Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (13)

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Το σχήμα αυτού του κόσμου παρέρχεται», αλλά «εκείνος που πράττει το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Κορ. 7,31· Α΄ Ιω. 2,17). Κάποια πράγματα παρέρχονται, ενώ άλλα παραμένουν. Η αποκαλυπτική εικόνα περιγράφει τη φωτιά που πλάθει και καθαρίζει την ύλη, αλλά πρόκειται για το πέρασμα ενός ορίου. Για ένα χάσμα. Η «έσχατη ημέρα» δεν γίνεται ένα «χθες» ούτε θα έχει ένα «αύριο», επειδή δεν ανήκει στη σειρά των άλλων ημερών. Το χέρι του Θεού παίρνει τον κύκλο του φαινομενικού χρόνου και τον τοποθετεί σε μια ανώτερη τροχιά. Αυτή η «ημέρα» δεν ανήκει στον ιστορικό χρόνο, αλλά απλώς τον διακόπτει· δεν είναι καταχωρημένη στα ημερολόγιά μας, διότι δεν μπορεί να προβλεφθεί. «Μία ημέρα ενώπιον του Κυρίου είναι ως χίλια έτη», πράγμα που σημαίνει ότι οι μονάδες μέτρησης, καθώς και οι καταστάσεις που αντιστοιχούν σε αυτές, είναι ασύγκριτες. Ο υπερβατικός χαρακτήρας του τέλους το καθιστά αντικείμενο αποκαλύψεως και πίστεως.


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Παρουσία θα φανερώσει σε όλους την αστραπιαία επιστροφή του Χριστού εν δόξη. Αλλά δεν θα γίνει αντιληπτή μέσα στην ιστορία, παρά πέρα από την ιστορία, πράγμα που προϋποθέτει τη μετάβαση σε έναν άλλο αιώνα: «πάντες αλλαγησόμεθα» (Α΄ Κορ. 15,51)· «έπειτα εμείς οι ζώντες θα αρπαχθούμε [...] μέσα σε νεφέλες, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα» (Α΄ Θεσ. 4,17).
Κατά τον άγιο Παύλο, ο Θεός ενεργοποιεί τις σπερματικές δυνάμεις της φύσεως: «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» (Α΄ Κορ. 15,44), ενδεδυμένο με αθανασία κατά την εικόνα του επουρανίου· «όλοι θα εξέλθουν όταν ακούσουν τη φωνή Του».
Τα εσχατολογικά κείμενα έχουν μια τέτοια συμβολική πυκνότητα, ώστε κάθε απλοποίηση και, ακόμη περισσότερο, κάθε κυριολεκτική ανάγνωση καθίσταται αδύνατη. Ο ανεπαρκής λόγος αντικαθίσταται από εικόνες μιας διάστασης που υπερβαίνει αυτόν τον κόσμο. Το ακριβές νόημα μάς διαφεύγει ολοκληρωτικά, προσκαλώντας μας να «τιμούμε με σιωπή» την πραγματικότητα για την οποία γίνεται λόγος:

«εκείνα που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και δεν ανέβηκαν στην καρδιά ανθρώπου, αυτά ετοίμασε ο Θεός για όσους Τον αγαπούν» (Α΄ Κορ. 2,9).

Η ανάσταση είναι μια τελική υπερ-αποκάλυψη. Το χέρι του Θεού αρπάζει το θήραμα και το ανυψώνει σε μια άγνωστη διάσταση. Μπορεί κανείς μόνο να πει ότι το πνεύμα ανακτά την πληρότητα της ανθρώπινης υπάρξεως: ψυχή και σώμα διατηρούνται μέσα στην ακεραιότητα της μοναδικότητάς τους. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλά για τη «σφραγίδα», για το «αποτύπωμα» της σωματικής μορφής, το οποίο, χάρη στις δυνάμεις της ψυχής, θα καταστήσει το πρόσωπο αναγνωρίσιμο.
Το σώμα θα μοιάζει με το αναστημένο Σώμα του Χριστού· δεν θα έχει πλέον βάρος και θα είναι διαφανές. Η απωστική ενέργεια, που καθιστά τα πάντα αδιαφανή και αδιαπέραστα, θα αντικατασταθεί από μια καθαρά ελκτική ενέργεια, η οποία θα επιτρέπει την αλληλοδιείσδυση του μέρους και του όλου.


Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ / ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Πάνω στον Σταυρό ο Ιησούς είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Μόνο ο ασθενής δεν γνωρίζει τι κάνει και συμπεριφέρεται όπως ένας παράφρονας που ούτε βλέπει ούτε ακούει.
Υπό το φως της Αγίας Γραφής, η σωτηρία δεν είναι νομική πράξη και δεν μοιάζει με ετυμηγορία δικαστηρίου. Στα εβραϊκά, η σωτηρία (yéshà) σημαίνει πλήρη απελευθέρωση· στα ελληνικά, το επίθετο αντιστοιχεί στο λατινικό sanus και δηλώνει την αποκατάσταση της υγείας. Η φράση «η πίστη σου σε έσωσε» είναι συνώνυμη με τη φράση «η πίστη σου σε θεράπευσε». Γι’ αυτό το μυστήριο της εξομολογήσεως νοείται ως «νοσοκομείο», ενώ η Θεία Ευχαριστία είναι, κατά τον άγιο Ιγνάτιο, «φάρμακο αθανασίας».
Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (692) διευκρινίζει:

«Εκείνοι που έλαβαν από τον Θεό την εξουσία να δένουν και να λύνουν πρέπει να ενεργούν ως έμπειροι ιατροί, οι οποίοι γνωρίζουν να βρίσκουν το κατάλληλο φάρμακο για κάθε ασθενή και για κάθε σφάλμα του», διότι «η αμαρτία είναι ασθένεια του πνεύματος». Στην πατερική θεώρηση, ο Σωτήρας Ιησούς είναι ο «Θείος Ιατρός», η «πηγή της υγείας», Εκείνος που λέγει:

«Δεν έχουν ανάγκη από ιατρό οι υγιείς, αλλά οι ασθενείς» (Λουκ. 5,31).

Ο αμαρτωλός είναι ένας ασθενής που αγνοεί τη θανατηφόρα φύση της καταστάσεώς του. Η σωτηρία του θα μπορούσε να περιγραφεί ως η εξάλειψη του φθοροποιού μικροβίου και ως η αποκάλυψη του φωτός του Χριστού, πράγμα που ισοδυναμεί με επιστροφή στην κανονική κατάσταση της φύσεως, στην κατάσταση της οντολογικής υγείας.


 

  ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ













 


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (2)

5. Η ζωή του σώματος. Τα όργανα και οι ανάγκες του σώματος. Η φροντίδα για το σώμα

