθύτερη προσέγγιση των δύο αδελφών Εκκλησιών μας, της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η πρόοδος αυτή προς την ενότητα δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή ή μια πολυτέλεια, είναι στην πραγματικότητα «αμετάκλητη»: «Η αμετάκλητη αυτή πορεία, η οποία άρχισε το 1964 με την προφητική συνάντηση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, έχει διαμορφώσει καθοριστικά την πορεία της συμφιλιώσεως, την οποία εξακολουθούμε να διανύουμε με ελπίδα, εμπιστοσύνη και καρτερία στον Θεό. Οι πολυάριθμοι σταθμοί που έθεσαν οι προκάτοχοί μας σε αυτή την οδό της αγάπης και της αλήθειας καλλιέργησαν μια ζώσα συνείδηση κοινής κλήσεως και κοινού προορισμού, η οποία εξακολουθεί να στηρίζει και να εμπνέει τον διάλογό μας μέχρι σήμερα».

Ο Παναγιώτατος επισήμανε ότι η επίσκεψη του Πάπα «σημαδεύτηκε από μια βαθιά διπλή επέτειο: τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και τη θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου». Και προχωρώντας ακόμη περισσότερο, ανέδειξε τη βαθύτερη σημασία της επίσκεψης αυτής: «Το γεγονός αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα για το οικουμενικό μας προσκύνημα: ποια μπορεί να είναι η σημασία ενός τέτοιου γεγονότος για την κοινή μας πορεία;»

Η Α.Θ. Παναγιότης εξήγησε ότι «χρησιμοποιούμε συνειδητά τον όρο “προσκύνημα”, διότι μέσω ενός προσκυνήματος στα Ιεροσόλυμα ανανεώθηκαν οι δεσμοί μας· μέσω ενός προσκυνήματος μεταβήκαμε μαζί στη Νίκαια, το σημερινό Ιζνίκ, για να ομολογήσουμε την πίστη της Εκκλησίας “ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ”. Το προσκύνημα αυτό», συνέχισε, «αποτελεί μια στιγμή βαθιάς εκκλησιαστικής και πνευματικής σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επιστρέφοντας μαζί στην ίδια την πηγή της κοινής μας πίστεως, στην ομολογία ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, μαρτυρούμε μια ενότητα η οποία, αν και τραυματίστηκε μέσα στην ιστορία, ουδέποτε χάθηκε ολοκληρωτικά».

Η ενότητα που χαρακτήριζε την αρχαία Εκκλησία μπορεί, επομένως, να αποτελέσει το θεμέλιο για μια μελλοντική συμφιλίωση. «Αυτή η κοινή ανάμνηση», συνέχισε η Α.Θ. Παναγιότης, «δεν αποτελεί απλώς μια πράξη ιστορικής ευλαβείας, αλλά μια βαθιά θεολογική διακήρυξη ότι το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας παραμένει ένας ζωντανός δεσμός κοινωνίας, καλώντας τις δύο Εκκλησίες να ανακαλύψουν εκ νέου η μία την άλλη μέσα από μια αλήθεια που ήδη μοιράζονται». Υπό αυτή την έννοια, η Νίκαια «δεν είναι μόνο μια ανάμνηση, αλλά και ένας ορίζοντας· ένα σημείο πνευματικού προσανατολισμού, από το οποίο μπορούμε να διακρίνουμε εκ νέου την πορεία προς την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας». Έρχεται να αποδείξει ότι «η συμφιλίωση δεν είναι ένα αφηρημένο ιδανικό, αλλά μια ζώσα κλήση που έχει ανατεθεί στις Εκκλησίες, ώστε η ενότητά τους να καταστεί αξιόπιστη μαρτυρία της αλήθειας και της αγάπης που απεκαλύφθησαν εν Χριστώ».

Εξετάζοντας στη συνέχεια το ερώτημα ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της εκκλησιαστικής ενότητας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επικαλέστηκε την κοινή διακήρυξη που εξέδωσε με τον Πάπα Λέοντα: «Επιτρέψτε μας να επαναλάβουμε όσα διακηρύξαμε από κοινού: “Ο στόχος της χριστιανικής ενότητας περιλαμβάνει και την οικοδόμηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Από κοινού υψώνουμε με θέρμη τη φωνή μας, ζητώντας από τον Θεό το δώρο της ειρήνης για τον κόσμο μας. Δυστυχώς, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων. Απευθύνουμε επομένως έκκληση σε όσους ασκούν πολιτική και δημόσια εξουσία να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε να τερματιστεί άμεσα η τραγωδία του πολέμου, και καλούμε όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως να στηρίξουν την έκκλησή μας αυτή”».

Κατά συνέπεια, «η επιδίωξη της χριστιανικής ενότητας δεν αφορά μόνο την εσωτερική ζωή των Εκκλησιών, αλλά έχει σαφή αναφορά στον κόσμο· αποτελεί μια αποστολή για τη ζωή του κόσμου. Συντελεί ουσιαστικά στη συμφιλίωση των λαών, στην υπέρβαση των διαιρέσεων και στον τερματισμό της βίας. Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις εξακολουθούν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα, αυτή η κοινή έκκληση αντηχεί ως ένα ηθικό και πνευματικό προσκλητήριο προς τους ηγέτες, τις κοινότητες και προς όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως, ώστε να εργαστούν ακούραστα για να τερματιστεί η τραγωδία του πολέμου».

Η Α.Θ. Παναγιότης υπογράμμισε επίσης ότι «όσο περισσότερο οι Εκκλησίες πλησιάζουν η μία την άλλη μέσα στην αλήθεια και την αγάπη, τόσο πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική καθίσταται η μαρτυρία τους υπέρ της ειρήνης. Κατά συνέπεια, η ενότητα δεν αποτελεί μόνο μια εκκλησιαστική ελπίδα, αλλά και μια οδό προς τη μεταμόρφωση του κόσμου, όπου η ειρήνη δεν είναι απλώς η απουσία συγκρούσεων, αλλά ο καρπός της κοινωνίας, της δικαιοσύνης και της χάριτος του Θεού που ενεργεί στις ανθρώπινες καρδιές».

Έχοντας ως οδηγό έναν τέτοιο υψηλό στόχο, συμπορευόμαστε με την Α.Θ. Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίο στην προσπάθεια για ενότητα και ειρήνη και αγωνιζόμαστε να κάνουμε πράξη το προφητικό του κάλεσμα για μια υπέρβαση των διαιρέσεων σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής


ΠΗΓΗ: https://orthodoxobserver.org/el/why-seek-unity-among-christians-ecumenical-patriarch-bartholomew-explains/

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (12)

