Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Με αφορμή τις οικουμενιστικές συμπροσευχές για την ενότητα των χριστιανών.Σχολιασμός εσφαλμένων ερμηνειών των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς.

 

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

Σχολιασμός εσφαλμένων ερμηνειών των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 5η Φεβρουαρίου 2026

    Οι συμπροσευχές Ορθοδόξων με αιρετικούς δυστυχώς έχουν καταστεί πλέον θεσμός, ένα σύνηθες φαινόμενο μέσα στο χώρο και της Ορθοδοξίας παρά την σαφή απαγόρευση πλήθους Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας.

 Ο Ιανουάριος μήνας, με αποκορύφωμα την προτελευταία εβδομάδα, (από 18 έως 25 Ιανουαρίου), έχει καθιερωθεί, ως γνωστόν, εδώ και πολλές δεκαετίες παγκοσμίως ως ο μήνας των συμπροσευχών. Όλες οι αιρετικές χριστιανικές παρασυναγωγές, (δυστυχώς μεταξύ αυτών και εμείς οι Ορθοδόξοι), με πολύ ζήλο και θερμή προαίρεση συνεργάζονται μεταξύ τους και συνδιοργανώνουν από κοινού τέτοιες εκδηλώσεις σχεδόν παντού, σε όλον τον πλανήτη. Μια ματιά στο διαδίκτυο αρκεί για να μας πείσει γι’ αυτή την τραγική πραγματικότητα. Και παλαιότερα είχαμε σχολιάσει με ανακοινώσεις μας το θλιβερό αυτό φαινόμενο. Στην παρούσα ανακοίνωσή μας θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε κάποιες εσφαλμένες και αυθαίρετες ερμηνείες των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές, τις οποίες διαπιστώσαμε σε οικουμενιστικούς κύκλους και όχι μόνον. 

    Πιό συγκεκριμένα κάποιοι, (μεταξύ αυτών δυστυχώς και επίσκοποι), προσπάθησαν να δώσουν μια δική τους αυθαίρετη ερμηνεία στον 45ο Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων. Ο εν λόγω  Ιερός Κανών λέγει  επί λέξει: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Ισχυρίζονται ότι για να υπάρξει όντως συμπροσευχή πρέπει  απαραιτήτως ο αιρετικός να φοράει άμφια. Ωστόσο ο εν λόγω Ιερός Κανόνας είναι έτσι διατυπωμένος, ώστε δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας και δεν μας επιτρέπει να βγάλουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι η μετοχή «συνευξάμενος» υποδηλώνει και διαγορεύει δήθεν την διά της φωνής, απεύθυνση προς τον Θεόν ευχών ταυτόχρονα από τον Ορθόδοξο κληρικό και τον αιρετικό. Και ότι επομένως δεν αφορά στην ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αλλά την συμπροσευχή που γίνεται «εις επήκοον πάντων». Η μετοχή «συνευξάμενος» είναι μετοχή αορίστου του ρήματος συνεύχομαι, το δε ρήμα «συνεύχομαι», προερχόμενο από την πρόθεση «συν» και το ρήμα «εύχομαι», σημαίνει την από κοινού προσευχή μαζί με κάποιον άλλον και τίποτε πέραν τούτου. Στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου,[1] διαβάζουμε: «συνεύχομαι: εύχομαι, (προσεύχομαι) από κοινού μετά τινος, ενώνω τας ευχάς μου με τας ιδικάς του». Το λεξικό μας δίνει ξεκάθαρο το νόημα του ρήματος «συνεύχομαι», τονίζοντας το στοιχείο της «από κοινού μετά τινος» προσευχής, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες περαιτέρω επεξηγήσεις. Μ’ άλλα λόγια το λεξικό δεν μας δίδει καμία περαιτέρω ερμηνεία ότι το εν λόγω ρήμα μπορεί να σημαίνει εκτός από την «από κοινού μετά τινος» προσευχή και την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή. Το ότι δε είναι δυνατόν κάποιος να συμπροσεύχεται με κάποιον άλλον και με την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αυτό μπορεί να το κατανοήσει ακόμη και ένας απλοϊκός πιστός. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε πιο κατανοητοί. Διαβάζουμε πολλές φορές στο διαδίκτυο ότι στην τάδε Ιερά Μητρόπολη, στην τάδε πανήγυρη συλλειτούργησαν οι τάδε αρχιερείς, ενώ συμμετείχαν σ’ αυτήν συμπροσευχόμενοι στο ιερό, (προφανώς μυστικώς), οι ταδε αρχιερείς.      