Πόσα ερωτήματα σου προκάλεσαν τα δυο προηγούμενα γράμματα μου! Αποδεικνύεται έτσι πως είσαι μια μαθήτρια εύστροφη, επιμελής και δεκτική, πράγμα που εγγυάται την επιτυχία σου. Από δω κι εμπρός θα σου γράφω με μεγαλύτερη προθυμία. Δεν θα σου απαντήσω, όμως, σε όλα από τώρα. Αυτή τη φορά θ’ ασχοληθώ με το ζήτημα που σε απασχολεί περισσότερο. Γράφεις: «Όσα λέτε για τις πλευρές, τις δυνάμεις και τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσεως, με οδηγούν στο εσωτερικό του εαυτού μου. Κοιτάω, λοιπόν, μέσα μου. Κάτι βλέπω, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού μου κόσμου είναι άλλοτε συγκεχυμένο και δυσδιάκριτο, άλλοτε εντελώς αόρατο και απρόσιτο.» Θα ’θελα πολύ να μάθω για την πνευματική, τη διανοητική και τη σωματική πλευρά του ανθρώπου, τις ανάγκες καθεμιάς και τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιούνται αυτές οι ανάγκες. Θέλω πολύ να κρατήσω τον εαυτό μου στο επίπεδο της ανθρώπινης αξίας, της πραγματικής ανθρώπινης αξίας, έτσι όπως την καθόρισε ο Δημιουργός».
Θαυμάσια! Έφτασες στις απαρχές της ζωής μας. Η εξέταση τους θα είναι το αντικείμενο της συζητήσεως μας από δω και πέρα. Γιατί δεν θα μπορούσε, βέβαια, ο άνθρωπος να ζει διαφορετικά, παρά μόνο με τον τρόπο που καθορίστηκε κατά τη δημιουργία του, με τον τρόπο που ταιριάζει στη φύση του. Εφ’ όσον, λοιπόν, αποδεχθούμε κάποιες λογικές και αναμφισβήτητες αρχές ως προς τη φύση και τη συγκρότηση του ανθρώπου, τότε θα έχουμε ασφαλή δεδομένα για το πως οφείλει να ζει.
Νομίζω ότι πολλοί δεν ζουν τη ζωή που πρέπει, γιατί πιστεύουν πως οι κανόνες της δεν απορρέουν από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, αλλά έχουν επιβληθεί από εξωτερικούς παράγοντες. Γι’ αυτό τους απορρίπτουν και τους παραβαίνουν. Αλλά δεν έχουν δίκιο. Άκουσε με προσεκτικά.
Το σώμα αποτελείται από διάφορα όργανα. Κάθε όργανο εκπληρώνει μιαν  αποστολή αναγκαία για τη ζωή του σώματος. Υπάρχουν τρία κύρια συστήματα:
1) Το θρεπτικό συντηρητικό σύστημα. Περιλαμβάνει πέντε υποσυστήματα: το πεπτικό, το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό, το λεμφικό και το ενδοκρινικό. Η λειτουργία όλων αυτών των συστημάτων αποσκοπεί στη συντήρηση του σώματος.
2) Το μυοσκελετικό σύστημα. Η λειτουργία του εξασφαλίζει την εσωτερική κίνηση των οργάνων και την εξωτερική κίνηση των μελών του σώματος.
3) Το νευρικό σύστημα. Αποτελείται από τον εγκέφαλο, τον νωτιαίο μυελό, τα γάγγλια και τα νεύρα, που διαπερνούν ολόκληρο το σώμα. Η λειτουργία τους καθορίζει τις κινήσεις και τις αισθήσεις του σώματος.
Όταν η λειτουργία και η αλληλεξάρτηση των παραπάνω τριών συστημάτων είναι ομαλή, τότε το σώμα είναι υγιές και η ζωή δεν κινδυνεύει. Όταν όμως, η ομαλότητα αυτή διαταράσσεται, τότε το σώμα αρρωσταίνει και η ζωή διατρέχει κίνδυνο.
Κάθε σύστημα έχει τις δικές του ειδικές ανάγκες, που απαιτούν πιεστικά ικανοποίηση. Οι ανάγκες του θρεπτικού-συντηρητικού συστήματος είναι η τροφή, το νερό, ο αέρας και ο ύπνος. Η ανάγκη του μυοσκελετικού συστήματος είναι η τάση των μυών. Αυτό το αισθανόμαστε όταν μένουμε ακίνητοι για μεγάλο διάστημα: Αμέσως μετά γεννιέται η ανάγκη της κινήσεως, που μας ωθεί να περπατήσουμε ή να κάνουμε κάποια εργασία. Η ανάγκη, τέλος, του νευρικού συστήματος είναι η, μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια, διέγερση των νεύρων όλου του σώματος, και ειδικά των πέντε αισθήσεών του, με τις οποίες ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Όλα αυτά, όπως βλέπεις, έχουν να κάνουν με το σώμα. Με την ψυχή φαίνονται άσχετα. Και όμως, λόγω της στενής συνάφειας τους, όλες οι ανάγκες του σώματος θεωρούνται ανάγκες και της ψυχής. Γι’ αυτό λέμε – η ψυχή μας το λέει, όχι το σώμα – «Θέλω να φάω, να πιώ, να κοιμηθώ», «Χρειάζομαι κίνηση, περπάτημα, δουλειά», ‘»Θέλω να δω, ν’ ακούσω», κ.λπ. Η ψυχή, έχοντας οικειοποιηθεί τις ανάγκες του σώματος, θεωρεί την ικανοποίηση τους δική της υπόθεση, κι έτσι ενδιαφέρεται για φαγητό, ύπνο, ενδυμασία, κατάλυμα και άλλα παρόμοια. Με κάθε πρόσφορο τρόπο, λοιπόν, η ψυχή φροντίζει για την άνεση του σώματος, ώστε να μην την ενοχλεί με τις διάφορες απαιτήσεις του.
Τα τρία συστήματα που ανέφερα, συνιστούν τη σωματική πλευρά του ανθρώπου και της ζωής του. Και στην πλευρά αυτή, ωστόσο, δεν είναι το καθετί αποκλειστικά σωματικό, δηλαδή σαρκικό και αισθητηριακό. Μόνο το θρεπτικό σύστημα αφορά καθαρά το σώμα, μολονότι κι αυτό ακόμα έχει προσαρμόσει τη λειτουργία του, έτσι ώστε να υπηρετεί ψυχικές ανάγκες.
Τα όργανα της κίνησης και της αφής υπηρετούν περισσότερο την ψυχή παρά το σώμα. Και το όργανο του λόγου, που βρίσκεται έξω από το συγκρότημα των άλλων οργάνων, υπηρετεί αποκλειστικά την ψυχή.
Η ζωή του ανθρώπου είναι αυτονόητα μονόπλευρη, και επομένως αφύσικη, όταν αυτός έχει ως κύριο σκοπό του και πρωταρχικό μέλημα του, την ικανοποίηση των φυσικών αναγκών του σώματος, παραμελώντας τις ανάγκες του πνεύματος, για τις οποίες δεν μιλήσαμε ακόμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, κάθε φυσική ανάγκη διακλαδίζεται σ’ ένα πλήθος επιμέρους αναγκών, που εδραιώνονται με τη συνήθεια, εμφανίζοντας συνάμα μια τάση εξευρέσεως ποικίλων τρόπων και μέσων ικανοποίησης των αναγκών αυτών. Πάρε για παράδειγμα το φαγητό, ή το ποτό, ή την ενδυμασία. Τι πιο βασικά απ’ αυτά τα πράγματα! Βλέπουμε, λοιπόν, ότι δεν είμαστε ελεύθεροι, γιατί ακατάπαυστα τρέχουμε πίσω από ανάγκες, ζητώντας την ικανοποίηση τους. Και μαζί μ’ εμάς, αναρίθμητοι άλλοι κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Το πνεύμα των ανθρώπων, που ζουν έτσι, αναπόφευκτα λιμοκτονεί, αν δεν έχει ολότελα νεκρωθεί, αδρανήσει και βυθιστεί στην ηδυπάθεια.
Σκέψου τα όλα αυτά, αν θέλεις. Στο επόμενο γράμμα μου θα μιλήσουμε για το νου.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Γιατί επιδιώκουμε την ενότητα των Χριστιανών; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δίνει την απάντηση

