Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (4ο μέρος)

 

8ος αιώνας

«Ο σημερινός αιώνας έχει γίνει εξαιρετικά διεφθαρμένος και είναι γεμάτος υπερηφάνεια και υποκρισία. Οι σωματικοί κόποι, κατά το παράδειγμα των παλαιών Πατέρων μας, ίσως και να φαίνονται, αλλά τα χαρίσματά τους δεν τα αξιώνονται, γιατί ο Θεός δεν φανερώνεται στους κόπους, αλλά στην απλότητα και την ταπείνωση»[1].

Στον ίδιο αιώνα, απευθύνεται προς τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο (Κοπρώνυμο) μια επιστολή που φέρει την υπογραφή του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού:

«Οι επίσκοποι της εποχής μας δεν φροντίζουν για τίποτε άλλο παρά για τα άλογα, τα κοπάδια, τα χωράφια και τις χρηματικές εισφορές· για το πώς θα πουλήσουν το σιτάρι τους, πώς θα αραιώσουν καλύτερα το κρασί, πώς θα εμπορευτούν το λάδι, πώς θα διαθέσουν με μεγαλύτερο κέρδος το μαλλί και το ακατέργαστο μετάξι, και εξετάζουν με προσοχή μόνο την αξία και το βάρος του νομίσματος. Παρακολουθούν με επιμέλεια ώστε το τραπέζι τους να είναι καθημερινά πλούσιο με εκλεκτό κρασί και ψάρια ασυνήθιστου μεγέθους. Όσο για το ποίμνιό τους, για τις ψυχές των πιστών, δεν έχουν την παραμικρή έγνοια. Οι ποιμένες αυτού του αιώνα έχουν γίνει πράγματι, όπως λέει η Γραφή, λύκοι. Μόλις αντιληφθούν ότι κάποιος από το ποίμνιό τους διέπραξε κάποιο μικρό παράπτωμα, αμέσως εξεγείρονται και επιβάλλουν παντοειδείς επιτίμια, χωρίς να συλλογίζονται καθόλου τον πραγματικό σκοπό της ποιμαντικής διακονίας, συμπεριφερόμενοι όχι με τη σκέψη του ποιμένα, αλλά με τη λογική του μισθωτού εργάτη»[2].

9ος αιώνας

«Οι επίσκοποι υπάρχουν για να διδάσκουν τον λαό πώς πρέπει να πιστεύει και πώς να προσεύχεται... Όμως οι επίσκοποι της εποχής αυτής δεν νοιάζονται για τίποτε άλλο, παρά μόνο για το πότε θα ξαπλώσουν και πώς και με τι θα δειπνήσουν»[3].

10ος αιώνας

Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς (άνθρωπος με προσωπική ροπή προς τον μοναχισμό και στενά συνδεδεμένος με τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη) εκδίδει το 964 μ.Χ. νομοθετικό διάταγμα σχετικά με τις μοναστηριακές περιουσίες. Το κείμενο του νέου νόμου περιλαμβάνει και ηθική κρίση για την κατάσταση της Εκκλησίας:

«Ο θείος Λόγος του Πατέρα, έχοντας μέριμνα για τη σωτηρία μας και δείχνοντάς μας τους δρόμους προς αυτήν, μας διδάσκει ότι η υπερβολική απόκτηση αγαθών αποτελεί ουσιώδες εμπόδιο. Προειδοποιώντας μας κατά της υπερ επάρκειας, ο Σωτήρας απαγορεύει ακόμη και τη φροντίδα για την τροφή της επόμενης ημέρας, πόσο μάλλον για τη ράβδο, το σακούλι ή την αλλαγή ενδύματος. Και να, παρατηρώντας σήμερα όσα γίνονται στα μοναστήρια και σε άλλους ιερούς οίκους και διακρίνοντας μια φανερή ασθένεια (διότι καλύτερα θα ήταν να την ονομάσουμε έτσι), δεν μπόρεσα να σκεφθώ με ποια θεραπεία μπορεί να διορθωθεί το κακό ή με ποια τιμωρία να αντιμετωπιστεί η υπερβολική φιλαργυρία. Ποιος από τους αγίους Πατέρες δίδαξε κάτι τέτοιο, και ποια έμπνευση τους οδήγησε σε τέτοια υπερβολή και σε τέτοια ματαιόφρονη τρέλα; Δεν προσπαθούν κάθε ώρα να αποκτούν χιλιάδες εκτάρια γης, να χτίζουν λαμπρά κτίρια, να αυξάνουν ατελείωτα κοπάδια βοδιών, καμήλων και άλλων ζώων, στρέφοντας όλη τη φροντίδα της ψυχής τους σ’ αυτά, έτσι ώστε η μοναχική τάξη να μη διαφέρει πλέον σε τίποτα από τον κοσμικό βίο με όλες του τις ματαιότητες; Δεν λέει ο λόγος του Θεού κάτι εντελώς αντίθετο, και δεν μας διατάζει να είμαστε ελεύθεροι από τέτοιες μέριμνες; Δεν μας θέτει ως παράδειγμα τις ανέμελες των ουρανών όρνιθες; Κοίταξε πώς έζησαν οι άγιοι Πατέρες που έλαμψαν στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Αλεξάνδρεια και σε άλλους τόπους, και θα βρεις ότι η ζωή τους ήταν τόσο απλή, σαν να είχαν μόνο ψυχή και να είχαν φθάσει στην αγγελική ασώματη κατάσταση. Ο Χριστός είπε ότι μόνο εκείνος που αγωνίζεται φθάνει στη Βασιλεία των Ουρανών και ότι αυτή αποκτάται με πολλές θλίψεις. Μα όταν βλέπω εκείνους που υπόσχονται να απομακρυνθούν από τον κόσμο και, με την αλλαγή ενδυμάτων, υποδηλώνουν την αλλαγή ζωής, και τους βλέπω να ψεύδονται στις υποσχέσεις τους και να αντιφάσκουν με τη συμπεριφορά τους, τότε δεν ξέρω πώς να το ονομάσω αυτό, παρά μόνο μια κωμωδία φτιαγμένη για να εξευτελίζει το όνομα του Χριστού»[4].

Η θλιβερή αυτή εκτίμηση της εκκλησιαστικής ζωής από τον αυτοκράτορα επιβεβαιώνεται και από έναν άγιο. Τον ίδιο αιώνα ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος παραπονιέται:

«Τι να πω σ’ εκείνους που αγαπούν τις υψηλές θέσεις και επιθυμούν να γίνουν ιερείς, αρχιερείς και ηγούμενοι, όταν βλέπω ότι δεν γνωρίζουν τίποτε από τα αναγκαία και θεία πράγματα... Ω, αναίσθητη κατάστασή μας και περιφρόνηση του Θεού και όλων των θείων! Διότι ούτε με την αίσθηση κατανοούμε αυτά που λέγονται, ούτε τι είναι ο χριστιανισμός γνωρίζουμε, ούτε κατανοούμε επακριβώς τα μυστήρια των χριστιανών, ενώ διδάσκουμε άλλους. Αρνούμενοι την όρασή Του, φανερώνουμε ξεκάθαρα ότι δεν έχουμε αναγεννηθεί, δεν έχουμε έλθει στο φως το άνωθεν, αλλά είμαστε ακόμη έμβρυα μέσα στη μήτρα ή, καλύτερα να πω, αποβολές, και επιδιώκουμε τα ιερά αξιώματα, ανεβαίνουμε σε αποστολικούς θρόνους. Και το χειρότερο, τις περισσότερες φορές αγοράζουμε με χρήματα το ιερατείο, και ενώ ποτέ δεν υπήρξαμε πρόβατα, θέλουμε να ποιμαίνουμε το βασιλικό ποίμνιο, μόνο και μόνο για να γεμίσουμε, σαν τα θηρία, την κοιλιά μας»[5].
Και αλλού συμπληρώνει: «Διώξαμε από μέσα μας το διακριτικό γνώρισμα της πίστης μας, την αγάπη»[6].