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Η σιωπή των νεκρών βαραίνει τους ζωντανούς. Από την άλλη πλευρά, μετά τον Χριστό, ο θάνατος εκχριστιανίζεται· δεν είναι πλέον ένας εισβολέας, αλλά ο μεγάλος μυσταγωγός. «Κυρίαρχος των φόβων», όπως λέγει ο Ιώβ, ο θάνατος σταματά τις βεβηλώσεις και την λήθη, που μας χτυπούν ως ένα μη αναστρέψιμο γεγονός. Δεν υπάρχει από μόνος του, διότι δεν είναι η ζωή ένα φαινόμενο του θανάτου, αλλά ο θάνατος είναι ένα προσωρινό φαινόμενο της ζωής. Όπως η άρνηση έπεται της καταφάσεως, έτσι και ο θάνατος είναι ένα δευτερεύον φαινόμενο, παρασιτικό εκ φύσεως.
Μετά τη διάρρηξη της αρχικής ισορροπίας, ο θάνατος γίνεται το «φυσικό» πεπρωμένο των «θνητών» (αν και αντιτίθεται στη φύση), προκαλώντας έτσι την αγωνία όσων πεθαίνουν. Το μέγεθος του κακού υπολογίζεται από τη δύναμη του αντιδότου. Η πληγή είναι τόσο βαθιά και το κακό τόσο δηλητηριώδες, ώστε απαιτεί μια αληθινά θεία θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει την τραγωδία του θανάτου του Θεού και, κατά συνέπεια, και τη δική μας διέλευση μέσα από την κάθαρση του θανάτου. Η Ενανθρώπηση του Λόγου προαναγγέλλει ήδη την Ανάσταση. Ο Λόγος ενώνεται με τη «νεκρή» φύση για να τη θεραπεύσει και να της δώσει ζωή. «Έλαβε σώμα θνητό, ώστε, πάσχοντας ο ίδιος μέσα σε αυτό το σώμα, να καταστρέψει τον άρχοντα του θανάτου». «Πλησίασε τον θάνατο γνωρίζοντας την κατάσταση του άψυχου σώματος, για να δώσει στη φύση την απαρχή της αναστάσεως». Κατέστρεψε «τη δύναμη της θνητότητας». Η Βίβλος δεν μιλά ποτέ για μια φυσική θνητότητα. Η ανάσταση που μνημονεύεται στα Ευαγγέλια δεν είναι καθόλου η απλή επιβίωση της ψυχής, αλλά η διείσδυση των ζωοποιών ενεργειών του θείου Πνεύματος στο σύνολο της ανθρώπινης υπάρξεως. Το Σύμβολο της Πίστεως ομολογεί: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» και πιστεύω στη «ζωή του μέλλοντος αιώνος». Οι άγιοι βιώνουν τον θάνατο με χαρά, ευφραινόμενοι στη σκέψη της γεννήσεώς τους στον κόσμο του Θεού. Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ μετέδιδε την τέχνη του «ευτυχισμένου θανάτου». Γι’ αυτό απηύθυνε σε όλους τον πασχάλιο χαιρετισμό: «Χαρά μου, Χριστός Ανέστη». Κάτω από την κυριαρχία της ζωής, ο θάνατος είναι ανύπαρκτος.
Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο θάνατος είναι κάτι αγαθό, όπως και σε αυτή την εκπληκτική διατύπωση του αγίου Παύλου: «είτε ζωή είτε θάνατος... τα πάντα είναι δικά σας» (Α΄ Κορ. 3,22), διότι και τα δύο είναι εξίσου δώρα του Θεού προς τον άνθρωπο. 
Ο Διάδοχος Φωτικής σημειώνει ότι οι ασθένειες παίρνουν τη θέση του μαρτυρίου. Όταν, ευρισκόμενος ενώπιον του δημίου που ενσαρκώνει τον θάνατο, ο άνθρωπος μπορεί να αποκαλέσει τον θάνατο «αδελφό μας» και, απαγγέλλοντας το Σύμβολο της Πίστεως, να βιώσει εκ των προτέρων τη βεβαιότητα ότι πέρασε από τον θάνατο στη ζωή. Οι μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι κοιμούνταν μέσα σε φέρετρο σαν σε νυφικό κρεβάτι και μαρτυρούσαν μια αδελφική οικειότητα με τον θάνατο, ο οποίος δεν ήταν γι’ αυτούς παρά ένα τελευταίο πασχάλιο πέρασμα. Αν η πλατωνική σοφία διδάσκει την τέχνη του να πεθαίνεις, μόνο η χριστιανική πίστη δείχνει πώς να πεθαίνεις μέσα στην ανάσταση. Πράγματι, ο θάνατος ανήκει στον χρόνο και επομένως βρίσκεται πίσω μας· μπροστά μας βρίσκεται εκείνο που ήδη ζήσαμε διά του Βαπτίσματος, τη «μικρή ανάσταση», και διά της Ευχαριστίας, την αιώνια ζωή. «Όποιος ακούει τον λόγο μου [...] έχει ζωή αιώνια και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5,24-25· πρβλ. Κολ. 2,12).
Στη λειτουργική γλώσσα ο θάνατος ονομάζεται «κοίμηση». Ένα μέρος της ανθρώπινης υπάρξεως κοιμάται — πρόκειται για τις ψυχικές δυνάμεις που συνδέονται με το σώμα — ενώ ένα άλλο μέρος, οι ψυχικές δυνάμεις που συνδέονται με το πνεύμα, παραμένει συνειδητό. Πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διατηρούν πλήρη συνείδηση. Περνώντας μέσα από τον θάνατο, η ζωή συνεχίζεται, γεγονός που δικαιολογεί τη λειτουργική προσευχή για τους κεκοιμημένους. Οι προσευχές των ζωντανών, οι ακολουθίες της Εκκλησίας και η μεσιτευτική διακονία των αγγέλων συνεχίζουν το σωτηριώδες έργο του Κυρίου. Δεν είναι τόσο το σφάλμα που διορθώνεται, όσο η φύση που αποκαθίσταται, ανακτώντας την ακεραιότητα και την «υγεία» που είχε στους κόλπους της Βασιλείας. Έτσι εξηγείται η γνωστή εικόνα της διελεύσεως των νεκρών μέσα από τα «τελώνια», κατά την οποία οι δαίμονες λαμβάνουν ό,τι τους ανήκει και η ελευθερωμένη ψυχή φθάνει στον Χριστό. Δεν πρόκειται για βασανιστήρια και φλόγες, αλλά για κάθαρση των ρύπων που παραμορφώνουν την ψυχή. Στα εβραϊκά, η λέξη «αιωνιότητα» προέρχεται από το ρήμα alam, που σημαίνει «κρύβω». Ο Θεός έχει περιβάλει με σκοτάδι το πεπρωμένο πέρα από τον τάφο και κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει το θείο μυστικό. Ωστόσο, η πατερική σκέψη διακηρύσσει σαφώς ότι ο χρόνος ανάμεσα στον θάνατο και τη Δευτέρα Παρουσία δεν είναι κενός, διότι κατά το διάστημα αυτό, όπως λέγει ο άγιος Ειρηναίος, οι ψυχές «ωριμάζουν».
Ο άγιος Αμβρόσιος μιλά για τον «ουράνιο τόπο» όπου συγκεντρώνονται οι ψυχές. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτός θα ήταν ο «τρίτος ουρανός» για τον οποίο μιλά ο άγιος Παύλος, ο ουρανός των «ανεκλάλητων ρημάτων» (Β΄ Κορ. 12,2-4). Προφανώς δεν πρόκειται για χωρικές έννοιες. Έχουμε να κάνουμε με μια συμβολική γλώσσα και, συνεπώς, κατεξοχήν μυστηριακή. Οι περιοχές της Βασιλείας δεν είναι τόποι, αλλά καταστάσεις, δηλαδή πνευματικοί κόσμοι.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, οι ψυχές εισέρχονται στον νοητό κόσμο, στην πόλη των αγγελικών ιεραρχιών που βρίσκεται πάνω από τον ουρανό, πέρα από τις γνωστές διαστάσεις. Αυτός είναι ο Παράδεισος, ο οποίος γίνεται το κατώφλι της Βασιλείας και ονομάζεται επίσης «κόλπος του Αβραάμ», «τόπος φωτεινός, τόπος χλοερός, τόπος αναπαύσεως». Αυτή η ανάβαση απελευθερώνει από το βάρος του κακού και οι ψυχές ανεβαίνουν από κατοικία σε κατοικία — ο Αμβρόσιος χρησιμοποιεί τον όρο mansiones — από κατάσταση σε κατάσταση, μυούμενες σταδιακά στο μυστήριο της θείας υπερβατικότητας και πλησιάζοντας τον Θρόνο του Αρνίου. Όπως στην αρχή, οι ψυχές και οι άγγελοι κοινωνούν μεταξύ τους και, ψάλλοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος», ανεβαίνουν μαζί τα σκαλοπάτια του «Οίκου του Αιωνίου». Εκεί βρίσκεται το αγιαστήριο στο οποίο εισέρχεται ο Κύριος (Εβρ. 9,24), εκεί όπου οι «τραυματισμένοι φίλοι του Νυμφίου» — οι μάρτυρες και οι άγιοι — συναθροίζονται στην Communio sanctorum, γύρω από τη στοργική καρδιά του Θεού που έγινε άνθρωπος. Εκεί επίσης τα πνεύματα, γυμνά από σάρκα, ενδύονται τον μανδύα της παρουσίας του Χριστού, του οποίου το δοξασμένο και φωτοφόρο σώμα καλύπτει τη γυμνότητα των ψυχών. Εκεί οι πνευματοποιημένες αισθήσεις δέχονται τα επουράνια. Μαζί με την προσευχή στην Εκκλησία, αυτή η ενεργός αγρυπνία, ενδύεται «καθαρόν βύσσινον», ο οποίος συμβολίζει τα δίκαια έργα των αγίων (Αποκ. 14,13· 19,8).
Ο λόγος «Εγώ καθεύδω, αλλά η καρδία μου αγρυπνεί» (Άσμα 5,2) δηλώνει τον άγρυπνο ύπνο της «μικρής αναστάσεως», διότι, αν και διέρχονται τα τελώνια, οι ψυχές εξακολουθούν να αναμένουν την «Ημέρα του Κυρίου». Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο προς τη συγκρότηση του Totus Christus, του «Ολόκληρου Χριστού», μιας εσχατολογικής αγρυπνίας που ολοκληρώνεται στο ενιαίο του αποκαταστημένου
εν Χριστώ ανθρώπου.

 

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ












 

 

 

 

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Αιδεσιμότατος Jacklevyn Manuputty: Η PGI τονίζει ότι ο Οικουμενισμός πρέπει να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική και εθνική κρίση στην Ινδονησία

ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗ  ΑΣΙΑ

ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ 2026


 