 

  • 9 Ιουνίου 2026

Μπορεί ίσως να φανεί αυτονόητος ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία επιδιώκει τον διάλογο με Χριστιανούς άλλων δογμάτων και εργάζεται για την ενότητα όλων εκείνων που πιστεύουν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος δεήθηκε «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν· καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιω. ιζ’, 21).

Ωστόσο, εύλογα τίθενται και άλλα ερωτήματα: Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτή η ενότητα; Γιατί είναι σημαντικό οι πιστοί να είναι «πάντες ἓν»; Και ποιοι θα είναι οι καρποί μιας τέτοιας ενότητας; Στις 9 Μαΐου 2026, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος έδωσε σε αυτά και σε άλλα σχετικά ζητήματα, τις κατάλληλες απαντήσεις, κατά τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Πνεύματος στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκλογή του Πάπα της Ρώμης, Λέοντος ΙΔ΄.

Η Α.Θ. Παναγιότης επεσήμανε την πρόοδο που σημειώθηκε κατά το τελευταίο έτος αναφορικά με την εκκλησιαστική ενότητα, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορικής επίσκεψης του Πάπα Λέοντος στο Φανάρι: «Αναλογιζόμενοι το έτος που πέρασε, δεν μπορούμε παρά να ευχαριστήσουμε τον Θεό για την ολοένα και βαθύτερη προσέγγιση των δύο αδελφών Εκκλησιών μας, της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η πρόοδος αυτή προς την ενότητα δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή ή μια πολυτέλεια, είναι στην πραγματικότητα «αμετάκλητη»: «Η αμετάκλητη αυτή πορεία, η οποία άρχισε το 1964 με την προφητική συνάντηση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, έχει διαμορφώσει καθοριστικά την πορεία της συμφιλιώσεως, την οποία εξακολουθούμε να διανύουμε με ελπίδα, εμπιστοσύνη και καρτερία στον Θεό. Οι πολυάριθμοι σταθμοί που έθεσαν οι προκάτοχοί μας σε αυτή την οδό της αγάπης και της αλήθειας καλλιέργησαν μια ζώσα συνείδηση κοινής κλήσεως και κοινού προορισμού, η οποία εξακολουθεί να στηρίζει και να εμπνέει τον διάλογό μας μέχρι σήμερα».

