Υπάρχει ένας τρόπος ζωής
που δεν φαίνεται απ' έξω, αλλά κατατρώει την ψυχή από μέσα. Είναι η συνήθεια να
μικραίνεις τον εαυτό σου, να τον ακυρώνεις, να τον σπρώχνεις στην άκρη για να
μην θυμώσουν οι άλλοι. Δεν το κάνεις από κακία, ούτε από εγωισμό, το κάνεις από
φόβο. Φόβο σύγκρουσης, φόβο απόρριψης, φόβο απώλειας της σχέσης. Έτσι μαθαίνεις
να σωπαίνεις, να υποχωρείς, να συμφωνείς, ενώ μέσα σου κάτι πονά. Ο Άγιος Ισαάκ
ο Σύρος, βαθύς γνώστης των κινήσεων της καρδιάς, μιλούσε συχνά για αυτή τη
λεπτή μορφή πνευματικής ασθένειας. Δεν την ονόμαζε απλώς αδυναμία, αλλά σύγχυση
της αγάπης με τον φόβο γιατί άλλο είναι να ταπεινώνεσαι από αγάπη και άλλο να
εξαφανίζεσαι από φόβο. Πολλοί άνθρωποι έμαθαν από νωρίς ότι ο θυμός των άλλων
είναι επικίνδυνος. Ίσως τον έζησαν ως απειλή, ως απόρριψη, ως στέρηση αγάπης,
έτσι η ψυχή τους ανέπτυξε έναν μηχανισμό προστασίας. Αν δεν εκφραστώ, αν δεν
ενοχλήσω, αν δεν φανώ, τότε θα είμαι ασφαλής. Αυτή η στάση με τον καιρό γίνεται
τρόπος ύπαρξης. Ο Άγιος Ισαάκ θα έλεγε ότι η ψυχή όταν φοβάται δεν μπορεί να
αγαπήσει ελεύθερα γιατί η αγάπη απαιτεί παρουσία και όποιος ακυρώνει τον εαυτό
του δεν είναι παρών, ούτε στον Θεό, ούτε στον άνθρωπο.
Η συνεχής υποχώρηση δημιουργεί μια επιφανειακή ειρήνη. Δεν υπάρχουν φωνές, δεν
υπάρχουν εντάσεις, δεν υπάρχουν ρήξεις, όμως αυτή η ειρήνη είναι εύθραυστη,
βασίζεται στη θυσία της αλήθειας και η αλήθεια όταν θυσιάζεται δεν
εξαφανίζεται, αποθηκεύεται στην καρδιά ως βάρος, ως πίκρα, ως σιωπηλή θλίψη. Ο
Άγιος Ισαάκ έλεγε ότι η ειρήνη που δεν περνά από την αλήθεια δεν είναι η ειρήνη
του Θεού, είναι ανακωχή του φόβου και ο φόβος όσο κι αν σιωπά, κάποτε
φωνάζει.
Πολλοί μπερδεύουν την αυτοακύρωση με την ταπείνωση. Νομίζουν ότι το να μην
μιλούν, να μην αντιδρούν, να μην υπερασπίζονται τον εαυτό τους είναι
πνευματικό κατόρθωμα.
Ο Χριστός δεν ακύρωσε τον εαυτό του για να μην θυμώσουν οι άλλοι, μίλησε με
αλήθεια, έθεσε όρια, αντιπαρατέθηκε. Στο κατά Ματθαίον φαίνεται
καθαρά ότι η αλήθεια του προκάλεσε θυμό, αντίδραση, ακόμη και μίσος, και όμως
αυτή η αλήθεια ήταν η πιο καθαρή μορφή αγάπης. Η αγάπη που φοβάται το θυμό δεν
θεραπεύει, η αγάπη που τολμά την αλήθεια, ακόμη και αν πληγώσει, ανοίγει δρόμο
σωτηρίας.
Όταν ακυρώνεις τον εαυτό σου συνεχώς, δημιουργείται μέσα σου μια διάσπαση. Από
τη μια υπάρχει το πρόσωπο που δείχνεις. Ήσυχο, πρόθυμο, συγκαταβατικό. Από την
άλλη υπάρχει η καρδιά που πονά, που θυμώνει, που θλίβεται. Αυτές οι δύο
πλευρές, όταν δεν συμφιλιώνονται, γεννούν εσωτερική κόπωση. Ο Άγιος Ισαάκ
μιλούσε για την ανάγκη της εσωτερικής ενότητας. Η ψυχή, έλεγε, δεν αντέχει να
ζει διχασμένη, θέλει να είναι μία, αληθινή, ολόκληρη ενώπιον του Θεού.
Πολλές φορές ακυρώνεις τον εαυτό σου, επειδή νιώθεις υπεύθυνος για τα
συναισθήματα των άλλων. Νομίζεις ότι αν θυμώσουν, φταις εσύ, αν πληγωθούν,
φταις εσύ, αν δυσαρεστηθούν, φταις εσύ. Αυτή η αίσθηση ευθύνης, όμως, δεν είναι
αγάπη, είναι βάρος που δε σου ανήκει. Ο Άγιος Ισαάκ δίδασκε ότι κάθε άνθρωπος
είναι υπεύθυνος για την καρδιά του. Η αγάπη δεν ελέγχει, δεν χειραγωγεί, δεν
απορροφά τις ευθύνες του άλλου, προσφέρεται ελεύθερα και αφήνει τον άλλον
ελεύθερο.