 



[1] Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Η΄ Κλίμαξ. Σ. 198.

[2] Lebedev A. P.Ο Κλήρος της Αρχαίας Οικουμενικής Εκκλησίας... σελ. 319.

[3] Ο λόγος του Αγίου Μεθοδίου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, για τις Ιερές Εικόνες // Afinogenov D. E. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Εικονομαχική Κρίση στο Βυζάντιο (784-847), 1997, σ. 194.

[4] Lebedev A. P. Δοκίμια για την Εσωτερική Ιστορία της Βυζαντινής-Ανατολικής Εκκλησίας τον 9ο, 10ο και 11ο αιώνα, 1902. Σελ. 269–270.

[5] Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.Λόγος 79

[6] Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Παρίσι, 1980. Σ. 298.




 ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (10)

 

Αφού λοιπόν ο Ευαγγελιστής ανέφερε όλους τους προγόνους του Χριστού και κατέληξε στον Ιωσήφ, δεν αρκέστηκε να πει απλώς το όνομά του, αλλά πρόσθεσε: «Ιωσήφ, τον άνδρα της Μαρίας», θέλοντας να δείξει ότι τον περιέλαβε στη γενεαλογία εξαιτίας της Μαρίας. Έπειτα, για να μη νομίσεις, όταν ακούσεις τη φράση «άνδρας της Μαρίας», ότι η γέννηση του Χριστού έγινε με φυσικό τρόπο, δες πώς συμπληρώνει αμέσως μετά: «Σου μίλησα», λέγει, «για άνδρα, για μητέρα, για το όνομα που δόθηκε στο παιδί· τώρα λοιπόν άκου και τον τρόπο της γέννησης “Η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε έτσι.”» Για ποια γέννηση μιλάς; Πες μου. Μου ανέφερες τους προγόνους· θέλω όμως να μου πεις και πώς γεννήθηκε. Βλέπεις πώς ξυπνά την προσοχή και το ενδιαφέρον του ακροατή; Επειδή επρόκειτο να ανακοινώσει κάτι πρωτοφανές, υπόσχεται πρώτα να εξηγήσει και τον τρόπο. Και παρατήρησε την εξαιρετική σύνθεση του λόγου του· δεν μιλά αμέσως για τη γέννηση, αλλά προηγουμένως απαριθμεί πόσες γενεές χωρίζουν τον Χριστό από τον Αβραάμ, πόσες από τον Δαβίδ και πόσες από τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα. Έτσι ωθεί τον προσεκτικό ακροατή να ερευνήσει τα χρονικά διαστήματα και, με αυτόν τον τρόπο, να αντιληφθεί ότι ο Ιησούς είναι πράγματι Εκείνος που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες. Γιατί, όταν μετρήσεις τις γενεές και διαπιστώσεις, με βάση τη χρονολογία, ότι αυτός είναι ο προφητευμένος Χριστός, τότε θα δεχθείς ευκολότερα και το θαύμα της γέννησής Του. Επειδή λοιπόν επρόκειτο να πει κάτι τόσο θαυμαστό, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, αναφέρει πρώτα «τον άνδρα της Μαρίας», ώστε να μετριάσει το ξάφνιασμα του λόγου· ή μάλλον, δίνει συνοπτικά μια πρώτη αφήγηση της γέννησης. Αμέσως μετά μετρά τις γενεές, για να υπενθυμίσει στον ακροατή ότι πρόκειται για Εκείνον που είχε προαναγγείλει ο πατριάρχης Ιακώβ, λέγοντας πως θα εμφανιστεί όταν πάψουν να υπάρχουν άρχοντες από τη φυλή του Ιούδα· και για Εκείνον που προφήτευσε ο Δανιήλ, ότι θα έλθει ύστερα από εκείνες τις πολλές εβδομάδες (επταετίες). Και αν κανείς θελήσει να υπολογίσει, από την εποχή της ίδρυσης της Ιερουσαλήμ, τις εβδομάδες εκείνες για τις οποίες μίλησε ο άγγελος στον Δανιήλ, θα δει ότι το χρονικό αυτό διάστημα συμπίπτει με τον χρόνο της γέννησης του Χριστού. Λέγει λοιπόν: «Πώς γεννήθηκε;» — «Όταν η μητέρα Του, η Μαρία, ήταν αρραβωνιασμένη.» Δεν λέει “η Παρθένος”, αλλά απλά “η μητέρα”, για να γίνει πιο εύκολα δεκτός ο λόγος. Έτσι, αφού πρώτα προετοίμασε τον ακροατή ώστε να περιμένει κάτι το συνηθισμένο και κέρδισε την εμπιστοσύνη του, τον εκπλήσσει στη συνέχεια με την προσθήκη ενός θαυμαστού γεγονότος: «Πριν ακόμη συνευρεθούν, βρέθηκε έγκυος εκ Πνεύματος Αγίου.» Δεν λέει «πριν οδηγηθεί στο σπίτι του γαμπρού», γιατί ήδη έμενε εκεί· οι παλαιοί, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, είχαν τη συνήθεια να ζουν οι μνηστευμένες γυναίκες στο σπίτι του γαμπρού. Και αυτό μπορεί κανείς να το δει ότι συμβαίνει και σήμερα· ακόμη και οι γαμπροί του Λώτ έμεναν μαζί του.




