ΤΟ
ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Πορευθέντες μαθητεύσατε
πάντα τὰ ἔθνη», λέει ο Κύριος. Η Εκκλησία φροντίζει για τις ατομικές ψυχές,
αλλά έχει συγχρόνως στην ευθύνη της και τις εθνικές συγκροτήσεις. Κάνει αισθητή
την προφητική της μαρτυρία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμόρφωσης των πολιτισμών
και των πολιτιστικών μορφών. Η ευχαριστιακή της πραγματικότητα θεμελιώνει το
υπερβατικό, ενώ το πασχάλιο μήνυμά της της προσδίδει μια αιώνια επικαιρότητα,
υπεράνω των εποχών. Διακηρύσσει την αλήθεια ότι ο Χριστός ήλθε για να κάνει από
τους νεκρούς υπάρξεις αποκοιμισμένες και να αφυπνίσει τους ζωντανούς.
Κάθε λαός επικεντρώνεται σε μια ιστορική αποστολή, υπό την έννοια ότι διακρίνει
– αργά ή γρήγορα – το σχέδιο του Θεού. Η παραβολή των ταλάντων μιλά για αυτό το
κανονιστικό σχέδιο που υπόκειται στην ανθρώπινη ελευθερία. Η ευαγγελική ηθική
είναι μια ηθική της ελευθερίας και της δημιουργίας· προϋποθέτει την πλήρη
ωριμότητα του ενηλίκου και συνεπάγεται – απείρως περισσότερο από οποιαδήποτε
εντολή του Νόμου – ασκητική πειθαρχία, εκούσιο καταναγκασμό και κίνδυνο.
Η ιστορία δεν είναι αυτόνομη, διότι όλα τα γεγονότα της αναφέρονται σε Εκείνον
που έχει «πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς». Ακόμη και ένας λόγος όπως: «Ἀπόδοτε
οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι» (Ματθ. 22, 21) δεν έχει νόημα παρά μόνο υπό το φως της
πίστεως· ο Καίσαρας δεν είναι Καίσαρας παρά μόνο σε σχέση με τον Θεό. «Αν ο
Θεός δεν υπάρχει, μπορώ ακόμη να ονομάζομαι λοχαγός;» ρωτά ένας αξιωματικός
στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, στον οποίο κάποιος ήθελε να αποδείξει
ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τίποτε από όσα είναι ιστορικά δεν μπορεί να διαφύγει
από την κανονιστική πρόγνωση που προορίζεται να το κρίνει. Αυτή είναι η σημασία
των «κρίσεων» που είναι εγγενείς σε κάθε πολιτισμό και οι οποίες αποτελούν
εσχατολογικές κρίσεις, προνοιακές στιγμές, εισβολές του υπερβατικού που
αποσκοπούν να επιστήσουν την προσοχή «εκείνων που έχουν ώτα για να ακούουν...».
Κάθε μανιχαϊστικός δυϊσμός, κάθε μονοφυσιτισμός που διαχωρίζει το θείο από το
ανθρώπινο, καταδικάζεται από τη συνοπτική διατύπωση της Συνόδου της Χαλκηδόνος:
η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αυτή η
διατύπωση καθορίζει με μεγάλη ακρίβεια τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου,
Εκκλησίας και ιστορίας, Εκκλησίας και πολιτισμού. Σε κανονιστικό επίπεδο, η
κοινωνικοπολιτιστική ζωή πρέπει να οικοδομείται γύρω από το δόγμα και να
καθοδηγείται από τις αρχές μιας θεολογικής κοινωνιολογίας, δεδομένου ότι «ο
χριστιανισμός είναι μίμηση της φύσεως του Θεού». Η εκκοσμικευμένη, εκλαϊκευμένη
εσχατολογία στερείται του βιβλικού Εσχάτου και ονειρεύεται μια κοινωνία αγίων
χωρίς τον Άγιο, μια Βασιλεία του Θεού χωρίς τον Θεό· αυτή η εσχατολογία είναι
στην πραγματικότητα μια αίρεση γεννημένη από τις αδυναμίες του ίδιου του
χριστιανισμού. Έχει να επιλέξει ανάμεσα στο να εγκαταλείψει τη Βασιλεία υπέρ
μιας πόλης κλεισμένης μέσα στην ιστορία και στο να εγκαταλείψει τον κόσμο προς
όφελος της αόριστης θεωρίας του ουρανού. Θέτοντας εκ νέου με ορμή το πρόβλημα
του ιστορικού νοήματος, ο σύγχρονος μαρξισμός φέρνει τη χριστιανική συνείδηση
στη θέση να διακηρύξει τη μυστική συνέχεια μεταξύ ιστορίας και Βασιλείας του
Θεού.