    Επεχείρησαν επίσης να στηρίξουν την παραπάνω αυθαίρετη ερμηνεία του ρήματος «συνεύχομαι», επικαλούμενοι το δεύτερο τμήμα του ως άνω Ιερού Κανόνος: «Ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Μ’ άλλα λόγια ισχυρίζονται ότι το δεύτερο τμήμα επεξηγεί το πρώτο, αποκλείοντας την τυχόν ενδιάθετη συμπροσευχή. Ωστόσο το δεύτερο τμήμα εξετάζει μία τελείως διαφορετική περίπτωση συμπροσευχής. Την περίπτωση εκείνη στην οποία ο Ορθόδοξος κληρικός όχι μόνο θα συμπροσευχηθεί με τον αιρετικό, αλλά επί πλέον θα του επιτρέψει «ενεργήσαι τι», να πράξει δηλαδή κάτι, να προχωρήσει, για παράδειγμα, σε μια ιεροπραξία. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος σαφώς διακρίνονται απ’ αλλήλων και εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής, φαίνεται και από το γεγονός ότι επιβάλλουν στους παραβάτες δύο διαφορετικές ποινές: Στην πρώτη περίπτωση την ποινή του αφορισμού και στη δεύτερη αυτή της καθαιρέσεως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απλή συμπροσευχή, γι’ αυτό και η ποινή είναι ελαφρότερη, (αυτή του αφορισμού), ενώ στη δεύτερη την ποινή της καθαιρέσεως, που είναι σαφώς βαρύτερη από τον αφορισμό. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής φαίνεται και από το γεγονός, ότι  στο πρώτο τμήμα ο συντάκτης του Κανόνος χρησιμοποιεί τη μετοχή «συνευξάμενος» ενώ στο δεύτερο το απαρέμφατο «ενεργήσαι», θέλοντας ακριβώς να δηλώσει δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις.

    Κάποιοι άλλοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να δώσουν μία ακόμη, εξ’ ίσου αυθαίρετη ερμηνεία στο νόημα του ως άνω Ιερού Κανόνος. Προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι συμπροσευχή με αιρετικούς σημαίνει μόνον την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή και να αποκλείσουν την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), επικαλούνται τον 10ον Ιερόν Κανόνα των αγίων Αποστόλων. Σύμφωνα με τον εν λόγω Ιερό Κανόνα: «Ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω». Ο παραπάνω Ιερός Κανόνας σαφέστατα αναφέρεται σε μια ειδική περίπτωση συμπροσευχής. Στην περίπτωση εκείνη που ο Ορθόδοξος και ο αιρετικός θα συμπροσευχηθούν «εν οίκω», (δηλαδή σε σπίτι και όχι σε κάποιο ναό), με προσευχές, είτε εκφώνως, είτε όχι. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ιερός Κανόνας προσδιορίζει μόνο  τον τόπο και όχι τον τρόπο της συμπροσευχής, εάν δηλαδή η συμπροσευχή θα γίνεται  «εις επήκοον πάντων», ή μυστικώς. Επίσης η χρησιμοποίηση της λέξεως «καν» που σημαίνει «και αν ακόμη», από τον συντάκτη του Ι. κανόνος υποδηλώνει τον συμπληρωματικό χαρακτήρα του εν λόγω Ιερού Κανόνος σε σχέση με τους άλλους, που αναφέρονται σε συμπροσευχές και ιδίως του 45ου των Αγίων Αποστόλων, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως.