                                                         ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

 


Επίσκοπος Θεοφάνης του Σολικάμσκ

 

Ο Επίσκοπος Θεοφάνης, κατά κόσμον Σεργκέι Πετρόβιτς Ιλμένσκι, γεννήθηκε το 1867 από οικογένεια φτωχού εκκλησιαστικού επιτρόπου σε χωριό της επισκοπής Σαράτωφ. Το 1894 ο Σεργκέι αποφοίτησε από την Θεολογική Ακαδημία του Καζάν. Στις 7 Οκτωβρίου 1894 διορίστηκε διδάσκαλος του Νόμου του Θεού στο σχολείο Αλεξάνδρας Μαριίνσκυ του Σαράτωφ. Το 1897 χειροτονήθηκε ιερέας.
Με απόφαση του Αρχιεπισκόπου Σεργίου (Στραγκορόφσκι) Φινλανδίας και Βίμποργκ, στις 31 Αυγούστου 1913, ο πρωτοπρεσβύτερος Σεργκέι Ιλμένσκι εντάχθηκε στην αδελφότητα της Μονής Βαλάαμ ως δόκιμος. Στις 12 Αυγούστου 1914 (κατ’ άλλη πηγή, το 1915 ή 1916) διορίστηκε επιθεωρητής της Πνευματικής Σχολής Μπαλασώφ. Στις 14 Αυγούστου 1914 εκάρη μοναχός στον Καθεδρικό του Μεταμορφώσεως από τον ηγούμενο της Μονής, πατέρα Μαυρίκιο. Στις 14 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους προήχθη σε αρχιμανδρίτη στον Καθεδρικό του Γενεσίου της Θεοτόκου από τον Επίσκοπο Σεραφείμ Σερντομπόλ.
Στις 5 Οκτωβρίου 1916 ο αρχιμανδρίτης Θεοφάνης έγινε πρύτανης της Θεολογικής Σχολής Περμ, πρόεδρος του αδελφάτου νηφαλιότητος της επισκοπής και αρχιμανδρίτης της Μονής Αγίας Τριάδος Σολικάμσκ. Ένας άγνωστος βιογράφος περιέγραψε αυτή την περίοδο της ζωής του ως εξής: «Η απλότητα, η θερμότητα και η πατρική φροντίδα του για τις ανάγκες των νέων μαθητών στη Θεολογική Σχολή Μπαλασώφ, όπως και σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, του χάρισαν μια γενική αγάπη, πάντοτε θερμά εκδηλούμενη. Και οι ψυχές των νέων σπουδαστών της Θεολογικής Σχολής Περμ ήταν επίσης αγαπητές για τον πατέρα και πρύτανη, αρχιμανδρίτη Θεοφάνη, παρά το σύντομο διάστημα της διακονίας του εκεί. Οι σπουδαστές γρήγορα αντιλήφθηκαν πόσο προσιτός ήταν και τον πλησίαζαν με τις λύπες και τις ανησυχίες τους.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1917 ο αρχιμανδρίτης Θεοφάνης χειροτονήθηκε Επίσκοπος Σολικάμσκ, βοηθός της επισκοπής Περμ, και έλαβε από τον Αρχιεπίσκοπο Ανδρόνικο (τον μετέπειτα ιερομάρτυρα), την αρχαία ποιμαντορική ράβδο του Αγίου Στεφάνου Περμ, με τα λόγια: «Ο δρόμος της αρχιερατικής διακονίας είναι ο δρόμος του Χριστού, ο δρόμος της φέρουσας τον Σταυρό πορείας, ο δρόμος της συνεχούς αυτοσταυρώσεως».