Υπάρχει σιωπή που είναι προσευχή και υπάρχει σιωπή που είναι πάγωμα. Όταν
σιωπάς από φόβο, η σιωπή σου δεν αναπαύει αλλά σφίγγει, κλείνει, απομονώνει. Η πρώτη
γεμίζει τον άνθρωπο με Θεό η δεύτερη τον αδειάζει από τον εαυτό του και ο Θεός
δεν θέλει άδειους ανθρώπους, αλλά ζωντανές ψυχές.
Η πνευματική πορεία δεν οδηγεί στην εξαφάνιση, αλλά στην παρουσία. Ο άνθρωπος
καλείται να μάθει να υπάρχει χωρίς φόβο, να μιλά χωρίς επιθετικότητα, να θέτει
όρια χωρίς ενοχή, να αγαπά χωρίς να χάνεται. Ο Χριστός λέει πως η αλήθεια
ελευθερώνει. Όχι σιωπή από φόβο, όχι υποχώρηση χωρίς διάκριση.
Η ώριμη αγάπη δεν φοβάται τον θυμό του άλλου. Δεν τον επιδιώκει, αλλά δεν τον
αποφεύγει με κάθε κόστος. Ξέρει ότι ο θυμός πολλές φορές είναι αποκάλυψη πληγής
και η αγάπη δεν θεραπεύει όταν την κρύβεις, αλλά όταν την φανερώνεις. Ο
Άγιος Ισαάκ θα έλεγε ότι όποιος αγαπάει αληθινά πρέπει πρώτα να έχει
συμφιλιωθεί με την ύπαρξή του, να μην ντρέπεται που υπάρχει, να μην φοβάται που
μιλά.
Το να σταματήσεις να ακυρώνεις τον εαυτό σου είναι
επιστροφή στην αλήθεια, είναι πνευματική πράξη γιατί ο εαυτός σου δεν είναι
εχθρός του Θεού, είναι δημιούργημά του. Ο Άγιος Ισαάκ έβλεπε την αυτογνωσία ως
δρόμο σωτηρίας όχι για να υψωθεί ο άνθρωπος, αλλά για να σταθεί αληθινά ενώπιον
της αγάπης του Θεού.
Αν έμαθες να ακυρώνεις τον εαυτό σου για να μην θυμώσουν οι άλλοι, δεν σημαίνει
ότι είσαι αδύναμος, σημαίνει ότι κάποτε φοβήθηκες και ο Θεός δεν καταδικάζει τον φόβο, τον θεραπεύει. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα σου έλεγε να μην εξαφανίζεσαι
άλλο. Να σταθείς με αλήθεια, με ταπείνωση, με ελευθερία γιατί η αγάπη του Θεού
δεν χρειάζεται την αυτοακύρωσή σου, χρειάζεται την παρουσία σου.
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ - Ο Θεός δεν καταδικάζει τον φόβο, τον θεραπεύει.
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (18)
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟ
ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ
Το πρόβλημα της εξουσίας
συναντά σήμερα δυσκολίες που δεν περιορίζονται στην κατάχρηση που ονομάζεται
«αυταρχισμός». Στην ιστορία, η σύγχυση μεταξύ υπακοής στον Θεό και υπακοής στην
ίδια την ανθρώπινη θέληση είναι συχνή. Η σημερινή κρίση δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση
μιας καλύτερης αμοιβαίας προσαρμογής, αλλά πηγαίνει βαθύτερα, προσβάλλοντας το
δικαίωμα της Εκκλησίας να δικαιολογεί την εξουσία της μέσω της επίκλησης της
υπακοής της πίστεως. Γνωρίζουμε τη βίαιη αντίδραση των προφητών, των μαρτύρων
και των αγίων απέναντι στις καταχρήσεις της θεοκρατίας. Ο άγιος Παύλος μας προτρέπει διαρκώς να διαφυλάσσουμε τη χριστιανική μας ελευθερία και να μη
σβήνουμε ούτε να λυπούμε το Άγιο Πνεύμα μέσω μιας τυφλής υποταγής.
Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν σκέπτεται μόνο την
Εκκλησία· ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος αισθάνεται τον Θεό ως εχθρό της
ελευθερίας. Στη χεγκελιανο-μαρξιστική διαλεκτική έχουμε τη σχέση Κυρίου και
δούλου· ο Φρόυντ μιλά για το σύμπλεγμα του «σαδιστή Πατέρα», που υποκινεί στην
«πατροκτονία»· για τον Νίτσε, ο Θεός είναι ο «Ουράνιος Κατάσκοπος», του οποίου
το βλέμμα ενοχλεί και αντικειμενοποιεί. Η συνηθισμένη ιδέα περί θείας
παντοδυναμίας και παντογνωσίας μετατρέπει την ιστορία σε θέατρο μαριονετών. Ή,
όπως έλεγε ένας φιλόσοφος: «Το δράμα είναι γραμμένο μέχρι την τελευταία πράξη
και κανένας ηθοποιός δεν μπορεί να το αλλάξει ούτε στο ελάχιστο». Μόνον ο Θεός
είναι ελεύθερος μέσα σε αυτόν τον ντετερμινισμό και, κατά συνέπεια, φαίνεται ο
μόνος ένοχος για την ύπαρξη του κακού. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει ο Προυντόν όταν
λέει: «Ο Θεός είναι το Κακό». «Αν υπάρχει ο Θεός, εγώ δεν είμαι πλέον
ελεύθερος· είμαι ελεύθερος, άρα ο Θεός δεν υπάρχει»· αυτός είναι ο αθεϊστικός
συλλογισμός που διατυπώνεται μέσω του αναρχικού Μπακούνιν ή του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Ακόμη
κι αν δεν τη δικαιολογούμε, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την αντίδραση, επειδή
η ιδέα περί Θεού υπέστη, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, μια τρομακτική
παραμόρφωση.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Στη Δύση, η κατάσταση στο
εσωτερικό της Εκκλησίας περιπλέκεται από την αντανάκλαση της ανθρώπινης ιδέας
περί Θεού στις διάφορες θεολογίες, οι οποίες προκαλούν εσωτερικές διαμάχες. Στα
δύο άκρα συναντούμε, αφενός, τον τυπολατρικό κομφορμισμό και, αφετέρου, την
υπερβολική διάθεση αμφισβητήσεως και αναρχίας των προοδευτικών. Στους
«προοδευτικούς» χριστιανικούς κύκλους δεν κηρύσσεται πλέον το Ευαγγέλιο, αλλά
μια θεολογία της βίαιης επαναστάσεως. Το μόνο σημείο όπου ο Χριστός μιλά για
βία είναι εκείνο που αφορά την «κατάληψη της Βασιλείας»: «Η Βασιλεία των
ουρανών βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουν αυτήν» (Ματθαίος 11, 12). Τώρα όμως η
βία στρέφεται εναντίον των δομών της καταναλωτικής κοινωνίας, εναντίον του
καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος. Βεβαίως, το Ευαγγέλιο απαιτεί τη
«δικαιοσύνη» στις ανθρώπινες σχέσεις και στην οικοδόμηση της επίγειας
πολιτείας, αλλά αυτή η απαίτηση αρθρώνεται μέσα σε μια «ιεραρχία αξιών», στην
κορυφή της οποίας βρίσκεται η θυσιαστική αγάπη. Το Ευαγγέλιο δεν μιλά για το
ιδεώδες μιας άνετης, υγιεινής, εύκολης και άφθονης ζωής. Ανάμεσα στην εξάλειψη
της πείνας ή της αδικίας στον τρίτο κόσμο και στην άνετη αστική ζωή που
κλείνεται στον εαυτό της υπάρχει πραγματικά μια άβυσσος. Δεν πρόκειται για το
να μετριάσουμε ή να περιορίσουμε την άνεση, αλλά για το να ανοίξουμε την
πολιτεία στην παρουσία του Θεού, στο θαύμα της Ενανθρωπήσεώς Του, της οποίας ο
σκοπός δεν είναι ο «ευτυχισμένος άνθρωπος», αλλά ο «μακαρισμένος» άνθρωπος, ο
οποίος ανατρέφεται κάτω από τον ήλιο των Μακαρισμών, ακόμη κι αν διώκεται ή
μαρτυρεί: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η
Βασιλεία των ουρανών». Όλα υποτάσσονται στη Βασιλεία και δεν σταματούν στην
απλή φυσική εκμετάλλευση της γης ή στη βολική εγκατάσταση μέσα στην ιστορία,
αλλά προχωρούν προς τη μεταμόρφωση που ανήκει στη «νέα γη». Δεν έχουμε να
κάνουμε με φυγή σε έναν άλλο κόσμο, αλλά με μια αντικειμενική μετάλλαξη: την
υπέρβαση των προτελευταίων αξιών προς τις έσχατες αξίες.
Η κουραστική αντιπαράθεση μεταξύ «πίστεως» και «θρησκείας» – που κηρύσσεται από
τη θεολογία της εκκοσμικεύσεως και του «θανάτου του Θεού» – εξουδετερώνει
καθετί το θετικό που υπάρχει στην Παράδοση, από τη διδασκαλία περί θεώσεως του
ανθρώπου έως την έμφαση που δίνεται στη «νέα κτίση». Η κτίση ανακαινίζεται μέσω
του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού, οι οποίοι άλλαξαν το οντολογικό
καθεστώς της ανθρώπινης υπάρξεως. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν στις δύο
περιπτώσεις μιλάμε για τον ίδιο Θεό, για το ίδιο Ευαγγέλιο, για το ίδιο
μυστήριο του Χριστού που διακονεί πάσχοντας. Έτσι παράγεται μια επικίνδυνη
μαρξιστικοποίηση της χριστιανικής συνειδήσεως, η οποία καταλήγει στο εξής
δίλημμα: πιστότητα στον Λόγο του Θεού, ερμηνευόμενο κατά το δοκούν, ή
ικανοποίηση των ανθρώπινων επιθυμιών, που εγκαινιάζει έναν αριστερό χιλιασμό,
ριζωμένο περισσότερο στην Παλαιά Διαθήκη παρά στη Νέα.