    Ωστόσο η εν οίκω συμπροσευχή σε καμιά περίπτωση δεν  μπορεί να ταυτισθεί με την συμπροευχή μέσα στο ναό, διότι στο ναό έχουμε συμπροσευχή κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Κατά την ώρα της κοινής λατρείας εντός του ιερού ναού έχουμε κατ’ αρχήν τον ιερέα, ο ποίος απαγγέλει εκφωνήσεις και ευχές, τους ψάλτες που ψάλλουν τροπάρια και τον λαό που συμπροσεύχεται μυστικά με την ενδιάθετη προσευχή. Μέσα στον ναό δηλαδή έχουμε συνδυασμό τόσον της εις επήκοον πάντων συμπροσευχής, (ιερέας, ψάλτες), όσον και της μυστικής τοιαύτης, (ο λαός). Επομένως είναι μεγάλο ερμηνευτικό λάθος να ταυτίζουμε την εν οίκω συμπροσευχή με την εν τω ναώ τοιαύτη, με σκοπό να αποκλείουμε την μυστικώς γινομένη. Εξ άλλου πουθενά σε κανένα Ιερό Κανόνα που αφορά τις συμπροσευχές δεν συναντούμε την φράση «εις επήκοον πάντων».

    Κλείνοντας, πιστεύουμε ότι το εξόχως τραγικό δεν τόσο οι συμπροσευχές με αιρετικούς, ούτε οι λανθασμένες ερμηνείες που αναπτύξαμε προηγουμένως, όσο το γεγονός ότι η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς προ πολλού έχει παύσει να ασχολείται με τις παραβάσεις των Ιερών Κανόνων που τις απαγορεύουν, χωρίς ωστόσο να τολμάει να τους καταργήσει με επίσημη συνοδική πράξη. Το αποτέλεσμα είναι το θλιβερό αυτό φαινόμενο να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην περαιτέρω εξάπλωση του Οικουμενισμού, δεδομένου ότι αυτές ως γνωστόν αποτελούν ένα εργαλείο στα χέρια των οικουμενιστών για την προώθηση της ενώσεως όλων των χριστιανικών ομολογιών και στη συνέχεια όλων των θρησκειών με τελικό στόχο την πανθρησκεία. Η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς φαίνεται να ζή σ’ ένα δικό της κόσμο, διότι δυνατεί να αφουγκρασθεί τη φωνή του ποιμνίου της. Ας ευχηθούμε κάποτε να αφυπνιστεί και να πράξει το αυτονόητο καθήκον της.

Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (14)