Ο Παναγιώτατος επισήμανε ότι η επίσκεψη του Πάπα «σημαδεύτηκε από μια βαθιά διπλή επέτειο: τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και τη θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου». Και προχωρώντας ακόμη περισσότερο, ανέδειξε τη βαθύτερη σημασία της επίσκεψης αυτής: «Το γεγονός αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα για το οικουμενικό μας προσκύνημα: ποια μπορεί να είναι η σημασία ενός τέτοιου γεγονότος για την κοινή μας πορεία;»

Η Α.Θ. Παναγιότης εξήγησε ότι «χρησιμοποιούμε συνειδητά τον όρο “προσκύνημα”, διότι μέσω ενός προσκυνήματος στα Ιεροσόλυμα ανανεώθηκαν οι δεσμοί μας· μέσω ενός προσκυνήματος μεταβήκαμε μαζί στη Νίκαια, το σημερινό Ιζνίκ, για να ομολογήσουμε την πίστη της Εκκλησίας “ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ”. Το προσκύνημα αυτό», συνέχισε, «αποτελεί μια στιγμή βαθιάς εκκλησιαστικής και πνευματικής σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επιστρέφοντας μαζί στην ίδια την πηγή της κοινής μας πίστεως, στην ομολογία ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, μαρτυρούμε μια ενότητα η οποία, αν και τραυματίστηκε μέσα στην ιστορία, ουδέποτε χάθηκε ολοκληρωτικά».

Η ενότητα που χαρακτήριζε την αρχαία Εκκλησία μπορεί, επομένως, να αποτελέσει το θεμέλιο για μια μελλοντική συμφιλίωση. «Αυτή η κοινή ανάμνηση», συνέχισε η Α.Θ. Παναγιότης, «δεν αποτελεί απλώς μια πράξη ιστορικής ευλαβείας, αλλά μια βαθιά θεολογική διακήρυξη ότι το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας παραμένει ένας ζωντανός δεσμός κοινωνίας, καλώντας τις δύο Εκκλησίες να ανακαλύψουν εκ νέου η μία την άλλη μέσα από μια αλήθεια που ήδη μοιράζονται». Υπό αυτή την έννοια, η Νίκαια «δεν είναι μόνο μια ανάμνηση, αλλά και ένας ορίζοντας· ένα σημείο πνευματικού προσανατολισμού, από το οποίο μπορούμε να διακρίνουμε εκ νέου την πορεία προς την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας». Έρχεται να αποδείξει ότι «η συμφιλίωση δεν είναι ένα αφηρημένο ιδανικό, αλλά μια ζώσα κλήση που έχει ανατεθεί στις Εκκλησίες, ώστε η ενότητά τους να καταστεί αξιόπιστη μαρτυρία της αλήθειας και της αγάπης που απεκαλύφθησαν εν Χριστώ».

Εξετάζοντας στη συνέχεια το ερώτημα ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της εκκλησιαστικής ενότητας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επικαλέστηκε την κοινή διακήρυξη που εξέδωσε με τον Πάπα Λέοντα: «Επιτρέψτε μας να επαναλάβουμε όσα διακηρύξαμε από κοινού: “Ο στόχος της χριστιανικής ενότητας περιλαμβάνει και την οικοδόμηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Από κοινού υψώνουμε με θέρμη τη φωνή μας, ζητώντας από τον Θεό το δώρο της ειρήνης για τον κόσμο μας. Δυστυχώς, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων. Απευθύνουμε επομένως έκκληση σε όσους ασκούν πολιτική και δημόσια εξουσία να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε να τερματιστεί άμεσα η τραγωδία του πολέμου, και καλούμε όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως να στηρίξουν την έκκλησή μας αυτή”».