Η σταθερότητα της πίστεως μπορεί να διαπεράσει αυτόν τον ερμητικά κλειστό
κόσμο, ώστε να φανερώσει την αόρατη παρουσία του Υπερβατικού, να αναστήσει τους
νεκρούς, να μετακινήσει βουνά, να σπείρει τη φωτιά της ελπίδας για τη σωτηρία
όλων και να συνδέσει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου με την «τριαδική πληρότητα
της Εκκλησίας».
Μια μονοφυσιτική και αποστεωμένη θεολογία δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε από το
μεγαλείο του πατερικού κανόνα, όπως δεν μπορεί να υποβαθμίσει ή να αμβλύνει τα
πλέον εκρηκτικά κείμενα της Αγίας Γραφής. Είναι σαφές ότι η πρώτη δικαίωση της
ιστορίας βρίσκεται στον εσχατολογικό μαξιμαλισμό των μοναχών. Διότι εκείνος που
δεν συμμετέχει στο μοναστικό τέλος της ιστορίας, στην απότομη μετάβαση προς τον
άλλο κόσμο – τον κόσμο που γεννιέται από την παύση της τεκνογονίας –
αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη της οικοδόμησης μιας θετικής ιστορίας, δηλαδή
μιας ιστορίας ανοιχτής προς το ανθρώπινο πλήρωμα: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου,
εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ»· αυτή η οδός και οι τρίβοι
υποδεικνύουν την ωρίμανση του ανθρώπου μέσα στον δυναμισμό της πληρότητάς του.
Η εσχατολογική θεολογία δεν έχει καμία άμεση σχέση με τη θεωρητική φιλοσοφία,
διότι προϋποθέτει την ανύψωση της σκέψεως επάνω στον δικό της σταυρό: «Ἃ ὀφθαλμὸς
οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ
Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Μια τέτοια σκέψη σε εξοικειώνει με
αυτόν τον ωραίο ορισμό των χριστιανών: «εκείνοι που αγάπησαν την Παρουσία» (Β΄
Τιμ. 4, 8). Στο φως της, οι άγιοι, οι ήρωες και οι ιδιοφυΐες που αγγίζουν – ο
καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο – την αλήθεια, ολοκληρώνονται στην
έσχατη πραγματικότητα της Βασιλείας.
Για τον Θεό, ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μέσο. Αν η ύπαρξη του ανθρώπου
προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού, η ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει επίσης την
ύπαρξη του ανθρώπου. Στα μάτια του Θεού, το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η απόλυτη
αξία· ο άνθρωπος είναι ένας «άλλος» και ένας φίλος από τον οποίο ο Θεός
αναμένει την ελεύθερη απάντηση της αγάπης και της δημιουργικότητας. Η λύση
είναι θεανθρώπινη, εξαρτώμενη από τη σύμπτωση των δύο Πληρωμάτων εν Χριστώ. Γι’
αυτό ο εσχατολογικός άνθρωπος δεν παραμένει σε παθητική αναμονή, αλλά
αφιερώνεται στην ενεργό και φλογερή προετοιμασία της Παρουσίας. Ο Χριστός
έρχεται «εἰς τὰ ἴδια» (Ιω. 1, 11), ως Θεός ανάμεσα στους θεωμένους, ως αστραπή
του θείου Πληρώματος μέσα στην πληρότητα μιας θεοποιημένης ανθρωπότητας.
«Ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει» (Ιω. 13, 20). Η μοίρα του κόσμου
εξαρτάται από την επινοητικότητα, από τη δημιουργικότητα της Εκκλησίας, από την
τέχνη της να παρουσιάζει το ευαγγελικό μήνυμα με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται
αποδεκτό από όλους τους ανθρώπους. Σε όλα τα επίπεδά της, η κουλτούρα αποτελεί
την άμεση σφαίρα αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά η αμφισημία του πολιτισμού
περιπλέκει τρομερά αυτό το έργο.
Ιστορικά μιλώντας, ο πολιτισμός χρησιμοποιήθηκε για το κήρυγμα του Ευαγγελίου,
αλλά δεν αποτέλεσε κατ’ ανάγκην οργανικό στοιχείο της χριστιανικής
πνευματικότητας. Από την άλλη πλευρά, συναντούμε εδώ μια δυσκολία εγγενή στην
ίδια τη φύση του πολιτισμού. Η αρχή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι η
τέλεια μορφή, νοημένη μέσα στα όρια του πεπερασμένου χρόνου και αντιτιθέμενη στο
άπειρο, στην απεραντοσύνη, στην Αποκάλυψη. Εξαιτίας της αποστροφής του προς τον
θάνατο, ο πολιτισμός αντιτίθεται στην εσχατολογία και εγκλείεται στη διάρκεια
του ιστορικού χρόνου. Όμως «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται»· να μια
προειδοποίηση που μας καλεί να μην λαξεύουμε είδωλα, να μην τρέφουμε αυταπάτες
περί επίγειων παραδείσων. Το τέλος της ιστορίας είναι το φως ενός απολογισμού
που δημιουργεί νόημα. Η εγκατάσταση μέσα στην ιστορία – ο ιστορικισμός χωρίς
τελικό σκοπό – όπως και η απλή άρνηση της ιστορίας, χαρακτηριστική εκείνης της
υπερ-εσχατολογίας που υπερίπταται της ιστορίας φθάνοντας κατευθείαν στο τέλος
της, απογυμνώνουν τον χρόνο, στερώντας του την καθαυτό ιστορική του αξία.
Η χριστιανική στάση απέναντι στον κόσμο δεν μπορεί ποτέ να είναι άρνηση, είτε
ασκητική είτε εσχατολογική. Είναι πάντοτε μια κατάφαση, αλλά μια εσχατολογική
κατάφαση: μια σειρά υπερβάσεων προσανατολισμένων προς έναν σκοπό, ο οποίος,
αντί να εξαλείφει, ανοίγει το σύνολο προς μια υπέρβαση. Πράγματι, ο πολιτισμός
δεν έχει άπειρη εξέλιξη, διότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό· όταν
αντικειμενοποιείται, μετατρέπεται σε σύστημα καταναγκασμού και, εν πάση
περιπτώσει, το πρόβλημά του παραμένει άλυτο όσο παραμένει κλεισμένος μέσα στα
δικά του όρια. Αργά ή γρήγορα, η σκέψη, η τέχνη και η κοινωνική ζωή φθάνουν σε
ένα όριο πέρα από το οποίο πρέπει να επιλέξει κανείς: είτε να εγκατασταθεί στο
άπειρο της ίδιας του της εμμένειας, μεθυσμένος από τη ματαιότητά της, είτε να
απελευθερωθεί από τους ασφυκτικούς περιορισμούς της, αντανακλώντας την υπέρβαση
μέσα στα καθαρμένα της ύδατα. Ο Θεός θέλησε η Βασιλεία Του να μην είναι προσιτή
παρά μόνο αν περάσει κανείς μέσα από το χάος αυτού του κόσμου· η υπέρβαση δεν
είναι ένα ξένο σώμα μεταμοσχευμένο στον κορμό του κόσμου, αλλά η αποκάλυψη του
κρυμμένου βάθους του ίδιου του κόσμου.