ΤΣΙΑΝΓΚ ΜΑΪ, PGI.OR.ID —Σε μια σειρά Διεθνών Διαβουλεύσεων με θέμα «Οικουμενισμός στην Ασία: Αναδυόμενα Εκκλησιαστικά και Οικουμενικά Τοπία» που διοργανώθηκαν από το Χριστιανικό Συνέδριο της Ασίας στις 1-3 Ιουνίου 2026 στο Πανεπιστήμιο Payap, Τσιάνγκ Μάι, Ταϊλάνδη, Ασιάτες εκκλησιαστικοί ηγέτες και προσωπικότητες του οικουμενικού χώρου συζήτησαν τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες του οικουμενικού κινήματος, καθώς και τις ραγδαίες κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην ασιατική περιοχή.
Μία από τις σημαντικές συνεδρίες πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου 2026 σε ένα πάνελ με τίτλο «Προκλήσεις για τον Ευρύτερο Οικουμενισμό εν μέσω του Μεταβαλλόμενου Τοπίου των Διαθρησκευτικών Σχέσεων στην Ασία». Με την ευκαιρία αυτή, ο Γενικός Πρόεδρος της Κοινωνίας των Εκκλησιών στην Ινδονησία (PGI), Αιδεσιμότατος Jacklevyn F. Manuputty, εξήγησε την ανάπτυξη του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία και τις διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκκλησίες στην οικοδόμηση μιας δίκαιης, ειρηνικής και χωρίς αποκλεισμούς ζωής μέσω μιας παρουσίασης με τίτλο «Εσωτερική Ινδονησία».
Στην παρουσίασή του, ο Αιδεσιμότατος Manuputty εξήγησε ότι το οικουμενικό κίνημα στην Ινδονησία έχει υποστεί μια σημαντική μεταμόρφωση. Ενώ στο παρελθόν η κύρια εστίασή του ήταν οι σχέσεις και η ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, σήμερα οι εκκλησίες στην Ινδονησία αναπτύσσουν ολοένα και περισσότερο μια αντίληψη περί «οικουμενισμού εν δράσει» (ecumenism in action), δηλαδή μιας ενότητας που πραγματώνεται μέσω κοινής δράσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εκκλησίες βρίσκουν την ενότητά τους όχι απλώς στην ομοιομορφία του δόγματος ή της δομής, αλλά στην προθυμία να αναλάβουν από κοινού το έργο και την κλήση για την αντιμετώπιση ποικίλων ανθρωπιστικών ζητημάτων.
Τόνισε ότι η σημερινή κατανόηση του οικουμενισμού δεν περιορίζεται πλέον στις διαεκκλησιαστικές σχέσεις. Αντιμετωπίζεται ολιστικά ως μια προσπάθεια να καταστεί ο κόσμος «ο οίκος του Θεού» (oikos tou Theou), ένας τόπος όπου όλη η δημιουργία μπορεί να ζει ειρηνικά. Επομένως, ο οικουμενικός αγώνας περιλαμβάνει επίσης τη διαθρησκευτική συνεργασία, την ενίσχυση της δημοκρατίας, τον σεβασμό της ισότητας και τις προσπάθειες για την επίτευξη οικολογικής δικαιοσύνης.
Επιπλέον, ο Αιδεσιμότατος Manuputty τόνισε ότι το οικουμενικό κίνημα πρέπει να ριζώνει ολοένα και περισσότερο στις ζωές των ανθρώπων. Κατά την άποψή του, ο οικουμενισμός δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως ένα θεσμικό εγχείρημα που καθοδηγείται αποκλειστικά από εκκλησιαστικούς οργανισμούς, αλλά οφείλει να αναπτύσσεται μέσα από τους πραγματικούς αγώνες των πιστών και των τοπικών κοινοτήτων. Για τον λόγο αυτό, οι εκκλησίες ενθαρρύνονται να οικοδομούν συνεργασίες που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια, η εκπαίδευση, η εμπορία ανθρώπων, η περιβαλλοντική καταστροφή, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι διάφορες μορφές κοινωνικής αδικίας. Μέσα από αυτή την οπτική, η κοινωνία δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο διακονίας, αλλά και υποκείμενο που συμμετέχει στην οικοδόμηση αλληλεγγύης, στην ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας και στη μεταμόρφωση της κοινής ζωής.
Σύμφωνα με τον Αιδεσιμότατο Manuputty, η τρέχουσα κατεύθυνση του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία βασίζεται σε μια κοινή δέσμευση για την αντιμετώπιση διαφόρων κρίσεων που αντιμετωπίζει το έθνος, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης ενότητας, της εθνικής κρίσης, της οικολογικής κρίσης, της οικογενειακής κρίσης, της εκπαιδευτικής κρίσης και των ηθικών προκλήσεων που προκύπτουν από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ( ΤΝ ). 
Δήλωσε επίσης ότι το πνεύμα του οικουμενισμού στην πράξη έχει καλλιεργήσει διάφορα δίκτυα διαεκκλησιαστικής συνεργασίας. Αρκετές εκκλησίες συνεργάζονται για την οικονομική ενδυνάμωση της κοινότητας, την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, την αντίσταση στις καταστροφικές πρακτικές της εξορυκτικής βιομηχανίας και την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε ευάλωτες περιοχές. Πιστεύει ότι αυτές οι πρωτοβουλίες καταδεικνύουν ότι ο παλμός του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία παραμένει ζωντανός και ακμάζει μέσω της συγκεκριμένης συνεργασίας σε επίπεδο βάσης.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι εσωτερικές προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Η PGI έχει σήμερα 105 συνόδους μέλη, από 30 κατά την ίδρυσή της το 1950. Η αυξανόμενη ποικιλομορφία των εκκλησιαστικών παραδόσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Πεντηκοστιανών, των Χαρισματικών και των Ευαγγελικών, απαιτεί την ενίσχυση του οικουμενικού γραμματισμού, ώστε οι εκκλησίες να μπορούν να ακούν η μία την άλλη, να μαθαίνουν η μία από την άλλη και να εκτιμούν τις διαφορές ως μέρος του έργου του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησιαστική ζωή.
Εκτός από τον εσωτερικό κατακερματισμό, ο Πάστορας Manuputty τόνισε επίσης την αυξανόμενη πόλωση που προκαλείται από κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και την ανάπτυξη των ψηφιακών μέσων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά γίνονται πλατφόρμα για την εξάπλωση της παραπληροφόρησης, της ρητορικής μίσους και την ενίσχυση των θρησκευτικών ταυτοτήτων, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των ομάδων. Οι εκκλησίες καλούνται να αναπτύξουν την ψηφιακή ηθική και τον γραμματισμό στα μέσα ενημέρωσης, έτσι ώστε οι αξίες της αλήθειας, της συμπόνιας, του διαλόγου και της αμοιβαίας κατανόησης να παραμείνουν το θεμέλιο της κοινοτικής ζωής.
Στην παρουσίασή του, ο Πάστορας Manuputty εξέφρασε επίσης ανησυχίες σχετικά με τις ενισχυόμενες τάσεις μιλιταρισμού και αυταρχισμού στην Ινδονησία την τελευταία δεκαετία. Υποστήριξε ότι αυτή η κατάσταση έχει αποδυναμώσει τη δημοκρατία, έχει περιορίσει τον πολιτικό χώρο και έχει αυξήσει τις απειλές για τον αγώνα για κοινωνική και οικολογική δικαιοσύνη. Είπε ότι οι εκκλησίες καλούνται να συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των κοινοτήτων, των αυτόχθονων πληθυσμών και των ευάλωτων ομάδων που επηρεάζονται από διάφορες αναπτυξιακές πολιτικές και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.
Όσον αφορά τις διαθρησκευτικές σχέσεις, αναγνώρισε ότι η Ινδονησία έχει βιώσει θετικές εξελίξεις, με μείωση των διαθρησκευτικών συγκρούσεων μεγάλης κλίμακας και αύξηση των διαφόρων μορφών διαθρησκευτικής συνεργασίας. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι το ζήτημα της ελευθερίας της θρησκείας ή των πεποιθήσεων ( FORB) παραμένει μια σοβαρή πρόκληση. Περιπτώσεις απόρριψης οίκων λατρείας, διακρίσεων κατά μειονοτικών ομάδων και πολιτικοποίησης της θρησκευτικής ταυτότητας εξακολουθούν να εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές.
Ως εκ τούτου, η Ινδονησιακή Προτεσταντική Εκκλησία (PGI) συνεχίζει να προωθεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση που περιλαμβάνει την ενίσχυση των κοινοτήτων βάσης, την οικοδόμηση δικτύων υπεράσπισης και την καταπολέμηση των κανονιστικών μεταρρυθμίσεων που θεωρούνται ότι εξακολουθούν να επιτρέπουν πρακτικές μισαλλοδοξίας. Πιστεύει ότι η διαθρησκευτική συνεργασία δεν θα πρέπει να στοχεύει μόνο στη δημιουργία κοινωνικής αρμονίας, αλλά και να οδηγεί σε κοινωνικό μετασχηματισμό ικανό να καταπολεμήσει τη φτώχεια, την αδικία, τη βία και διάφορες μορφές διακρίσεων.
Κλείνοντας, ο Αιδεσιμότατος Jacklevyn F. Manuputty τόνισε ότι το μέλλον του οικουμενικού κινήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των κοινοτήτων βάσης και της νεότερης γενιάς. Οι εκκλησίες πρέπει να ανοίξουν ευρύτερους χώρους για τη συμμετοχή των νέων, ως γενιά που ζει εν μέσω ψηφιακού μετασχηματισμού. Ταυτόχρονα, το οικουμενικό κίνημα πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσει μια συμπεριληπτική στάση, να ενισχύει τη διαθρησκευτική συνεργασία και να οικοδομεί πραγματική αλληλεγγύη για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ακεραιότητα της δημιουργίας.
«Ο κόσμος χρειάζεται μέγιστη ενότητα και συνεργασία. Στεκόμαστε ενωμένοι ανάμεσα στις διαφορές μας για να διατηρήσουμε τη δικαιοσύνη και την ειρήνη», τόνισε. (EDP)





ΠΗΓΗ: https://pgi.or.id/news/warta-pgi/pdt-jacklevyn-manuputty-pgi-tegaskan-ekumenisme-harus-menjawab-krisis-kemanusiaan-dan-kebangsaan-di-indonesia-370

 


Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ»

 «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΛΟΥ»

«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ»

Πειραιάς, 12 Ἰουνίου 2026

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ:

«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΛΟΥ»

 

Ὁ Κληρικός τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐξέδωσε μίαν ἀνακοίνωσιν εἰς τήν ὁποίαν ἀποκρύπτει τή νομική ποινική πραγματικότητα καί ἀναληθῶς ἰσχυρίζεται ὅτι δῆθεν «διώκεται γιά λόγους ὀρθοδόξου πίστεως» καί προσκαλεῖ σέ συμπαράσταση στό Δικαστικό Μέγαρο Πειραιῶς.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ συγκεκριμένος δέν διώκεται γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη του, ἀλλά γιά τήν ἀπαράδεκτη ἐνέργειά του, κατά τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνας ΛΑ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΛΑ΄ τῆς Ἁγίας ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ε΄ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου καί Ι΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, ἐπικυρωθέντων ὁρισμένως ὑπό τοῦ Β΄ Κανόνος τῆς Ἁγίας ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί κατά τά ἄρθρα 31 παράγρ. 5 καί 28 παράγρ. 1 τοῦ Ν. 5224/2025 (ΦΕΚ 142/τ.Α΄/5-8-2025) νά «πήξῃ θυσιαστήριον», δηλαδή νά δημιουργήσῃ Ἱ. Ναόν εἰς τήν ἐν Πειραιεῖ οἰκίαν του καί νά λειτουργῇ σέ αὐτόν, «παρ’ Ἐνορίαν», συλληφθείς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τήν Κυριακήν 7 Ἰουνίου ἐ.ἔ.,  Κληρικός τυγχάνων ἄλλης Ἱ. Μητροπόλεως, χωρίς τήν ἄδειαν καί τήν εὐλογίαν τῆς οἰκείας Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς, διαψεύδων οὐσιαστικῶς καί τήν ἀπό 28-4-2020 δήλωσιν του, πού εἶναι ἀναρτημένη στήν προσωπική του ἱστοσελίδα μέ θέμα «Ἡ ἀποτείχισίς μου λόγῳ τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος», πρός τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων, κ. Σεραφείμ, ὅπου ἀνέφερε: «Σᾶς κατέστησα γνωστόν ὅτι ἀπό τοῦδε δέν ἐπιθυμῶ να συλλειτουργῶ μετά τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος οὔτε νά Σᾶς μνημονεύω. Καί ἐπειδή ὅπως μοῦ διαμηνύσατε εἰς τάς μεταξύ μας συζητήσεις, δέν θά ἐπιτρέψετε εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς Μητρόπολιν καί νῆσον νά συμβεῖ τοιοῦτον πρᾶγμα, σεβόμενος τήν ἐπιθυμίαν Σας, καί μή ἔχων διάθεσιν ἤ πρόθεσιν δημιουργίας προστριβῶν καί ἀναταραχῶν, Σᾶς κατέστησα γνωστόν ὅτι ἔπαυσα ἀπό τοῦδε τήν μετάβασίν μου εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς Ἱ. Μητρόπολιν, καί ὅτι εἰς τό ἐξῆς θά διάγω τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μου ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ εἰς τήν μόνιμον κατοικίαν μου ἐν Πειραιεῖ». 

Καί ἐρωτᾶται κάθε καλόπιστος καί ἐχέφρων: ἡ παραβίασις τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων πού ἀναφέρονται καί ἡ δημιουργία ψευδο-ιεροῦ Ναοῦ μέσα στό σαλόνι ἑνός διαμερίσματος τοῦ Γ΄ Ὀρόφου πολυκατοικίας, σέ μία Ἱ. Μητρόπολι πού δέν ἀνήκεις ὡς Κληρικός καί χωρίς τήν ἔγκρισι καί ἄδειά της, εἶναι πρᾶξις «μετανοίας καί εἰρήνης» καί διακρατήσεως τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Καί εὐλογεῖται ἀπό τόν Θεόν μία τέτοια ἀντικανονική ἐνέργεια;

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ


«Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους......»

«Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους. Είναι, όμως, αδύνατον ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος, αν δεν υιοθετήσει και την αντίστοιχη διαλεκτική μέθοδο.
Σου ζητάω, λοιπόν, ν’ αποδεχθείς την αντίληψη που εκφράζει ο άγιος Μακάριος, γιατί αγγίζει την ουσία του θέματος και θα σου χρησιμεύσει ως ανασχετικός παράγοντας απέναντι στη γοητεία της κοσμικής ζωής.
Για να μάθεις πιο πολλά, αλλά και για να εξοικειωθείς περισσότερο μ’ αυτή τη συλλογιστική μέθοδο, διάβασε, αν θέλεις, ολόκληρη την πέμπτη ομιλία του αγίου Μακαρίου».