Πώς λοιπόν τον έπεισε ο άγγελος; Άκουσε και θαύμασε τη σοφία των λόγων του. Πήγε στον Ιωσήφ και του είπε: «Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη φοβηθείς να πάρεις κοντά σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου». Αμέσως του έφερε στον νου τον Δαυίδ, από το γένος του οποίου επρόκειτο να γεννηθεί ο Χριστός, και με αυτή την προγονική προσφώνηση του υπενθυμίζει την υπόσχεση που είχε δοθεί σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ώστε να μη μείνει χώρος για ανησυχία. Γι’ αυτό και τον προσφώνησε «υιό Δαυίδ».
Το «μη φοβηθείς» δεν το είπε τυχαία. Σε άλλη περίπτωση ο Θεός δεν ενήργησε έτσι· όταν κάποιος σκέφτηκε κάτι πονηρό για μια γυναίκα, του μίλησε με αυστηρό και επιτιμητικό τρόπο, παρότι και τότε η αιτία ήταν η άγνοια. Και εκείνος από άγνοια συνευρέθηκε με τη Σάρρα, όμως παρ’ όλα αυτά ελέγχθηκε. Εδώ όμως ο Θεός ενεργεί με πραότητα, γιατί η θεία οικονομία αποσκοπούσε σε πολύ ευρύτερους σκοπούς και η διαφορά ανάμεσα στους δύο άνδρες ήταν μεγάλη. Γι’ αυτό δεν χρειαζόταν ούτε επίπληξη.
Η φράση «μη φοβηθείς» δείχνει ότι ο Ιωσήφ φοβόταν μήπως δυσαρεστήσει τον Θεό, αν συγκατοικήσει με γυναίκα που θεωρούσε μοιχαλίδα. Αν δεν υπήρχε αυτός ο φόβος, ούτε θα σκεφτόταν να τη διώξει. Έτσι ο άγγελος, αποκαλύπτοντας όλα όσα είχε σκεφτεί και συλλογιστεί ο Ιωσήφ, δείχνει καθαρά ότι είναι απεσταλμένος του Θεού. Και αφού ανέφερε το όνομα της Παρθένου, δεν έμεινε εκεί, αλλά πρόσθεσε «τη γυναίκα σου». Δεν θα τη χαρακτήριζε έτσι αν είχε γίνει ανήθικη. Γυναίκα εδώ ονομάζει τη μνηστή, γιατί η Αγία Γραφή συνηθίζει να αποκαλεί γαμπρούς και όσους είναι μνηστευμένοι, πριν ακόμη τελεστεί ο γάμος.
Τι σημαίνει όμως «να την παραλάβεις»; Να τη δεχθείς στο σπίτι σου. Γιατί με τη σκέψη του την είχε ήδη απομακρύνει. Αυτήν που εσύ έδιωξες με τον λογισμό σου, αυτήν σου την παραδίδει ο Θεός, όχι οι γονείς της, για να τη δεχθείς. Και σου τη παραδίδει όχι για γάμο, αλλά για συγκατοίκηση, και μάλιστα με τη δική μου φωνή. Όπως αργότερα ο Χριστός παρέδωσε την Παρθένο στον μαθητή Του, έτσι και τώρα ο άγγελος την παραδίδει στον Ιωσήφ.
Στη συνέχεια μίλησε έμμεσα για το ζήτημα και δεν αναφέρθηκε καθόλου στην καχυποψία, αλλά με τρόπο ευγενικό και διακριτικό απάλλαξε την Παρθένο από κάθε κατηγορία για την εγκυμοσύνη της. Έδειξε μάλιστα ότι ακριβώς για τον λόγο που φοβόταν και ήθελε να τη διώξει, γι’ αυτόν τον ίδιο λόγο έπρεπε να την κρατήσει στο σπίτι του. Με αυτόν τον τρόπο διέλυσε πλήρως την αγωνία του Ιωσήφ. Γιατί, λέει, όχι μόνο δεν είναι ένοχη για παράνομη συνεύρεση, αλλά έμεινε έγκυος με υπερφυσικό τρόπο. Γι’ αυτό δεν πρέπει απλώς να αποβάλεις τον φόβο, αλλά και να αισθάνεσαι μεγάλη χαρά· «διότι το γεννημένο μέσα της είναι από το Άγιο Πνεύμα».
Τα λόγια αυτά είναι παράδοξα, ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική και τους φυσικούς νόμους. Πώς όμως να τα πιστέψει ο άνθρωπος που τα ακούει για πρώτη φορά; Από όσα προηγήθηκαν, λέει, από όσα του αποκάλυψε ο άγγελος. Γι’ αυτό του φανέρωσε όσα συλλογίστηκε, όσα υπέφερε, όσα φοβήθηκε και όσα σκέφτηκε να κάνει, ώστε από αυτά να βεβαιωθεί και για το παρόν ζήτημα. Και δεν τον πείθει μόνο από τα περασμένα, αλλά και από τα μελλοντικά. «Θα γεννήσει δε», λέει, «υιό, και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού».