Κατά συνέπεια, «η επιδίωξη της χριστιανικής ενότητας δεν αφορά μόνο την εσωτερική ζωή των Εκκλησιών, αλλά έχει σαφή αναφορά στον κόσμο· αποτελεί μια αποστολή για τη ζωή του κόσμου. Συντελεί ουσιαστικά στη συμφιλίωση των λαών, στην υπέρβαση των διαιρέσεων και στον τερματισμό της βίας. Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις εξακολουθούν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα, αυτή η κοινή έκκληση αντηχεί ως ένα ηθικό και πνευματικό προσκλητήριο προς τους ηγέτες, τις κοινότητες και προς όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως, ώστε να εργαστούν ακούραστα για να τερματιστεί η τραγωδία του πολέμου».

Η Α.Θ. Παναγιότης υπογράμμισε επίσης ότι «όσο περισσότερο οι Εκκλησίες πλησιάζουν η μία την άλλη μέσα στην αλήθεια και την αγάπη, τόσο πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική καθίσταται η μαρτυρία τους υπέρ της ειρήνης. Κατά συνέπεια, η ενότητα δεν αποτελεί μόνο μια εκκλησιαστική ελπίδα, αλλά και μια οδό προς τη μεταμόρφωση του κόσμου, όπου η ειρήνη δεν είναι απλώς η απουσία συγκρούσεων, αλλά ο καρπός της κοινωνίας, της δικαιοσύνης και της χάριτος του Θεού που ενεργεί στις ανθρώπινες καρδιές».

Έχοντας ως οδηγό έναν τέτοιο υψηλό στόχο, συμπορευόμαστε με την Α.Θ. Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίο στην προσπάθεια για ενότητα και ειρήνη και αγωνιζόμαστε να κάνουμε πράξη το προφητικό του κάλεσμα για μια υπέρβαση των διαιρέσεων σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής


ΠΗΓΗ: https://orthodoxobserver.org/el/why-seek-unity-among-christians-ecumenical-patriarch-bartholomew-explains/

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (12)