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/06/blog-post_06.html)



ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ 

ΟΜΙΛΙΑ Ε΄

Ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, καθώς επίσης διαφορετικός είναι και ο τρόπος ζωής και ο νους και ο λόγος και οι πράξεις των ανθρώπων του κόσμου αυτού. Άλλο πράγμα είναι εκείνοι, και άλλο αυτοί, και υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Διότι οι κάτοικοι της γης και τα τέκνα αυτού του κόσμου μοιάζουν με σιτάρι που έχει τοποθετηθεί μέσα στο κόσκινο αυτής της γης, που κοσκινίζονται οι ψυχές με τους άστατους λογισμούς αυτού του κόσμου, την ακατάπαυστη ταραχή που προέρχεται από τα γήινα πράγματα, και τις πολύπλοκες υλικές έγνοιες· ταρακουνώντας ο σατανάς που κοσκινίζει με το κόσκινο (δηλαδή με τα γήινα πράγματα) ολόκληρο το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, μετά την εκδίωξη του Αδάμ από τον παράδεισο, που παράκουσε την εντολή του Θεού, και βρέθηκε κάτω από την εξουσία του διαβόλου, που πήρε την εξουσία από τον άνθρωπο, και από τότε κοσκινίζει με συνεχείς απατηλούς λογισμούς, κάνοντας να προσκρούουν στα τοιχώματα του κόσκινου αυτής της γης όλα τα τέκνα αυτού του αιώνα.Διότι, όπως ακριβώς μέσα στο κόσκινο το σιτάρι προσκρούει στα τοιχώματα του, εξ αιτίας της κίνησης αυτού που κοσκινίζει, και μέσα σ’ αυτό περιστρέφεται, κινούμενο με άστατο τρόπο, έτσι και με τα γήινα πράγματα ο άρχοντας της πονηρίας κυριαρχεί σ’ όλους τους ανθρώπους, και με αυτά ταράζει, κλονίζει και σείει αυτούς, τοποθετώντας διάφορα εμπόδια με ανωφελείς διαλογισμούς, αισχρές επιθυμίες και με γήινους και κοσμικούς δεσμούς, αιχμαλωτίζοντας και συγκλονίζοντας άστατα και εξαπατώντας ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ, όπως προέλεγε ο Κύριος στους αποστόλους την επανάσταση που επρόκειτο να γίνει εναντίον τους από το σατανά· «ζητεί ο σατανάς να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι, εγώ όμως παρακάλεσα τον Πατέρα μου, για να μη σας λείψει η πίστη» (Λουκά 22, 31).
Διότι είναι ολοφάνερο ο λόγος που ειπώθηκε από το δημιουργό στον Κάιν καθώς και η απόφαση «θα ζεις πάνω στη γη με αναστεναγμούς και τρόμο και ταραχή» (Γεν. 4, 10), που είναι τύπος και εικόνα, με μεταφορική έννοια, όλων των αμαρτωλών. Έτσι λοιπόν, αφού απομακρύνθηκε από την εντολή του Θεού το γένος του Αδάμ και έγινε αμαρτωλό (Γεν. 4, 12), έχει αποκτήσει μέσα του εκείνη την εικόνα, ταρασσόμενο από τους άστατους λογισμούς της δειλίας και του φόβου και κάθε άλλης ταραχής, επειδή ο άρχοντας αυτού του κόσμου κλυδωνίζει με επιθυμίες και παντός είδους ηδονές κάθε ψυχή που δεν έχει αναγεννηθεί από το Θεό (πρβλ. Ιω. 9, 3), περιστρέφοντας άστατα σαν σιτάρι μέσα σε κόσκινο τους λογισμούς των ανθρώπων, που κλυδωνίζονται με ποικίλους τρόπους, εξαπατώντας και ταράσσοντας με κοσμικές απάτες και σαρκικές ηδονές και με φόβο όλους τους ανθρώπους.
Και ο ίδιος ο Κύριος θέλοντας να δείξει ότι αυτοί που εξακολουθούν να ζουν με τις απάτες και τα θελήματα του πονηρού φέρουν την εικόνα της πονηρίας του Κάιν, έλεγε προς αυτούς ελέγχοντας τους· «σεις θέλετε να εκτελείτε τις πονηρές επιθυμίες του πατέρα σας· εκείνος ήταν από την αρχή της δημιουργίας ανθρωποκτόνος και ποτέ δεν στάθηκε στην αλήθεια» (Ιω. 8, 44). Ώστε ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ έχει αποκτήσει την καταδίκη εκείνη, κατά ένα μυστικό τρόπο, δηλαδή εκείνο το· «θα ζείτε με αναστεναγμούς και με τρόμο και θα σείεσθε μέσα στο κόσκινο της γης από το σατανά που κοσκινίζει τον άνθρωπο». Διότι, όπως από τον ένα Αδάμ απλώθηκε πάνω στη γη ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, έτσι και από μία κακία των παθών που μπήκε βαθιά μέσα στο αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, είναι αρκετό ο άρχοντας της κακίας να συγκλονίζει όλους με άστατους και υλικούς και ταραχώδεις λογισμούς.
Και όπως ακριβώς ένας μόνο άνεμος είναι αρκετός να κουνάει και να συγκλονίζει όλα τα φυτά και τα δένδρα, ή όπως ακριβώς ένα μόνο σκοτάδι της νύχτας απλώνεται σε όλη την οικουμένη, έτσι και ο άρχοντας της πονηρίας, που ο ίδιος είναι λογικό σκοτάδι της κακίας και του θανάτου, και άνεμος κρυφός και άγριος, ταρακουνάει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και το περιφέρει με άστατους λογισμούς, εξαπατώντας τις καρδιές των ανθρώπων με κοσμικές επιθυμίες, και γεμίζοντας με το σκοτάδι της αγνωσίας, με αναπηρία και λήθη κάθε ψυχή που δεν πέτυχε την ουράνια αναγέννηση (Ιω. 3,37) και δεν έχει μεταβεί με το φρόνημα και τον νου στον άλλο αιώνα, όπως έχει λεχθεί· «η δική μας πατρίδα και πολιτεία βρίσκεται στους ουρανούς» (Φιλιπ. 3,20).
Ως προς αυτό διαφέρουν οι αληθινοί Χριστιανοί από κάθε άλλο άνθρωπο, και υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τους, όπως προαναφέραμε, ως προς το ότι δηλαδή έχουν πάντοτε μέσα στο νου και στη διάνοια τους την ουράνια σκέψη, και βλέπουν τα ουράνια αγαθά με το να συμμετέχουν και να είναι ενωμένοι με το άγιο Πνεύμα, που τους χάρισε την ουράνια αναγέννηση (πρβλ. Ιω. 1,12), και τους αξίωσε να γίνουν με τη δύναμη και την αλήθεια τέκνα του Θεού, και τους έφερε σε κατάσταση σταθερότητας, αταραξίας και ανάπαυσης, με πολλούς και μακροχρόνιους αγώνες και κόπους, ώστε να μη κοσκινίζονται και να μη ταράσσονται από τους άστατους και μάταιους λογισμούς.
Γι’ αυτό λοιπόν τον λόγο οι Χριστιανοί είναι ανώτεροι και καλύτεροι από τους ανθρώπους του κόσμου, διότι ο νους τους και το φρόνημα της ψυχής τους βρίσκεται στην ειρήνη του Χριστού (πρβλ. Κολ. 3, 15) και στην αγάπη του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ρωμ. 15, 30), όπως ακριβώς και ο Κύριος, μιλώντας γι’ αυτούς, έλεγε· «έχουν μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5, 24 ).
Λοιπόν ή διαφοροποίηση των Χριστιανών δε βρίσκεται ούτε στο σχήμα ούτε στους εξωτερικούς τύπους, όπως νομίζουν οι πιο πολλοί, ότι ως προς αυτό υπάρχει διαφορά και διάκριση μεταξύ αυτών και του κόσμου, δηλαδή στο σχήμα και στους τύπους. Και να, ως προς τον νου και τη διάνοια είναι όμοιοι με τον κόσμο, διότι έχουν το σεισμό και την ακαταστασία των λογισμών και την απιστία και την ταραχή και τη δειλία όπως ακριβώς την έχουν όλοι οι άνθρωποι· οι άνθρωποι όμως του κόσμου διαφέρουν και ως προς σχήμα και ως προς τη γνώμη του κόσμου και ως προς κάποια εξωτερικά κατορθώματα, ως προς την καρδιά όπως και τον νου έχουν δεθεί με τα γήινα δεσμά, διότι δεν έχουν στην καρδιά τους την ανάπαυση του Θεού και την επουράνια ειρήνη του αγίου Πνεύματος, επειδή δεν τα ζήτησαν από τον Θεό και δεν πίστεψαν ότι μπορούν να γίνουν άξιοι να τα δεχθούν.
Διότι η «καινή κτίση» (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 17) των Χριστιανών διαφέρει από όλους τους ανθρώπους του κόσμου ως προς την «ανακαίνιση του νου» (Ρωμ. 12, 2), τους ειρηνικούς διαλογισμούς, και την αγάπη που έχουν προς τον Κύριο και τον ουράνιο έρωτα· γι’ αυτό ακριβώς έγινε και η έλευση του Κυρίου, για να αξιωθούν να πάρουν αυτά τα πνευματικά αγαθά, όσοι αληθινά θα πιστέψουν σ’ αυτόν. Διότι η δόξα των Χριστιανών και η αρετή και ο ουράνιος πλούτος είναι ανέκφραστα, και κατακτούνται με πολλούς κόπους και μόχθους και δοκιμασίες και αγώνες· και όλα αυτά κατορθώνονται με τη χάρη του Θεού (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 10).
Διότι, αν η θέα του επίγειου βασιλιά είναι επιθυμητή σε όλους τους ανθρώπους, και ο καθένας που διαμένει στην πόλη επιθυμεί να δει μόνο το κάλλος του, ή την ωραιότητα των ενδυμάτων, ή τη λαμπρότητα της πορφύρας, την ομορφιά των διαφόρων μαργαριταριών, την κομψότητα του στέμματος, την τιμιότητα των αξιωματικών που τον συνοδεύουν, εκτός βέβαια από τους πνευματικούς ανθρώπους (πρβλ. Γαλ. 6, 1) που τα περιφρονούν αυτά επειδή έχουν γνωρίσει την άλλη επουράνια και ασώματη δόξα, έχουν πληγωθεί από το άλλο ανέκφραστο κάλλος, έχουν γίνει κοινωνοί άλλου πλούτου, ζουν κατά τον εσωτερικό άνθρωπο (πρβλ. Ρωμ. 7, 22 ) και μετέχουν άλλου Πνεύματος.
