Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Αιδεσιμότατος Jacklevyn Manuputty: Η PGI τονίζει ότι ο Οικουμενισμός πρέπει να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική και εθνική κρίση στην Ινδονησία

ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗ  ΑΣΙΑ

ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ 2026


 

ΤΣΙΑΝΓΚ ΜΑΪ, PGI.OR.ID —Σε μια σειρά Διεθνών Διαβουλεύσεων με θέμα «Οικουμενισμός στην Ασία: Αναδυόμενα Εκκλησιαστικά και Οικουμενικά Τοπία» που διοργανώθηκαν από το Χριστιανικό Συνέδριο της Ασίας στις 1-3 Ιουνίου 2026 στο Πανεπιστήμιο Payap, Τσιάνγκ Μάι, Ταϊλάνδη, Ασιάτες εκκλησιαστικοί ηγέτες και προσωπικότητες του οικουμενικού χώρου συζήτησαν τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες του οικουμενικού κινήματος, καθώς και τις ραγδαίες κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην ασιατική περιοχή.
Μία από τις σημαντικές συνεδρίες πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου 2026 σε ένα πάνελ με τίτλο «Προκλήσεις για τον Ευρύτερο Οικουμενισμό εν μέσω του Μεταβαλλόμενου Τοπίου των Διαθρησκευτικών Σχέσεων στην Ασία». Με την ευκαιρία αυτή, ο Γενικός Πρόεδρος της Κοινωνίας των Εκκλησιών στην Ινδονησία (PGI), Αιδεσιμότατος Jacklevyn F. Manuputty, εξήγησε την ανάπτυξη του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία και τις διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκκλησίες στην οικοδόμηση μιας δίκαιης, ειρηνικής και χωρίς αποκλεισμούς ζωής μέσω μιας παρουσίασης με τίτλο «Εσωτερική Ινδονησία».
Στην παρουσίασή του, ο Αιδεσιμότατος Manuputty εξήγησε ότι το οικουμενικό κίνημα στην Ινδονησία έχει υποστεί μια σημαντική μεταμόρφωση. Ενώ στο παρελθόν η κύρια εστίασή του ήταν οι σχέσεις και η ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, σήμερα οι εκκλησίες στην Ινδονησία αναπτύσσουν ολοένα και περισσότερο μια αντίληψη περί «οικουμενισμού εν δράσει» (ecumenism in action), δηλαδή μιας ενότητας που πραγματώνεται μέσω κοινής δράσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εκκλησίες βρίσκουν την ενότητά τους όχι απλώς στην ομοιομορφία του δόγματος ή της δομής, αλλά στην προθυμία να αναλάβουν από κοινού το έργο και την κλήση για την αντιμετώπιση ποικίλων ανθρωπιστικών ζητημάτων.
Τόνισε ότι η σημερινή κατανόηση του οικουμενισμού δεν περιορίζεται πλέον στις διαεκκλησιαστικές σχέσεις. Αντιμετωπίζεται ολιστικά ως μια προσπάθεια να καταστεί ο κόσμος «ο οίκος του Θεού» (oikos tou Theou), ένας τόπος όπου όλη η δημιουργία μπορεί να ζει ειρηνικά. Επομένως, ο οικουμενικός αγώνας περιλαμβάνει επίσης τη διαθρησκευτική συνεργασία, την ενίσχυση της δημοκρατίας, τον σεβασμό της ισότητας και τις προσπάθειες για την επίτευξη οικολογικής δικαιοσύνης.
Επιπλέον, ο Αιδεσιμότατος Manuputty τόνισε ότι το οικουμενικό κίνημα πρέπει να ριζώνει ολοένα και περισσότερο στις ζωές των ανθρώπων. Κατά την άποψή του, ο οικουμενισμός δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως ένα θεσμικό εγχείρημα που καθοδηγείται αποκλειστικά από εκκλησιαστικούς οργανισμούς, αλλά οφείλει να αναπτύσσεται μέσα από τους πραγματικούς αγώνες των πιστών και των τοπικών κοινοτήτων. Για τον λόγο αυτό, οι εκκλησίες ενθαρρύνονται να οικοδομούν συνεργασίες που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια, η εκπαίδευση, η εμπορία ανθρώπων, η περιβαλλοντική καταστροφή, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι διάφορες μορφές κοινωνικής αδικίας. Μέσα από αυτή την οπτική, η κοινωνία δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο διακονίας, αλλά και υποκείμενο που συμμετέχει στην οικοδόμηση αλληλεγγύης, στην ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας και στη μεταμόρφωση της κοινής ζωής.
Σύμφωνα με τον Αιδεσιμότατο Manuputty, η τρέχουσα κατεύθυνση του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία βασίζεται σε μια κοινή δέσμευση για την αντιμετώπιση διαφόρων κρίσεων που αντιμετωπίζει το έθνος, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης ενότητας, της εθνικής κρίσης, της οικολογικής κρίσης, της οικογενειακής κρίσης, της εκπαιδευτικής κρίσης και των ηθικών προκλήσεων που προκύπτουν από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ( ΤΝ ). 
Δήλωσε επίσης ότι το πνεύμα του οικουμενισμού στην πράξη έχει καλλιεργήσει διάφορα δίκτυα διαεκκλησιαστικής συνεργασίας. Αρκετές εκκλησίες συνεργάζονται για την οικονομική ενδυνάμωση της κοινότητας, την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, την αντίσταση στις καταστροφικές πρακτικές της εξορυκτικής βιομηχανίας και την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε ευάλωτες περιοχές. Πιστεύει ότι αυτές οι πρωτοβουλίες καταδεικνύουν ότι ο παλμός του οικουμενικού κινήματος στην Ινδονησία παραμένει ζωντανός και ακμάζει μέσω της συγκεκριμένης συνεργασίας σε επίπεδο βάσης.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι εσωτερικές προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Η PGI έχει σήμερα 105 συνόδους μέλη, από 30 κατά την ίδρυσή της το 1950. Η αυξανόμενη ποικιλομορφία των εκκλησιαστικών παραδόσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Πεντηκοστιανών, των Χαρισματικών και των Ευαγγελικών, απαιτεί την ενίσχυση του οικουμενικού γραμματισμού, ώστε οι εκκλησίες να μπορούν να ακούν η μία την άλλη, να μαθαίνουν η μία από την άλλη και να εκτιμούν τις διαφορές ως μέρος του έργου του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησιαστική ζωή.
Εκτός από τον εσωτερικό κατακερματισμό, ο Πάστορας Manuputty τόνισε επίσης την αυξανόμενη πόλωση που προκαλείται από κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και την ανάπτυξη των ψηφιακών μέσων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά γίνονται πλατφόρμα για την εξάπλωση της παραπληροφόρησης, της ρητορικής μίσους και την ενίσχυση των θρησκευτικών ταυτοτήτων, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των ομάδων. Οι εκκλησίες καλούνται να αναπτύξουν την ψηφιακή ηθική και τον γραμματισμό στα μέσα ενημέρωσης, έτσι ώστε οι αξίες της αλήθειας, της συμπόνιας, του διαλόγου και της αμοιβαίας κατανόησης να παραμείνουν το θεμέλιο της κοινοτικής ζωής.
Στην παρουσίασή του, ο Πάστορας Manuputty εξέφρασε επίσης ανησυχίες σχετικά με τις ενισχυόμενες τάσεις μιλιταρισμού και αυταρχισμού στην Ινδονησία την τελευταία δεκαετία. Υποστήριξε ότι αυτή η κατάσταση έχει αποδυναμώσει τη δημοκρατία, έχει περιορίσει τον πολιτικό χώρο και έχει αυξήσει τις απειλές για τον αγώνα για κοινωνική και οικολογική δικαιοσύνη. Είπε ότι οι εκκλησίες καλούνται να συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των κοινοτήτων, των αυτόχθονων πληθυσμών και των ευάλωτων ομάδων που επηρεάζονται από διάφορες αναπτυξιακές πολιτικές και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.
Όσον αφορά τις διαθρησκευτικές σχέσεις, αναγνώρισε ότι η Ινδονησία έχει βιώσει θετικές εξελίξεις, με μείωση των διαθρησκευτικών συγκρούσεων μεγάλης κλίμακας και αύξηση των διαφόρων μορφών διαθρησκευτικής συνεργασίας. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι το ζήτημα της ελευθερίας της θρησκείας ή των πεποιθήσεων ( FORB) παραμένει μια σοβαρή πρόκληση. Περιπτώσεις απόρριψης οίκων λατρείας, διακρίσεων κατά μειονοτικών ομάδων και πολιτικοποίησης της θρησκευτικής ταυτότητας εξακολουθούν να εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές.
Ως εκ τούτου, η Ινδονησιακή Προτεσταντική Εκκλησία (PGI) συνεχίζει να προωθεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση που περιλαμβάνει την ενίσχυση των κοινοτήτων βάσης, την οικοδόμηση δικτύων υπεράσπισης και την καταπολέμηση των κανονιστικών μεταρρυθμίσεων που θεωρούνται ότι εξακολουθούν να επιτρέπουν πρακτικές μισαλλοδοξίας. Πιστεύει ότι η διαθρησκευτική συνεργασία δεν θα πρέπει να στοχεύει μόνο στη δημιουργία κοινωνικής αρμονίας, αλλά και να οδηγεί σε κοινωνικό μετασχηματισμό ικανό να καταπολεμήσει τη φτώχεια, την αδικία, τη βία και διάφορες μορφές διακρίσεων.
Κλείνοντας, ο Αιδεσιμότατος Jacklevyn F. Manuputty τόνισε ότι το μέλλον του οικουμενικού κινήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των κοινοτήτων βάσης και της νεότερης γενιάς. Οι εκκλησίες πρέπει να ανοίξουν ευρύτερους χώρους για τη συμμετοχή των νέων, ως γενιά που ζει εν μέσω ψηφιακού μετασχηματισμού. Ταυτόχρονα, το οικουμενικό κίνημα πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσει μια συμπεριληπτική στάση, να ενισχύει τη διαθρησκευτική συνεργασία και να οικοδομεί πραγματική αλληλεγγύη για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ακεραιότητα της δημιουργίας.
«Ο κόσμος χρειάζεται μέγιστη ενότητα και συνεργασία. Στεκόμαστε ενωμένοι ανάμεσα στις διαφορές μας για να διατηρήσουμε τη δικαιοσύνη και την ειρήνη», τόνισε. (EDP)





ΠΗΓΗ: https://pgi.or.id/news/warta-pgi/pdt-jacklevyn-manuputty-pgi-tegaskan-ekumenisme-harus-menjawab-krisis-kemanusiaan-dan-kebangsaan-di-indonesia-370

 


Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ»

 «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΛΟΥ»

«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ»

Πειραιάς, 12 Ἰουνίου 2026

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ:

«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΛΟΥ»

 

Ὁ Κληρικός τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐξέδωσε μίαν ἀνακοίνωσιν εἰς τήν ὁποίαν ἀποκρύπτει τή νομική ποινική πραγματικότητα καί ἀναληθῶς ἰσχυρίζεται ὅτι δῆθεν «διώκεται γιά λόγους ὀρθοδόξου πίστεως» καί προσκαλεῖ σέ συμπαράσταση στό Δικαστικό Μέγαρο Πειραιῶς.

Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ συγκεκριμένος δέν διώκεται γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη του, ἀλλά γιά τήν ἀπαράδεκτη ἐνέργειά του, κατά τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνας ΛΑ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΛΑ΄ τῆς Ἁγίας ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ε΄ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου καί Ι΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, ἐπικυρωθέντων ὁρισμένως ὑπό τοῦ Β΄ Κανόνος τῆς Ἁγίας ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί κατά τά ἄρθρα 31 παράγρ. 5 καί 28 παράγρ. 1 τοῦ Ν. 5224/2025 (ΦΕΚ 142/τ.Α΄/5-8-2025) νά «πήξῃ θυσιαστήριον», δηλαδή νά δημιουργήσῃ Ἱ. Ναόν εἰς τήν ἐν Πειραιεῖ οἰκίαν του καί νά λειτουργῇ σέ αὐτόν, «παρ’ Ἐνορίαν», συλληφθείς ἐπ’ αὐτοφώρῳ τήν Κυριακήν 7 Ἰουνίου ἐ.ἔ.,  Κληρικός τυγχάνων ἄλλης Ἱ. Μητροπόλεως, χωρίς τήν ἄδειαν καί τήν εὐλογίαν τῆς οἰκείας Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς, διαψεύδων οὐσιαστικῶς καί τήν ἀπό 28-4-2020 δήλωσιν του, πού εἶναι ἀναρτημένη στήν προσωπική του ἱστοσελίδα μέ θέμα «Ἡ ἀποτείχισίς μου λόγῳ τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος», πρός τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων, κ. Σεραφείμ, ὅπου ἀνέφερε: «Σᾶς κατέστησα γνωστόν ὅτι ἀπό τοῦδε δέν ἐπιθυμῶ να συλλειτουργῶ μετά τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος οὔτε νά Σᾶς μνημονεύω. Καί ἐπειδή ὅπως μοῦ διαμηνύσατε εἰς τάς μεταξύ μας συζητήσεις, δέν θά ἐπιτρέψετε εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς Μητρόπολιν καί νῆσον νά συμβεῖ τοιοῦτον πρᾶγμα, σεβόμενος τήν ἐπιθυμίαν Σας, καί μή ἔχων διάθεσιν ἤ πρόθεσιν δημιουργίας προστριβῶν καί ἀναταραχῶν, Σᾶς κατέστησα γνωστόν ὅτι ἔπαυσα ἀπό τοῦδε τήν μετάβασίν μου εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς Ἱ. Μητρόπολιν, καί ὅτι εἰς τό ἐξῆς θά διάγω τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μου ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ εἰς τήν μόνιμον κατοικίαν μου ἐν Πειραιεῖ». 

Καί ἐρωτᾶται κάθε καλόπιστος καί ἐχέφρων: ἡ παραβίασις τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων πού ἀναφέρονται καί ἡ δημιουργία ψευδο-ιεροῦ Ναοῦ μέσα στό σαλόνι ἑνός διαμερίσματος τοῦ Γ΄ Ὀρόφου πολυκατοικίας, σέ μία Ἱ. Μητρόπολι πού δέν ἀνήκεις ὡς Κληρικός καί χωρίς τήν ἔγκρισι καί ἄδειά της, εἶναι πρᾶξις «μετανοίας καί εἰρήνης» καί διακρατήσεως τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Καί εὐλογεῖται ἀπό τόν Θεόν μία τέτοια ἀντικανονική ἐνέργεια;

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ


«Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους......»

«Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους. Είναι, όμως, αδύνατον ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος, αν δεν υιοθετήσει και την αντίστοιχη διαλεκτική μέθοδο.
Σου ζητάω, λοιπόν, ν’ αποδεχθείς την αντίληψη που εκφράζει ο άγιος Μακάριος, γιατί αγγίζει την ουσία του θέματος και θα σου χρησιμεύσει ως ανασχετικός παράγοντας απέναντι στη γοητεία της κοσμικής ζωής.
Για να μάθεις πιο πολλά, αλλά και για να εξοικειωθείς περισσότερο μ’ αυτή τη συλλογιστική μέθοδο, διάβασε, αν θέλεις, ολόκληρη την πέμπτη ομιλία του αγίου Μακαρίου».

