Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [11]

 

Πως οι άγιοι ακούνε τις προσευχές μας.

Πολύ χαίρομαι που σου άρεσαν όσα σου έγραψα για τον αιθέρα. Δέξου πως υπάρχει και κράτα τον αδιάλειπτα στο νου σου. Θα δεις πόσο θα σε βοηθήσει αυτό. Εξηγεί τόσα πράγματα, δίνει τόση παρηγοριά!
Ίσως έχεις ακούσει κάποιους να ρωτάνε: “Πώς ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας;”. Ίσως κι εσύ να έχεις αναρωτηθεί για το ίδιο πράγμα. Απαντήσεις και απαντήσεις έχουν δοθεί, μα το ερώτημα παραμένει ακόμη αναπάντητο.
Κατά τη γνώμη μου, αν δεχθούμε την ύπαρξη ενός στοιχείου, όπως ο αιθέρας, τότε δεν είναι δυνατό να μην ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας.
Ξέρεις πώς λειτουργεί ο ηλεκτρικός τηλέγραφος; Στην Πετρούπολη, για παράδειγμα, ενεργοποιούν έναν ειδικό μηχανισμό. Την ίδια στιγμή η ενέργεια αυτή αντανακλάται σ’ έναν όμοιο μηχανισμό, που βρίσκεται, ας πούμε, στη Μόσχα. Τότε και ο δεύτερος μηχανισμός ενεργοποιείται όπως ο πρώτος. Γιατί; Επειδή οι δύο μηχανισμοί, πρώτον, είναι του ίδιου τύπου και, δεύτερον, συνδέονται με σύρμα.
Η επικοινωνία μας με τους αγίους γίνεται με όμοιο τρόπο. Εμείς και οι άγιοι είμαστε σαν τις τηλεγραφικές συσκευές, σαν δύο μηχανισμοί του ιδίου τύπου, και ο αιθέρας, το στοιχείο δηλαδή μέσα στο οποίο κινούνται οι άγιοι και το οποίο συνάμα περιβάλλει την ψυχή μας, είναι … το σύρμα!
Όταν μέσα στην ψυχή μας ενεργεί προσευχή αληθινή, προσευχή ειλικρινής και καθαρή, η προσευχή αυτή, διαμέσου του στοιχείου που περιβάλλει την ψυχή, πετάει σαν ακτίνα φωτός προς τους αγίους και τους μεταφέρει τα αιτήματά μας. Δεν μεσολαβεί κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στη στιγμή που κάνουμε στην προσευχή μας και στη στιγμή που αυτή ακούγεται από τους αγίους. Αμέσως μας ακούνε οι άγιοι, φτάνει μόνο να προσευχόμαστε εγκάρδια. Η εγκάρδια προσευχή είναι η τηλεγραφική γραμμή μας με τους ουρανούς.
Η ίδια ακριβώς προσευχή, όταν δεν βγαίνει από την καρδιά μας αλλά μόνο από τον εγκέφαλο και το στόμα μας, δεν φτάνει στον ουρανό και δεν ακούγεται από τους αγίους. Αυτή, βλέπεις, δεν είναι καν προσευχή, είναι μόνο κάτι σαν προσευχή.
Νομίζω πως είχες ήδη κάποιαν εμπειρία αληθινής προσευχής, μολονότι όλα τούτα δεν τα γνώριζες. Περιγράφεις το πώς, ύστερ’ από θερμή προσευχή, γαλήνεψες, παίρνοντας την εσωτερική πληροφορία ότι θα λυτρωνόσουν από το πρόβλημα που σε βασάνιζε, όπως και πραγματικά έγινε.