Διότι οι άνθρωποι αυτού του κόσμου, που έχουν το φρόνημα αυτού του κόσμου, έχουν μεγάλη επιθυμία να δουν τον επίγειο μόνο βασιλιά με όλη την ομορφιά και τη λαμπρότητα του, καθόσον η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ ανώτερη από την εμφάνιση όλων των ανθρώπων (αφού είναι τόσο λαμπρή και τόσο επιθυμητή από όλους και μόνο η θέα του) και καθένας λέει μέσα του ‘‘μακάρι να μου έδινε κάποιος εκείνη τη λαμπρότητα, την ευπρέπεια και την ωραιότητα’’, μακαρίζοντας εκείνον που είναι όμοιος μ’ αυτόν, γήινος, ομοιοπαθής και θνητός, που γίνεται όμως επιθυμητός εξ αιτίας της πρόσκαιρης μεγαλοπρέπειας και λαμπρότητας του.
Αν λοιπόν τόσο πολύ επιθυμούν οι σαρκικοί άνθρωποι τη δόξα του επίγειο βασιλιά, πόσο περισσότερο εκείνοι, που μέσα τους έσταξε η σταγόνα εκείνη του αγίου Πνεύματος της ζωής της θεότητας, και πλήγωσε την καρδιά τους με θεϊκό έρωτα προς τον επουράνιο βασιλιά Χριστό, έχουν προσδεθεί σ’ εκείνο το κάλλος, την ανέκφραστη δόξα, την άφθαρτη μεγαλοπρέπεια και τον ασύλληπτο πλούτο του αληθινού και αιώνιου βασιλιά Χριστού, με του οποίου τον πόθο και την επιθυμία αιχμαλωτίζονται, είναι δεμένοι μ’ αυτόν ολοκληρωτικά, και επιθυμούν να αποκτήσουν εκείνα τα ανέκφραστα αγαθά που βλέπουν με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος, για χάρη των οποίων όλα τα κάλλη της γης, και τις ομορφιές και τις δόξες και τις τιμές και τα πλούτη των βασιλιάδων και των αρχόντων τα θεωρούν μηδαμινά· διότι πληγώθηκαν από το θεϊκό κάλλος και έσταξε μέσα στις ψυχές τους η ζωή της ουράνιας αθανασίας.
Γι’ αυτό ποθούν εκείνη μόνο την αγάπη του επουράνιου βασιλιά και αυτόν μόνο με μεγάλη επιθυμία έχουν μπροστά στα μάτια τους, με αυτόν απελευθερώνουν τον εαυτό τους από κάθε αγάπη του κόσμου και απομακρύνονται από κάθε γήινο δεσμό, για να μπορούν να έχουν μέσα στην καρδιά τους εκείνον μόνο τον πόθο, χωρίς να τον αναμειγνύουν με κανένα άλλο.
Είναι λίγοι εκείνοι που μαζί με την αγαθή αρχή είχαν και τέλος αγαθό, και πέρασαν τη ζωή τους μέχρι το τέλος χωρίς πτώση, έχοντας μόνο μια αγάπη προς τον Θεό, και κρατώντας τον εαυτό τους μακριά απ’ όλα τα κοσμικά. Διότι υπάρχουν πολλοί που αισθάνονται κατάνυξη, που γίνονται μέτοχοι της ουράνιας χάρης και πληγώνονται από ουράνιο έρωτα, αλλ’, επειδή δεν υπομένουν τους διάφορους αγώνες, τις αθλήσεις, τους κόπους και τους πειρασμούς του πονηρού και τρέπονται σε διάφορες και ποικίλες κοσμικές επιθυμίες, επειδή καθένας αγάπησε κάτι απ’ αυτόν τον κόσμο και δεν έχει απομακρύνει την αγάπη του από κάθε τι το κοσμικό, έμειναν και βούλιαξαν στο βυθό του κόσμου, εξ αιτίας της ανανδρίας και της αποχαύνωσης της δικής τους θέλησης, ή εξ αιτίας της δειλίας και της αγάπης τους προς τα γήινα.
Πράγματι όσοι θέλουν να ζήσουν μέχρι το τέλος της ζωής τους ενάρετη ζωή, δεν πρέπει να δεχθούν και να ενώσουν με τη θέληση τους άλλο έρωτα και άλλη αγάπη μ’ εκείνη την επουράνια, για να μη εμποδιστούν στα πνευματικά πράγματα και στραφούν προς τα πίσω και τελικά εκπέσουν από τη ζωή. Διότι, όπως είναι μεγάλα και ανέκφραστα και ανεκλάλητα αυτά που μας υποσχέθηκε ο Θεός, έτσι πρέπει να έχουμε πίστη και ελπίδα και να καταβάλλουμε κόπους και αγώνες και να υποστούμε πολλές δοκιμασίες για να τα αποκτήσουμε· διότι δεν είναι λίγα αυτά τα αγαθά που ελπίζει ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος.
Επιθυμείς να βασιλέψεις στη βασιλεία των ουρανών στους απέραντους αιώνες μαζί με τον Χριστό και δεν καταδέχεσαι να αναλάβεις πρόθυμα μέχρι θανάτου στο λίγο χρόνο της ζωής αυτής τους αγώνες, τους κόπους και τους διάφορους πειρασμούς; Ο Κύριος φωνάζει· «εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει πρέπει ν’ απαρνηθεί τον αμαρτωλό εαυτό του, να σηκώνει τον σταυρό του κάθε μέρα με χαρά και να με ακολουθεί» (Λουκά 9, 23 . Ματθ. 16, 24)· και πάλι λέει· «εάν κάποιος δεν αρνηθεί τον πατέρα του και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους αδελφούς και τις αδελφές, ακόμη και τη ζωή του, αυτός δε μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκά 4, 26).
Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να πετύχουν τη βασιλεία του Θεού και να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή (πρβλ. Μαρκ. 10, 17), δεν αρνούνται όμως, αλλ’ εξακολουθούν να ζουν με το δικό τους θέλημα, μάλλον δε, ακολουθούν αυτόν που σπέρνει τα μάταια, και χωρίς να απαρνούνται τον εαυτό τους θέλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή, πράγμα που είναι αδύνατον, διότι ο λόγος του Κυρίου είναι αληθινός. Διότι εκείνοι μόνο περνούν τη ζωή τους χωρίς πτώση, όσοι σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου αρνήθηκαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους, αποστρέφοντας όλες τις κοσμικές επιθυμίες και τους δεσμούς και τις επάρσεις και τις ηδονές και ασχολίες, και μόνο αυτόν έχουν μπρος στα μάτια τους και επιθυμούν να εφαρμόζουν τις εντολές του.
Ώστε λοιπόν με τη δική του θέληση ο καθένας αποστρέφεται τη βασιλεία του Θεού, με το να μη θελήσει πραγματικά να κουραστεί και να απαρνηθεί τον εαυτό του, με το να αγαπά και κάτι άλλο μαζί με την αγάπη εκείνη, με το να ευχαριστιέται με κάποιες ηδονές και επιθυμίες αυτού του αιώνα, και με το να μη έχει όλη την αγάπη, όσο είναι δυνατό στην προαίρεση και στη θέληση του, προς τον Κύριο.
Από ένα παράδειγμα θα τα εννοήσεις όλα. Πολλές φορές εξετάζοντας κάποιος κάτι διαπιστώνει και γνωρίζει ότι αυτό που θέλει να κάνει δεν είναι σωστό, αλλ’ επειδή το αγαπά και δεν το αρνιέται, νικιέται απ’ αυτό. Διότι πρώτα γίνεται ο πόλεμος και η διαμάχη μέσα στην καρδιά, και η σύγκριση και η ροπή και το ζύγισμα ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στην αγάπη του κόσμου, και τότε προχωρεί και διακρίνει ο καθένας, αν συμβεί να βρίσκεται σε διαμάχη και διαπληκτισμό προς το αδελφό του, και λέει στον εαυτό του· ‘‘Να πω; Να μη πω; Να μιλήσω; Να μη μιλήσω;” φέρνοντας στο νου του βέβαια και το όνομα του Θεού, διατηρώντας όμως και τη δική του γνώμη χωρίς να αρνιέται τον εαυτό του (πρβλ. Λουκά 9, 23).
Αλλά, αν για λίγο πέσει το βάρος στην αγάπη του κόσμου και η ροπή στη ζυγαριά της καρδιάς, αμέσως φτάνει μέχρι τα χείλη ο πονηρός λόγος. Έπειτα σαν βέλη από μέσα, τεντώνοντας ο νους, χτυπάει τον πλησίον με τη γλώσσα, ρίχνοντας με τη θέληση του τα βέλη των άπρεπων λόγων, διατηρώντας και υπερασπίζοντας τη δική του γνώμη. Έπειτα εκτοξεύει άπρεπα λόγια για πολύ χρονικό διάστημα προς τον πλησίον, μέχρι που το αμάρτημα φτάσει να απλωθεί και να συμπλακεί και στα μέλη.
Μερικές φορές προξενούν και τραύματα στο σώμα, καθώς τα μέλη πολεμούν το ένα το άλλο, και κάποτε φτάνει μέχρι το φόνο και τον θάνατο η επιθυμία του διαβόλου. Κοίταξε από που άρχισε και ποιο τέλος είχε η αγάπη που βάραινε προς την κοσμική γνώμη με τη ροπή της καρδιάς πάνω στη ζυγαριά, από τη δική της θέληση· επειδή δεν αρνήθηκε τον εαυτό του και αγάπησε κάτι από τον κόσμο, συνέβησαν όλα εκείνα τα ατοπήματα.
Έτσι λοιπόν να σκέφτεσαι και συ, ότι πίσω από κάθε αμάρτημα και φαύλη πράξη, που σε προτρέπει και σε καλοπιάνει η κακία, βρίσκεται το θέλημα του νου με τις κοσμικές επιθυμίες, την απάτη και τη σαρκική ηδονή. Έτσι πραγματοποιείται κάθε είδος κακίας, έτσι η μοιχεία και η κλοπή, έτσι η πλεονεξία και η μέθη, έτσι η φιλαργυρία και η ματαιοδοξία, έτσι η ζήλεια και η φιλαρχία και κάθε άλλο που είναι αποτέλεσμα της κακίας.
Μερικές φορές και πράξεις που φαίνονται καλές και γίνονται για δόξα και έπαινο των ανθρώπων (πρβλ. Φιλιπ. 1, 11), είναι για τον Θεό ίσες με πράξεις αδικίας και κλοπής και όμοιες με τα άλλα αμαρτήματα. Διότι λέει, «ο Θεός διασκόρπισε τα οστά των ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6), ώστε με αυτά που φαίνονται καλά θέλει να υπηρετείται ο πονηρός (πρβλ. Ματθ. 13, 19)· επειδή είναι πολυμήχανος και απατηλός μέσα από τις επιθυμίες του κόσμου.