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/06/blog-post_06.html)



ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ 

ΟΜΙΛΙΑ Ε΄

Ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, καθώς επίσης διαφορετικός είναι και ο τρόπος ζωής και ο νους και ο λόγος και οι πράξεις των ανθρώπων του κόσμου αυτού. Άλλο πράγμα είναι εκείνοι, και άλλο αυτοί, και υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Διότι οι κάτοικοι της γης και τα τέκνα αυτού του κόσμου μοιάζουν με σιτάρι που έχει τοποθετηθεί μέσα στο κόσκινο αυτής της γης, που κοσκινίζονται οι ψυχές με τους άστατους λογισμούς αυτού του κόσμου, την ακατάπαυστη ταραχή που προέρχεται από τα γήινα πράγματα, και τις πολύπλοκες υλικές έγνοιες· ταρακουνώντας ο σατανάς που κοσκινίζει με το κόσκινο (δηλαδή με τα γήινα πράγματα) ολόκληρο το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, μετά την εκδίωξη του Αδάμ από τον παράδεισο, που παράκουσε την εντολή του Θεού, και βρέθηκε κάτω από την εξουσία του διαβόλου, που πήρε την εξουσία από τον άνθρωπο, και από τότε κοσκινίζει με συνεχείς απατηλούς λογισμούς, κάνοντας να προσκρούουν στα τοιχώματα του κόσκινου αυτής της γης όλα τα τέκνα αυτού του αιώνα.Διότι, όπως ακριβώς μέσα στο κόσκινο το σιτάρι προσκρούει στα τοιχώματα του, εξ αιτίας της κίνησης αυτού που κοσκινίζει, και μέσα σ’ αυτό περιστρέφεται, κινούμενο με άστατο τρόπο, έτσι και με τα γήινα πράγματα ο άρχοντας της πονηρίας κυριαρχεί σ’ όλους τους ανθρώπους, και με αυτά ταράζει, κλονίζει και σείει αυτούς, τοποθετώντας διάφορα εμπόδια με ανωφελείς διαλογισμούς, αισχρές επιθυμίες και με γήινους και κοσμικούς δεσμούς, αιχμαλωτίζοντας και συγκλονίζοντας άστατα και εξαπατώντας ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ, όπως προέλεγε ο Κύριος στους αποστόλους την επανάσταση που επρόκειτο να γίνει εναντίον τους από το σατανά· «ζητεί ο σατανάς να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι, εγώ όμως παρακάλεσα τον Πατέρα μου, για να μη σας λείψει η πίστη» (Λουκά 22, 31).
Διότι είναι ολοφάνερο ο λόγος που ειπώθηκε από το δημιουργό στον Κάιν καθώς και η απόφαση «θα ζεις πάνω στη γη με αναστεναγμούς και τρόμο και ταραχή» (Γεν. 4, 10), που είναι τύπος και εικόνα, με μεταφορική έννοια, όλων των αμαρτωλών. Έτσι λοιπόν, αφού απομακρύνθηκε από την εντολή του Θεού το γένος του Αδάμ και έγινε αμαρτωλό (Γεν. 4, 12), έχει αποκτήσει μέσα του εκείνη την εικόνα, ταρασσόμενο από τους άστατους λογισμούς της δειλίας και του φόβου και κάθε άλλης ταραχής, επειδή ο άρχοντας αυτού του κόσμου κλυδωνίζει με επιθυμίες και παντός είδους ηδονές κάθε ψυχή που δεν έχει αναγεννηθεί από το Θεό (πρβλ. Ιω. 9, 3), περιστρέφοντας άστατα σαν σιτάρι μέσα σε κόσκινο τους λογισμούς των ανθρώπων, που κλυδωνίζονται με ποικίλους τρόπους, εξαπατώντας και ταράσσοντας με κοσμικές απάτες και σαρκικές ηδονές και με φόβο όλους τους ανθρώπους.
Και ο ίδιος ο Κύριος θέλοντας να δείξει ότι αυτοί που εξακολουθούν να ζουν με τις απάτες και τα θελήματα του πονηρού φέρουν την εικόνα της πονηρίας του Κάιν, έλεγε προς αυτούς ελέγχοντας τους· «σεις θέλετε να εκτελείτε τις πονηρές επιθυμίες του πατέρα σας· εκείνος ήταν από την αρχή της δημιουργίας ανθρωποκτόνος και ποτέ δεν στάθηκε στην αλήθεια» (Ιω. 8, 44). Ώστε ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ έχει αποκτήσει την καταδίκη εκείνη, κατά ένα μυστικό τρόπο, δηλαδή εκείνο το· «θα ζείτε με αναστεναγμούς και με τρόμο και θα σείεσθε μέσα στο κόσκινο της γης από το σατανά που κοσκινίζει τον άνθρωπο». Διότι, όπως από τον ένα Αδάμ απλώθηκε πάνω στη γη ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, έτσι και από μία κακία των παθών που μπήκε βαθιά μέσα στο αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, είναι αρκετό ο άρχοντας της κακίας να συγκλονίζει όλους με άστατους και υλικούς και ταραχώδεις λογισμούς.
Και όπως ακριβώς ένας μόνο άνεμος είναι αρκετός να κουνάει και να συγκλονίζει όλα τα φυτά και τα δένδρα, ή όπως ακριβώς ένα μόνο σκοτάδι της νύχτας απλώνεται σε όλη την οικουμένη, έτσι και ο άρχοντας της πονηρίας, που ο ίδιος είναι λογικό σκοτάδι της κακίας και του θανάτου, και άνεμος κρυφός και άγριος, ταρακουνάει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και το περιφέρει με άστατους λογισμούς, εξαπατώντας τις καρδιές των ανθρώπων με κοσμικές επιθυμίες, και γεμίζοντας με το σκοτάδι της αγνωσίας, με αναπηρία και λήθη κάθε ψυχή που δεν πέτυχε την ουράνια αναγέννηση (Ιω. 3,37) και δεν έχει μεταβεί με το φρόνημα και τον νου στον άλλο αιώνα, όπως έχει λεχθεί· «η δική μας πατρίδα και πολιτεία βρίσκεται στους ουρανούς» (Φιλιπ. 3,20).
Ως προς αυτό διαφέρουν οι αληθινοί Χριστιανοί από κάθε άλλο άνθρωπο, και υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τους, όπως προαναφέραμε, ως προς το ότι δηλαδή έχουν πάντοτε μέσα στο νου και στη διάνοια τους την ουράνια σκέψη, και βλέπουν τα ουράνια αγαθά με το να συμμετέχουν και να είναι ενωμένοι με το άγιο Πνεύμα, που τους χάρισε την ουράνια αναγέννηση (πρβλ. Ιω. 1,12), και τους αξίωσε να γίνουν με τη δύναμη και την αλήθεια τέκνα του Θεού, και τους έφερε σε κατάσταση σταθερότητας, αταραξίας και ανάπαυσης, με πολλούς και μακροχρόνιους αγώνες και κόπους, ώστε να μη κοσκινίζονται και να μη ταράσσονται από τους άστατους και μάταιους λογισμούς.
Γι’ αυτό λοιπόν τον λόγο οι Χριστιανοί είναι ανώτεροι και καλύτεροι από τους ανθρώπους του κόσμου, διότι ο νους τους και το φρόνημα της ψυχής τους βρίσκεται στην ειρήνη του Χριστού (πρβλ. Κολ. 3, 15) και στην αγάπη του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ρωμ. 15, 30), όπως ακριβώς και ο Κύριος, μιλώντας γι’ αυτούς, έλεγε· «έχουν μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5, 24 ).
Λοιπόν ή διαφοροποίηση των Χριστιανών δε βρίσκεται ούτε στο σχήμα ούτε στους εξωτερικούς τύπους, όπως νομίζουν οι πιο πολλοί, ότι ως προς αυτό υπάρχει διαφορά και διάκριση μεταξύ αυτών και του κόσμου, δηλαδή στο σχήμα και στους τύπους. Και να, ως προς τον νου και τη διάνοια είναι όμοιοι με τον κόσμο, διότι έχουν το σεισμό και την ακαταστασία των λογισμών και την απιστία και την ταραχή και τη δειλία όπως ακριβώς την έχουν όλοι οι άνθρωποι· οι άνθρωποι όμως του κόσμου διαφέρουν και ως προς σχήμα και ως προς τη γνώμη του κόσμου και ως προς κάποια εξωτερικά κατορθώματα, ως προς την καρδιά όπως και τον νου έχουν δεθεί με τα γήινα δεσμά, διότι δεν έχουν στην καρδιά τους την ανάπαυση του Θεού και την επουράνια ειρήνη του αγίου Πνεύματος, επειδή δεν τα ζήτησαν από τον Θεό και δεν πίστεψαν ότι μπορούν να γίνουν άξιοι να τα δεχθούν.
Διότι η «καινή κτίση» (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 17) των Χριστιανών διαφέρει από όλους τους ανθρώπους του κόσμου ως προς την «ανακαίνιση του νου» (Ρωμ. 12, 2), τους ειρηνικούς διαλογισμούς, και την αγάπη που έχουν προς τον Κύριο και τον ουράνιο έρωτα· γι’ αυτό ακριβώς έγινε και η έλευση του Κυρίου, για να αξιωθούν να πάρουν αυτά τα πνευματικά αγαθά, όσοι αληθινά θα πιστέψουν σ’ αυτόν. Διότι η δόξα των Χριστιανών και η αρετή και ο ουράνιος πλούτος είναι ανέκφραστα, και κατακτούνται με πολλούς κόπους και μόχθους και δοκιμασίες και αγώνες· και όλα αυτά κατορθώνονται με τη χάρη του Θεού (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 10).
Διότι, αν η θέα του επίγειου βασιλιά είναι επιθυμητή σε όλους τους ανθρώπους, και ο καθένας που διαμένει στην πόλη επιθυμεί να δει μόνο το κάλλος του, ή την ωραιότητα των ενδυμάτων, ή τη λαμπρότητα της πορφύρας, την ομορφιά των διαφόρων μαργαριταριών, την κομψότητα του στέμματος, την τιμιότητα των αξιωματικών που τον συνοδεύουν, εκτός βέβαια από τους πνευματικούς ανθρώπους (πρβλ. Γαλ. 6, 1) που τα περιφρονούν αυτά επειδή έχουν γνωρίσει την άλλη επουράνια και ασώματη δόξα, έχουν πληγωθεί από το άλλο ανέκφραστο κάλλος, έχουν γίνει κοινωνοί άλλου πλούτου, ζουν κατά τον εσωτερικό άνθρωπο (πρβλ. Ρωμ. 7, 22 ) και μετέχουν άλλου Πνεύματος.
Διότι οι άνθρωποι αυτού του κόσμου, που έχουν το φρόνημα αυτού του κόσμου, έχουν μεγάλη επιθυμία να δουν τον επίγειο μόνο βασιλιά με όλη την ομορφιά και τη λαμπρότητα του, καθόσον η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ ανώτερη από την εμφάνιση όλων των ανθρώπων (αφού είναι τόσο λαμπρή και τόσο επιθυμητή από όλους και μόνο η θέα του) και καθένας λέει μέσα του ‘‘μακάρι να μου έδινε κάποιος εκείνη τη λαμπρότητα, την ευπρέπεια και την ωραιότητα’’, μακαρίζοντας εκείνον που είναι όμοιος μ’ αυτόν, γήινος, ομοιοπαθής και θνητός, που γίνεται όμως επιθυμητός εξ αιτίας της πρόσκαιρης μεγαλοπρέπειας και λαμπρότητας του.
Αν λοιπόν τόσο πολύ επιθυμούν οι σαρκικοί άνθρωποι τη δόξα του επίγειο βασιλιά, πόσο περισσότερο εκείνοι, που μέσα τους έσταξε η σταγόνα εκείνη του αγίου Πνεύματος της ζωής της θεότητας, και πλήγωσε την καρδιά τους με θεϊκό έρωτα προς τον επουράνιο βασιλιά Χριστό, έχουν προσδεθεί σ’ εκείνο το κάλλος, την ανέκφραστη δόξα, την άφθαρτη μεγαλοπρέπεια και τον ασύλληπτο πλούτο του αληθινού και αιώνιου βασιλιά Χριστού, με του οποίου τον πόθο και την επιθυμία αιχμαλωτίζονται, είναι δεμένοι μ’ αυτόν ολοκληρωτικά, και επιθυμούν να αποκτήσουν εκείνα τα ανέκφραστα αγαθά που βλέπουν με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος, για χάρη των οποίων όλα τα κάλλη της γης, και τις ομορφιές και τις δόξες και τις τιμές και τα πλούτη των βασιλιάδων και των αρχόντων τα θεωρούν μηδαμινά· διότι πληγώθηκαν από το θεϊκό κάλλος και έσταξε μέσα στις ψυχές τους η ζωή της ουράνιας αθανασίας.
Γι’ αυτό ποθούν εκείνη μόνο την αγάπη του επουράνιου βασιλιά και αυτόν μόνο με μεγάλη επιθυμία έχουν μπροστά στα μάτια τους, με αυτόν απελευθερώνουν τον εαυτό τους από κάθε αγάπη του κόσμου και απομακρύνονται από κάθε γήινο δεσμό, για να μπορούν να έχουν μέσα στην καρδιά τους εκείνον μόνο τον πόθο, χωρίς να τον αναμειγνύουν με κανένα άλλο.
Είναι λίγοι εκείνοι που μαζί με την αγαθή αρχή είχαν και τέλος αγαθό, και πέρασαν τη ζωή τους μέχρι το τέλος χωρίς πτώση, έχοντας μόνο μια αγάπη προς τον Θεό, και κρατώντας τον εαυτό τους μακριά απ’ όλα τα κοσμικά. Διότι υπάρχουν πολλοί που αισθάνονται κατάνυξη, που γίνονται μέτοχοι της ουράνιας χάρης και πληγώνονται από ουράνιο έρωτα, αλλ’, επειδή δεν υπομένουν τους διάφορους αγώνες, τις αθλήσεις, τους κόπους και τους πειρασμούς του πονηρού και τρέπονται σε διάφορες και ποικίλες κοσμικές επιθυμίες, επειδή καθένας αγάπησε κάτι απ’ αυτόν τον κόσμο και δεν έχει απομακρύνει την αγάπη του από κάθε τι το κοσμικό, έμειναν και βούλιαξαν στο βυθό του κόσμου, εξ αιτίας της ανανδρίας και της αποχαύνωσης της δικής τους θέλησης, ή εξ αιτίας της δειλίας και της αγάπης τους προς τα γήινα.
Πράγματι όσοι θέλουν να ζήσουν μέχρι το τέλος της ζωής τους ενάρετη ζωή, δεν πρέπει να δεχθούν και να ενώσουν με τη θέληση τους άλλο έρωτα και άλλη αγάπη μ’ εκείνη την επουράνια, για να μη εμποδιστούν στα πνευματικά πράγματα και στραφούν προς τα πίσω και τελικά εκπέσουν από τη ζωή. Διότι, όπως είναι μεγάλα και ανέκφραστα και ανεκλάλητα αυτά που μας υποσχέθηκε ο Θεός, έτσι πρέπει να έχουμε πίστη και ελπίδα και να καταβάλλουμε κόπους και αγώνες και να υποστούμε πολλές δοκιμασίες για να τα αποκτήσουμε· διότι δεν είναι λίγα αυτά τα αγαθά που ελπίζει ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος.
Επιθυμείς να βασιλέψεις στη βασιλεία των ουρανών στους απέραντους αιώνες μαζί με τον Χριστό και δεν καταδέχεσαι να αναλάβεις πρόθυμα μέχρι θανάτου στο λίγο χρόνο της ζωής αυτής τους αγώνες, τους κόπους και τους διάφορους πειρασμούς; Ο Κύριος φωνάζει· «εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει πρέπει ν’ απαρνηθεί τον αμαρτωλό εαυτό του, να σηκώνει τον σταυρό του κάθε μέρα με χαρά και να με ακολουθεί» (Λουκά 9, 23 . Ματθ. 16, 24)· και πάλι λέει· «εάν κάποιος δεν αρνηθεί τον πατέρα του και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους αδελφούς και τις αδελφές, ακόμη και τη ζωή του, αυτός δε μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκά 4, 26).
Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να πετύχουν τη βασιλεία του Θεού και να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή (πρβλ. Μαρκ. 10, 17), δεν αρνούνται όμως, αλλ’ εξακολουθούν να ζουν με το δικό τους θέλημα, μάλλον δε, ακολουθούν αυτόν που σπέρνει τα μάταια, και χωρίς να απαρνούνται τον εαυτό τους θέλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή, πράγμα που είναι αδύνατον, διότι ο λόγος του Κυρίου είναι αληθινός. Διότι εκείνοι μόνο περνούν τη ζωή τους χωρίς πτώση, όσοι σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου αρνήθηκαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους, αποστρέφοντας όλες τις κοσμικές επιθυμίες και τους δεσμούς και τις επάρσεις και τις ηδονές και ασχολίες, και μόνο αυτόν έχουν μπρος στα μάτια τους και επιθυμούν να εφαρμόζουν τις εντολές του.
