Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (15)

«Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς· καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποί; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν; ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν λέγοντες· μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». (Λουκ. ΚΔ΄. 12-35). (Ε΄ ΕΩΘΙΝΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)


Κάποιοι λένε ότι ο ένας από τους δύο αυτούς ήταν ο Λουκάς, και γι’ αυτό έκρυψε το όνομά του. Αυτοί λοιπόν συνομιλούσαν μεταξύ τους για όλα όσα είχαν συμβεί, δηλαδή μιλούσαν μεταξύ τους για όλα εκείνα που έγιναν, όχι ως άνθρωποι που πιστεύουν, αλλά ως απορούντες, σαν να θαυμάζουν πράγματα παράδοξα και αδυνατώντας να δεχθούν εύκολα το ασυνήθιστο.
Ο δε Ιησούς, αφού τους πλησίασε, περπατούσε μαζί τους· διότι, επειδή το σώμα του είναι πνευματικό και θεϊκό, δεν εμποδιζόταν από την απόσταση του τόπου να είναι με όποιους ήθελε. Γι’ αυτό ούτε από τα χαρακτηριστικά του σώματος, όπως τότε φαινόταν ο Σωτήρας, μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Και ο Μάρκος λέει ότι φαινόταν με άλλη μορφή και με διαφορετικά χαρακτηριστικά· διότι πλέον δεν διέθετε το σώμα σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, αλλά υπερφυσικά και πνευματικά, και γι’ αυτό εμποδίζονταν να μην τον αναγνωρίσουν.
Γιατί όμως φανερώθηκε με άλλη μορφή και κρατούνταν τα μάτια τους ώστε να μην τον αναγνωρίσουν; Για να φανερωθεί όλη η διστακτική τους διάθεση, για να αποκαλυφθεί η πληγή και τότε να δεχθούν το φάρμακο, για να τους γίνει γλυκύς ύστερα από πολλή συναναστροφή, για να τους διδάξει από τον Μωυσή και τους Προφήτες και έπειτα να φανερωθεί, ώστε να πιστέψουν περισσότερο, ότι πλέον το σώμα του δεν είναι τέτοιο ώστε να φαίνεται απλώς σε όλους· αλλά, αν και αυτό που έπαθε αναστήθηκε, όμως φανερώνεται σε όσους θέλει, και από αυτό αποκτούν μεγάλο όφελος, να μην απορούν πλέον.
Πάλι, γιατί δεν συναναστρέφεται ανάμεσα στον λαό; Διότι η μετά την ανάστασή του ζωή δεν ήταν κοινή ούτε ανθρώπινη, αλλά θεϊκή· πράγμα που ήταν τύπος της μελλοντικής αναστάσεως, στην οποία πρόκειται να ζούμε ως άγγελοι και υιοί του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν κρατούνταν τα μάτια τους ώστε να μην τον αναγνωρίζουν, διότι φανερωνόταν σε όσους ήθελε.
Ο δε Κλεόπας τον ελέγχει, λέγοντας: «εσύ μόνος κατοικείς ως ξένος στην Ιερουσαλήμ;», δηλαδή μόνο εσύ από όσους κατοικούν στην Ιερουσαλήμ δεν έμαθες τα γεγονότα; Άλλοι πάλι το «κατοικείς ως ξένος» το κατάλαβαν έτσι: «εσύ μόνος κατοικείς έξω από τα όρια της Ιερουσαλήμ, τόσο ώστε να μην έμαθες όσα συνέβησαν σε αυτήν;». Βλέπε όμως πόσο μικρή αντίληψη είχαν για τον Κύριο, διότι τον αποκαλούσαν άνδρα προφήτη, όπως τον Ηλία ή τον Ιησού του Ναυή ή ακόμη και όπως τον Μωυσή, ισχυρό στα έργα και στον λόγο.
Πρώτα το έργο και έπειτα ο λόγος· διότι κανένας λόγος διδασκάλου δεν είναι βέβαιος, αν πρώτα δεν τον εφαρμόσει εκείνος που διδάσκει. Γίνε λοιπόν πρώτα ισχυρός στα έργα και έπειτα φρόντιζε να έχεις και λόγο· έτσι θα συνεργήσει και ο Θεός. Διότι πρώτα είναι η πράξη και έπειτα η θεωρία και η λάμψη. Αν δεν καθαρίσεις καλά τον καθρέφτη με κόπο και ιδρώτα, δεν μπορείς να δεις την ποθητή ομορφιά.