Διότι εξ αιτίας κάποιας αγάπης γήινης και σαρκικής, με την οποία δεσμεύεται με το θέλημα του ο άνθρωπος, εξαπατάται από την κακία, η οποία γίνεται για αυτόν αλυσίδα και δεσμά και βαρύ φορτίο που τον καταβυθίζει και τον πνίγει μέσα σ’ αυτό τον αιώνα της πονηρίας, και δεν τον επιτρέπει να σηκωθεί και να επιστρέψει στον Θεό· και γίνεται αυτό επειδή αυτό που αγάπησε κάποιος από τον κόσμο, του βαρύνει το νου, τον κρατάει κάτω και δεν τον αφήνει να σηκωθεί.
Σ’ αυτό το ζύγισμα, σ’ αυτή τη ροπή και τη ζυγαριά της κακίας κρέμεται και δοκιμάζεται ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, δηλαδή οι Χριστιανοί που κατοικούν στις πόλεις, ή στα βουνά, ή στα μοναστήρια, ή στους αγρούς, ή σε έρημους τόπους (πρβλ. Ματθ.1, 45), διότι εξαπατάται ο άνθρωπος από τη θέληση του και αγαπά κάτι, και έτσι προσδένεται η αγάπη του εκεί, χωρίς να προσφέρεται ολόκληρη στον Θεό.
Διότι συμβαίνει να αγαπήσει κάποιος τα υλικά πράγματα, άλλος το χρυσάφι και το ασήμι, άλλος τη γαστριμαργία, κάποιος άλλος τις επιθυμίες της σαρκικές (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 2, 18), άλλος τη σοφία των κοσμικών λόγων για την ανθρώπινη δόξα, άλλος την εξουσία, άλλος τη δόξα και τις ανθρώπινες τιμές (πρβλ. Ιω. 12, 43), άλλος την οργή και τη μανία (επειδή πολύ γρήγορα παραδίνει κανείς τον εαυτό του στο πάθος γι’ αυτό και το αγαπά), άλλος απρόσμενες συμπτώσεις, άλλος τη ζήλεια, άλλος αγαπά καθημερινά να υπερηφανεύεται και να ευχαριστιέται, άλλος να ξεγελιέται με ανόητες σκέψεις, άλλος αγαπά να είναι νομοδιδάσκαλος για να έχει ανθρώπινη φήμη, άλλος ευχαριστιέται με τη νωθρότητα και αμέλεια, άλλος με τα πολυτελή ρούχα και τα υφάσματα, άλλος παραδίνει τον εαυτό του στις γήινες φροντίδες, άλλος αγαπά τον ύπνο, ή τους αστεϊσμούς, ή την αισχρολογία.
Διότι, αφού δεσμευθεί με κάτι κοσμικό, μικρό ή μεγάλο, συγκρατείται από εκείνο και δεν τον αφήνει να σηκώσει κεφάλι. Διότι εκείνο το πάθος του που δεν το πολεμάει κανείς με γενναιότητα, εκείνο αγαπά, και εκείνο τον κρατάει δέσμιο και τον βαραίνει, και του γίνεται εμπόδιο και αλυσίδα, για να μη φτάσει ο νους του προς τον Θεό και τον ευαρεστήσει και τον λατρέψει, ώστε αυτό να του φανεί χρήσιμο στη βασιλεία του και ν’ απολαύσει την αιώνια ζωή.
Η ψυχή που έχει την ορμή της πραγματικά προς τον Κύριο, προσφέρει ολοκληρωτικά την αγάπη της προς αυτόν, προς αυτόν μόνο δεσμεύεται με όλη της τη δύναμη και τη θέληση της, από εκεί παίρνει τη βοήθεια της χάρης του Θεού, και αρνείται τον εαυτό της, και δεν ακολουθεί τα θελήματα του νου της (διότι ζει με δολιότητα μαζί μας, εξ αιτίας του κακού που είναι ενωμένο μαζί μας και μας παρασύρει), αλλά παραδίνεται ολοκληρωτικά στο λόγο του Κυρίου, απομακρύνει τον εαυτό της από κάθε εξωτερικό δεσμό, όσο είναι δυνατό στη θέληση της, αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Κύριο, και έτσι κατορθώνει να ξεπεράσει με ευκολία τους αγώνες και τους κόπους και τις θλίψεις. Διότι, όπου αφιερώνει ο καθένας την αγάπη του από εκεί δέχεται βοήθεια και από εκεί βάρος. Αν αγαπά κάτι απ’ τον κόσμο, αυτό το ίδιο γίνεται γι’ αυτόν φορτίο και δεσμά που τον τραβούν προς τα κάτω και δεν τον αφήνουν να απομακρυνθεί προς τα επάνω, δηλαδή στον Θεό.
Αν όμως αγαπά τον Κύριο και τις εντολές του, από εκεί δέχεται βοήθεια, από εκεί ανακουφίζεται και γίνονται σ’ αυτόν εύκολα όλα τα παραγγέλματα του Κυρίου, μεταφέροντας όλη του την αγάπη προς αυτόν, ο οποίος τον βαρύνει με το αγαθό, ή καλύτερα ανακουφίζει και ελαφρύνει κάθε πόλεμο και κάθε θλίψη, και με τη θεία του δύναμη κόβει τα δεσμά με τον κόσμο και τις δυνάμεις της κακίας, που παγιδεύουν την ψυχή του, και τους βρόχους των κάθε είδους επιθυμιών, που τον κατακρατούν στο βυθό του κόσμου· και έτσι απομακρύνεται απ’ αυτά με τη δική του πίστη και την πολλή φροντίδα και με την ουράνια βοήθεια, στην οποία πρόσφερε την αγάπη του, αξιώνεται να δεχθεί τη βασιλεία, την οποία με το δικό του θέλημα αγάπησε αληθινά, και αφού δεχθεί τη βοήθεια από τον Κύριο δεν χάνει την αιώνια ζωή.|
Για να δείξουμε όμως με φανερά πράγματα πως χάνονται πολλοί με τη δική τους θέληση και βυθίζονται στη θάλασσα και αιχμαλωτίζονται, υπόθεσε ότι κάποιο σπίτι έχει πιάσει φωτιά και εκείνος που φεύγει γυμνός, εγκαταλείποντας τα πάντα, όταν αντιληφθεί τον εμπρησμό, και φροντίζει να σώσει τον εαυτό του μόνο, διασώθηκε. Άλλος όμως, που ήθελε να πάρει κάποια σκεύη από το σπίτι, ή ρούχα, ή άλλα πράγματα, και μπήκε να τα πάρει, την ώρα που τα έπαιρνε, απλώθηκε η φωτιά σε όλο το σπίτι και τον βρήκε μέσα εγκλωβισμένο και τον έκαψε. Βλέπεις λοιπόν ότι με τη θέληση του για κάποια πρόσκαιρη αγάπη που αγάπησε ο ίδιος χάθηκε στη φωτιά;
Το ίδιο πάλι συμβαίνει στη θάλασσα με τους ναύτες που έπεσαν πάνω σε δυνατούς ανέμους και ναυάγησαν· όποιος λοιπόν, αφού έβγαλε από πάνω του τα ρούχα, έπεσε γυμνός στη θάλασσα, θέλοντας να σώσει μόνο τον εαυτό του, αυτός δεχόμενος τα χτυπήματα των κυμάτων και κολυμπώντας πάνω σ’ αυτά, επειδή μπορούσε εύκολα να μετακινείται, μπόρεσε να περάσει την πικρή θάλασσα, και έτσι κατόρθωσε να σώσει τον εαυτό του. Άλλος όμως, θέλοντας να σώσει κάποια από τα ενδύματα του, νόμισε ότι θα μπορούσε να κολυμπήσει και να βγει έξω μαζί με εκείνο που πήρε μαζί του, αυτά όμως τα ίδια που πήρε μαζί του τον βάραιναν και τον βούλιαξαν στο βυθό της θάλασσας, και χάθηκε για λίγο κέρδος, γιατί δεν φρόντισε μόνο για τον εαυτό του. Βλέπεις ότι πέθανε με τη δική του θέληση;
Ας υποθέσουμε πάλι ότι ακούσαμε πως έρχονται εχθροί. Και εκείνος που έφυγε αμέσως, μόλις το άκουσε, χωρίς αναβολή, αυτός έφυγε χωρίς να πάρει τίποτε μαζί του. Ο άλλος όμως που δεν πίστεψε ότι έρχονται οι εχθροί, ή άργησε να φύγει, επειδή αγαπούσε κάποια πράγματα και θέλησε να τα πάρει μαζί του, όταν ήρθαν οι εχθροί τον έπιασαν και τον αιχμαλώτισαν στην πατρίδα τους και τον εξανάγκασαν να παραμείνει και να δουλεύει εκεί. Βλέπεις λοιπόν ότι με την θέληση του και εξ αιτίας της νωθρότητας, της ανανδρίας και της αγάπης του προς κάποια πράγματα οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία;
Κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που δεν ακολουθούν τις εντολές του Κυρίου και δεν απαρνούνται τον εαυτό τους και δεν αγαπούν μόνο τον Κύριο, αλλά δεσμεύονται με γήινα δεσμά, όταν έρθει το πυρ το αιώνιο, θα κατακαούν, γιατί θα βρίσκονται προσκολλημένοι στην αγάπη του κόσμου, και θα καταβυθισθούν από την πικρή θάλασσα της πονηρίας και από την αιχμαλωσία των εχθρών, δηλαδή από τα πνεύματα της πονηρίας, και, αφού αιχμαλωτισθούν, θα καταστραφούν.
Αν πάλι θέλεις να μάθεις από τις άγιες και θεόπνευστες Γραφές για την πλήρη αγάπη προς τον Κύριο, κοίταξε τον Ιώβ πως απογυμνώθηκε από όλα όσα είχε, από τα παιδιά, την περιουσία, τα ζώα, από τους υπηρέτες και τα υπόλοιπα υπάρχοντα του· πως έφυγε, αφού προηγουμένως απογυμνώθηκε και έσωσε τον εαυτό του, και αφού άφησε και αυτόν τον χιτώνα του και τον έριξε στα πόδια του σατανά και δε βλασφήμησε, ούτε με τα λόγια, ούτε στην καρδιά, ούτε με τα χείλη ενώπιον του Κυρίου, αλλά απεναντίας ευλόγησε τον Κύριο λέγοντας «ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος τα αφαίρεσε· όπως φάνηκε σωστό στον Κύριο έτσι και έγινε. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21). Διότι, και αν ακόμα θεωρούνταν ότι είχε πολλά, όταν δοκιμάσθηκε από τον Κύριο, έδειξε ότι δεν είχε τίποτε, παρά μόνο τον Θεό.
Το ίδιο και ο Αβραάμ, όταν πήρε εντολή από το Κύριο να φύγει «από τη γη και από τους συγγενείς του και από το σπίτι τού πατέρα του» (Γεν. 12, 1), αμέσως τα εγκατέλειψε όλα, πατρίδα, κτήματα, συγγενείς, γονείς, και ακολούθησε τον λόγο του Κυρίου. Έπειτα, όταν βρέθηκε ανάμεσα σε πολλούς πειρασμούς που συνέβησαν σ’ αυτόν, με το να του πάρουν τη γυναίκα του αφ’ ενός (Γεν. 12, 15· 20, 2), και με το να αδικείται από τους άλλους, ζώντας σε ξένη χώρα, απέδειξε με όλα αυτά ότι τον Θεό μόνο αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο (Γεν. 15, 4· 21, 2).