Χαρακτηριστικά, τα ρεύματα μιας νέας ιδεολογίας ξεκινούν από τη βαθιά σκέψη του
Ντήτριχ Μπονχέφερ· όμως ο λουθηρανός αυτός θεολόγος – αξιοθαύμαστος από
ορισμένες απόψεις – έγραφε στο τραγικό και πρόωρο τέλος της ζωής του: «Πάντοτε
παρατηρούσα ότι όλα όσα σκέπτομαι και αισθάνομαι εμπνέονται μάλλον από την
Παλαιά Διαθήκη, την οποία τελευταία διάβαζα πολύ συχνότερα από την Καινή
Διαθήκη...». Τα προοδευτικά ρεύματα εισέρχονται στον πολιτικό, οικονομικό και
κοινωνικό αγώνα εμπνεόμενα ακριβώς από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και
αναγορεύοντας τη μόνιμη διαμαρτυρία σε μύθο της βίαιης επαναστατικής δράσεως.
Ωστόσο, η αληθινή επανάσταση δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από την
ευαγγελική μετάνοια, προσανατολισμένη προς τον άνθρωπο της «Όγδοης Ημέρας» –
εκείνον τον άνθρωπο για τον οποίο «τα πάντα είναι νέα», διότι «ο Χριστός υπέταξε
τα πάντα στο σημείο του Σταυρού Του».
Χωρίς να λησμονεί τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης, η οργάνωση της ανθρώπινης
πολιτείας (στο κείμενο του Ησαΐα 40-53) υποτάσσεται στον Πάσχοντα Δούλο και
επικεντρώνεται στην παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Είτε πρόκειται
για τον καπιταλισμό είτε για τον μαρξισμό, ο παρών κόσμος αμφισβητείται ριζικά
από το Ευαγγέλιο στο όνομα μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Ο άνθρωπος αυτού
του κόσμου εργάζεται για τη διάνοιξη ενός ιστορικού δρόμου στρωμένου με αξίες που
δεν αναφέρονται σε μια ιδεώδη εμμενή πολιτεία, αλλά στη «νέα γη», που είναι η
πόλη του Θεού. Η ανθρώπινη στρατηγική οφείλει να συμμετέχει στη στρατηγική του
Θεού. Η υπερβατική στρατηγική του Θεού, όπως μεταφράζεται από το Ευαγγέλιο, δεν
υπόσχεται καμία υλική επιτυχία· στην πραγματικότητα, κάθε ιστορική εποχή
τελειώνει με μια αποτυχία, αλλά όλες αυτές οι μεγάλες αποτυχίες είναι στην
ουσία μεγάλες νίκες, διότι αποπροσανατολίζουν την ιστορία από τον εαυτό της,
οδηγώντας την στα όρια των ορίων της, προς την υπερβατικότητα της ίδιας της
μεταμορφώσεώς της. Εφόσον ο Χριστός αμφισβητεί αυτόν τον κόσμο, η Κάθοδος του
Αγίου Πνεύματος κατεβάζει πάνω στον κόσμο τις σωτήριες ενέργειές Του. Ο Χριστός
αμφισβητεί τον θάνατο μέσω του ίδιου Του του θανάτου και κατέρχεται στον Άδη
για να εξέλθει από εκεί σαν από «νυμφικό παλάτι». Αμφισβητεί τους σταυρωτές Του
για να τους χαρίσει συγχώρηση και ανάσταση. Σε όλους μας προσφέρει όχι τόσο μια
ζωή γεμάτη αφθονία, όσο τη θεία υιοθεσία και την αθανασία, τις οποίες γευόμαστε
ήδη από εδώ.
Όλες οι πράξεις δικαιοσύνης και κοινωνικής ανακαινίσεως δεν έχουν, αυτές
καθαυτές, απόλυτη αξία. Είναι αληθινές μόνο εν Χριστώ, στον βαθμό που μαρτυρούν
μέσω Αυτού την αγάπη του Πατέρα. Ήδη από εδώ, τέτοιες πράξεις αποκτούν κάτι από
τη διάσταση της αιωνιότητας· η θεία επικαιρότητα εγγράφεται στην ανθρώπινη μόνο
όταν οι άνθρωποι ανοίγονται προς την ετερότητα της υπερβάσεως.