Ώστε λοιπόν με τη δική του θέληση ο καθένας αποστρέφεται τη βασιλεία του Θεού, με το να μη θελήσει πραγματικά να κουραστεί και να απαρνηθεί τον εαυτό του, με το να αγαπά και κάτι άλλο μαζί με την αγάπη εκείνη, με το να ευχαριστιέται με κάποιες ηδονές και επιθυμίες αυτού του αιώνα, και με το να μη έχει όλη την αγάπη, όσο είναι δυνατό στην προαίρεση και στη θέληση του, προς τον Κύριο.
Από ένα παράδειγμα θα τα εννοήσεις όλα. Πολλές φορές εξετάζοντας κάποιος κάτι διαπιστώνει και γνωρίζει ότι αυτό που θέλει να κάνει δεν είναι σωστό, αλλ’ επειδή το αγαπά και δεν το αρνιέται, νικιέται απ’ αυτό. Διότι πρώτα γίνεται ο πόλεμος και η διαμάχη μέσα στην καρδιά, και η σύγκριση και η ροπή και το ζύγισμα ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στην αγάπη του κόσμου, και τότε προχωρεί και διακρίνει ο καθένας, αν συμβεί να βρίσκεται σε διαμάχη και διαπληκτισμό προς το αδελφό του, και λέει στον εαυτό του· ‘‘Να πω; Να μη πω; Να μιλήσω; Να μη μιλήσω;” φέρνοντας στο νου του βέβαια και το όνομα του Θεού, διατηρώντας όμως και τη δική του γνώμη χωρίς να αρνιέται τον εαυτό του (πρβλ. Λουκά 9, 23).
Αλλά, αν για λίγο πέσει το βάρος στην αγάπη του κόσμου και η ροπή στη ζυγαριά της καρδιάς, αμέσως φτάνει μέχρι τα χείλη ο πονηρός λόγος. Έπειτα σαν βέλη από μέσα, τεντώνοντας ο νους, χτυπάει τον πλησίον με τη γλώσσα, ρίχνοντας με τη θέληση του τα βέλη των άπρεπων λόγων, διατηρώντας και υπερασπίζοντας τη δική του γνώμη. Έπειτα εκτοξεύει άπρεπα λόγια για πολύ χρονικό διάστημα προς τον πλησίον, μέχρι που το αμάρτημα φτάσει να απλωθεί και να συμπλακεί και στα μέλη.
Μερικές φορές προξενούν και τραύματα στο σώμα, καθώς τα μέλη πολεμούν το ένα το άλλο, και κάποτε φτάνει μέχρι το φόνο και τον θάνατο η επιθυμία του διαβόλου. Κοίταξε από που άρχισε και ποιο τέλος είχε η αγάπη που βάραινε προς την κοσμική γνώμη με τη ροπή της καρδιάς πάνω στη ζυγαριά, από τη δική της θέληση· επειδή δεν αρνήθηκε τον εαυτό του και αγάπησε κάτι από τον κόσμο, συνέβησαν όλα εκείνα τα ατοπήματα.
Έτσι λοιπόν να σκέφτεσαι και συ, ότι πίσω από κάθε αμάρτημα και φαύλη πράξη, που σε προτρέπει και σε καλοπιάνει η κακία, βρίσκεται το θέλημα του νου με τις κοσμικές επιθυμίες, την απάτη και τη σαρκική ηδονή. Έτσι πραγματοποιείται κάθε είδος κακίας, έτσι η μοιχεία και η κλοπή, έτσι η πλεονεξία και η μέθη, έτσι η φιλαργυρία και η ματαιοδοξία, έτσι η ζήλεια και η φιλαρχία και κάθε άλλο που είναι αποτέλεσμα της κακίας.
Μερικές φορές και πράξεις που φαίνονται καλές και γίνονται για δόξα και έπαινο των ανθρώπων (πρβλ. Φιλιπ. 1, 11), είναι για τον Θεό ίσες με πράξεις αδικίας και κλοπής και όμοιες με τα άλλα αμαρτήματα. Διότι λέει, «ο Θεός διασκόρπισε τα οστά των ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6), ώστε με αυτά που φαίνονται καλά θέλει να υπηρετείται ο πονηρός (πρβλ. Ματθ. 13, 19)· επειδή είναι πολυμήχανος και απατηλός μέσα από τις επιθυμίες του κόσμου.
Διότι εξ αιτίας κάποιας αγάπης γήινης και σαρκικής, με την οποία δεσμεύεται με το θέλημα του ο άνθρωπος, εξαπατάται από την κακία, η οποία γίνεται για αυτόν αλυσίδα και δεσμά και βαρύ φορτίο που τον καταβυθίζει και τον πνίγει μέσα σ’ αυτό τον αιώνα της πονηρίας, και δεν τον επιτρέπει να σηκωθεί και να επιστρέψει στον Θεό· και γίνεται αυτό επειδή αυτό που αγάπησε κάποιος από τον κόσμο, του βαρύνει το νου, τον κρατάει κάτω και δεν τον αφήνει να σηκωθεί.
Σ’ αυτό το ζύγισμα, σ’ αυτή τη ροπή και τη ζυγαριά της κακίας κρέμεται και δοκιμάζεται ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, δηλαδή οι Χριστιανοί που κατοικούν στις πόλεις, ή στα βουνά, ή στα μοναστήρια, ή στους αγρούς, ή σε έρημους τόπους (πρβλ. Ματθ.1, 45), διότι εξαπατάται ο άνθρωπος από τη θέληση του και αγαπά κάτι, και έτσι προσδένεται η αγάπη του εκεί, χωρίς να προσφέρεται ολόκληρη στον Θεό.
Διότι συμβαίνει να αγαπήσει κάποιος τα υλικά πράγματα, άλλος το χρυσάφι και το ασήμι, άλλος τη γαστριμαργία, κάποιος άλλος τις επιθυμίες της σαρκικές (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 2, 18), άλλος τη σοφία των κοσμικών λόγων για την ανθρώπινη δόξα, άλλος την εξουσία, άλλος τη δόξα και τις ανθρώπινες τιμές (πρβλ. Ιω. 12, 43), άλλος την οργή και τη μανία (επειδή πολύ γρήγορα παραδίνει κανείς τον εαυτό του στο πάθος γι’ αυτό και το αγαπά), άλλος απρόσμενες συμπτώσεις, άλλος τη ζήλεια, άλλος αγαπά καθημερινά να υπερηφανεύεται και να ευχαριστιέται, άλλος να ξεγελιέται με ανόητες σκέψεις, άλλος αγαπά να είναι νομοδιδάσκαλος για να έχει ανθρώπινη φήμη, άλλος ευχαριστιέται με τη νωθρότητα και αμέλεια, άλλος με τα πολυτελή ρούχα και τα υφάσματα, άλλος παραδίνει τον εαυτό του στις γήινες φροντίδες, άλλος αγαπά τον ύπνο, ή τους αστεϊσμούς, ή την αισχρολογία.
Διότι, αφού δεσμευθεί με κάτι κοσμικό, μικρό ή μεγάλο, συγκρατείται από εκείνο και δεν τον αφήνει να σηκώσει κεφάλι. Διότι εκείνο το πάθος του που δεν το πολεμάει κανείς με γενναιότητα, εκείνο αγαπά, και εκείνο τον κρατάει δέσμιο και τον βαραίνει, και του γίνεται εμπόδιο και αλυσίδα, για να μη φτάσει ο νους του προς τον Θεό και τον ευαρεστήσει και τον λατρέψει, ώστε αυτό να του φανεί χρήσιμο στη βασιλεία του και ν’ απολαύσει την αιώνια ζωή.
Η ψυχή που έχει την ορμή της πραγματικά προς τον Κύριο, προσφέρει ολοκληρωτικά την αγάπη της προς αυτόν, προς αυτόν μόνο δεσμεύεται με όλη της τη δύναμη και τη θέληση της, από εκεί παίρνει τη βοήθεια της χάρης του Θεού, και αρνείται τον εαυτό της, και δεν ακολουθεί τα θελήματα του νου της (διότι ζει με δολιότητα μαζί μας, εξ αιτίας του κακού που είναι ενωμένο μαζί μας και μας παρασύρει), αλλά παραδίνεται ολοκληρωτικά στο λόγο του Κυρίου, απομακρύνει τον εαυτό της από κάθε εξωτερικό δεσμό, όσο είναι δυνατό στη θέληση της, αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Κύριο, και έτσι κατορθώνει να ξεπεράσει με ευκολία τους αγώνες και τους κόπους και τις θλίψεις. Διότι, όπου αφιερώνει ο καθένας την αγάπη του από εκεί δέχεται βοήθεια και από εκεί βάρος. Αν αγαπά κάτι απ’ τον κόσμο, αυτό το ίδιο γίνεται γι’ αυτόν φορτίο και δεσμά που τον τραβούν προς τα κάτω και δεν τον αφήνουν να απομακρυνθεί προς τα επάνω, δηλαδή στον Θεό.
Αν όμως αγαπά τον Κύριο και τις εντολές του, από εκεί δέχεται βοήθεια, από εκεί ανακουφίζεται και γίνονται σ’ αυτόν εύκολα όλα τα παραγγέλματα του Κυρίου, μεταφέροντας όλη του την αγάπη προς αυτόν, ο οποίος τον βαρύνει με το αγαθό, ή καλύτερα ανακουφίζει και ελαφρύνει κάθε πόλεμο και κάθε θλίψη, και με τη θεία του δύναμη κόβει τα δεσμά με τον κόσμο και τις δυνάμεις της κακίας, που παγιδεύουν την ψυχή του, και τους βρόχους των κάθε είδους επιθυμιών, που τον κατακρατούν στο βυθό του κόσμου· και έτσι απομακρύνεται απ’ αυτά με τη δική του πίστη και την πολλή φροντίδα και με την ουράνια βοήθεια, στην οποία πρόσφερε την αγάπη του, αξιώνεται να δεχθεί τη βασιλεία, την οποία με το δικό του θέλημα αγάπησε αληθινά, και αφού δεχθεί τη βοήθεια από τον Κύριο δεν χάνει την αιώνια ζωή.|
Για να δείξουμε όμως με φανερά πράγματα πως χάνονται πολλοί με τη δική τους θέληση και βυθίζονται στη θάλασσα και αιχμαλωτίζονται, υπόθεσε ότι κάποιο σπίτι έχει πιάσει φωτιά και εκείνος που φεύγει γυμνός, εγκαταλείποντας τα πάντα, όταν αντιληφθεί τον εμπρησμό, και φροντίζει να σώσει τον εαυτό του μόνο, διασώθηκε. Άλλος όμως, που ήθελε να πάρει κάποια σκεύη από το σπίτι, ή ρούχα, ή άλλα πράγματα, και μπήκε να τα πάρει, την ώρα που τα έπαιρνε, απλώθηκε η φωτιά σε όλο το σπίτι και τον βρήκε μέσα εγκλωβισμένο και τον έκαψε. Βλέπεις λοιπόν ότι με τη θέληση του για κάποια πρόσκαιρη αγάπη που αγάπησε ο ίδιος χάθηκε στη φωτιά;
Το ίδιο πάλι συμβαίνει στη θάλασσα με τους ναύτες που έπεσαν πάνω σε δυνατούς ανέμους και ναυάγησαν· όποιος λοιπόν, αφού έβγαλε από πάνω του τα ρούχα, έπεσε γυμνός στη θάλασσα, θέλοντας να σώσει μόνο τον εαυτό του, αυτός δεχόμενος τα χτυπήματα των κυμάτων και κολυμπώντας πάνω σ’ αυτά, επειδή μπορούσε εύκολα να μετακινείται, μπόρεσε να περάσει την πικρή θάλασσα, και έτσι κατόρθωσε να σώσει τον εαυτό του. Άλλος όμως, θέλοντας να σώσει κάποια από τα ενδύματα του, νόμισε ότι θα μπορούσε να κολυμπήσει και να βγει έξω μαζί με εκείνο που πήρε μαζί του, αυτά όμως τα ίδια που πήρε μαζί του τον βάραιναν και τον βούλιαξαν στο βυθό της θάλασσας, και χάθηκε για λίγο κέρδος, γιατί δεν φρόντισε μόνο για τον εαυτό του. Βλέπεις ότι πέθανε με τη δική του θέληση;
Ας υποθέσουμε πάλι ότι ακούσαμε πως έρχονται εχθροί. Και εκείνος που έφυγε αμέσως, μόλις το άκουσε, χωρίς αναβολή, αυτός έφυγε χωρίς να πάρει τίποτε μαζί του. Ο άλλος όμως που δεν πίστεψε ότι έρχονται οι εχθροί, ή άργησε να φύγει, επειδή αγαπούσε κάποια πράγματα και θέλησε να τα πάρει μαζί του, όταν ήρθαν οι εχθροί τον έπιασαν και τον αιχμαλώτισαν στην πατρίδα τους και τον εξανάγκασαν να παραμείνει και να δουλεύει εκεί. Βλέπεις λοιπόν ότι με την θέληση του και εξ αιτίας της νωθρότητας, της ανανδρίας και της αγάπης του προς κάποια πράγματα οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία;
Κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που δεν ακολουθούν τις εντολές του Κυρίου και δεν απαρνούνται τον εαυτό τους και δεν αγαπούν μόνο τον Κύριο, αλλά δεσμεύονται με γήινα δεσμά, όταν έρθει το πυρ το αιώνιο, θα κατακαούν, γιατί θα βρίσκονται προσκολλημένοι στην αγάπη του κόσμου, και θα καταβυθισθούν από την πικρή θάλασσα της πονηρίας και από την αιχμαλωσία των εχθρών, δηλαδή από τα πνεύματα της πονηρίας, και, αφού αιχμαλωτισθούν, θα καταστραφούν.
Αν πάλι θέλεις να μάθεις από τις άγιες και θεόπνευστες Γραφές για την πλήρη αγάπη προς τον Κύριο, κοίταξε τον Ιώβ πως απογυμνώθηκε από όλα όσα είχε, από τα παιδιά, την περιουσία, τα ζώα, από τους υπηρέτες και τα υπόλοιπα υπάρχοντα του· πως έφυγε, αφού προηγουμένως απογυμνώθηκε και έσωσε τον εαυτό του, και αφού άφησε και αυτόν τον χιτώνα του και τον έριξε στα πόδια του σατανά και δε βλασφήμησε, ούτε με τα λόγια, ούτε στην καρδιά, ούτε με τα χείλη ενώπιον του Κυρίου, αλλά απεναντίας ευλόγησε τον Κύριο λέγοντας «ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος τα αφαίρεσε· όπως φάνηκε σωστό στον Κύριο έτσι και έγινε. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21). Διότι, και αν ακόμα θεωρούνταν ότι είχε πολλά, όταν δοκιμάσθηκε από τον Κύριο, έδειξε ότι δεν είχε τίποτε, παρά μόνο τον Θεό.
Το ίδιο και ο Αβραάμ, όταν πήρε εντολή από το Κύριο να φύγει «από τη γη και από τους συγγενείς του και από το σπίτι τού πατέρα του» (Γεν. 12, 1), αμέσως τα εγκατέλειψε όλα, πατρίδα, κτήματα, συγγενείς, γονείς, και ακολούθησε τον λόγο του Κυρίου. Έπειτα, όταν βρέθηκε ανάμεσα σε πολλούς πειρασμούς που συνέβησαν σ’ αυτόν, με το να του πάρουν τη γυναίκα του αφ’ ενός (Γεν. 12, 15· 20, 2), και με το να αδικείται από τους άλλους, ζώντας σε ξένη χώρα, απέδειξε με όλα αυτά ότι τον Θεό μόνο αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο (Γεν. 15, 4· 21, 2).
Έπειτα, αφού μετά από υπόσχεση του Θεού, και μετά από πολλά χρόνια απέκτησε μονάκριβο παιδί, που τόσο πολύ επιθυμούσε, όταν του ζητήθηκε να το θυσιάσει, με προθυμία ο ίδιος το πρόσφερε (Γεν. 22, 26), απογυμνώνοντας και αρνούμενος πράγματι τον εαυτό του· διότι απέδειξε, με την προσφορά τού μονογενούς υιού του, ότι δεν αγάπησε τίποτε άλλο, παρά μόνο τον Θεό. Διότι, αφού με τόση προθυμία αρνήθηκε το παιδί του, πόσο μάλλον αν διατασσόταν να εγκαταλείψει τα υπόλοιπα υπάρχοντα του, ή να τα μοιράσει όλα στους φτωχούς, δεν θα πραγματοποιούσε αμέσως και με προθυμία την εντολή; Βλέπεις πλήρη και ολοκληρωμένη αγάπη που με τη θέληση της δόθηκε στον Κύριο;
Έτσι και όσοι θέλουν να γίνουν συγκληρονόμοι αυτών (Πρβλ. Ρωμ. 8,17), τίποτε άλλο δεν πρέπει να αγαπήσουν, εκτός από τον Θεό, ώστε, όταν δοκιμασθούν, να φανούν χρήσιμοι και δόκιμοι, διατηρώντας τέλεια την αγάπη τους προς τον Κύριο.
Εκείνοι που με τη θέληση τους αγάπησαν για πάντα τον Θεό, και απομάκρυναν τους εαυτούς τους από κάθε κοσμική αγάπη, θα μπορέσουν μέχρι το τέλος να συνεχίσουν νικηφόρα τον αγώνα. Είναι όμως λίγοι αυτοί που έχουν τέτοια αγάπη και απομακρύνονται απ’ όλες τις ηδονές και τις επιθυμίες του κόσμου και υπομένουν με μακροθυμία τις επαναστάσεις και τους πειρασμούς του πονηρού. Μήπως επειδή πολλοί, που προσπαθούν να περάσουν ποτάμια, παρασύρονται, δεν υπάρχουν εκείνοι που κατορθώνουν να διαπεράσουν τα θολά ποτάμια των κάθε είδους επιθυμιών του κόσμου και των ποικίλων πειρασμών των πονηρών πνευμάτων;
Και επειδή πολλά πλοία στη θάλασσα βυθίζονται και καλύπτονται από τα κύματα, δεν υπάρχουν και εκείνα που περνούν και πλέουν πάνω από τα κύματα και φτάνουν σε γαλήνιο λιμάνι; Γι’ αυτό χρειάζεται πάντοτε μεγάλη πίστη και μακροθυμία, αγώνας και υπομονή, κόπος και πείνα και δίψα για το αγαθό, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα, διάκριση και σύνεση. Διότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού χωρίς κόπους και αγώνες και μόχθους, πράγμα που είναι αδύνατο.