Έπειτα, αφού μετά από υπόσχεση του Θεού, και μετά από πολλά χρόνια απέκτησε μονάκριβο παιδί, που τόσο πολύ επιθυμούσε, όταν του ζητήθηκε να το θυσιάσει, με προθυμία ο ίδιος το πρόσφερε (Γεν. 22, 26), απογυμνώνοντας και αρνούμενος πράγματι τον εαυτό του· διότι απέδειξε, με την προσφορά τού μονογενούς υιού του, ότι δεν αγάπησε τίποτε άλλο, παρά μόνο τον Θεό. Διότι, αφού με τόση προθυμία αρνήθηκε το παιδί του, πόσο μάλλον αν διατασσόταν να εγκαταλείψει τα υπόλοιπα υπάρχοντα του, ή να τα μοιράσει όλα στους φτωχούς, δεν θα πραγματοποιούσε αμέσως και με προθυμία την εντολή; Βλέπεις πλήρη και ολοκληρωμένη αγάπη που με τη θέληση της δόθηκε στον Κύριο;
Έτσι και όσοι θέλουν να γίνουν συγκληρονόμοι αυτών (Πρβλ. Ρωμ. 8,17), τίποτε άλλο δεν πρέπει να αγαπήσουν, εκτός από τον Θεό, ώστε, όταν δοκιμασθούν, να φανούν χρήσιμοι και δόκιμοι, διατηρώντας τέλεια την αγάπη τους προς τον Κύριο.
Εκείνοι που με τη θέληση τους αγάπησαν για πάντα τον Θεό, και απομάκρυναν τους εαυτούς τους από κάθε κοσμική αγάπη, θα μπορέσουν μέχρι το τέλος να συνεχίσουν νικηφόρα τον αγώνα. Είναι όμως λίγοι αυτοί που έχουν τέτοια αγάπη και απομακρύνονται απ’ όλες τις ηδονές και τις επιθυμίες του κόσμου και υπομένουν με μακροθυμία τις επαναστάσεις και τους πειρασμούς του πονηρού. Μήπως επειδή πολλοί, που προσπαθούν να περάσουν ποτάμια, παρασύρονται, δεν υπάρχουν εκείνοι που κατορθώνουν να διαπεράσουν τα θολά ποτάμια των κάθε είδους επιθυμιών του κόσμου και των ποικίλων πειρασμών των πονηρών πνευμάτων;
Και επειδή πολλά πλοία στη θάλασσα βυθίζονται και καλύπτονται από τα κύματα, δεν υπάρχουν και εκείνα που περνούν και πλέουν πάνω από τα κύματα και φτάνουν σε γαλήνιο λιμάνι; Γι’ αυτό χρειάζεται πάντοτε μεγάλη πίστη και μακροθυμία, αγώνας και υπομονή, κόπος και πείνα και δίψα για το αγαθό, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα, διάκριση και σύνεση. Διότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού χωρίς κόπους και αγώνες και μόχθους, πράγμα που είναι αδύνατο.
Όπως ακριβώς λοιπόν συμβαίνει εδώ στον κόσμο, όταν πηγαίνουν μερικοί άνδρες για να εργασθούν κοντά σε κάποιο πλούσιο, στο θερισμό ή σε κάποια άλλη εργασία, για να εξασφαλίσουν εκείνα που είναι αναγκαία για τη διατροφή τους, και υπάρχουν μεταξύ τους κάποιοι οκνηροί και νωθροί και τεμπέληδες, που δεν κουράζονται καθόλου και δεν εργάζονται όπως πρέπει, αυτοί, χωρίς να κοπιάσουν και χωρίς να κουρασθούν στα κτήματα του πλουσίου, θέλουν να πάρουν τον ίδιο μισθό με εκείνους που κουράστηκαν, δουλεύοντας σκληρά και με ζήλο και με όλη τους τη δύναμη, ισχυριζόμενοι ότι τάχα έχουν τελειώσει την εργασία τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο, και όταν διαβάζουμε τις Γραφές μαθαίνουμε πως ο τάδε δίκαιος ευαρέστησε τον Θεό, πως έγινε φίλος (πρβλ. Ιακ. 2, 23) και συναναστράφηκε με τον Θεό, και πως έγιναν φίλοι και κληρονόμοι του Θεού όλοι οι πατέρες, πόσες θλίψεις υπέμειναν, πόσα έπαθαν για τον Θεό, πόσα ανδραγαθήματα έκαναν και πόσο αγωνίσθηκαν, όλους αυτούς τους μακαρίζουμε και θέλουμε ν’ απολαύσουμε τις ίδιες με αυτούς δωρεές και τα ίδια αξιώματα, επιθυμούμε με προθυμία να λάβουμε τα ένδοξα εκείνα χαρίσματα, παρακάμπτοντας τους κόπους και τους αγώνες τους και τις θλίψεις και τα παθήματα τους και τις τιμές και τα αξιώματα τους, που από τον Θεό έχουν αποκτήσει, θέλουμε με προθυμία να λάβουμε, την κούραση όμως καθώς και τους κόπους και τους αγώνες τους αυτά δε θέλουμε να υποστούμε.
Σου λέω λοιπόν ότι αυτό το θέλει και το επιθυμεί καθένας από τους ανθρώπους, και οι πόρνες και οι τελώνες και οι άδικοι άνθρωποι θέλουν με ευκολία και χωρίς κόπους και αγώνες να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού. Αλλά γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν ανάμεσα μας πειρασμοί και δοκιμασίες πολλές και θλίψεις και αγώνες και μόχθοι, για να γίνουν φανεροί οι εκλεκτοί (πρβλ. Α΄ Κορ. 11, 19).
Μερικοί, αφού έφθασαν πράγματι μέχρι τον θάνατο, μ’ όλη την επιθυμία και τη δύναμή τους αγάπησαν τον Κύριο μόνο, και τίποτε άλλο δεν αγάπησαν μαζί με την αγάπη τους προς αυτόν. Γι’ αυτό λοιπόν και δίκαια εισέρχονται στη βασιλεία των ουρανών (πρβλ. Ματθ. 7, 21), γιατί αρνήθηκαν τον εαυτό τους, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, και αγάπησαν τον Κύριο μόνο περισσότερο και από τη ζωή τους. Γι’ αυτό, εξ αιτίας της πάρα πολύ μεγάλης αγάπης τους θα αμειφθούν με πολύ μεγάλα ουράνια δώρα.
Διότι μέσα στις θλίψεις και τα παθήματα και την υπομονή και την πίστη είναι κρυμμένες οι υποσχέσεις και η δόξα και η αποκατάσταση των επουρανίων αγαθών, όπως ακριβώς υπάρχει ο καρπός μέσα στο σιτάρι που ρίχνεται στη γη ή το δένδρο που μπολιάζεται, αφού περάσει κάποια σήψη και κάποια κατάσταση που χάνει την ομορφιά του, ύστερα παρουσιάζει και την εξωτερική του ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό. Διότι, αν δεν περνούσαν από εκείνες τις καταστάσεις που ισοδυναμούν με αφανισμό, δεν θα μπορούσαν να δείξουν την εξωτερική ωραία εμφάνιση, την ομορφιά που έχει η θέα τους, και τον πολλαπλάσιο καρπό.
Όπως λέει και ο απόστολος, «μέσα από πολλές θλίψεις θα μπορέσουμε να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών» (Πράξ. 14, 22), και ο Κύριος· «με την υπομονή σας θα κερδίσετε τις ψυχές σας» (Λουκά 21, 19)· και πάλι «θα έχετε θλίψη μέσα στον κόσμο» (Ιω. 16, 33). Διότι πρέπει να έχουμε κόπο και ζήλο και νηφαλιότητα και μεγάλη προσοχή, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα στην παράκληση προς τον Κύριο, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις παγίδες των γήινων επιθυμιών, τους βρόχους των ηδονών, και τις καταιγίδες του κόσμου, ν’ αποφύγουμε τις επαναστάσεις των πονηρών πνευμάτων, και να γνωρίσουμε καλά, με πόση μεγάλη σωφροσύνη και εγρήγορση πίστης και αγάπη οι άγιοι απόκτησαν μέσα στις ψυχές τους τον επουράνιο θησαυρό (πρβλ. Ματθ. 19, 21), δηλαδή τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που είναι ο αρραβώνας της βασιλείας του Θεού.
Διότι ο μακάριος απόστολος Παύλος, μιλώντας γι’ αυτόν ακριβώς τον επουράνιο θησαυρό, δηλαδή για τη χάρη του αγίου Πνεύματος, και φανερώνοντας την υπερβολή των θλίψεων, και συγχρόνως δείχνοντας τι πρέπει να ζητάει ο καθένας από εδώ, και τι πρέπει ν’ αποκτήσει, λέει· «διότι γνωρίζουμε καλά ότι, αν η επίγεια κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθεί από τον θάνατο, έχουμε άλλη οικοδομή ετοιμασμένη από τον Θεό, οικία που δεν την έχουν κάνει ανθρώπινα χέρια, και θα είναι αιώνια στους ουρανούς» (Β΄ Κορ. 5, 1).
Πρέπει λοιπόν ο καθένας ν’ αγωνισθεί και με ζήλο να επιδιώξει να πετύχει όλες τις αρετές και να πιστέψει, διότι από αυτόν εδώ τον κόσμο θ’ αποκτήσει την κατοικία εκείνη. Διότι, αν καταργηθεί η κατοικία του σώματος μας, έχουμε άλλη κατοικία στην οποία θα κατοικήσει ή ψυχή μας. Διότι λέει, «και αν ακόμα αποβάλουμε τα ενδύματα μας, δε θα βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ. 5, 3), δηλαδή από την κοινωνία και την ένωση μας με το άγιο Πνεύμα, όπου μόνο ή πιστή ψυχή μπορεί ν’ αναπαυθεί.
Γι’ αυτό λοιπόν αυτοί που είναι αληθινοί Χριστιανοί και δυνατοί στην πίστη έχουν θάρρος και χαίρονται, όταν βγαίνει ή ψυχή από το σώμα τους, διότι έχουν σαν κατοικία εκείνη την οικία που δεν κατασκευάστηκε με χέρια, και είναι οικία γι’ αυτούς η δύναμη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα τους. Και αν ακόμα λοιπόν διαλυθεί η οικία του σώματος δε φοβούνται· διότι έχουν την επουράνια οικία του αγίου Πνεύματος και εκείνη την άφθαρτη δόξα, η οποία κατά την ημέρα της αναστάσεως θα οικοδομήσει και θα δοξάσει και τον οίκο του σώματος, όπως λέει ο απόστολος· «Εκείνος που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει και τα θνητά σώματά σας, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα σας» (Ρωμ. 8, 11)· και πάλι λέει· «για να φανερωθεί και η ζωή του Ιησού στη θνητή μας σάρκα» (Β΄ Κορ. 4, 10) και «για να απορροφηθεί και εξαφανισθεί η θνητότητα του σώματος από την αιώνια και αληθινή ζωή» (Β΄ Κορ. 5, 4).