Φαίνεται, λοιπόν, πως είναι σωστή η παρομοίωση της εγκάρδιας προσευχής, που ανεβαίνει αόρατα προς τα ουράνια μέσω του αιθέρα, με τον τηλέγραφο. Από την καρδιά σου βγήκε μία αστραπή, μια ακτίνα, και πήγε στον ουρανό. Από κει, πάλι, ήρθε μια άλλη ακτίνα σ’ εσένα. Ήταν η ανταπόκριση στο αίτημά σου. Αυτό συμβαίνει μόνο με την προσευχή που βγαίνει από την καρδιά. Τέτοια προσευχή δεν γίνεται πάντα μέσα σε μια στιγμή, εισακούεται όμως πάντα μέσα σε μια στιγμή.
Μη φουσκώσεις από κενοδοξία γι’ αυτή την επιτυχία σου. Μακάρι, με την χάρη του Κυρίου, να προσεύχεσαι με τον ίδιο τρόπο πιο συχνά. Θυμήσου πώς προσευχήθηκες τότε και προσπάθησε να προσεύχεσαι πάντα έτσι, εγκάρδια, όχι μόνο με τη γλώσσα και το νου.
Αν το κάνεις, θα πάρεις μίαν ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Πώς μπορεί να ζει κανείς πνευματικά; Γιατί η εγκάρδια προσευχή είναι η αναπνοή και η ζωή του πνεύματος. Με την εγκάρδια προσευχή το πνεύμα μένει «εν τω Θεώ», ενώνεται μαζί Του. Και με την ένωση αυτή αποκτά την πλήρη ζωτικότητά του. Μάθε, λοιπόν, πως η ψυχή ζει μόνο όταν προσεύχεται με τον τρόπο που ήδη γνώρισες. Αλλιώς, βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αν δεν έχει ολότελα νεκρωθεί.
Δεν θα σου κρύψω πως, αν και μπόρεσες να προσευχηθείς εγκάρδια μια φορά, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις να το ξανακάνεις. Ο Θεός είναι που χαρίζει την αληθινή προσευχή και ο φύλακας άγγελος που την ενισχύει. Έρχεται και φεύγει.
Εμείς, όμως, δεν επιτρέπεται να παραιτούμαστε από τον προσευχητικό αγώνα. Η προσευχή επισκέπτεται πάντα τον άνθρωπο που αγωνίζεται για την απόκτησή της, ποτέ τον οκνηρό και ράθυμο.
Οι άγιοι πατέρες κοπίασαν πολύ στην προσευχή και μ’ αυτούς ακριβώς τους κόπους άναψαν μέσα τους ένα προσευχητικό πνεύμα, που την εικόνα του μας άφησαν στα συγγράμματά τους.
Όσα σχετικά έγραψαν, συνιστούν, μιαν ολόκληρη επιστήμη, την επιστήμη της προσευχής, που είναι η επιστήμη των επιστημών…
…Μου γράφεις ότι έχεις στο νου ταπεινούς λογισμούς και στην καρδιά ταπεινά συναισθήματα για τον εαυτό σου. Αυτά είναι, θα έλεγα, αγγελικά. Πόσο τέλειοι και φωτεινοί είναι οι άγγελοι!
Και όμως είναι συνάμα τόσο ταπεινοί, περισσότερο κι από τον πιο ταπεινό άνθρωπο. Μια ταπεινή ψυχή είναι πάντα φωτεινή. Σκοτεινή γίνεται όταν υψηλοφρονεί, γιατί η έπαρση προέρχεται από τα σκοτεινά πνεύματα. Ο Θεός να δώσει, ώστε, ποτέ να μη χάσεις αυτά τα ταπεινά συναισθήματα, κι έτσι να είσαι πάντα λουσμένη στο φως…