Διότι λέγει: «μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά» — αυτό ανήκει στα έργα — «διότι αυτοί θα δουν τον Θεό» — αυτό είναι το τέλος της θεωρίας. Πρέπει λοιπόν να είσαι δυνατός και στο έργο και στον λόγο ενώπιον του Θεού, και τότε και ενώπιον όλου του λαού. Διότι πρώτα πρέπει να αρέσεις στον Θεό και έπειτα να φροντίζεις, όσο είναι δυνατόν, να μην έχεις κατηγορία ούτε από τους ανθρώπους. Και να μην προτιμήσεις την ανθρωπαρέσκεια, αλλά τη θεοσέβεια. Να μη ζεις με τρόπο που προκαλεί σκάνδαλο στους πολλούς, αλλά να φροντίζεις και αυτό ύστερα από εκείνο που λέει και ο σοφός: να προνοείς τα καλά ενώπιον του Θεού και έπειτα και των ανθρώπων[1].
Με τον ίδιο τρόπο μιλά και ο Παύλος το ίδιο πράγμα. «Εμείς όμως ελπίζαμε», λένε, «ότι αυτός ήταν εκείνος που επρόκειτο να λυτρώσει τον Ισραήλ». Σαν να είχαν εξαπατηθεί στις ελπίδες τους, έτσι μιλούν· «κι εμείς πιστεύαμε ότι θα σώσει και άλλους, κι αυτός να που δεν έσωσε ούτε τον εαυτό του». Έτσι ήταν ασθενείς στην πίστη. Μόνο που δεν έλεγαν εκείνα που έλεγε και ο βλάσφημος ληστής πάνω στον σταυρό, ότι «άλλους έσωσε, και τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει». Γι’ αυτό και τους ονόμασε ανόητους και αργούς στο να πιστεύουν.
Τι σημαίνει όμως «να λυτρώσει τον Ισραήλ»; Το έχουμε πει: οι περισσότεροι από τον λαό πίστευαν ότι ο Χριστός επρόκειτο να τους λυτρώσει από τα δεινά και να τους ελευθερώσει από τον ζυγό της δουλείας των Ρωμαίων, και νόμιζαν ότι θα εγκαθιδρύσει επίγεια βασιλεία. Γι’ αυτό λένε ότι «εμείς ελπίζαμε πως θα λυτρώσει και τον Ισραήλ από τους εθνικούς Ρωμαίους», και όμως αυτός ούτε την άδικη απόφαση που τον καταδίκασε απέφυγε. Και όμως, σήμερα είναι κιόλας η τρίτη ημέρα, και κάποιες γυναίκες μας αναστάτωσαν, και τα λοιπά. Αυτά τα έλεγαν σαν να απορούσαν, και μου φαίνεται ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονταν σε μεγάλη αμφιβολία, ούτε τόσο πίστευαν, ούτε εντελώς απιστούσαν. Διότι το να πουν «ελπίζαμε ότι αυτός είναι που θα λυτρώσει τον Ισραήλ» δείχνει απιστία· ενώ το να λένε «σήμερα είναι η τρίτη ημέρα» δείχνει ανθρώπους που βρίσκονται κοντά στο να θυμηθούν ότι τους είχε πει πως την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.
Ομοίως και το «μας αναστάτωσαν» αυτό φανερώνει, δηλαδή ότι η απιστία τους κλονιζόταν. Συνολικά, αν εξετάσει κανείς τα λόγια τους, είναι ανθρώπινα, γεμάτα δισταγμό, σαν να απορούν και να βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο θαυμαστό γεγονός της αναστάσεως. «Πήγαν», λένε, «μερικοί από εκείνους που ήταν μαζί μας» — ή εννοεί μόνο τον Πέτρο ή τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Και από εδώ γίνεται φανερό ότι όσα κάποιοι τα διηγούνται αναλυτικά, άλλοι τα λένε σύντομα και συνοπτικά. Όπως λοιπόν και τη μετάβαση του Πέτρου και του Ιωάννη στο μνήμα, ο μεν Ιωάννης την διηγήθηκε πιο εκτενώς, ενώ αυτός, θυμούμενος λίγα, τα ανέφερε χωρίς ονόματα.
Επειδή λοιπόν είχαν ανθρώπινες αντιλήψεις και υπέφεραν από πολύ δισταγμό, τους ονομάζει ανόητους και αργούς στο να πιστεύουν σε όλα όσα είπαν οι Προφήτες· διότι πρέπει να πιστεύουν και μερικώς και συνολικά. Όπως όταν κάποιος ελπίζει ότι ο Χριστός θα είναι για σωτηρία λαού και όχι για σωτηρία ψυχών, αλλά για να αποκαταστήσει το γένος των Εβραίων και να τους λυτρώσει, αυτός δεν πιστεύει όσο πρέπει. Και πάλι, αν πιστεύει στον Δαβίδ που λέει[2] «τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου» και τα λοιπά που προφητεύει για τον σταυρό και τα σχετικά με τον σταυρό στο πρόσωπο του Κυρίου, και δέχεται όσα αφορούν το πάθος, αλλά όσα αφορούν την ανάσταση δεν τα υπολογίζει, όπως «δεν θα δώσεις στον όσιό σου να δει φθορά», και «δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη», και «ελεύθερος ανάμεσα στους νεκρούς», και «αυτός που εξάγει τους δεσμώτες και όσους κατοικούν στους τάφους», και τα παρόμοια, τότε δεν έχει τέλεια πίστη αλλά μερική.