Για τη Δύση ο κόσμος είναι πραγματικός, ενώ ο Θεός είναι αμφίβολος, υποθετικός,
πράγμα που οδηγεί στην παραγωγή αποδείξεων για την ύπαρξή Του. Στην Ανατολή,
αντίθετα, ο κόσμος είναι εκείνος που είναι αμφίβολος, απατηλός, και το μοναδικό
επιχείρημα υπέρ της πραγματικότητάς του είναι η αυταπόδεικτη ύπαρξη του Θεού. Η
φιλοσοφία της αυταπόδεικτης βεβαιότητας συμπίπτει με τη φιλοσοφία της
Αποκαλύψεως. Η βεβαιότητα – με τη σιγουριά της, υπό την έννοια του πασκαλικού Mémorial
– αποτελεί τον ίδιο τον τύπο της αληθινής γνώσεως, η οποία διαυγάζεται μέσω της
αποφατικής οδού.
Εάν ο άνθρωπος σκέπτεται τον Θεό, αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται ήδη μέσα στη θεία
σκέψη και ότι ο Θεός σκέπτεται τον Εαυτό Του μέσω του ανθρώπου. Δεν μπορεί
κανείς να προχωρήσει προς τον Θεό παρά μόνο ξεκινώντας από Αυτόν. Το
περιεχόμενο της σκέψης περί Θεού είναι επιφανειακό: συνοδεύεται από την
παρουσία που επικαλείται. Ωστόσο, το μυστήριο της διεστραμμένης βούλησης – το
«μυστήριο της ανομίας» – παραμένει άθικτο. Ακόμη κι αν ο «ηθικός κομφορμισμός»
μπορεί να διολισθήσει σε μια ριζική αποξένωση, η οντολογική ομοιότητα του
ανθρώπου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού παραμένει αμετάβλητη· ακόμη
κι όταν οι παραβάσεις φθάνουν στο αποκορύφωμα της διαφθοράς, η αυθαίρετη
ελευθερία – φθάνοντας στα ύψη της εξέγερσης – εξακολουθεί να είναι πραγματική
ελευθερία.
Η βεβαιότητα δεν εξαναγκάζει τη βούληση, όπως και η χάρη δεν μπορεί να την
αγγίξει παρά μόνο σε συνάρτηση με την ελευθερία. Αν ο δούλος αντιστέκεται
πεισματικά στα διατάγματα ενός τυράννου, ο εκλεκτός απαντά ελεύθερα όταν ο
Κύριος τον προσκαλεί στο δείπνο. Αν στοχαστούμε πάνω στο έργο του Αγίου
Πνεύματος στους έσχατους καιρούς, ίσως δούμε σε αυτό ακριβώς «τον δάκτυλο του
Θεού», τη δράση του Μάρτυρα: μια υπόδειξη, μια αποφασιστική πρόσκληση
απευθυνόμενη σε όλες τις μορφές του πολιτισμού, με σκοπό να τις επαναφέρει στην
αρχική τους πρόθεση και να τις τελειοποιήσει μέσω της τελικής επιλογής της
Βασιλείας.
Ο Άγιος Παύλος μιλά για τον Ιησού Χριστό ως το μοναδικό θεμέλιο: «τὸ ἔργον ἑκάστου
φανερὸν γενήσεται... καὶ τὸ πῦρ αὐτὸ δοκιμάσει ποῖόν ἐστιν τὸ ἔργον ἑκάστου»
(Α΄ Κορ. 3, 13). Το ίδιο και ο άνθρωπος: «Θα σωθεί, αλλά σαν μέσα από φωτιά».