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Η σιωπή των νεκρών βαραίνει τους ζωντανούς. Από την άλλη πλευρά, μετά τον Χριστό, ο θάνατος εκχριστιανίζεται· δεν είναι πλέον ένας εισβολέας, αλλά ο μεγάλος μυσταγωγός. «Κυρίαρχος των φόβων», όπως λέγει ο Ιώβ, ο θάνατος σταματά τις βεβηλώσεις και την λήθη, που μας χτυπούν ως ένα μη αναστρέψιμο γεγονός. Δεν υπάρχει από μόνος του, διότι δεν είναι η ζωή ένα φαινόμενο του θανάτου, αλλά ο θάνατος είναι ένα προσωρινό φαινόμενο της ζωής. Όπως η άρνηση έπεται της καταφάσεως, έτσι και ο θάνατος είναι ένα δευτερεύον φαινόμενο, παρασιτικό εκ φύσεως.
Μετά τη διάρρηξη της αρχικής ισορροπίας, ο θάνατος γίνεται το «φυσικό» πεπρωμένο των «θνητών» (αν και αντιτίθεται στη φύση), προκαλώντας έτσι την αγωνία όσων πεθαίνουν. Το μέγεθος του κακού υπολογίζεται από τη δύναμη του αντιδότου. Η πληγή είναι τόσο βαθιά και το κακό τόσο δηλητηριώδες, ώστε απαιτεί μια αληθινά θεία θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει την τραγωδία του θανάτου του Θεού και, κατά συνέπεια, και τη δική μας διέλευση μέσα από την κάθαρση του θανάτου. Η Ενανθρώπηση του Λόγου προαναγγέλλει ήδη την Ανάσταση. Ο Λόγος ενώνεται με τη «νεκρή» φύση για να τη θεραπεύσει και να της δώσει ζωή. «Έλαβε σώμα θνητό, ώστε, πάσχοντας ο ίδιος μέσα σε αυτό το σώμα, να καταστρέψει τον άρχοντα του θανάτου». «Πλησίασε τον θάνατο γνωρίζοντας την κατάσταση του άψυχου σώματος, για να δώσει στη φύση την απαρχή της αναστάσεως». Κατέστρεψε «τη δύναμη της θνητότητας». Η Βίβλος δεν μιλά ποτέ για μια φυσική θνητότητα. Η ανάσταση που μνημονεύεται στα Ευαγγέλια δεν είναι καθόλου η απλή επιβίωση της ψυχής, αλλά η διείσδυση των ζωοποιών ενεργειών του θείου Πνεύματος στο σύνολο της ανθρώπινης υπάρξεως. Το Σύμβολο της Πίστεως ομολογεί: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» και πιστεύω στη «ζωή του μέλλοντος αιώνος». Οι άγιοι βιώνουν τον θάνατο με χαρά, ευφραινόμενοι στη σκέψη της γεννήσεώς τους στον κόσμο του Θεού. Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ μετέδιδε την τέχνη του «ευτυχισμένου θανάτου». Γι’ αυτό απηύθυνε σε όλους τον πασχάλιο χαιρετισμό: «Χαρά μου, Χριστός Ανέστη». Κάτω από την κυριαρχία της ζωής, ο θάνατος είναι ανύπαρκτος.
Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο θάνατος είναι κάτι αγαθό, όπως και σε αυτή την εκπληκτική διατύπωση του αγίου Παύλου: «είτε ζωή είτε θάνατος... τα πάντα είναι δικά σας» (Α΄ Κορ. 3,22), διότι και τα δύο είναι εξίσου δώρα του Θεού προς τον άνθρωπο. 
Ο Διάδοχος Φωτικής σημειώνει ότι οι ασθένειες παίρνουν τη θέση του μαρτυρίου. Όταν, ευρισκόμενος ενώπιον του δημίου που ενσαρκώνει τον θάνατο, ο άνθρωπος μπορεί να αποκαλέσει τον θάνατο «αδελφό μας» και, απαγγέλλοντας το Σύμβολο της Πίστεως, να βιώσει εκ των προτέρων τη βεβαιότητα ότι πέρασε από τον θάνατο στη ζωή. Οι μεγάλοι πνευματικοί άνθρωποι κοιμούνταν μέσα σε φέρετρο σαν σε νυφικό κρεβάτι και μαρτυρούσαν μια αδελφική οικειότητα με τον θάνατο, ο οποίος δεν ήταν γι’ αυτούς παρά ένα τελευταίο πασχάλιο πέρασμα. Αν η πλατωνική σοφία διδάσκει την τέχνη του να πεθαίνεις, μόνο η χριστιανική πίστη δείχνει πώς να πεθαίνεις μέσα στην ανάσταση. Πράγματι, ο θάνατος ανήκει στον χρόνο και επομένως βρίσκεται πίσω μας· μπροστά μας βρίσκεται εκείνο που ήδη ζήσαμε διά του Βαπτίσματος, τη «μικρή ανάσταση», και διά της Ευχαριστίας, την αιώνια ζωή. «Όποιος ακούει τον λόγο μου [...] έχει ζωή αιώνια και σε κρίση δεν έρχεται, αλλά έχει μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5,24-25· πρβλ. Κολ. 2,12).