Πρέπει όμως να πιστεύει κανείς στους Προφήτες σε όλα όσα είπαν, και για τις ατιμίες και για τη δόξα. Διότι έπρεπε να πάθει ο Χριστός — αυτό είναι της ατιμίας — αλλά και να εισέλθει στη δόξα του — αυτό είναι το ένδοξο. Εσείς όμως είστε τόσο ανόητοι[3], ώστε ενώ ακούτε τον Ησαΐα που μιλά και για τα δύο, και ότι «οδηγήθηκε στη σφαγή» και ότι «ο Κύριος θέλει να του δείξει φως», εκείνα μεν τα δέχεστε, αυτά δε τα περιφρονείτε. Και ότι μεν πληγώθηκε, το πιστεύετε· ότι όμως ο Κύριος θέλει να τον καθαρίσει από την πληγή, δεν το συλλογίζεστε. Ωστόσο, αυτό που λέει «είστε ανόητοι» σημαίνει «βραδείς»· διότι αν ήταν πραγματικά ανόητοι, δεν θα τους μιλούσε καθόλου.
Επειδή λοιπόν είστε βραδείς, εγώ θα ενισχύσω τη διάνοιά σας και θα την κάνω να κατανοεί αμέσως, να αντιλαμβάνεται με οξύτητα. Γι’ αυτό και, αρχίζοντας από τον Μωυσή και από όλους τους Προφήτες, τους εξηγούσε όσα ο Μωυσής και οι Προφήτες προφήτευσαν για εκείνον. Τότε τους αποκάλυψε το μυστήριο της θυσίας του Αβραάμ[4], ότι ενώ ο Ισαάκ αφέθηκε, θυσιάστηκε κριάρι αντί γι’ αυτόν. Αυτά προτύπωναν τον Κύριο. Όπως και ο ίδιος ο Κύριος λέει ότι ο Αβραάμ είδε την ημέρα του και χάρηκε. Και «ιδείτε την ζωή ημών κρεμαμένη», πράγμα που δηλώνει και τη σταύρωση με το «κρεμαμένη», και την ανάσταση με το «ζωή». Και στις λοιπές προφητείες βρίσκονται διάσπαρτα τα σχετικά με την ανάσταση και τον σταυρό, ιδίως στις πιο εμφανείς, και μπορεί κανείς να τα διακρίνει από εκεί.
Σκέψου ακόμη πως μέσα από την κακοπάθεια, δηλαδή ύστερα από την κακοπάθεια, έρχεται η δόξα. Προσποιείται ότι θέλει να προχωρήσει πιο πέρα, κατά τον ανθρώπινο τρόπο· όταν όμως τον παρακάλεσαν, τότε άνοιξαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Δηλώνει και κάτι άλλο: ότι εκείνοι που μεταλαμβάνουν από τον ευλογημένο Άρτο, ανοίγονται τα μάτια τους και τον γνωρίζουν, διότι μεγάλη και ανεκδιήγητη δύναμη έχει η σάρκα του Κυρίου. Και έγινε άφαντος από αυτούς, επειδή δεν είχε πλέον τέτοιο σώμα ώστε να συναναστρέφεται για πολύ σωματικά μαζί τους. Και επίσης για να αυξήσει περισσότερο τον πόθο τους· διότι χάρηκαν τόσο πολύ, ώστε την ίδια ώρα σηκώθηκαν και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.
Και όχι ότι έφτασαν την ίδια εκείνη ώρα στην Ιερουσαλήμ· σηκώθηκαν μεν εκείνη την ώρα, όμως επέστρεψαν μετά από αρκετές ώρες, όσες χρειάζονταν για να διανύσουν τα εξήντα στάδια[5], κατά τη διάρκεια των οποίων βεβαίως φανερώθηκε και στον Σίμωνα ο Δεσπότης, ενώ εκείνοι βρίσκονταν στον δρόμο της επιστροφής. Και η καρδιά τους καιγόταν είτε από τη φωτιά των θείων λόγων του Κυρίου, επειδή τους εξηγούσε και θερμαίνονταν και πίστευαν ότι αυτά που λέγονταν είναι αληθινά, είτε επειδή, καθώς εξηγούσε τις Γραφές, χτυπούσε μέσα η καρδιά τους και έλεγαν ότι αυτός που μας εξηγεί τις Γραφές, αυτός είναι ο Κύριος.

 


[1] Παροιμ. γ΄

[2] Ψαλμ. κα΄, ιε΄, ξζ΄, πζ΄.

[3] Ησ. νγ΄

[4] Γεν. κβ΄, Ιωάν. η΄, Δευτ. κη΄.

[5] σ.σ:  Τα «εξήντα στάδια» είναι αρχαία μονάδα μήκους. Ένα στάδιο αντιστοιχεί περίπου σε 185 μέτρα.Αν το υπολογίσουμε, 60 στάδια είναι περίπου 11 χιλιόμετρα.

 


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