Όπως ακριβώς λοιπόν συμβαίνει εδώ στον κόσμο, όταν πηγαίνουν μερικοί άνδρες για να εργασθούν κοντά σε κάποιο πλούσιο, στο θερισμό ή σε κάποια άλλη εργασία, για να εξασφαλίσουν εκείνα που είναι αναγκαία για τη διατροφή τους, και υπάρχουν μεταξύ τους κάποιοι οκνηροί και νωθροί και τεμπέληδες, που δεν κουράζονται καθόλου και δεν εργάζονται όπως πρέπει, αυτοί, χωρίς να κοπιάσουν και χωρίς να κουρασθούν στα κτήματα του πλουσίου, θέλουν να πάρουν τον ίδιο μισθό με εκείνους που κουράστηκαν, δουλεύοντας σκληρά και με ζήλο και με όλη τους τη δύναμη, ισχυριζόμενοι ότι τάχα έχουν τελειώσει την εργασία τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο, και όταν διαβάζουμε τις Γραφές μαθαίνουμε πως ο τάδε δίκαιος ευαρέστησε τον Θεό, πως έγινε φίλος (πρβλ. Ιακ. 2, 23) και συναναστράφηκε με τον Θεό, και πως έγιναν φίλοι και κληρονόμοι του Θεού όλοι οι πατέρες, πόσες θλίψεις υπέμειναν, πόσα έπαθαν για τον Θεό, πόσα ανδραγαθήματα έκαναν και πόσο αγωνίσθηκαν, όλους αυτούς τους μακαρίζουμε και θέλουμε ν’ απολαύσουμε τις ίδιες με αυτούς δωρεές και τα ίδια αξιώματα, επιθυμούμε με προθυμία να λάβουμε τα ένδοξα εκείνα χαρίσματα, παρακάμπτοντας τους κόπους και τους αγώνες τους και τις θλίψεις και τα παθήματα τους και τις τιμές και τα αξιώματα τους, που από τον Θεό έχουν αποκτήσει, θέλουμε με προθυμία να λάβουμε, την κούραση όμως καθώς και τους κόπους και τους αγώνες τους αυτά δε θέλουμε να υποστούμε.
Σου λέω λοιπόν ότι αυτό το θέλει και το επιθυμεί καθένας από τους ανθρώπους, και οι πόρνες και οι τελώνες και οι άδικοι άνθρωποι θέλουν με ευκολία και χωρίς κόπους και αγώνες να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού. Αλλά γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν ανάμεσα μας πειρασμοί και δοκιμασίες πολλές και θλίψεις και αγώνες και μόχθοι, για να γίνουν φανεροί οι εκλεκτοί (πρβλ. Α΄ Κορ. 11, 19).
Μερικοί, αφού έφθασαν πράγματι μέχρι τον θάνατο, μ’ όλη την επιθυμία και τη δύναμή τους αγάπησαν τον Κύριο μόνο, και τίποτε άλλο δεν αγάπησαν μαζί με την αγάπη τους προς αυτόν. Γι’ αυτό λοιπόν και δίκαια εισέρχονται στη βασιλεία των ουρανών (πρβλ. Ματθ. 7, 21), γιατί αρνήθηκαν τον εαυτό τους, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, και αγάπησαν τον Κύριο μόνο περισσότερο και από τη ζωή τους. Γι’ αυτό, εξ αιτίας της πάρα πολύ μεγάλης αγάπης τους θα αμειφθούν με πολύ μεγάλα ουράνια δώρα.
Διότι μέσα στις θλίψεις και τα παθήματα και την υπομονή και την πίστη είναι κρυμμένες οι υποσχέσεις και η δόξα και η αποκατάσταση των επουρανίων αγαθών, όπως ακριβώς υπάρχει ο καρπός μέσα στο σιτάρι που ρίχνεται στη γη ή το δένδρο που μπολιάζεται, αφού περάσει κάποια σήψη και κάποια κατάσταση που χάνει την ομορφιά του, ύστερα παρουσιάζει και την εξωτερική του ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό. Διότι, αν δεν περνούσαν από εκείνες τις καταστάσεις που ισοδυναμούν με αφανισμό, δεν θα μπορούσαν να δείξουν την εξωτερική ωραία εμφάνιση, την ομορφιά που έχει η θέα τους, και τον πολλαπλάσιο καρπό.
Όπως λέει και ο απόστολος, «μέσα από πολλές θλίψεις θα μπορέσουμε να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών» (Πράξ. 14, 22), και ο Κύριος· «με την υπομονή σας θα κερδίσετε τις ψυχές σας» (Λουκά 21, 19)· και πάλι «θα έχετε θλίψη μέσα στον κόσμο» (Ιω. 16, 33). Διότι πρέπει να έχουμε κόπο και ζήλο και νηφαλιότητα και μεγάλη προσοχή, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα στην παράκληση προς τον Κύριο, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις παγίδες των γήινων επιθυμιών, τους βρόχους των ηδονών, και τις καταιγίδες του κόσμου, ν’ αποφύγουμε τις επαναστάσεις των πονηρών πνευμάτων, και να γνωρίσουμε καλά, με πόση μεγάλη σωφροσύνη και εγρήγορση πίστης και αγάπη οι άγιοι απόκτησαν μέσα στις ψυχές τους τον επουράνιο θησαυρό (πρβλ. Ματθ. 19, 21), δηλαδή τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που είναι ο αρραβώνας της βασιλείας του Θεού.
Διότι ο μακάριος απόστολος Παύλος, μιλώντας γι’ αυτόν ακριβώς τον επουράνιο θησαυρό, δηλαδή για τη χάρη του αγίου Πνεύματος, και φανερώνοντας την υπερβολή των θλίψεων, και συγχρόνως δείχνοντας τι πρέπει να ζητάει ο καθένας από εδώ, και τι πρέπει ν’ αποκτήσει, λέει· «διότι γνωρίζουμε καλά ότι, αν η επίγεια κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθεί από τον θάνατο, έχουμε άλλη οικοδομή ετοιμασμένη από τον Θεό, οικία που δεν την έχουν κάνει ανθρώπινα χέρια, και θα είναι αιώνια στους ουρανούς» (Β΄ Κορ. 5, 1).
Πρέπει λοιπόν ο καθένας ν’ αγωνισθεί και με ζήλο να επιδιώξει να πετύχει όλες τις αρετές και να πιστέψει, διότι από αυτόν εδώ τον κόσμο θ’ αποκτήσει την κατοικία εκείνη. Διότι, αν καταργηθεί η κατοικία του σώματος μας, έχουμε άλλη κατοικία στην οποία θα κατοικήσει ή ψυχή μας. Διότι λέει, «και αν ακόμα αποβάλουμε τα ενδύματα μας, δε θα βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ. 5, 3), δηλαδή από την κοινωνία και την ένωση μας με το άγιο Πνεύμα, όπου μόνο ή πιστή ψυχή μπορεί ν’ αναπαυθεί.
Γι’ αυτό λοιπόν αυτοί που είναι αληθινοί Χριστιανοί και δυνατοί στην πίστη έχουν θάρρος και χαίρονται, όταν βγαίνει ή ψυχή από το σώμα τους, διότι έχουν σαν κατοικία εκείνη την οικία που δεν κατασκευάστηκε με χέρια, και είναι οικία γι’ αυτούς η δύναμη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα τους. Και αν ακόμα λοιπόν διαλυθεί η οικία του σώματος δε φοβούνται· διότι έχουν την επουράνια οικία του αγίου Πνεύματος και εκείνη την άφθαρτη δόξα, η οποία κατά την ημέρα της αναστάσεως θα οικοδομήσει και θα δοξάσει και τον οίκο του σώματος, όπως λέει ο απόστολος· «Εκείνος που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει και τα θνητά σώματά σας, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα σας» (Ρωμ. 8, 11)· και πάλι λέει· «για να φανερωθεί και η ζωή του Ιησού στη θνητή μας σάρκα» (Β΄ Κορ. 4, 10) και «για να απορροφηθεί και εξαφανισθεί η θνητότητα του σώματος από την αιώνια και αληθινή ζωή» (Β΄ Κορ. 5, 4).
Ας αγωνισθούμε λοιπόν με την πίστη και την ενάρετη ζωή, για ν’ αποκτήσουμε από αυτό τον κόσμο το ένδυμα εκείνο (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 4), για να μη βρεθούμε γυμνοί, όταν απομακρυνθεί η ψυχή από το σώμα, και δε θα έχουμε εκείνο που θα δοξάσει τη σάρκα μας κατά την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι όσο αξιώθηκε ο καθένας με την πίστη και τον ζήλο του να γίνει μέτοχος του αγίου Πνεύματος, τόσο θα δοξασθεί το σώμα του εκείνη την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι ο θησαυρός εκείνος που αποταμίευσε μέσα της ή ψυχή, τότε θα αποκαλυφθεί και θα φανερωθεί έξω από το σώμα.
Όπως τα δένδρα που έχουν περάσει το χειμώνα, και σα να έχουν ζεσταθεί από κάποια αόρατη δύναμη και από τον ήλιο και από τους ανέμους, από μέσα τους βλαστάνουν και βγάζουν σαν ρούχα φύλλα και άνθη και καρπούς, κατά τον ίδιο τρόπο και τα λουλούδια των χορταριών από εκείνη την εποχή βγαίνουν μέσα από τα σπλάχνα της γης, και σκεπάζεται και ντύνεται η γη και τα λουλούδια σαν τα κρίνα, για τα οποία ο Κύριος είπε ότι «ούτε ο Σολομώντας με όλη τη μεγαλοπρέπεια του δε ντύθηκε σαν ένα απ’ αυτά» (Ματθ. 6, 29) (διότι όλα αυτά είναι παραδείγματα και υποδείγματα και εικόνες των Χριστιανών κατά την ανάσταση).
Έτσι πράγματι γίνεται σ’ όλες τις ψυχές που αγαπούν τον Θεό, δηλαδή στους αληθινούς Χριστιανούς· υπάρχει δηλαδή ο πρώτος μήνας ο Ξανθικός, αυτός που ονομάζεται Απρίλιος, που είναι η ημέρα της αναστάσεως, και με τη δύναμη του ήλιου της δικαιοσύνης (Μαλ. 3, 2) βγαίνει από μέσα τους η δόξα του αγίου Πνεύματος, που καλύπτει και σκεπάζει τα σώματα των αγίων, αυτή η δόξα που ήταν κρυμμένη μέσα στις ψυχές.
Διότι αυτό που τώρα έχει κάποιος, αυτό θα φανερωθεί τότε έξω από το σώμα· «αυτός ο μήνας», λέει, «ας είναι ο πρώτος από τους μήνες του χρόνου» (Έξ. 12, 2)· αυτός φέρνει χαρά σε όλη την κτίση· αυτός ντύνει τα γυμνά δένδρα, προσφέροντας τη βλάστηση μέσα από τη γη· αυτός δίνει χαρά σ’ όλα τα ζώα· αυτός σ’ όλους δείχνει τη γλυκύτητα· αυτός ο Ξανθικός είναι ο πρώτος μήνας των Χριστιανών, που είναι ο καιρός της αναστάσεως, κατά τον οποίο θα δοξασθούν τα σώματα τους με το ανέκφραστο φως, που από τώρα βρίσκεται μέσα τους, δηλαδή με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που θα είναι τότε γι’ αυτούς βρώση, πόση, αγαλλίαση, χαρά, ειρήνη, ένδυμα, ζωή αιώνια. Διότι γίνεται τότε σ’ αυτούς το πνεύμα της θεότητας κάθε καλλονή λαμπρότητας και ουράνιας ωραιότητας, που από τώρα αξιώθηκαν να δεχθούν.
Πώς λοιπόν καθένας από μας δεν πρέπει να πιστέψει και να αγωνισθεί και να φροντίσει με ζήλο να ζει με όλες τις αρετές, και να περιμένει με ελπίδα και μεγάλη υπομονή ν’ αξιωθεί να πάρει τώρα μέσα στην ψυχή του την ουράνια δύναμη και δόξα του αγίου Πνεύματος, για να έχουμε τότε που θα διαλυθούν τα σώματα εκείνο που θα μας ντύσει και θα μας ζωοποιήσει; «Και αν ακόμα δεν είμαστε ντυμένοι, δεν πρόκειται να βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ.5, 3), λέει, και «θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματα μας με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας» (Ρωμ. 8,11).
Διότι ο μακάριος Μωυσής φανέρωσε το τύπο του ερχομού της δόξας του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Β΄ Κορ. 3, 7), με τον ερχομό της στο δικό του πρόσωπο, προς την οποία κανένας από τους ανθρώπους δε μπορούσε να στραφεί, με ποιο τρόπο θα δοξασθούν κατά την ανάσταση των δικαίων τα σώματα των αξίων (πρβλ. Λουκά 14, 14), την οποία δόξα από τώρα αξιώνονται να έχουν μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο οι ψυχές των αγίων και των πιστών· διότι λέει «εμείς όλοι με ακάλυπτο το πρόσωπο», δηλαδή τον εσωτερικό άνθρωπο, «αντικατοπτρίζουμε και ακτινοβολούμε τη δόξα του Κυρίου, και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή την εικόνα του, προχωρώντας από τη μία δόξα στην άλλη δόξα» (Β΄ Κορ. 3, 18)· και πάλι λέει· «σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες δεν έφαγε ψωμί», όπως έχει γραφεί, «και νερό δεν ήπιε» (Έξ. 34,28). Και όμως ήταν αδύνατο στην ανθρώπινη φύση να ζήσει τόσο καιρό χωρίς ψωμί αν δεν τροφοδοτούνταν από άλλη πνευματική τροφή, που με αυτή την τροφή τροφοδοτούνται τώρα οι ψυχές των αγίων από το άγιο Πνεύμα.
Με δύο λοιπόν τρόπους μας φανέρωσε ο μακάριος Μωυσής τη δόξα του φωτός και τη νοερή τροφή του αγίου Πνεύματος, την οποία θ’ απολαύσουν οι αληθινοί Χριστιανοί κατά την ανάσταση, την οποία και από τώρα με τρόπο μυστικό αξιώνονται ν’ απολαύσουν· γι’ αυτό και θα φανερωθεί τότε στο σώμα τους. Διότι η δόξα, που από τώρα έχουν οι άγιοι στις ψυχές τους, όπως προαναφέραμε, αυτή θα καλύψει και θα ντύσει τα γυμνά σώματα και θα τα φέρει στους ουρανούς και στον υπόλοιπο χρόνο θ’ αναπαυόμαστε με σώμα και ψυχή στην αιώνια βασιλεία μαζί με τον Κύριο.
Διότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ, δεν κατασκεύασε γι’ αυτόν σωματικά φτερά, όπως στα πτηνά, τον στόλισε όμως με τα φτερά του αγίου Πνεύματος, δηλαδή αυτά που πρόκειται να του δοθούν κατά την ανάσταση, για να τον κάνουν ελαφρό και να τον φέρουν όπου θέλει το άγιο Πνεύμα· αυτά τα φτερά που από τώρα οι ψυχές των αγίων αξιώνονται να έχουν και να πετούν με τον νου σε ουράνιες επιθυμίες.
Διότι ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, και άλλο είναι το τραπέζι τους, και άλλα τα ενδύματα, και άλλη η απόλαυση, και άλλη η κοινωνία, και άλλη η επιθυμία τους· γι’ αυτό και είναι καλύτεροι από όλους τους ανθρώπους. Τη δύναμη αυτών των χαρισμάτων αξιώνονται να πάρουν τώρα μέσα στις ψυχές τους με το άγιο Πνεύμα· γι’ αυτό και κατά την ανάσταση θ’ αξιωθούν τα σώματα να απολαύσουν τα αιώνια εκείνα αγαθά του αγίου Πνεύματος, και θα ενωθούν με τη δόξα εκείνη, την οποία από τώρα οι ψυχές τους δοκίμασαν.
Οφείλει λοιπόν ο καθένας από μας ν’ αγωνισθεί και να κουρασθεί και να επιδιώξει με ζήλο όλες τις αρετές και να πιστέψει και να ζητήσει από τον Κύριο να γίνει από τώρα μέτοχος ο εσωτερικός άνθρωπος (Ρωμ. 7,22) σ’ εκείνη τη δόξα, και να γίνει η ψυχή κοινωνός σ’ εκείνη την αγιότητα του Πνεύματος, ώστε, αφού καθαρισθούμε από τη βρωμιά της κακίας, να έχουμε κατά την ανάσταση αυτό που θα ντύσει τα αναστημένα γυμνά μας σώματα, θα καλύψει την ασχημοσύνη τους, θα τα ζωογονήσει, και θα τα αναπαύσει στους αιώνες στη βασιλεία των ουρανών.
Διότι, σύμφωνα με τις Γραφές (Ματθ. 25, 31), πρόκειται να κατεβεί ο Χριστός από τους ουρανούς και ν’ αναστήσει όλες τις φυλές του Αδάμ, που από την αρχή των αιώνων έχουν πεθάνει· και όλους θα τους χωρίσει σε δύο μέρη, και αυτούς που έχουν το δικό του σημάδι, δηλαδή τη σφραγίδα του αγίου Πνεύματος, αυτούς, αφού τους ονομάσει δικούς του, θα τους τοποθετήσει στα δεξιά του· διότι λέει· «τα δικά μου πρόβατα ακούν τη φωνή μου» και «αναγνωρίζω τα δικά μου πρόβατα και αναγνωρίζομαι από αυτά» (Ιω. 10, 27).
Και τότε θα περιβληθούν τα σώματα αυτών με θεϊκή δόξα, εξ αιτίας των αγαθών έργων τους, και θα είναι γεμάτα από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, την οποία από αυτή τη ζωή είχαν μέσα στις ψυχές τους. Και έτσι, αφού δοξασθούν με το θεϊκό φως και ανυψωθούν στους ουρανούς, «για να συναντήσουν τον Κύριο στους ουράνιους χώρους» (Α΄ Θεσ. 4, 17), σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί, «πάντοτε θα είμαστε με τον Κύριο», θα βασιλεύουν μαζί μ’ αυτόν στους απέραντους αιώνες. Αμήν.


ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών.
Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ομιλίες Πνευματικές 50.
Εισαγωγή, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια: Νικήτας Τσιομεσίδης.
»Πατερικές εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη 1985.



 

Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (3ο μέρος)

Στην κατάσταση στήν ὁποία εὑρίσκονται οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων, ὁποιαδήποτε καί ἐάν εἶναι αὐτή, κατά τό πλεῖστον ἔχουν λησμονήσει τον κόσμο. Δέν ὑπόκεινται πλέον στους περιορισμούς τῆς ὑπάρξεως, ἐνῶ ζοῦν μέ διαφορετικό τρόπο στον χωροχρόνο. Απέχουν πλέον ἀπό τίς ἀγωνίες καί τίς δραστηριότητές τους, διατηρώντας όμως τη δυνατότητα τῆς γνώσης. Πράγματι, στη νέα τους κατάσταση, οἱ κεκοιμημένοι ἀποκτοῦν μία νέα «σαφή και βαθειά γνώση σχετικά με τους ζώντες, τουλάχιστον τῶν οἰκείων τους ἤ καί ὅσων διατηρούν κάποια σχέση μαζί τους διά τῶν προσευχών τους. Πρόκειται γιά πνευματική μορφή γνώσης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀντικείμενο την πνευματική πραγματικότητα τῶν ζώντων. Υπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ νεκροί δεν γνωρίζουν λεπτομερῶς τήν υλική μας ζωή[1], αλλά γενικά τήν κατάστασή μας, τίς ἀνησυχίες μας καί τίς πνευματικές μας ἀνάγκες[2]. Υπό τήν πνευματική αὐτή προσέγγιση καί ἐπί τῇ βάσει ὅσων γνωρίζουν οἱ κεκοιμημένοι γιά τήν πιθανή τύχη τῶν ζώντων διατηροῦν καί ἀναπτύσσουν τό ἐνδιαφέρον τους γι' αὐτούς.
Αὐτό ἰσχύει γιά τίς ψυχές πού ὑποφέρουν στόν Ἅδη: ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς ἀποκαλύπτει διά τῆς παραβολῆς τοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου, ὅτι ὁ τελευταῖος ἀνησυχεί γιά τήν τύχη καί τό μέλλον τῶν ἀκόμη ἐν ζωῇ πέντε ἀδελφῶν του καί παρακαλεί τόν Ἀβραάμ νά τούς στείλει τόν Λάζαρο γιά νά τούς προειδο- ποιήσει γιά τά δεινά τοῦ Ἅδη: «ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτόν εἰς τόν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου» (Λκ. 16,27-28).
Καί ἐνῶ αὐτοί πού εὑρίσκονται στόν Ἅδη ἀσχολοῦνται μέ τό να θρηνοῦν γιά τήν τύχη τους μέχρι τοῦ σημείου να λησμονούν ὅλα τά ἄλλα καί ἀνησυχούν γιά τήν τύχη τῶν ζώντων προκειμένου νά μήν ἔχουν τήν ἴδια μοίρα μέ αὐτούς, ἀντιθέτως, οἱ δίκαιοι πού εὑρίσκονται στον Παράδεισο ἀνησυχοῦν μέ θετικό τρόπο για τη σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν στή γῆ. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός εἶναι πεπεισμένος ὅτι οἱ ἅγιες ψυχές τῶν κεκοιμημένων παρακολουθοῦν ἀπό κοντά, ἀντιλαμβάνονται καί ἐνδιαφέρονται γιά τίς ψυχές μας[3]. Στα Αποφθέγματα και στους Βίους Ἁγίων ἀπαντοῦν πολλές αναφορές σχετικά μέ τήν μέριμνα αὐτή. Πράγματι, πολλοί Ἅγιοι πρό τοῦ θανάτου τους, διαβεβαιώνουν ὅτι θά συνεχίσουν να εὑρίσκονται σέ ἀφύπνιση γιά πρόσωπα τοῦ περιβάλλοντός τους καί θά σπεύσουν σε βοήθειά τους ἀπό τόν τόπο ὅπου θά εὑρίσκονται. Ἄλλωστε, οἱ περισσότερες ἀφηγήσεις ἐμφανίσεων Ἁγίων σε ζῶντες μαρτυροῦν τό ἐκ μέρους τους ἐνδιαφέρον γιά αὐτούς[4]. Ὁ Ωριγένης ἐπικαλεῖται τό αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης στους κόλπους του σώματος τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί τήν μέριμνα πού ἐπιδεικνύουν οἱ Ἅγιοι γιά τούς εὑρισκομένους ἐπί τῆς γῆς ὡς ἀκολούθως: «Μία από τις σπουδαιότερες αρετές, σύμφωνα με τον θείο λόγο, είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Είναι λοιπόν αναγκαίο να δεχθούμε ότι αυτή η αγάπη υπάρχει πολύ περισσότερο στους κεκοιμημένους αγίους προς εκείνους που ακόμη αγωνίζονται στην παρούσα ζωή, παρά σε όσους βρίσκονται μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία και συναγωνίζονται με τους πιο αδύναμους αδελφούς τους. Και αυτό όχι μόνο επειδή ισχύει εδώ το: “Αν πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα μέλη· και αν δοξάζεται ένα μέλος, συγχαίρουν όλα τα μέλη” (Α΄ Κορ. 12:26), που ενεργεί μεταξύ όσων συνδέονται με αδελφική αγάπη. Διότι αρμόζει να αποδώσουμε την ίδια αγάπη και σε εκείνους που βρίσκονται έξω από την παρούσα ζωή. Γι’ αυτούς μπορεί επίσης να λεχθεί: “Η μέριμνά μου είναι για όλες τις Εκκλησίες. Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ κι εγώ; Ποιος σκανδαλίζεται και δεν φλέγομαι κι εγώ;” (Β΄ Κορ. 11:28-29). Και τούτο, επειδή ο ίδιος ο Χριστός δηλώνει ότι σε κάθε έναν από τους αγίους που υποφέρουν, Αυτός ο ίδιος ασθενεί· ομοίως ότι βρίσκεται στη φυλακή, ότι είναι γυμνός, ξένος, πεινασμένος και διψασμένος»[5]. Ἀλλά καί ὁ Κυπριανός Καρθαγένης ἐπικαλεῖται τή συνεχή αλληλεγγύη καί τήν ἀμοιβαία μεσιτεία: «Ἂς μεριμνούμε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, μέ καρδιές και ψυχές ενωμένες. Ας προσευχόμεθα ό καθένας ἀπό τήν πλευρά του, ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο και στις δυσκολίες νὰ ὑποστηριζόμαστε διά ἀμοιβαίας φιλανθρωπίας καί ἐάν σε κάποιον ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός δώσει τη χάρη να πεθάνει ἐνωρίς και να προηγηθεῖ τοῦ ἄλλου, ἡ φιλία μας να συνεχίζεται ἐν Κυρίῳ καί ἡ προσευχή μας γιά τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές μας νά μήν παύει νά ἀπευθύνεται στήν εὐσπλαγχνία τοῦ Πατρός»[6].