Ας αγωνισθούμε λοιπόν με την πίστη και την ενάρετη ζωή, για ν’ αποκτήσουμε από αυτό τον κόσμο το ένδυμα εκείνο (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 4), για να μη βρεθούμε γυμνοί, όταν απομακρυνθεί η ψυχή από το σώμα, και δε θα έχουμε εκείνο που θα δοξάσει τη σάρκα μας κατά την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι όσο αξιώθηκε ο καθένας με την πίστη και τον ζήλο του να γίνει μέτοχος του αγίου Πνεύματος, τόσο θα δοξασθεί το σώμα του εκείνη την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι ο θησαυρός εκείνος που αποταμίευσε μέσα της ή ψυχή, τότε θα αποκαλυφθεί και θα φανερωθεί έξω από το σώμα.
Όπως τα δένδρα που έχουν περάσει το χειμώνα, και σα να έχουν ζεσταθεί από κάποια αόρατη δύναμη και από τον ήλιο και από τους ανέμους, από μέσα τους βλαστάνουν και βγάζουν σαν ρούχα φύλλα και άνθη και καρπούς, κατά τον ίδιο τρόπο και τα λουλούδια των χορταριών από εκείνη την εποχή βγαίνουν μέσα από τα σπλάχνα της γης, και σκεπάζεται και ντύνεται η γη και τα λουλούδια σαν τα κρίνα, για τα οποία ο Κύριος είπε ότι «ούτε ο Σολομώντας με όλη τη μεγαλοπρέπεια του δε ντύθηκε σαν ένα απ’ αυτά» (Ματθ. 6, 29) (διότι όλα αυτά είναι παραδείγματα και υποδείγματα και εικόνες των Χριστιανών κατά την ανάσταση).
Έτσι πράγματι γίνεται σ’ όλες τις ψυχές που αγαπούν τον Θεό, δηλαδή στους αληθινούς Χριστιανούς· υπάρχει δηλαδή ο πρώτος μήνας ο Ξανθικός, αυτός που ονομάζεται Απρίλιος, που είναι η ημέρα της αναστάσεως, και με τη δύναμη του ήλιου της δικαιοσύνης (Μαλ. 3, 2) βγαίνει από μέσα τους η δόξα του αγίου Πνεύματος, που καλύπτει και σκεπάζει τα σώματα των αγίων, αυτή η δόξα που ήταν κρυμμένη μέσα στις ψυχές.
Διότι αυτό που τώρα έχει κάποιος, αυτό θα φανερωθεί τότε έξω από το σώμα· «αυτός ο μήνας», λέει, «ας είναι ο πρώτος από τους μήνες του χρόνου» (Έξ. 12, 2)· αυτός φέρνει χαρά σε όλη την κτίση· αυτός ντύνει τα γυμνά δένδρα, προσφέροντας τη βλάστηση μέσα από τη γη· αυτός δίνει χαρά σ’ όλα τα ζώα· αυτός σ’ όλους δείχνει τη γλυκύτητα· αυτός ο Ξανθικός είναι ο πρώτος μήνας των Χριστιανών, που είναι ο καιρός της αναστάσεως, κατά τον οποίο θα δοξασθούν τα σώματα τους με το ανέκφραστο φως, που από τώρα βρίσκεται μέσα τους, δηλαδή με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που θα είναι τότε γι’ αυτούς βρώση, πόση, αγαλλίαση, χαρά, ειρήνη, ένδυμα, ζωή αιώνια. Διότι γίνεται τότε σ’ αυτούς το πνεύμα της θεότητας κάθε καλλονή λαμπρότητας και ουράνιας ωραιότητας, που από τώρα αξιώθηκαν να δεχθούν.
Πώς λοιπόν καθένας από μας δεν πρέπει να πιστέψει και να αγωνισθεί και να φροντίσει με ζήλο να ζει με όλες τις αρετές, και να περιμένει με ελπίδα και μεγάλη υπομονή ν’ αξιωθεί να πάρει τώρα μέσα στην ψυχή του την ουράνια δύναμη και δόξα του αγίου Πνεύματος, για να έχουμε τότε που θα διαλυθούν τα σώματα εκείνο που θα μας ντύσει και θα μας ζωοποιήσει; «Και αν ακόμα δεν είμαστε ντυμένοι, δεν πρόκειται να βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ.5, 3), λέει, και «θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματα μας με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας» (Ρωμ. 8,11).
Διότι ο μακάριος Μωυσής φανέρωσε το τύπο του ερχομού της δόξας του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Β΄ Κορ. 3, 7), με τον ερχομό της στο δικό του πρόσωπο, προς την οποία κανένας από τους ανθρώπους δε μπορούσε να στραφεί, με ποιο τρόπο θα δοξασθούν κατά την ανάσταση των δικαίων τα σώματα των αξίων (πρβλ. Λουκά 14, 14), την οποία δόξα από τώρα αξιώνονται να έχουν μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο οι ψυχές των αγίων και των πιστών· διότι λέει «εμείς όλοι με ακάλυπτο το πρόσωπο», δηλαδή τον εσωτερικό άνθρωπο, «αντικατοπτρίζουμε και ακτινοβολούμε τη δόξα του Κυρίου, και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή την εικόνα του, προχωρώντας από τη μία δόξα στην άλλη δόξα» (Β΄ Κορ. 3, 18)· και πάλι λέει· «σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες δεν έφαγε ψωμί», όπως έχει γραφεί, «και νερό δεν ήπιε» (Έξ. 34,28). Και όμως ήταν αδύνατο στην ανθρώπινη φύση να ζήσει τόσο καιρό χωρίς ψωμί αν δεν τροφοδοτούνταν από άλλη πνευματική τροφή, που με αυτή την τροφή τροφοδοτούνται τώρα οι ψυχές των αγίων από το άγιο Πνεύμα.
Με δύο λοιπόν τρόπους μας φανέρωσε ο μακάριος Μωυσής τη δόξα του φωτός και τη νοερή τροφή του αγίου Πνεύματος, την οποία θ’ απολαύσουν οι αληθινοί Χριστιανοί κατά την ανάσταση, την οποία και από τώρα με τρόπο μυστικό αξιώνονται ν’ απολαύσουν· γι’ αυτό και θα φανερωθεί τότε στο σώμα τους. Διότι η δόξα, που από τώρα έχουν οι άγιοι στις ψυχές τους, όπως προαναφέραμε, αυτή θα καλύψει και θα ντύσει τα γυμνά σώματα και θα τα φέρει στους ουρανούς και στον υπόλοιπο χρόνο θ’ αναπαυόμαστε με σώμα και ψυχή στην αιώνια βασιλεία μαζί με τον Κύριο.
Διότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ, δεν κατασκεύασε γι’ αυτόν σωματικά φτερά, όπως στα πτηνά, τον στόλισε όμως με τα φτερά του αγίου Πνεύματος, δηλαδή αυτά που πρόκειται να του δοθούν κατά την ανάσταση, για να τον κάνουν ελαφρό και να τον φέρουν όπου θέλει το άγιο Πνεύμα· αυτά τα φτερά που από τώρα οι ψυχές των αγίων αξιώνονται να έχουν και να πετούν με τον νου σε ουράνιες επιθυμίες.
Διότι ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, και άλλο είναι το τραπέζι τους, και άλλα τα ενδύματα, και άλλη η απόλαυση, και άλλη η κοινωνία, και άλλη η επιθυμία τους· γι’ αυτό και είναι καλύτεροι από όλους τους ανθρώπους. Τη δύναμη αυτών των χαρισμάτων αξιώνονται να πάρουν τώρα μέσα στις ψυχές τους με το άγιο Πνεύμα· γι’ αυτό και κατά την ανάσταση θ’ αξιωθούν τα σώματα να απολαύσουν τα αιώνια εκείνα αγαθά του αγίου Πνεύματος, και θα ενωθούν με τη δόξα εκείνη, την οποία από τώρα οι ψυχές τους δοκίμασαν.
Οφείλει λοιπόν ο καθένας από μας ν’ αγωνισθεί και να κουρασθεί και να επιδιώξει με ζήλο όλες τις αρετές και να πιστέψει και να ζητήσει από τον Κύριο να γίνει από τώρα μέτοχος ο εσωτερικός άνθρωπος (Ρωμ. 7,22) σ’ εκείνη τη δόξα, και να γίνει η ψυχή κοινωνός σ’ εκείνη την αγιότητα του Πνεύματος, ώστε, αφού καθαρισθούμε από τη βρωμιά της κακίας, να έχουμε κατά την ανάσταση αυτό που θα ντύσει τα αναστημένα γυμνά μας σώματα, θα καλύψει την ασχημοσύνη τους, θα τα ζωογονήσει, και θα τα αναπαύσει στους αιώνες στη βασιλεία των ουρανών.
Διότι, σύμφωνα με τις Γραφές (Ματθ. 25, 31), πρόκειται να κατεβεί ο Χριστός από τους ουρανούς και ν’ αναστήσει όλες τις φυλές του Αδάμ, που από την αρχή των αιώνων έχουν πεθάνει· και όλους θα τους χωρίσει σε δύο μέρη, και αυτούς που έχουν το δικό του σημάδι, δηλαδή τη σφραγίδα του αγίου Πνεύματος, αυτούς, αφού τους ονομάσει δικούς του, θα τους τοποθετήσει στα δεξιά του· διότι λέει· «τα δικά μου πρόβατα ακούν τη φωνή μου» και «αναγνωρίζω τα δικά μου πρόβατα και αναγνωρίζομαι από αυτά» (Ιω. 10, 27).
Και τότε θα περιβληθούν τα σώματα αυτών με θεϊκή δόξα, εξ αιτίας των αγαθών έργων τους, και θα είναι γεμάτα από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, την οποία από αυτή τη ζωή είχαν μέσα στις ψυχές τους. Και έτσι, αφού δοξασθούν με το θεϊκό φως και ανυψωθούν στους ουρανούς, «για να συναντήσουν τον Κύριο στους ουράνιους χώρους» (Α΄ Θεσ. 4, 17), σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί, «πάντοτε θα είμαστε με τον Κύριο», θα βασιλεύουν μαζί μ’ αυτόν στους απέραντους αιώνες. Αμήν.


ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών.
Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ομιλίες Πνευματικές 50.
Εισαγωγή, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια: Νικήτας Τσιομεσίδης.
»Πατερικές εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη 1985.