Όταν χειροτονήθηκε επίσκοπος, θυμήθηκε και είπε: «Είμαι γιος ενός φτωχού εκκλησιαστικού επιτρόπου του χωριού. Από μικρό παιδί με ανέθρεψε η μητέρα μου, βαθιά θρησκευόμενη, ταπεινή γυναίκα με πραότητα, η οποία μου μιλούσε πολύ για τη ζωή του Αγίου Σεργίου, του οποίου έφερα το όνομα, καθώς και ο θείος μου, που είχε πάρει τη θέση του πατέρα μου και με ανέθρεψε — ένας πράος και ταπεινός ποιμένας που υπηρέτησε επί πενήντα χρόνια στην ίδια μακρινή επαρχιακή ενορία. Μαζί του έμαθα να μοιράζομαι τις χαρές και τις λύπες του λαού, να υποδέχομαι τις εορτές των Χριστουγέννων και του Αγίου Πάσχα... Θα θυμάμαι πάντοτε την ανάγνωση των δώδεκα Ευαγγελίων τη Μεγάλη Πέμπτη και τη θριαμβευτική του λειτουργία τη λαμπροφόρο νύχτα του Πάσχα, με την απαράμιλλη, διαπεραστική ανάγνωση του θαυμάσιου λόγου του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Ήμουν ακόμη παιδί όταν γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να γίνω ιερέας οπωσδήποτε, να υπηρετήσω στη Μυσταγωγία του Κυρίου, όπου ο Αμνός του Θεού δίδεται σε μας ως τροφή. Ξεχείλισα αυτή τη φλογερή επιθυμία σε προσευχή, όταν μια φορά έμεινα μόνος μέσα στην εκκλησία μπροστά στην τοπική εικόνα του Σωτήρος. Ήταν μόνο για μια στιγμή, αλλά πόσο αυστηρά με κοίταξε τότε με τα μάτια Του! Στη θεολογική σχολή η επιθυμία μου να γίνω ιερέας όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά, αντιθέτως, υπό την επίδραση ενός θαυμάσιου βιβλίου με τίτλο “Επιστολές περί των καθηκόντων του Ιερατικού αξιώματος”, που το έχω ακόμη, ωρίμασε μέσα μου η ακλόνητη απόφαση να γίνω ιερέας και μάλιστα ιερέας χωρικός!
Από τον Αύγουστο του 1917 έως τον Απρίλιο του 1918 ο Δεσπότης Θεοφάνης διοικούσε την επισκοπή Περμ, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος συμμετείχε στην Τοπική Σύνοδο της Μόσχας. Την 1η Φεβρουαρίου 1918 έφτασε στο Περμ και στις 4 Φεβρουαρίου ηγήθηκε μεγάλης λιτανείας με αφορμή τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας. Στις 23 Φεβρουαρίου τα κτίρια της Θεολογικής Σχολής καταλήφθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον Κόκκινο Στρατό.