 


[1]  Βλ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΙΠΠΩΝΟΣ, Sur les soins à donner aux morts, 13-15.

[2] Αὐτό ισχύει ὄχι μόνον γιά τούς δικαίους που διαμένουν στον Παράδεισο, ἀλλά καί γιά τούς εὑρισκόμενους στον Αδη. Επί τούτου ὑπάρχει το παράδειγμα τοῦ τεθνεῶτος που παρουσιάσθηκε στον ἅγιο Μακάριο καί τόν ταυτοποίησε ὡς ἀκολούθως: «Εἶσαι ὁ Μακάριος, φορεύς τοῦ Πνεύματος» (Apophtegmes, série alphabétique, Macaire, 38).

[3] Επιστολαί, 223.

[4] Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά θάνατον, σ. 70-73.

[5]  Περί Εὐχῆς, 11, PG 11, 449Α-Β.

[6] Επιστολαί Ν', ε', 2.

 

 

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (11)

 

Γέροντας και πνευματικός πατέρας

«Και πατέρα σας να μην ονομάσετε κανέναν πάνω στη γη, γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας, αυτός που βρίσκεται στους ουρανούς», λέει ο Κύριος (Ματθ. 23, 9). Ωστόσο, ήδη από τις απαρχές του χριστιανισμού, βρίσκουμε στην Ανατολή ονομασίες όπως: «πνευματικός πατέρας», «πατέρας» ή γέροντας (géron). Η εξέλιξη της σημιτικής λέξης αββά είναι εντυπωσιακή. Θα περάσει σε όλες τις γλώσσες του χριστιανικού κόσμου, αποκτώντας όμως μια εντελώς νέα σημασία σε σχέση με εκείνη της Παλαιάς Διαθήκης. Η καινοτομία συνίσταται στην αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος. Στην προσευχή του Ιησού, «Αββά, Πατέρα» (Μάρκ. 14, 36), εκφράζεται ένας βαθμός οικειότητας αδιανόητος για την ιουδαϊκή προσευχή. Η Καινή Διαθήκη αποκαλύπτει την αγάπη του Πατέρα προς τον Υιό, αγάπη που φανερώνει την πατρότητά Του πάνω σε όλους τους ανθρώπους. Γι’ αυτό ο Σωτήρας μάς διδάσκει να λέμε: «Πάτερ ημών». Σύμφωνα με την Επιστολή προς Διόγνητον (10, 1), οι κατηχούμενοι μάθαιναν πρώτα να γνωρίζουν – διά του Αγίου Πνεύματος και του Υιού – τον ουράνιο Πατέρα, τον Αββά, τον Πατέρα. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (Thesaurus) μας διδάσκει ότι με τον Χριστό η σχέση Κυρίου-δούλου αντικαθίσταται από το μυστήριο της σχέσης Πατέρα και Υιού. Μέσα σε αυτό το τριαδικό φως πρέπει να κατανοήσουμε και τον λόγο του Ευαγγελίου: η πρακτική της «πνευματικής πατρότητας» είναι ο φόρος τιμής μας προς τη συγγένεια του Κυρίου που προέρχεται από τα άνω και προς τις διάφορες μορφές της στις οποίες μπορεί να μετέχει ο άνθρωπος. Ο Βίος του αγίου Παχωμίου αναφέρει ότι για τους μαθητές του ήταν «Πατέρας εν Θεώ». Αυτό είναι και το νόημα των λόγων του αγίου Ιωάννη, ο οποίος χρησιμοποιεί τη φράση «τεκνία μου» (Α΄ Ιω. 2), ή εκείνων του αγίου Παύλου που μιλά για τις «ωδίνες της γέννας» (Γαλ. 4, 19). Η πνευματική γονιμότητα συνδέεται με τον Σταυρό. Στα Αποφθέγματα, ο αββάς Λογγίνος μεταφέρει το μήνυμα των Πατέρων: «Δώσε το αίμα σου για να λάβεις το Πνεύμα». Ο επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ βλέπει στην πατρότητα «ένα μυστήριο υιοθεσίας». Γι’ αυτό ένας «πνευματικός πατέρας» δεν είναι ποτέ ένας δάσκαλος που διδάσκει, αλλά ένα πρόσωπο που γεννά κάποιον, κατά το πρότυπο του Ουράνιου Πατέρα. Η τέχνη της πνευματικής πατρότητας δεν διδάσκεται ως επιστήμη σε σχολή. Η γενεαλογία των νηπτικών Πατέρων ανακαλεί τη μετάδοση του χαρίσματός τους, χρησιμοποιώντας το ρήμα «συλλαμβάνω», «γεννώ»...  Πρέπει να συγκρατήσουμε τον τίτλο «Πατέρας της Εκκλησίας», που αποδίδεται στους μεγάλους διδασκάλους και θεολόγους, οι οποίοι είναι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας τόσο στο σύνολό της όσο και στο επίπεδο της δογματικής και διδασκαλικής αλήθειας.
Όσον αφορά τον «πατέρα» ως προσωπική σχέση, διαθέτουμε δύο παραδόσεις. Η μία φθάνει μέχρι τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας (Προς Μαγνησίους 3, 1) και αντιπροσωπεύει τη «λειτουργική πατρότητα»: κάθε επίσκοπος ή ιερέας ονομάζεται «πατέρας» δυνάμει της ιερωσύνης του. Αυτοί βαπτίζουν, εργάζονται για τη θεία υιοθεσία μέσω των Αγίων Μυστηρίων και ασκούν την ποιμαντική αρετή που είναι εγγενής στην ιεροσύνη.
Η δεύτερη παράδοση φθάνει μέχρι τους Πατέρες της Ερήμου. Η πατρότητά τους δεν συνδέεται με καμία ιερατική λειτουργία. Ο άγιος Αντώνιος, ιδρυτής του μοναχισμού, ήταν απλός λαϊκός. Στην έρημο γίνεσαι «πατέρας» μέσω θείας εκλογής, μέσω δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, όταν έχεις λάβει την κατάσταση του «θεοδίδακτου», φωτισμένου άμεσα από τον Θεό. Ούτε η ηλικία ούτε η θέση παίζουν κάποιον ρόλο. Τα Αποφθέγματα διηγούνται:

«Μια ημέρα, ο αββάς Μωυσής είπε στον αδελφό Ζαχαρία: “Πες μου τι πρέπει να κάνω”. Ακούγοντας αυτά τα λόγια, εκείνος έπεσε στα πόδια του γέροντα λέγοντας: “Εμένα ρωτάς, πάτερ;”. Ο γέροντας απάντησε: “Πίστεψέ με, Ζαχαρία, είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει επάνω σου και από τότε είμαι αναγκασμένος να σου κάνω ερωτήσεις...”».