Η διακήρυξη του «θανάτου του Θεού» καταφεύγει σε μια βία που περιορίζει τη θεία
αγάπη στις ανθρώπινες αντιλήψεις, διακηρύσσοντας ότι αυτή είναι απρόσιτη έξω
από την πολιτική και τις ατομικές διαμεσολαβήσεις. Η άμεση σχέση με τον Θεό
τίθεται υπό αμφισβήτηση, ενώ η προσευχή και η θεωρία καθίστανται άχρηστες,
επειδή υποτίθεται ότι μόνο η βίαιη επανάσταση θα άνοιγε ξανά τον δρόμο προς έναν
Θεό που, κατά συνέπεια, θα ανασταινόταν μέσω της πολιτικής! Μπροστά σε αυτή την
εκτροπή πρέπει να πούμε, μαζί με τους Πατέρες, ότι η αγάπη σημαίνει την αποδοχή του πλησίον διά του Χριστού, εν Χριστώ και
μαζί με τον Χριστό – Εκείνον που κατοικεί στην ψυχή μας και μας επιτρέπει να
αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «αδελφό». Οι θεολογίες της βίας δεν έχουν
ευαγγελικά θεμέλια και λησμονούν ότι ο Χριστός μας καλεί να υπερβούμε το πάθος
των συγκρούσεων.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (17)
ΤΟ
ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Πορευθέντες μαθητεύσατε
πάντα τὰ ἔθνη», λέει ο Κύριος. Η Εκκλησία φροντίζει για τις ατομικές ψυχές,
αλλά έχει συγχρόνως στην ευθύνη της και τις εθνικές συγκροτήσεις. Κάνει αισθητή
την προφητική της μαρτυρία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμόρφωσης των πολιτισμών
και των πολιτιστικών μορφών. Η ευχαριστιακή της πραγματικότητα θεμελιώνει το
υπερβατικό, ενώ το πασχάλιο μήνυμά της της προσδίδει μια αιώνια επικαιρότητα,
υπεράνω των εποχών. Διακηρύσσει την αλήθεια ότι ο Χριστός ήλθε για να κάνει από
τους νεκρούς υπάρξεις αποκοιμισμένες και να αφυπνίσει τους ζωντανούς.
Κάθε λαός επικεντρώνεται σε μια ιστορική αποστολή, υπό την έννοια ότι διακρίνει
– αργά ή γρήγορα – το σχέδιο του Θεού. Η παραβολή των ταλάντων μιλά για αυτό το
κανονιστικό σχέδιο που υπόκειται στην ανθρώπινη ελευθερία. Η ευαγγελική ηθική
είναι μια ηθική της ελευθερίας και της δημιουργίας· προϋποθέτει την πλήρη
ωριμότητα του ενηλίκου και συνεπάγεται – απείρως περισσότερο από οποιαδήποτε
εντολή του Νόμου – ασκητική πειθαρχία, εκούσιο καταναγκασμό και κίνδυνο.
Η ιστορία δεν είναι αυτόνομη, διότι όλα τα γεγονότα της αναφέρονται σε Εκείνον
που έχει «πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς». Ακόμη και ένας λόγος όπως: «Ἀπόδοτε
οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι» (Ματθ. 22, 21) δεν έχει νόημα παρά μόνο υπό το φως της
πίστεως· ο Καίσαρας δεν είναι Καίσαρας παρά μόνο σε σχέση με τον Θεό. «Αν ο
Θεός δεν υπάρχει, μπορώ ακόμη να ονομάζομαι λοχαγός;» ρωτά ένας αξιωματικός
στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, στον οποίο κάποιος ήθελε να αποδείξει
ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τίποτε από όσα είναι ιστορικά δεν μπορεί να διαφύγει
από την κανονιστική πρόγνωση που προορίζεται να το κρίνει. Αυτή είναι η σημασία
των «κρίσεων» που είναι εγγενείς σε κάθε πολιτισμό και οι οποίες αποτελούν
εσχατολογικές κρίσεις, προνοιακές στιγμές, εισβολές του υπερβατικού που
αποσκοπούν να επιστήσουν την προσοχή «εκείνων που έχουν ώτα για να ακούουν...».
Κάθε μανιχαϊστικός δυϊσμός, κάθε μονοφυσιτισμός που διαχωρίζει το θείο από το
ανθρώπινο, καταδικάζεται από τη συνοπτική διατύπωση της Συνόδου της Χαλκηδόνος:
η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αυτή η
διατύπωση καθορίζει με μεγάλη ακρίβεια τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου,
Εκκλησίας και ιστορίας, Εκκλησίας και πολιτισμού. Σε κανονιστικό επίπεδο, η
κοινωνικοπολιτιστική ζωή πρέπει να οικοδομείται γύρω από το δόγμα και να
καθοδηγείται από τις αρχές μιας θεολογικής κοινωνιολογίας, δεδομένου ότι «ο
χριστιανισμός είναι μίμηση της φύσεως του Θεού». Η εκκοσμικευμένη, εκλαϊκευμένη
εσχατολογία στερείται του βιβλικού Εσχάτου και ονειρεύεται μια κοινωνία αγίων
χωρίς τον Άγιο, μια Βασιλεία του Θεού χωρίς τον Θεό· αυτή η εσχατολογία είναι
στην πραγματικότητα μια αίρεση γεννημένη από τις αδυναμίες του ίδιου του
χριστιανισμού. Έχει να επιλέξει ανάμεσα στο να εγκαταλείψει τη Βασιλεία υπέρ
μιας πόλης κλεισμένης μέσα στην ιστορία και στο να εγκαταλείψει τον κόσμο προς
όφελος της αόριστης θεωρίας του ουρανού. Θέτοντας εκ νέου με ορμή το πρόβλημα
του ιστορικού νοήματος, ο σύγχρονος μαρξισμός φέρνει τη χριστιανική συνείδηση
στη θέση να διακηρύξει τη μυστική συνέχεια μεταξύ ιστορίας και Βασιλείας του
Θεού.