Υπάρχουν ορισμένα «έργα που βγαίνουν ακόμη και από τη φωτιά». Επομένως, δεν
πρόκειται για την απλή καταστροφή του κόσμου, αλλά για μια δοκιμασία. Εκείνο
που αποδεικνύεται γνήσιο διαθέτει την ποιότητα που απαιτούν τα χαρίσματα και
συμμετέχει ως συστατικό στοιχείο στη «νέα γη».
Κάποτε, η κιβωτός του Νώε σώθηκε «μέσα από τα νερά». Η συμβολική εικόνα της
κιβωτού παραπέμπει σε ό,τι είναι προορισμένο να επιβιώσει και προεικονίζει,
μέσω αυτής της προφητικής οράσεως, το μεγάλο πέρασμα «διά πυρός» προς τη
Βασιλεία.
Οι αποκαλύψεις του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ μιλούν για τη μεταμόρφωση των
αισθήσεων, η οποία επιτρέπει ήδη από τώρα την αντίληψη των φωτεινών, θερμικών
και οσφρητικών φαινομένων ως σημείων της ουράνιας διάστασης του παρόντος
κόσμου. Περιβεβλημένος από φως, ο Άγιος Σεραφείμ προσφέρει στους μαθητές του τα
άνθη και τους καρπούς που αναπτύσσονται κάτω από τον «καινό ουρανό», ο οποίος
προαναγγέλλει το «πράγμα καθ’ εαυτό», όπως ακριβώς ο άγιος φανερώνει τον «άνθρωπο
καθ’ εαυτόν». Κατά απόλυτο τρόπο, και ο πολιτισμός αποτελεί μια τέτοια
διείσδυση στον τρόπο με τον οποίο ο Θεός βλέπει τα πράγματα και τα όντα, δηλαδή
στον λόγο και στη μεταμορφωμένη μορφή των κτισμάτων. Το ίδιο κάνει και η
εικόνα, αλλά αυτή τοποθετείται πέρα από τον πολιτισμό – ως μια «καθοδηγητική
εικόνα» προς την άμεση θέαση – ως ένα παράθυρο ανοιγμένο προς την «Όγδοη
Ημέρα».
Ένα ψευδές δίλημμα κάνει σήμερα την εμφάνισή του: πρέπει ο Χριστός να βρίσκεται
στην Εκκλησία ή στον κόσμο; Δεν πρόκειται καθόλου για προσαρμογή της Εκκλησίας
στη νοοτροπία του κόσμου, αλλά για προσαρμογή της ίδιας της Εκκλησίας, μαζί με
τον σημερινό κόσμο, στη Θεία Αλήθεια, στη Σκέψη του Θεού για αυτόν τον κόσμο.
Εάν ο Χριστός αποστέλλει την Εκκλησία μέσα στην ιστορία, το κάνει ώστε αυτή να
μετατρέπει τις διάφορες ιστορικές ώρες σε τόπους της Παρουσίας Του· έτσι
ολόκληρος ο κόσμος βιώνει τη θεία επικαιρότητα μέσα στην ανθρώπινη
επικαιρότητα. Ο Θεός δεν είναι πιο απομακρυσμένος από τη δική μας εποχή απ’
ό,τι υπήρξε σε άλλους καιρούς· η παρουσία Του είναι πράγματι αισθητή σε κάθε
διαπροσωπική συνάντηση που διασταυρώνεται με την Εκκλησία, επειδή οικοδομεί, με
τον δικό της τρόπο, το ανάστημα του Τελείου Ανθρώπου.
Η παρουσία του Χριστού είναι οικουμενική· από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία είναι
το Σώμα του Χριστού, και ο Χριστός μάς καλεί να περάσουμε από τον συμβολισμό στην
εκρηκτική πραγματικότητα του Ευαγγελίου. Μας ζητεί να μεταβληθούμε σε έναν ύμνο
που φέρεται από τη λυτρωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος — ενέργεια για την
οποία μιλά η Αποκάλυψη και την οποία κανείς δεν θα μπορέσει να αγνοήσει.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