Τα Αποφθέγματα των Πατέρων περιγράφουν αυτή τη χαρισματική πατρότητα· οι πνευματοφόροι είναι «πατέρες» ή «αββάδες», και η συλλογή των έργων τους θα ονομάζεται πάντοτε Πατερικό. Ακόμη και οι επίσκοποι έρχονταν να ζητήσουν βοήθεια και συμβουλή από αυτούς τους απλούς ανθρώπους, μοναχούς ή λαϊκούς, οι οποίοι όμως είχαν εκλεγεί και καθοδηγούνταν άμεσα από το Άγιο Πνεύμα. Επειδή ο λαός τους θεωρούσε αψεγάδιαστους, ασκούσαν μια χαρισματική διακονία μέσα στο πλαίσιο του συνήθους διδακτικού έργου των επισκόπων.
Η κύρια προϋπόθεση που τίθεται σε έναν «πνευματικό πατέρα» είναι να έχει γίνει ο ίδιος πνευματικός άνθρωπος, πνευματικός (pneumatikos). Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος το λέει καθαρά: «Εκείνος που δεν γεννήθηκε (εν πνεύματι) δεν είναι ικανός να γεννήσει πνευματικά παιδιά». Και προσθέτει: «Για να μεταδώσεις το Άγιο Πνεύμα, πρέπει πρώτα να το έχεις λάβει». Αναφέρεται στον λόγο του Κυρίου: «Διότι δεν είστε εσείς που μιλάτε, αλλά το Πνεύμα του Πατρός σας που μιλά μέσα σας» (Ματθ. 10, 20). Ένας πνευματικός πατέρας είναι έμπιστος και όργανο του Αγίου Πνεύματος. Αλλά για να είναι αυτό που είναι – «ιατρέ, θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου» – πρέπει να θεραπεύσει τη διάσπαση ανάμεσα στην αξιολογική λειτουργία της καρδιάς και στη γνωσιολογική λειτουργία του νου. Ο ησυχασμός είναι εκείνος που αποκαθιστά, πριν απ’ όλα, την ακεραιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: «Κάνε ώστε το πνεύμα ή ο νους (νοῦς) να κατέβει στην καρδιά». Η καρδιά που φωτίζεται από τον νου και ο νους που καθοδηγείται από τον θείο έρωτα ανοίγονται προς το Πνεύμα, αποδεικνύοντας ότι η «πνευματική πατρότητα» δεν είναι μια δογματική διακονία, αλλά μια διακονία συνδεδεμένη με το είναι και την ύπαρξη. Ο Παλαμάς επιμένει εδώ λέγοντας: «Η ευσέβειά μας δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στις πραγματικότητες».
Πρώτο από τα χαρίσματα ενός πατέρα είναι η αγάπη, η οποία εκδηλώνεται ασφαλώς μέσω ενός μαρτυρίου – ορατού ή αόρατου. «Κάθε άσκηση χωρίς αγάπη – λένε οι πνευματικοί – κάθε άσκηση χωρίς το “μυστήριο της αδελφότητας” είναι μάταιη». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος (Γνωμικά) λέει στον μαθητή του: «Να, αδελφέ, η εντολή που σου δίνω: ας γέρνει αδιάκοπα η ζυγαριά σου προς το έλεος, μέχρι να αισθανθείς και εσύ ο ίδιος το έλεος του Θεού προς αυτόν τον κόσμο». Και πάλι: όταν ο άγιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για τον μαθητή του, ο οποίος είχε αρνηθεί τον Χριστό, ο Κύριος του εμφανίστηκε λέγοντας: «Για ποιον προσεύχεσαι, Παΐσιε; Δεν γνωρίζεις ότι εκείνος με αρνήθηκε;». Αλλά καθώς ο άγιος αισθανόταν ολοένα και μεγαλύτερη συμπόνια και συνέχιζε να προσεύχεται για τον μαθητή του, ο Κύριος του είπε: «Παΐσιε, με την αγάπη σου έγινες ένα μαζί μου». Ένας πνευματοφόρος άνθρωπος, λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Λόγος 4, Κατά Ιουλιανού, 1), είναι θεματοφύλακας της «θείας φιλανθρωπίας» και «η καρδιά του φλέγεται από αγάπη για κάθε κτίσμα». Αυτή είναι η «οντολογική τρυφερότητα» και η κοσμική αγάπη των αγίων. Μετά από σαράντα χρόνια στην έρημο, ένας ερημίτης έλεγε: «Ο ήλιος δεν με είδε ποτέ να τρώω», και ένας άλλος τον διόρθωσε αμέσως: «Όσο για μένα, δεν με είδε ποτέ θυμωμένο». Ο αββάς Ποιμήν δεν παραδέχεται τιμωρίες και δείχνει μητρική τρυφερότητα: «Όταν βλέπω στην ακολουθία κάποιον αδελφό να νυστάζει, βάζω το κεφάλι του στα γόνατά μου και τον αφήνω να ξεκουραστεί» (Αποφθέγματα).
Το χάρισμα της «πύρινης προσευχής», χάρη στο οποίο χάνεις την αίσθηση της ίδιας σου της ύπαρξης, φέρνει στον νου τη ζωή του αγίου Αντωνίου. Προσευχήθηκε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, έως ότου οι δαίμονες κατέρρευσαν ενώπιον του Θεού, ικετεύοντάς Τον να σηκώσει τον άγιο από την προσευχή, επειδή η φλόγα μέσα του είχε γίνει ανυπόφορη και απειλούσε τα δαιμονικά θεμέλια αυτού του κόσμου. «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, κάνε τον εαυτό σου φλόγα», έλεγε ο αββάς Ιωσήφ, ο οποίος, όταν σηκωνόταν και άπλωνε τα χέρια του προς τον ουρανό, φαινόταν να κρατά δέκα αναμμένα κεριά.
Το ίδιο συμβαίνει και με το χάρισμα της προφητείας, νοούμενο ως αποκάλυψη του σχεδίου του Θεού σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις: η διερεύνηση των καρδιών και των κρυφών λογισμών, η διάκριση των πνευμάτων και η διορατικότητα. Οι παλαιοί γέροντες διάβαζαν τις ψυχές, γνώριζαν το περιεχόμενο μιας επιστολής χωρίς να την ανοίξουν, αλλά πάνω απ’ όλα αποκάλυπταν τις καρδιές. Πολύ πριν από τις ανακαλύψεις της ψυχολογίας του βάθους, ασκούσαν την εξαιρετική τέχνη της διείσδυσης στο υποσυνείδητο: «Πολλά πάθη κρύβονται μέσα στην ψυχή και περνούν εντελώς απαρατήρητα, μέχρις ότου ο πειρασμός τα αποκαλύψει»· ή: «όποιος φανερώνει τους λογισμούς του θεραπεύεται, ενώ όποιος τους κρύβει αρρωσταίνει»· «να διακρίνεις τους λογισμούς σου και να συμβουλεύεσαι έναν πατέρα που μπορεί να τους διακρίνει...».
Στη διακονία τους, οι Πατέρες υπερβαίνουν με σαφήνεια όλες τις καθορισμένες μορφές. Όταν στρέφεται προς τους ανθρώπους, ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, που είχε λάβει το Άγιο Πνεύμα, εγκαταλείπει τα στοιχεία της στυλιτικής και ερημητικής ζωής, υπερβαίνοντας τον ίδιο τον μοναχισμό. Δεν είναι πλέον ούτε αποσυρμένος μοναχός ούτε άνθρωπος που ζει μέσα στον κόσμο· είναι και τα δύο, αλλά και κάτι πέρα από αυτά, δηλαδή μαθητής, μάρτυρας και έμπιστος του Αγίου Πνεύματος. «Αν και οι δύο αγαπούν τον Θεό από τα βάθη της καρδιάς τους, τόσο ο μοναχός όσο και ο λαϊκός», έλεγε, «θα μπορέσουν, με το θέλημα του Θεού, να μετακινήσουν βουνά και να αναστήσουν νεκρούς...».
Εκείνη η φοβερή φιλαυτία — η αγάπη προς τον εαυτό — κλείνει τον άνθρωπο μέσα στον εαυτό του. Για να απαλλαγεί από αυτήν — όπως και από την κυριαρχία των παθών και της αυτάρκειας — κάθε δόκιμος περνά από τη δοκιμασία της υπακοής, την οποία οι Πατέρες παραδειγματίζουν με τη ζωή τους και στηρίζουν με αδιάκοπες προσευχές. Ο Ιωάννης της Κλίμακος διατυπώνει μια αρκετά παράδοξη ρήση: «Η υπακοή είναι η κατάργηση της διάκρισης μέσω της υπερπληρότητας της διάκρισης...» (Κλίμαξ, 4). Εδώ η «υπακοή» σημαίνει συνειδητή πεποίθηση. Η αναζήτηση μιας εξουσίας και μιας τυπικής υπακοής αποτελεί πειρασμό. Όπως και η αλήθεια, έτσι και η πατρότητα δεν διαθέτει τυπικό κριτήριο. Σύμφωνα με τον αββά Αντώνιο, ένας γέροντας είναι πατέρας όταν «κρίνει σύμφωνα με το Άγιο Πνεύμα που βρίσκεται μέσα του». Τίποτε δεν έρχεται από μόνο του· όταν ένας αδελφός λέει στον Αντώνιο: «Προσευχήσου για μένα», ο Αντώνιος απαντά: «Ούτε εγώ ούτε ο Θεός θα σε ελεήσουμε, αν δεν αποσυρθείς ιδιαιτέρως στην προσευχή» (Αποφθέγματα).
Ο τελευταίος λόγος της πνευματικής υιοθεσίας βρίσκεται πέρα από την υπακοή. Ο μαθητής πρέπει να υπακούει και να υποτάσσεται, όπως εκείνος που υπακούει στον Χριστό, ώστε να φθάσει στη «μορφή δούλου» του Χριστού (Θεόδωρος Στουδίτης, Επιστολή 43). Η υποταγή είναι προπαιδευτική, μια προοδευτική μύηση στην ειρήνη θείας προέλευσης: «Το αποτέλεσμα της ησυχίας είναι η αδιαφορία για όλα τα πράγματα» (Ιωάννης της Κλίμακος, Κλίμαξ, 27). Η υπέρβαση της υπακοής, που επιτελεί την πλήρη αντικατάσταση του ιδίου θελήματος από το θέλημα του Θεού, οδηγεί στην ουσία της πνευματικής πατρότητας: ο μοναδικός λόγος της ύπαρξής της είναι να μεταστρέψει τη δουλεία στην ελευθερία που απολαμβάνουν τα τέκνα του Θεού. Γι’ αυτό οι Πατέρες επιμένουν στον κίνδυνο να αναζητά κανείς μια καθαρά ανθρώπινη βοήθεια. Ο άγιος Βασίλειος μας συμβουλεύει να αναζητούμε έναν «φίλο του Θεού», μέσα στον οποίο υπάρχει η βεβαιότητα ότι μιλά ο Θεός. Όσο μεγαλύτερη είναι η αυθεντία ενός πατέρα, τόσο πιο αφανής θα είναι ο ίδιος. Ένας μαθητής ονομάζει σωστά τον σκοπό των αναζητήσεών του: «Πάτερ, εμπιστεύσου μου εκείνο που σου ψιθυρίζει το Άγιο Πνεύμα, ώστε να θεραπευθεί η ψυχή μου»· «πες μου μία μόνο λέξη — ρήμα — ώστε η ψυχή μου να ζήσει από αυτήν»· λόγος παρακλητικός, ζωοποιός. Ο άγιος Σεραφείμ διευκρινίζει: «Απαρνούμαι εντελώς το θέλημά μου και τη δική μου γνώση των ψυχών, για να ακούσω τις συμβουλές του Πνεύματος...». «Ένας πατέρας», λέει ο αββάς Ποιμήν, «φέρνει την ψυχή σου σε άμεση επαφή με τον Θεό» και σε συμβουλεύει: «Ποτέ να μην διατάζεις· να είσαι για όλους παράδειγμα και όχι νομοθέτης». Στην περίπτωση ενός πατέρα, η ολοκληρωτική αυτοθυσία εξηγείται από τον φόβο μήπως πληγεί η ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου. Ένας νέος αναζητούσε έναν γέροντα για να διδαχθεί τον δρόμο της τελειότητας, αλλά ο γέροντας δεν έβγαζε ούτε μία λέξη. Ο νέος τον ρώτησε γιατί σιωπά. «Είμαι εγώ ηγούμενος για να σου δίνω εντολές; Δεν θα σου ζητήσω τίποτε. Κάνε κι εσύ, αν θέλεις, ό,τι βλέπεις να κάνω εγώ». Από τότε ο μαθητής ακολούθησε σε όλα τον γέροντα, αποκτώντας το αίσθημα της γαλήνης και της ελεύθερης υπακοής.
Ένας πνευματικός πατέρας δεν είναι ποτέ «διευθυντής συνειδήσεων». Δεν γεννά τον δικό του γιο, αλλά ένα ώριμο και ελεύθερο παιδί του Θεού. Και οι δύο εγγράφονται μαζί στο σχολείο της αλήθειας. Ο μαθητής λαμβάνει το χάρισμα της πνευματικής νήψεως και ο πατέρας το χάρισμα να είναι όργανο του Αγίου Πνεύματος. Κάθε υπακοή είναι υπακοή στο θέλημα του Ουράνιου Πατέρα, μέσω της συμμετοχής στις πράξεις υπακοής που εκπλήρωσε ο Χριστός.
Ο Θεόγνωστος λέει σε εκείνους που έχουν δοκιμαστεί στην τέχνη της ταπεινώσεως: «Εκείνος που υποτάχθηκε, που απέκτησε πνευματική υπακοή και υπέταξε το σώμα στο πνεύμα, δεν έχει πλέον ανάγκη να υπακούει σε κανέναν άνθρωπο. Ως αληθινά υπάκουος, υποτάσσεται στον Λόγο και στον Νόμο του Θεού» (Φιλοκαλία). Και ακόμη περισσότερο: «Όποιος επιθυμεί να κατοικήσει την έρημο (το βάθος της εσωτερικότητας) δεν πρέπει να έχει ανάγκη να διδάσκεται, αλλά πρέπει ο ίδιος να είναι ιατρός, διαφορετικά θα υποφέρει...» (Vita Patrum VII, 19, 6). Αυτό το επίπεδο ανήκει στους ισχυρούς. Γι’ αυτό η συμβουλή λέει ό,τι είναι αποφασιστικό: καμία υπακοή στα ανθρώπινα πράγματα, καμία ειδωλοποίηση του Πατέρα, ακόμη κι αν είναι άγιος. Όλος ο κόπος του γέροντα συνίσταται στην επιθυμία να οδηγήσει τον πνευματικό του υιό στην κατάσταση ενός απελευθερωμένου δούλου, που προσκυνά ενώπιον του προσώπου του Θεού. Η αληθινή υπακοή σταυρώνει το ίδιο θέλημα για να αναστήσει την υπέρτατη ελευθερία: εκείνη της ψυχής που υπακούει στο Πνεύμα.
Η διαθήκη των Πατέρων προς την εποχή μας ζητεί από την καρδιά του ανθρώπου να υψωθεί με ορμή, ώστε να πλησιάσει την καρδιά του Θεού. «Στην περίπτωση εκείνων που έγιναν υιοί του φωτός και παιδιά της ημέρας που πρόκειται να έλθει», λέει ο άγιος Συμεών, «η ημέρα του Κυρίου δεν θα έλθει πλέον, αφού αυτοί είναι πάντοτε με τον Θεό και μέσα στον Θεό». «Εκείνος που προσεύχεται αδιάλειπτα περιβάλλει τα πάντα με την προσευχή, ώστε δεν έχει πλέον την υποχρέωση να δοξολογεί τον Θεό επτά φορές την ημέρα» (Φιλοκαλία).



 

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ











 


Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (10)

 

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Για να κατανοήσουμε αυτή την απαίτηση, πρέπει να ακούσουμε ξανά τον λόγο του Χριστού όπως μας τον παραδίδει το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη (13, 20). Όταν ο Χριστός εγκαταλείπει αυτόν τον κόσμο, δεν αφήνει στη θέση Του την Εκκλησία· μας αφήνει τον «απεσταλμένο» Του, που καλείται να συνεχίσει το σωτηριώδες έργο Του. Τότε προφέρει αυτά τα λόγια, γεμάτα φοβερό νόημα: «Όποιος δέχεται εκείνον που θα στείλω Εγώ, εμένα δέχεται· και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται Εκείνον που με απέστειλε». Βλέπουμε πολύ καθαρά ότι η μοίρα του κόσμου, η σωτηρία ή η απώλειά του, εξαρτώνται από τη στάση της Εκκλησίας, δηλαδή από τη στάση κάθε χριστιανού. Αν ο κόσμος δεχθεί έναν από εμάς, εισέρχεται σε κοινωνία με Εκείνον που μας απέστειλε. Αυτός ο λόγος προκαλεί δέος. Σε ποιο μεγαλείο, σε ποια ανοιχτή παρουσία που απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο μας καλεί αυτός ο λόγος, ώστε ο κόσμος να μπορέσει να Τον δεχθεί; Μπορούμε άραγε να κατανοήσουμε ποια πράξη έκανε ο Παύλος, όταν αρνήθηκε τη δική του σωτηρία από αγάπη για τη σωτηρία του λαού του; Είναι άραγε η μαρτυρία και η αγιότητά μας ισοδύναμες με αυτή τη σωτήρια αγάπη;
Ο Ιησούς ζητεί από τους μαθητές και τους φίλους Του να χαίρονται με μια βαθιά χαρά, της οποίας οι λόγοι βρίσκονται πέρα από τον άνθρωπο, στο απλό και συνάμα συγκλονιστικό γεγονός της ύπαρξης του Θεού (Ιω. 14, 28). Η ανταπόκριση στην κλήση και η σωτηρία του κόσμου εδράζονται σε αυτή τη διαυγή χαρά της ανιδιοτελούς αγάπης, που προσφέρει τον εαυτό της ολοκληρωτικά και χωρίς επιφυλάξεις. Όχι τόσο το πραγματιστικό και ωφελιμιστικό «σ’ αγαπώ για να σε σώσω», όσο η καθαρή διακήρυξη: «σε σώζω γιατί σε αγαπώ». Έτσι, η διάνοιά μας καλείται να ανακαλύψει τον τρόπο, την τέχνη του να είναι κανείς αποδεκτός, να ακούγεται και να γίνεται δεκτός από ολόκληρο τον κόσμο. Ο άγιος Παύλος ανακάλυψε αυτή την τέχνη, όταν λέει: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός ζει μέσα μου» (Γαλ. 2, 20). Τα κηρύγματα πλέον δεν αρκούν· η ώρα της ιστορίας μάς δείχνει ότι δεν αρκεί μόνο να μιλούμε για τον Χριστό, διότι καλούμαστε να γίνουμε ένα με τον Χριστό, μεταβαλλόμενοι σε τόσες ζωντανές εστίες της παρουσίας και του λόγου Του.


ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ

Το πλήθος αναζητεί αδιάκοπα «σημεία και θαύματα», όμως ο Κύριος λέει: «Δεν θα λάβουν τίποτε». Ένας άγιος των ημερών μας είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η ύπαρξή του αποτελεί ένα ερώτημα ζωής και θανάτου που απευθύνεται στους συνανθρώπους του. Όπως όμορφα λέει ο Τάουλερ: «Μερικοί υφίστανται το μαρτύριο με το ξίφος· άλλοι γνωρίζουν το μαρτύριο που τους στεφανώνει εσωτερικά και αόρατα». Άλλοι μαρτυρούν σήμερα με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής· η μαρτυρία τους δίνει φωνή σε αυτή την εύγλωττη σιωπή. Υπάρχουν ακόμη εκείνοι που καλούνται να μαρτυρήσουν ενώπιον της κοινής γνώμης και του κόσμου, δηλαδή ενώπιον της σχεδόν ακατανίκητης αδιαφορίας των μαζών. Ο Κίρκεγκωρ έλεγε ότι το πρώτο κήρυγμα ενός ιερέα θα έπρεπε να είναι και το τελευταίο, γιατί αποτελεί ένα σκάνδαλο, μετά το οποίο ο ιερέας εκδιώκεται στο περιθώριο της κοινωνίας των «καλών ανθρώπων». Χρειαζόμαστε αγίους που να ξέρουν να σκανδαλίζουν, προβάλλοντας τη «μωρία του Θεού», αποκαλύπτοντας, για παράδειγμα, την ανοησία των μαρξιστών κοσμοναυτών που ξεκίνησαν να αναζητήσουν τον Θεό και τους αγγέλους ανάμεσα στους γαλαξίες.
Ο νέος άνθρωπος δεν είναι καθόλου ένας υπεράνθρωπος ούτε ένας θαυματουργός. Είναι απαλλαγμένος από κάθε «θρύλο», αλλά σημαίνει περισσότερα από έναν θρύλο: ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σύγχρονος και επίκαιρος, επειδή μαρτυρεί ότι η Βασιλεία είναι ήδη ανοικτή. Ωστόσο, η προειδοποίηση του Ευαγγελίου: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει», παραμένει πάντοτε έγκυρη.
Σε αντίθεση με τις εικόνες των διασημοτήτων και τα πορτρέτα των αρχηγών κρατών που γεμίζουν παντού τους τοίχους, ο άγιος είναι ταπεινός όπως όλοι οι άνθρωποι· όμως το βλέμμα του, ο λόγος του και τα έργα του «μεταφράζουν στον ουρανό» τις ανθρώπινες αγωνίες και κατεβάζουν στη γη το χαμόγελο του Πατέρα.



Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Οι χριστιανοί – έλεγε ο άγιος Παύλος – «δοξάζουν τον Θεό με το σώμα τους» (Α΄ Κορ. 6, 11-20): «Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα να τα κάνετε προς δόξαν Θεού» (Α΄ Κορ. 10, 31). Υπάρχει λοιπόν ένας νέος τύπος, θα μπορούσαμε να πούμε ένα «ευαγγελικό ύφος», ακόμη και για τις πιο συνηθισμένες καθημερινές πράξεις. Ο γεωργός στο χωράφι, ο επιστήμονας που μελετά τη δομή του ατόμου, μπορούν να εξαγνίσουν τις κινήσεις και το βλέμμα τους μέσω της προσευχής, γιατί και η ίδια η ύλη με την οποία ασχολούνται είναι «καινή κτίση»· και αυτό συμβαίνει χάρη στη μεταμορφωμένη στάση του ανθρώπου, «διότι και η ίδια η κτίση θα ελευθερωθεί από τη δουλεία της φθοράς, για να συμμετάσχει στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8, 18-23). Πρόκειται για μια αγωνιώδη αναμονή της φύσεως, που εκτείνεται σαν βλέμμα στραμμένο από κάτω προς τα πάνω, «όπως τα μάτια της δούλης προς τα χέρια της κυρίας της» (Ψαλμ. 122, 2). Ο πόνος της φύσεως δεν είναι ο πόνος μιας αγωνίας, αλλά ο πόνος μιας γέννας. Ο Χριστός κατήργησε τα τρία εμπόδια: της απολιθωμένης φύσεως, της αμαρτίας και του θανάτου. Μετέβαλε το φράγμα σε πασχάλιο πέρασμα, μετατρέποντας τον θάνατο σε ύπνο της εγρήγορσης και ξυπνώντας τους ζωντανούς. Τα φυσικά στοιχεία διατηρούν την εξωτερική τους μορφή, όμως ο άγιος σταματά τον άκαρπο κύκλο τους και τα κατευθύνει προς τον σκοπό για τον οποίο τα δημιούργησε ο Θεός.
Η βιβλική παραβολή – το mashal – μας εισάγει θαυμαστά στον ανακαινισμένο κόσμο του Θεού: ο σπορέας μυρίζει το νωπό χώμα, η γυναίκα βάζει το προζύμι στο αλεύρι· άλλοτε συναντούμε τον κόκκο του σιταριού, την άμπελο ή τη συκιά. Ο αισθητός κόσμος μάς μυεί στα βαθύτερα μυστήρια της θείας δημιουργίας. Χρησιμοποιώντας τα πράγματα αυτού του κόσμου και φανερώνοντας τον προορισμό τους, η λειτουργία επιτελεί μια απο-ιεροποίηση του ψεύδους και μια απο-χυδαιοποίηση της κοσμικής υπάρξεως. Με την εισβολή των υπερβατικών δυνάμεων, η λειτουργία «διαπερνά» την αδιαφάνεια του κλειστού κόσμου και μας διδάσκει ότι όλα έχουν λειτουργικό προορισμό: το ψωμί γίνεται το Σώμα του Κυρίου· η πέτρα που σφραγίζει τον τάφο Του ανατρέπεται από τους αγγέλους μπροστά στις μυροφόρες· το ξύλο του Σταυρού γίνεται Δένδρο της Ζωής· η ημέρα μάς θυμίζει το φως της Μεταμορφώσεως· το σιτάρι και το κρασί συγκλίνουν στον αγιασμό των ευχαριστιακών δώρων «για θεραπεία σώματος και ψυχής»· η ελιά παράγει το λάδι του χρίσματος· το νερό αναβλύζει από τη βαπτιστική κολυμβήθρα ως lavacrum, ως λουτρό αναγεννήσεως για την αιώνια ζωή. Όλα μιλούν για την Ενανθρώπηση και όλα ολοκληρώνονται στον Κύριο. Η λειτουργία ενσωματώνει τις πιο στοιχειώδεις πράξεις της ζωής: το να τρως, να πίνεις, να πλένεσαι, να μιλάς, να εργάζεσαι, να κοινωνείς, να ζεις και τελικά να πεθαίνεις για να αναστηθείς. Επιστρέφει σε αυτές τις πράξεις το αληθινό τους νόημα και τον προορισμό τους: να γίνουν λίθοι του κοσμικού Ναού της δόξας του Θεού.
Οι Ψαλμοί περιγράφουν ένα είδος ιερής χορείας, όπου «τα βουνά σκιρτούν σαν κριοί και οι λόφοι σαν αρνιά». Είναι ο μυστικός πόθος κάθε υπάρξεως να ψάλει στον Δημιουργό της.
Ο άγιος Αμβρόσιος δείχνει στους κατηχουμένους τον κίνδυνο να περιφρονούν τα ιερά μυστήρια με το πρόσχημα ότι χρησιμοποιούν κοινή ύλη. Στην πραγματικότητα, οι θείες πραγματικότητες δεν γίνονται αντιληπτές άμεσα, αλλά μόνο μέσα στη σφαίρα του ορατού. Για τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι ο νέος παράδεισος όπου το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει τα Μυστήρια σε «δένδρα ζωής» και όπου η κυριαρχία των αγίων πάνω στο σύμπαν αποκαθίσταται μυστηριωδώς. Μέσω των Μυστηρίων, η παλαιά φύση ελευθερώνεται και, σκιασμένη από το Πνεύμα, προετοιμάζεται για μια νέα βλάστηση, δηλαδή για την αναγέννηση της Βασιλείας ως «καινή γη», όπως ακριβώς γεννήθηκε κάποτε – μέσα από την Παρθένο Μαρία – η φύση του Νέου Αδάμ.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Οι Πατέρες λέγουν ότι οι μοναχοί είναι απλώς εκείνοι που παίρνουν στα σοβαρά τη σωτηρία του κόσμου, που φθάνουν μέχρι το τέλος της πίστεως, γνωρίζοντας καλά ότι αυτή είναι ικανή, όπως λέει το Ευαγγέλιο, να μετακινεί βουνά. Σύμφωνα με τους ίδιους Πατέρες, κάθε πιστός μπορεί να γίνει ένας «εσωτερικευμένος μοναχός», είτε είναι έγγαμος είτε άγαμος, βρίσκοντας το ακριβές ισοδύναμο των μοναχικών όρκων μέσα σε όλες τις περιστάσεις της προσωπικής του ζωής. Σε αυτή την περίπτωση, η απλή ύπαρξή του, η παρουσία του και μόνο, αλλά πλήρης, αποτελεί ήδη σκάνδαλο για τον κομφορμισμό ενός βολεμένου κόσμου· γίνεται μια μαρτυρία που σώζει από την πλήξη και τη μετριότητα της καθημερινής ζωής. Στη σοβιετική Ρωσία, ένας αληθινός πιστός είναι το χαμόγελο του Θεού, μια ανάσα καθαρού αέρα μέσα στην ατμόσφαιρα πλήξεως που δημιουργούν τόσοι φανατικοί δογματιστές. Ένας ανανεωμένος άνθρωπος είναι, πριν απ’ όλα, άνθρωπος προσευχής, λειτουργικό ον· ο άνθρωπος που ψάλλει το Sanctus, εκείνος που συνοψίζει τη ζωή του με τα λόγια του Ψαλμωδού: «Θα δοξάζω τον Θεό όσο ζω». Στο πλαίσιο του κρατικού αθεϊσμού, ένας Ρώσος επίσκοπος παρότρυνε τους πιστούς που δεν μπορούσαν να έχουν τακτική λειτουργική ζωή να γίνουν οι ίδιοι εκκλησία, παρατείνοντας τη λειτουργία μέσα στην καθημερινότητά τους. Μια τέτοια «λειτουργική» παρουσία αγιάζει κάθε μέρος του κόσμου και συμβάλλει στην αληθινή ειρήνη, για την οποία μιλά το Ευαγγέλιο. Η προσευχή ενός τέτοιου ανακαινισμένου ανθρώπου απλώνεται πάνω στην αυριανή ημέρα, πάνω στους καρπούς της γης, πάνω στον μόχθο του επιστήμονα και πάνω στην εργασία κάθε ανθρώπου. Μέσα στον τεράστιο καθεδρικό ναό που είναι το σύμπαν του Θεού, ο άνθρωπος — ιερέας της ζωής του, εργάτης ή λόγιος — μετατρέπει ολόκληρη την ανθρωπότητα σε προσφορά, σε δοξολογία, σε ύμνο. Σήμερα, καθώς οι διωγμοί εντείνονται, μέσα σε ένα κλίμα μαρτυρικής σιωπής, κυκλοφορεί ανάμεσα στους πιστούς μια θαυμάσια και συγκλονιστική προσευχή, η οποία τους καλεί να «παρηγορούν το Άγιο Πνεύμα» με την αγάπη και την αυταπάρνησή τους:

«Ελέησέ μας, ευλόγησέ μας όλους μαζί, εμάς τους ληστές και τους Σαμαρείτες, εκείνους που πέφτουν καταγής στον δρόμο και τους ιερείς που περνούν αδιάφορα, όλους όσοι είμαστε όμοιοι μεταξύ μας, θύτες και θύματα, εκείνους που καταριούνται και εκείνους που είναι καταραμένοι, εκείνους που Σε πολεμούν και εκείνους που προσκυνούν την αγάπη Σου. Συγκέντρωσέ μας όλους μέσα σε Σένα, Πατέρα».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι κάθε πιστός είναι, με τον τρόπο του, ένας «αποστολικός άνδρας». Η πίστη του αντιστοιχεί στον λόγο του τέλους του κατά Μάρκον Ευαγγελίου, εκείνου που «πατά επάνω σε φίδια, θεραπεύει κάθε ασθένεια, μετακινεί βουνά και ανασταίνει νεκρούς, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού» (Μάρκ. 16, 17-18). Αρκεί να ζει με απλότητα την πληρότητα της πίστεως και να μην απομακρύνεται από τον σκοπό του. Ναι! Πρέπει να το λέμε και να το επαναλαμβάνουμε αδιάκοπα: αυτή η κλήση δεν είναι έκφραση κάποιου μυστικιστικού ρομαντισμού, αλλά υπακοή στην πιο άμεση και ρεαλιστική σημασία του Ευαγγελίου. Και δεν πρόκειται ούτε για τους μεγάλους αγίους ούτε για ορισμένους ιδιαίτερα εκλεκτούς. Όλα αυτά τα έργα, που μας θυμίζουν το μεγαλείο των θαυμάτων, βρίσκονται μέσα στις δυνατότητες της πίστεώς μας, και η κλήση του Θεού — της οποίας η δύναμη αυξάνεται μέσα από την αδυναμία μας — απευθύνεται στον καθένα από εμάς. Το να γίνει κανείς άλλος άνθρωπος εξαρτάται από την άμεση και σταθερή απόφαση του πνεύματός μας, από την πίστη μας που λέει με ταπεινή απλότητα το «Ναι», ακολουθώντας με χαρά τον Χριστό. Τότε όλα θα γίνουν δυνατά και θα μπορούν να συμβούν θαύματα. Πρόκειται για μια στάση γεμάτη ευλαβική γαλήνη, ταπείνωση αλλά και παθιασμένη τρυφερότητα. Ασκητές τόσο αυστηροί όσο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος έλεγαν ότι πρέπει να αγαπά κανείς τον Θεό όπως αγαπά τη μνηστή του. Για τον Κίρκεγκωρ, «πρέπει να διαβάζουμε τη Βίβλο όπως ένας νέος διαβάζει το γράμμα της αγαπημένης του, χαρούμενος στη σκέψη ότι αυτό είναι γραμμένο για εκείνον». Είναι λοιπόν φυσικό να ερωτεύεται κανείς τη δημιουργία του Θεού και να διακρίνει το θείο νόημα πέρα από τον φαινομενικό παραλογισμό της ιστορίας· είναι φυσικό να μεταμορφώνεται σε φως, να γίνεται αποκάλυψη και προφητεία. Καταθαμβωμένος από την ύπαρξη του Θεού, ο νέος άνθρωπος αγγίζεται κατά κάποιον τρόπο από εκείνη τη «θεία τρέλα» για την οποία μιλά ο άγιος Παύλος, μια κατάσταση που εκφράζεται στο χιούμορ των «διά Χριστόν σαλών» — το μόνο που μπορεί να διαλύσει τη βαριά σοβαροφάνεια των δογματικών ανθρώπων. Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε ότι ο κόσμος κινδυνεύει να χαθεί όχι εξαιτίας των πολέμων, αλλά από την πλήξη: ο διάβολος βγαίνει μέσα από ένα χασμουρητό τόσο μεγάλο όσο ο κόσμος...
Ο νέος άνθρωπος είναι επίσης εκείνος που η πίστη τον ελευθερώνει από τον «μεγάλο φόβο του εικοστού αιώνα»: τον φόβο των βομβών, τον φόβο του καρκίνου, τον φόβο του θανάτου. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου η πίστη αποτελεί πάντοτε έναν τρόπο να αγαπά τον κόσμο και να ακολουθεί τον Κύριο ακόμη και μέχρι την κάθοδό Του στον Άδη. Ο Θεός αφήνει στον Σατανά τη δική του λογική, αλλά προσθέτει σε αυτήν — χωρίς να καταργεί τη δικαιοσύνη — μια νέα διάσταση. Και εμείς οφείλουμε να διαφυλάξουμε άθικτο το ύστατο μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως. Να είσαι άλλος άνθρωπος σημαίνει να αναγγέλλεις σε όλη σου τη ζωή Εκείνον που έρχεται, να Τον φέρεις ήδη μέσα σου ως αγγελιοφόρος Του. Σημαίνει να είσαι, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, γεμάτος από μια «νηφάλια μέθη» που σε ωθεί να λες σε κάθε διαβάτη: «Έλα και πιες». Ο ανακαινισμένος άνθρωπος είναι εκείνος που ψάλλει μαζί με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος:

«Η αγάπη Σου τραυμάτισε την ψυχή μου και η καρδιά μου καίγεται από φλόγες· προχωρώ δοξολογώντας Σε...»

Ο χριστιανισμός — θρησκεία της απόλυτης καινοτομίας — είναι εκρηκτικός. Μέσα στη βασιλεία του Καίσαρα καλούμαστε να ανακαλύψουμε τη Βασιλεία του Θεού, και το Ευαγγέλιο μιλά για τη βία εκείνων που κατακτούν τον ουρανό. Ένα από τα ασφαλέστερα σημεία της εγγύτητας της Βασιλείας είναι η ενότητα του χριστιανικού κόσμου.
Εικόνα όλων των τελειοτήτων, ο Χριστός είναι ο μόνος υπέρτατος Επίσκοπος, αλλά και ο μόνος υπέρτατος λαϊκός, διότι Αυτός είναι ο Άγιος, δηλαδή ο κατεξοχήν Νέος Άνθρωπος. Γι’ αυτό και η αρχιερατική Του προσευχή διαιωνίζει τον πόθο όλων των αγίων: να δοξάζεται η Αγία Τριάδα μέσα σε μία ψυχή και να συγκεντρωθούν όλοι οι άνθρωποι γύρω από ένα και μοναδικό ευχαριστιακό Ποτήριο. Η θεία φιλανθρωπία επιθυμεί να μοιραστεί μαζί μας αυτή τη χαρά που δεν ανήκει πλέον σε αυτόν τον κόσμο, επειδή εγκαινιάζει το Βασιλικό Δείπνο. Στον πυρήνα της υπάρξεως, εκεί όπου πραγματοποιείται η κατά πρόσωπο συνάντηση με τον Ερχόμενο, ο άνθρωπος λαμβάνει την εσωτερική μορφή που του χαρίζει η θεία αιωνιότητα. Φθάνοντας στο ανώτατο σημείο των πόθων του, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει τον θαυμαστό λόγο του o Ευάγριος ο Ποντικός, ο οποίος περιγράφει έτσι τον «άνθρωπο της Ογδόης Ημέρας»:

«Είναι αποκομμένος από όλα και ενωμένος με όλα, απαθής αλλά γεμάτος βασιλική ευαισθησία, θεούμενος, αλλά θεωρώντας τον εαυτό του σκύβαλο του κόσμου, ανώτερος από τα πάντα, θεϊκά μακάριος...»



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