Η σταθερότητα της πίστεως μπορεί να διαπεράσει αυτόν τον ερμητικά κλειστό
κόσμο, ώστε να φανερώσει την αόρατη παρουσία του Υπερβατικού, να αναστήσει τους
νεκρούς, να μετακινήσει βουνά, να σπείρει τη φωτιά της ελπίδας για τη σωτηρία
όλων και να συνδέσει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου με την «τριαδική πληρότητα
της Εκκλησίας».
Μια μονοφυσιτική και αποστεωμένη θεολογία δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε από το
μεγαλείο του πατερικού κανόνα, όπως δεν μπορεί να υποβαθμίσει ή να αμβλύνει τα
πλέον εκρηκτικά κείμενα της Αγίας Γραφής. Είναι σαφές ότι η πρώτη δικαίωση της
ιστορίας βρίσκεται στον εσχατολογικό μαξιμαλισμό των μοναχών. Διότι εκείνος που
δεν συμμετέχει στο μοναστικό τέλος της ιστορίας, στην απότομη μετάβαση προς τον
άλλο κόσμο – τον κόσμο που γεννιέται από την παύση της τεκνογονίας –
αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη της οικοδόμησης μιας θετικής ιστορίας, δηλαδή
μιας ιστορίας ανοιχτής προς το ανθρώπινο πλήρωμα: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου,
εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ»· αυτή η οδός και οι τρίβοι
υποδεικνύουν την ωρίμανση του ανθρώπου μέσα στον δυναμισμό της πληρότητάς του.
Η εσχατολογική θεολογία δεν έχει καμία άμεση σχέση με τη θεωρητική φιλοσοφία,
διότι προϋποθέτει την ανύψωση της σκέψεως επάνω στον δικό της σταυρό: «Ἃ ὀφθαλμὸς
οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ
Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Μια τέτοια σκέψη σε εξοικειώνει με
αυτόν τον ωραίο ορισμό των χριστιανών: «εκείνοι που αγάπησαν την Παρουσία» (Β΄
Τιμ. 4, 8). Στο φως της, οι άγιοι, οι ήρωες και οι ιδιοφυΐες που αγγίζουν – ο
καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο – την αλήθεια, ολοκληρώνονται στην
έσχατη πραγματικότητα της Βασιλείας.
Για τον Θεό, ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μέσο. Αν η ύπαρξη του ανθρώπου
προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού, η ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει επίσης την
ύπαρξη του ανθρώπου. Στα μάτια του Θεού, το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η απόλυτη
αξία· ο άνθρωπος είναι ένας «άλλος» και ένας φίλος από τον οποίο ο Θεός
αναμένει την ελεύθερη απάντηση της αγάπης και της δημιουργικότητας. Η λύση
είναι θεανθρώπινη, εξαρτώμενη από τη σύμπτωση των δύο Πληρωμάτων εν Χριστώ. Γι’
αυτό ο εσχατολογικός άνθρωπος δεν παραμένει σε παθητική αναμονή, αλλά
αφιερώνεται στην ενεργό και φλογερή προετοιμασία της Παρουσίας. Ο Χριστός
έρχεται «εἰς τὰ ἴδια» (Ιω. 1, 11), ως Θεός ανάμεσα στους θεωμένους, ως αστραπή
του θείου Πληρώματος μέσα στην πληρότητα μιας θεοποιημένης ανθρωπότητας.
«Ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει» (Ιω. 13, 20). Η μοίρα του κόσμου
εξαρτάται από την επινοητικότητα, από τη δημιουργικότητα της Εκκλησίας, από την
τέχνη της να παρουσιάζει το ευαγγελικό μήνυμα με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται
αποδεκτό από όλους τους ανθρώπους. Σε όλα τα επίπεδά της, η κουλτούρα αποτελεί
την άμεση σφαίρα αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά η αμφισημία του πολιτισμού
περιπλέκει τρομερά αυτό το έργο.