Στη λειτουργική γλώσσα ο θάνατος ονομάζεται «κοίμηση». Ένα μέρος της ανθρώπινης υπάρξεως κοιμάται — πρόκειται για τις ψυχικές δυνάμεις που συνδέονται με το σώμα — ενώ ένα άλλο μέρος, οι ψυχικές δυνάμεις που συνδέονται με το πνεύμα, παραμένει συνειδητό. Πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διατηρούν πλήρη συνείδηση. Περνώντας μέσα από τον θάνατο, η ζωή συνεχίζεται, γεγονός που δικαιολογεί τη λειτουργική προσευχή για τους κεκοιμημένους. Οι προσευχές των ζωντανών, οι ακολουθίες της Εκκλησίας και η μεσιτευτική διακονία των αγγέλων συνεχίζουν το σωτηριώδες έργο του Κυρίου. Δεν είναι τόσο το σφάλμα που διορθώνεται, όσο η φύση που αποκαθίσταται, ανακτώντας την ακεραιότητα και την «υγεία» που είχε στους κόλπους της Βασιλείας. Έτσι εξηγείται η γνωστή εικόνα της διελεύσεως των νεκρών μέσα από τα «τελώνια», κατά την οποία οι δαίμονες λαμβάνουν ό,τι τους ανήκει και η ελευθερωμένη ψυχή φθάνει στον Χριστό. Δεν πρόκειται για βασανιστήρια και φλόγες, αλλά για κάθαρση των ρύπων που παραμορφώνουν την ψυχή. Στα εβραϊκά, η λέξη «αιωνιότητα» προέρχεται από το ρήμα alam, που σημαίνει «κρύβω». Ο Θεός έχει περιβάλει με σκοτάδι το πεπρωμένο πέρα από τον τάφο και κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει το θείο μυστικό. Ωστόσο, η πατερική σκέψη διακηρύσσει σαφώς ότι ο χρόνος ανάμεσα στον θάνατο και τη Δευτέρα Παρουσία δεν είναι κενός, διότι κατά το διάστημα αυτό, όπως λέγει ο άγιος Ειρηναίος, οι ψυχές «ωριμάζουν».
Ο άγιος Αμβρόσιος μιλά για τον «ουράνιο τόπο» όπου συγκεντρώνονται οι ψυχές. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτός θα ήταν ο «τρίτος ουρανός» για τον οποίο μιλά ο άγιος Παύλος, ο ουρανός των «ανεκλάλητων ρημάτων» (Β΄ Κορ. 12,2-4). Προφανώς δεν πρόκειται για χωρικές έννοιες. Έχουμε να κάνουμε με μια συμβολική γλώσσα και, συνεπώς, κατεξοχήν μυστηριακή. Οι περιοχές της Βασιλείας δεν είναι τόποι, αλλά καταστάσεις, δηλαδή πνευματικοί κόσμοι.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, οι ψυχές εισέρχονται στον νοητό κόσμο, στην πόλη των αγγελικών ιεραρχιών που βρίσκεται πάνω από τον ουρανό, πέρα από τις γνωστές διαστάσεις. Αυτός είναι ο Παράδεισος, ο οποίος γίνεται το κατώφλι της Βασιλείας και ονομάζεται επίσης «κόλπος του Αβραάμ», «τόπος φωτεινός, τόπος χλοερός, τόπος αναπαύσεως». Αυτή η ανάβαση απελευθερώνει από το βάρος του κακού και οι ψυχές ανεβαίνουν από κατοικία σε κατοικία — ο Αμβρόσιος χρησιμοποιεί τον όρο mansiones — από κατάσταση σε κατάσταση, μυούμενες σταδιακά στο μυστήριο της θείας υπερβατικότητας και πλησιάζοντας τον Θρόνο του Αρνίου. Όπως στην αρχή, οι ψυχές και οι άγγελοι κοινωνούν μεταξύ τους και, ψάλλοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος», ανεβαίνουν μαζί τα σκαλοπάτια του «Οίκου του Αιωνίου». Εκεί βρίσκεται το αγιαστήριο στο οποίο εισέρχεται ο Κύριος (Εβρ. 9,24), εκεί όπου οι «τραυματισμένοι φίλοι του Νυμφίου» — οι μάρτυρες και οι άγιοι — συναθροίζονται στην Communio sanctorum, γύρω από τη στοργική καρδιά του Θεού που έγινε άνθρωπος. Εκεί επίσης τα πνεύματα, γυμνά από σάρκα, ενδύονται τον μανδύα της παρουσίας του Χριστού, του οποίου το δοξασμένο και φωτοφόρο σώμα καλύπτει τη γυμνότητα των ψυχών. Εκεί οι πνευματοποιημένες αισθήσεις δέχονται τα επουράνια. Μαζί με την προσευχή στην Εκκλησία, αυτή η ενεργός αγρυπνία, ενδύεται «καθαρόν βύσσινον», ο οποίος συμβολίζει τα δίκαια έργα των αγίων (Αποκ. 14,13· 19,8).
Ο λόγος «Εγώ καθεύδω, αλλά η καρδία μου αγρυπνεί» (Άσμα 5,2) δηλώνει τον άγρυπνο ύπνο της «μικρής αναστάσεως», διότι, αν και διέρχονται τα τελώνια, οι ψυχές εξακολουθούν να αναμένουν την «Ημέρα του Κυρίου». Το βλέμμα όλων είναι στραμμένο προς τη συγκρότηση του Totus Christus, του «Ολόκληρου Χριστού», μιας εσχατολογικής αγρυπνίας που ολοκληρώνεται στο ενιαίο του αποκαταστημένου
εν Χριστώ ανθρώπου.

 

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