Στις 14 Μαρτίου, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την πιθανή δήμευση των μοναστηριακών γαιών, ο Επίσκοπος Θεοφάνης έγραψε: «Δεν θα απαντήσουμε με τον ίδιο τρόπο στη μοχθηρία και στην έχθρα εκείνων· θα προσευχηθούμε για τους εχθρούς μας, ώστε ο Κύριος να συγχωρήσει την ορμή τους εναντίον μας και, διά της δυνάμεως της προσευχής και του παραδείγματος του χριστιανικού μας βίου, να στραφούν οι αμετανόητες καρδιές τους προς τη συμφιλίωση και την αδελφική αγάπη».
Στις 15 Μαρτίου η Θεολογική Σχολή Περμ έκλεισε επισήμως. Ο Δεσπότης είπε στους κληρικούς της Σολικάμσκ να μη δείξουν «σιωπηρή υποταγή στους ληστές και στους κλέφτες... Φυσικά, ήταν ανθρώπινα αναμενόμενο, από μικροψυχία, να πράξετε όπως πράξατε στη συνέλευση της 4ης Μαρτίου, όταν δηλώσατε την πίστη σας στην Εκτελεστική Επιτροπή, ενώ βρισκόσασταν υπό απειλή ακόμη και θανάτου».
Στις 9 Ιουνίου, δύο ημέρες μετά τη δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Ανδρονίκου, οι μπολσεβίκοι κάλεσαν τον Δεσπότη Θεοφάνη στο Περμ, προσπαθώντας να κατευνάσουν τον λαό της Εκκλησίας. Ο Δεσπότης συνέχισε να διοικεί την επισκοπή Περμ έως τη σύλληψή του τον Οκτώβριο.
Στις 10/23 Δεκεμβρίου 1918, ο πρόεδρος της Τσέκα διέταξε τον διοικητή των φυλακών να παραδώσει τον Επίσκοπο Θεοφάνη και οκτώ ακόμη κρατουμένους σε στρατοδικείο. Την επόμενη ημέρα, 11/24 Δεκεμβρίου, οι μπολσεβίκοι τον έπνιξαν στον ποταμό Κάμα. Πρώτα τον έγδυσαν, έπειτα του έπλεξαν τα μαλλιά σε κοτσίδες και πέρασαν ανάμεσά τους ένα ραβδί, γελώντας χυδαία. Τοποθέτησαν πάγκους εκατέρωθεν μιας τρύπας στον πάγο, επάνω στους οποίους στάθηκαν δύο δήμιοι. Σήκωσαν αργά τον άγιο μάρτυρα στον αέρα και σταδιακά τον κατέβασαν μέσα στην τρύπα του παγωμένου νερού. Τον άφησαν μισό λεπτό, τον ανέβασαν και τον ξαναβύθισαν. Μετά από δεκαπέντε με είκοσι λεπτά το σώμα του μάρτυρα είχε ήδη σκεπαστεί με στρώμα πάγου πάχους δύο δακτύλων, αλλά ήταν ακόμη ζωντανός. Το βάρβαρο αυτό θέαμα το παρακολούθησαν πολλοί θεατές, ανάμεσά τους και μέλη του ποιμνίου του, που έκλαιγαν.

 

 

Πηγές: Victor Korolev, στο Novomucheniki i Ispovedniki Russkoj Pravoslavnoj Tserkvi, Μόσχα: Θεολογικό Ινστιτούτο St. Tikhon, 1997; "...Da Ukrotit Gospod' Yarost' ikh na Nas...', Grebnevsky Listok, 11, 6, 1991 Catacomb Saints, Platina: St. Herman of Alaska Brotherhood, 1982, σελ. 612, Metropolitan Manuel (Lemeshevsky) , Die Russischen Orthodoxen von 1893-1965, Erlangen, 1989, σελ. 409 Tikhona, Moscow: St. Tikhon's Theological Institute, 1994, σελ. 995, ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