Ιστορικά μιλώντας, ο πολιτισμός χρησιμοποιήθηκε για το κήρυγμα του Ευαγγελίου,
αλλά δεν αποτέλεσε κατ’ ανάγκην οργανικό στοιχείο της χριστιανικής
πνευματικότητας. Από την άλλη πλευρά, συναντούμε εδώ μια δυσκολία εγγενή στην
ίδια τη φύση του πολιτισμού. Η αρχή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι η
τέλεια μορφή, νοημένη μέσα στα όρια του πεπερασμένου χρόνου και αντιτιθέμενη στο
άπειρο, στην απεραντοσύνη, στην Αποκάλυψη. Εξαιτίας της αποστροφής του προς τον
θάνατο, ο πολιτισμός αντιτίθεται στην εσχατολογία και εγκλείεται στη διάρκεια
του ιστορικού χρόνου. Όμως «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται»· να μια
προειδοποίηση που μας καλεί να μην λαξεύουμε είδωλα, να μην τρέφουμε αυταπάτες
περί επίγειων παραδείσων. Το τέλος της ιστορίας είναι το φως ενός απολογισμού
που δημιουργεί νόημα. Η εγκατάσταση μέσα στην ιστορία – ο ιστορικισμός χωρίς
τελικό σκοπό – όπως και η απλή άρνηση της ιστορίας, χαρακτηριστική εκείνης της
υπερ-εσχατολογίας που υπερίπταται της ιστορίας φθάνοντας κατευθείαν στο τέλος
της, απογυμνώνουν τον χρόνο, στερώντας του την καθαυτό ιστορική του αξία.
Η χριστιανική στάση απέναντι στον κόσμο δεν μπορεί ποτέ να είναι άρνηση, είτε
ασκητική είτε εσχατολογική. Είναι πάντοτε μια κατάφαση, αλλά μια εσχατολογική
κατάφαση: μια σειρά υπερβάσεων προσανατολισμένων προς έναν σκοπό, ο οποίος,
αντί να εξαλείφει, ανοίγει το σύνολο προς μια υπέρβαση. Πράγματι, ο πολιτισμός
δεν έχει άπειρη εξέλιξη, διότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό· όταν
αντικειμενοποιείται, μετατρέπεται σε σύστημα καταναγκασμού και, εν πάση
περιπτώσει, το πρόβλημά του παραμένει άλυτο όσο παραμένει κλεισμένος μέσα στα
δικά του όρια. Αργά ή γρήγορα, η σκέψη, η τέχνη και η κοινωνική ζωή φθάνουν σε
ένα όριο πέρα από το οποίο πρέπει να επιλέξει κανείς: είτε να εγκατασταθεί στο
άπειρο της ίδιας του της εμμένειας, μεθυσμένος από τη ματαιότητά της, είτε να
απελευθερωθεί από τους ασφυκτικούς περιορισμούς της, αντανακλώντας την υπέρβαση
μέσα στα καθαρμένα της ύδατα. Ο Θεός θέλησε η Βασιλεία Του να μην είναι προσιτή
παρά μόνο αν περάσει κανείς μέσα από το χάος αυτού του κόσμου· η υπέρβαση δεν
είναι ένα ξένο σώμα μεταμοσχευμένο στον κορμό του κόσμου, αλλά η αποκάλυψη του
κρυμμένου βάθους του ίδιου του κόσμου.
Για τη Δύση ο κόσμος είναι πραγματικός, ενώ ο Θεός είναι αμφίβολος, υποθετικός,
πράγμα που οδηγεί στην παραγωγή αποδείξεων για την ύπαρξή Του. Στην Ανατολή,
αντίθετα, ο κόσμος είναι εκείνος που είναι αμφίβολος, απατηλός, και το μοναδικό
επιχείρημα υπέρ της πραγματικότητάς του είναι η αυταπόδεικτη ύπαρξη του Θεού. Η
φιλοσοφία της αυταπόδεικτης βεβαιότητας συμπίπτει με τη φιλοσοφία της
Αποκαλύψεως. Η βεβαιότητα – με τη σιγουριά της, υπό την έννοια του πασκαλικού Mémorial
– αποτελεί τον ίδιο τον τύπο της αληθινής γνώσεως, η οποία διαυγάζεται μέσω της
αποφατικής οδού.
Εάν ο άνθρωπος σκέπτεται τον Θεό, αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται ήδη μέσα στη θεία
σκέψη και ότι ο Θεός σκέπτεται τον Εαυτό Του μέσω του ανθρώπου. Δεν μπορεί
κανείς να προχωρήσει προς τον Θεό παρά μόνο ξεκινώντας από Αυτόν. Το
περιεχόμενο της σκέψης περί Θεού είναι επιφανειακό: συνοδεύεται από την
παρουσία που επικαλείται. Ωστόσο, το μυστήριο της διεστραμμένης βούλησης – το
«μυστήριο της ανομίας» – παραμένει άθικτο. Ακόμη κι αν ο «ηθικός κομφορμισμός»
μπορεί να διολισθήσει σε μια ριζική αποξένωση, η οντολογική ομοιότητα του
ανθρώπου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού παραμένει αμετάβλητη· ακόμη
κι όταν οι παραβάσεις φθάνουν στο αποκορύφωμα της διαφθοράς, η αυθαίρετη
ελευθερία – φθάνοντας στα ύψη της εξέγερσης – εξακολουθεί να είναι πραγματική
ελευθερία.