Μη νομίσεις λοιπόν ότι, επειδή γεννήθηκε από το Άγιο Πνεύμα, δεν έχεις καθήκον να του προσφέρεις τις υπηρεσίες σου ως οικογενειάρχης. Γιατί, αν και δεν συνέβαλες καθόλου στη γέννησή του και η Παρθένος έμεινε παρθένος, σου δίνω το δικαίωμα που ανήκει στον πατέρα και που δεν θίγει την παρθενία της, να δώσεις όνομα στο νεογέννητο. Εσύ λοιπόν θα του δώσεις το όνομα. Διότι, αν και δεν είναι παιδί σου, θα ενεργείς ως πατέρας του. Γι’ αυτό σου αναθέτω να του δώσεις το όνομα, για να σε συνδέσω αμέσως με το παιδί.
Άκουσε τώρα με πόση ακρίβεια τακτοποίησε και τα υπόλοιπα, ώστε να μη νομίσει κανείς ότι ο Ιωσήφ είναι πατέρας. «Θα γεννήσει», λέει, «υιό». Δεν είπε «θα σου γεννήσει», αλλά απλώς «θα γεννήσει», αφήνοντάς το αόριστο. Γιατί δεν θα γεννούσε για εκείνον, αλλά για ολόκληρη την οικουμένη.
Γι’ αυτό και ο άγγελος έφερε το όνομα από τους ουρανούς και με αυτή ακόμη την ενέργεια, δηλαδή με το ότι ο Θεός έστειλε από τους ουρανούς, μέσω του αγγέλου, το όνομα στον Ιωσήφ, έδειξε πως η εγκυμοσύνη οφείλεται σε θαύμα. Γιατί ούτε το ίδιο το όνομα ήταν κάτι ασήμαντο, αλλά αποτελεί θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών. Γι’ αυτό ο άγγελος το ερμηνεύει, γεννά καλές ελπίδες και βοηθά τον Ιωσήφ και με αυτόν τον τρόπο να συλλογιστεί. Επειδή συνήθως επηρεαζόμαστε από τέτοια πράγματα και γι’ αυτό πιστεύουμε ευκολότερα και με τη βοήθειά τους.
Αφού ενίσχυσε την πίστη του με όλα αυτά, με όσα αφορούσαν το παρελθόν, το μέλλον και το παρόν, καθώς και με την τιμή που του έκανε, παρουσιάζει και τον προφήτη την κατάλληλη στιγμή για να επικυρώσει όλα όσα ειπώθηκαν. Πριν όμως τον παρουσιάσει, προαναγγέλλει τα αγαθά που πρόκειται να κερδίσει η οικουμένη μέσω του Ιησού. Και ποια είναι αυτά; Η απαλλαγή από τις αμαρτίες και η κατάργησή τους. «Διότι αυτός», λέει, «θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες τους».
Με αυτά τα λόγια υποδηλώνεται και το θαύμα. Γιατί δεν υπόσχεται απαλλαγή από πολέμους ή από βαρβάρους, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο, την απαλλαγή από τις αμαρτίες. Αυτό δεν το κατόρθωσε ποτέ κανείς προηγουμένως. Αλλά γιατί, θα μπορούσε να πει κάποιος, είπε «τον λαό του» και δεν είπε όλους τους λαούς; Για να μη διστάσει ο ακροατής εκείνη τη στιγμή. Όμως για τον συνετό ακροατή η αναφορά αφορούσε όλους τους λαούς. Διότι λαός του δεν είναι μόνο οι Ιουδαίοι, αλλά και όλοι όσοι πιστεύουν και δέχονται τη διδασκαλία του.
Πρόσεξε πώς μας φανέρωσε την εξουσία του, χαρακτηρίζοντας ως λαό του τον Ιουδαϊκό λαό. Ο λόγος αυτός δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο παρά ότι ο γεννώμενος είναι Υιός του Θεού και ότι μιλά για Εκείνον ως βασιλέα των ουρανών. Γιατί κανείς άλλος, εκτός από τον Θεό, δεν έχει τη δύναμη να συγχωρεί αμαρτίες.





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