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (9ο μέρος)

 

Εάν παρατηρήσουμε τη σειρά τῶν λειτουργικών προσευχῶν, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατ' αρχήν προσεύχεται για τους δικαίους. Πράγματι, σέ μία ἀπό τίς ὑπέρ κεκοιμημένων προσευχές αναφέρεται ἐπί λέξει: «ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, ὁμολογητών, ἐγκρατευτῶν καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου». Πολλές ἦσαν οἱ ἀπαντήσεις που δόθηκαν προκειμένου νά ἐξηγηθεί το φαινομενικά παράδοξο γεγονός, οἱ εὑρισκόμενοι ἤδη στον Παράδεισο δίκαιοι νά ἔχουν ἀνάγκη από τις προσευχές μας. Ὁ λόγος ὑπάρξεως τέτοιων προσευχῶν ἐξηγήθηκε με διαφορετικό τρόπο ἀπό τούς Πατέρες. Ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων θεωρεῖ ὅτι ὁ σκοπός τους εἶναι ὁ Θεός νά εἶσακούσει τις παρακλήσεις μας χάρις στις προσευχές καί τή μεσιτεία τῶν δικαίων[1]. Γιά τόν Ἐπιφάνιο Σαλαμῖνος, οἱ προσευχές γίνονται «ὑπέρ δικαίων... ἵνα τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ἀφορίσωμεν ἀπό τῆς τῶν ἀνθρώπων τάξεως διά τῆς πρός αὐτόν τιμῆς, καί σέβας αὐτῷ ἀποδῶμεν, ἐν ἐννοίᾳ ὄντες, ὅτι οὐκ ἐστιν ἐξισούμενος ὁ Κύριος τινι τῶν ἀνθρώπων, καν τε μυρία καί ἐπέκεινα ἐν δικαιοσύνῃ ὑπάρχῃ ἕκαστος ἀνθρώπων»[2]. Γιά τόν Νικήτα Στηθᾶτο αὐτό γίνεται για να τιμήσουμε τούς δικαίους καί νά ἐπικαλεστοῦμε τή μεσιτεία τους:
«...…μέσω της θεόπνευστης διδασκαλίας τους και καθώς συνομιλούν μαζί μας, τους εγκωμιάζουμε και τους υμνούμε κάθε χρόνο κατά τις μνήμες τους, σύμφωνα με το ιερό λόγιο «μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων». Τους τιμούμε και προσφέρουμε στον Θεό και σε εκείνους μύρα και φωταψίες, ώστε να μας θυμούνται στις πρεσβείες τους υπέρ του κόσμου, καθώς στέκονται μπροστά στον θρόνο του Θεού με ανέκφραστη χαρά και παρρησία και αποδέχονται την ευχαριστία που με ευγνωμοσύνη προσφέρουμε στον Θεό κατά τις μνήμες τους, καθώς και τις αγαθοεργίες που κάνουμε για χάρη τους προς τους φτωχούς.». Ἄλλοι Πατέρες ὅμως προέβαλαν διαφορετικό λόγο, ότι δηλαδή καί οἱ δίκαιοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τίς προσευχές τῶν ζώντων, ἀφοῦ, μολονότι παραμένουν στον Παράδεισο, δέν ἔχουν γευτεί ακόμη τήν πληρότητα τῆς μακαριότητάς, ὅπως ἄλλωστε τονίζεται και στην προς Εβραίους ἐπιστολή (11,40), ἀλλά καί στήν ἐπίσης ὀρθόδοξη άποψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἡ κατάσταση τόσο όσων εὑρίσκονται στον Παράδεισο, ὅσο καί αὐτῶν πού εὑρίσκονται στὸν Ἅδη δέν εἶναι τελεία.
Ἐν τούτοις, ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται καί γιά τούς ἁμαρτωλούς. Ἡ ἐκτενής δέηση πού γίνεται γιά τούς κεκοιμημένους καί συγκαταλέγεται στη θεία Λειτουργία, αναφέρει ὅτι γίνεται γιά ὅσους ἔχουν ἀνάγκη νά συγχωρηθοῦν γιά τά πλημμελήματά τους, ἀκούσια καί ἑκούσια, ἀφοῦ οὐδείς εἶναι ἀναμάρτητος, παρά μόνο ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος καί συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματα τῶν λόγων, τῶν πράξεων, ἀλλά καί τῶν σκέψεων. Στήν ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας, ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων τονίζει: «Έπειτα μνημονεύουμε, πρώτα τους Πατριάρχες, τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Μάρτυρες, ώστε ο Θεός, με τις προσευχές και τις πρεσβείες τους, να δεχθεί τη δέησή μας. Έπειτα προσευχόμαστε και για τους Αγίους Πατέρες και Επισκόπους, καθώς και γενικά για όλους όσους έχουν κοιμηθεί, πιστεύοντας ότι θα υπάρξει μεγάλη ωφέλεια για τις ψυχές εκείνων για τους οποίους αναπέμπεται η δέηση, με την αγία και φοβερότατη θυσία που τελείται ενώπιόν μας»[3].

 


[1] Μυσταγωγικαί Κατηχήσεις, Ε', 9.

[2] Κατά αἱρέσεων, ΟΕ', 8. PG 42,B-C.

[3] Μυσταγωγικαί Κατηχήσεις, Ε', 9. PG 33, 1116.

 




ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