Η βεβαιότητα δεν εξαναγκάζει τη βούληση, όπως και η χάρη δεν μπορεί να την
αγγίξει παρά μόνο σε συνάρτηση με την ελευθερία. Αν ο δούλος αντιστέκεται
πεισματικά στα διατάγματα ενός τυράννου, ο εκλεκτός απαντά ελεύθερα όταν ο
Κύριος τον προσκαλεί στο δείπνο. Αν στοχαστούμε πάνω στο έργο του Αγίου
Πνεύματος στους έσχατους καιρούς, ίσως δούμε σε αυτό ακριβώς «τον δάκτυλο του
Θεού», τη δράση του Μάρτυρα: μια υπόδειξη, μια αποφασιστική πρόσκληση
απευθυνόμενη σε όλες τις μορφές του πολιτισμού, με σκοπό να τις επαναφέρει στην
αρχική τους πρόθεση και να τις τελειοποιήσει μέσω της τελικής επιλογής της
Βασιλείας.
Ο Άγιος Παύλος μιλά για τον Ιησού Χριστό ως το μοναδικό θεμέλιο: «τὸ ἔργον ἑκάστου
φανερὸν γενήσεται... καὶ τὸ πῦρ αὐτὸ δοκιμάσει ποῖόν ἐστιν τὸ ἔργον ἑκάστου»
(Α΄ Κορ. 3, 13). Το ίδιο και ο άνθρωπος: «Θα σωθεί, αλλά σαν μέσα από φωτιά».
Υπάρχουν ορισμένα «έργα που βγαίνουν ακόμη και από τη φωτιά». Επομένως, δεν
πρόκειται για την απλή καταστροφή του κόσμου, αλλά για μια δοκιμασία. Εκείνο
που αποδεικνύεται γνήσιο διαθέτει την ποιότητα που απαιτούν τα χαρίσματα και
συμμετέχει ως συστατικό στοιχείο στη «νέα γη».
Κάποτε, η κιβωτός του Νώε σώθηκε «μέσα από τα νερά». Η συμβολική εικόνα της
κιβωτού παραπέμπει σε ό,τι είναι προορισμένο να επιβιώσει και προεικονίζει,
μέσω αυτής της προφητικής οράσεως, το μεγάλο πέρασμα «διά πυρός» προς τη
Βασιλεία.
Οι αποκαλύψεις του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ μιλούν για τη μεταμόρφωση των
αισθήσεων, η οποία επιτρέπει ήδη από τώρα την αντίληψη των φωτεινών, θερμικών
και οσφρητικών φαινομένων ως σημείων της ουράνιας διάστασης του παρόντος
κόσμου. Περιβεβλημένος από φως, ο Άγιος Σεραφείμ προσφέρει στους μαθητές του τα
άνθη και τους καρπούς που αναπτύσσονται κάτω από τον «καινό ουρανό», ο οποίος
προαναγγέλλει το «πράγμα καθ’ εαυτό», όπως ακριβώς ο άγιος φανερώνει τον «άνθρωπο
καθ’ εαυτόν». Κατά απόλυτο τρόπο, και ο πολιτισμός αποτελεί μια τέτοια
διείσδυση στον τρόπο με τον οποίο ο Θεός βλέπει τα πράγματα και τα όντα, δηλαδή
στον λόγο και στη μεταμορφωμένη μορφή των κτισμάτων. Το ίδιο κάνει και η
εικόνα, αλλά αυτή τοποθετείται πέρα από τον πολιτισμό – ως μια «καθοδηγητική
εικόνα» προς την άμεση θέαση – ως ένα παράθυρο ανοιγμένο προς την «Όγδοη
Ημέρα».
Ένα ψευδές δίλημμα κάνει σήμερα την εμφάνισή του: πρέπει ο Χριστός να βρίσκεται
στην Εκκλησία ή στον κόσμο; Δεν πρόκειται καθόλου για προσαρμογή της Εκκλησίας
στη νοοτροπία του κόσμου, αλλά για προσαρμογή της ίδιας της Εκκλησίας, μαζί με
τον σημερινό κόσμο, στη Θεία Αλήθεια, στη Σκέψη του Θεού για αυτόν τον κόσμο.
Εάν ο Χριστός αποστέλλει την Εκκλησία μέσα στην ιστορία, το κάνει ώστε αυτή να
μετατρέπει τις διάφορες ιστορικές ώρες σε τόπους της Παρουσίας Του· έτσι
ολόκληρος ο κόσμος βιώνει τη θεία επικαιρότητα μέσα στην ανθρώπινη
επικαιρότητα. Ο Θεός δεν είναι πιο απομακρυσμένος από τη δική μας εποχή απ’
ό,τι υπήρξε σε άλλους καιρούς· η παρουσία Του είναι πράγματι αισθητή σε κάθε
διαπροσωπική συνάντηση που διασταυρώνεται με την Εκκλησία, επειδή οικοδομεί, με
τον δικό της τρόπο, το ανάστημα του Τελείου Ανθρώπου.
Η παρουσία του Χριστού είναι οικουμενική· από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία είναι
το Σώμα του Χριστού, και ο Χριστός μάς καλεί να περάσουμε από τον συμβολισμό στην
εκρηκτική πραγματικότητα του Ευαγγελίου. Μας ζητεί να μεταβληθούμε σε έναν ύμνο
που φέρεται από τη λυτρωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος — ενέργεια για την
οποία μιλά η Αποκάλυψη και την οποία κανείς δεν θα μπορέσει να αγνοήσει.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


