Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (1ο μέρος)

 

Όταν το πονηρό πνεύμα θέλει να κρατήσει ένα άτομο μακριά από την Εκκλησία, το κάνει με ποικίλους τρόπους. Μερικές φορές εμφυτεύεται στο μυαλό ενός ατόμου η σκέψη ότι η Εκκλησία είναι ένας τόπος για άθλιους Φαρισαίους, άπληστους ανθρώπους και απατεώνες και του υπαγορεύει το συμπέρασμα: «Καταλαβαίνεις και ο ίδιος, εσύ, ένας αξιοπρεπής άνθρωπος, δεν έχεις θέση εκεί!»
Άλλες φορές ένα άτομο απομακρύνεται από την Εκκλησία με έναν εντελώς αντίθετο συλλογισμό. Φαντάζεται την Εκκλησία ως μια σύναξη αγίων και μόνο αγίων (και η αγιότητα νοείται ως απόλυτη απάθεια, αναμαρτησία και “αγγελική” πραότητα). «Εκεί είναι τόσο πνευματικοί άνθρωποι — κι εγώ... όχι, δεν έχω θέση εκεί μέσα.» Έτσι, μέσα του διαμορφώνεται μια υπερβολικά υψηλή, υπερβολικά εξιδανικευμένη αντίληψη για τη ζωή της Εκκλησίας· κι ύστερα, όταν το βλέμμα του πέσει όχι καν σε κάποιο αμάρτημα, αλλά απλώς σε κάποια καθημερινή, ανθρώπινη λεπτομέρεια της ζωής των εκκλησιασμένων ανθρώπων  να το αποτέλεσμα: «Απογοητεύτηκα...»
Θυμάμαι κι εγώ ο ίδιος πόσο εξιδανικευμένες ήταν οι αντιλήψεις μου για τους πιστούς την εποχή που ακόμη στεκόμουν στο κατώφλι της πίστης. Οι μοναχοί, νόμιζα, θα είναι όλοι ασκητές: τρώνε ένα πρόσφορο τη μέρα και το βρέχουν με ένα κουταλάκι αγιασμό... Οι παπάδες δεν χρησιμοποιούν τουαλέτα... Οι σπουδαστές των ιερατικών σχολών περπατούν όλη μέρα με τα “χεράκια” σταυρωμένα στο στήθος, σαν τα χερουβείμ στις καθολικές εικόνες... Και τότε μια μέρα, ίσως για πρώτη φορά που επισκέπτομαι συνειδητά τη Λαύρα ως προσκυνητής, βλέπω ξαφνικά έναν παχύσαρκο μοναχό στο δρόμο μου. Έκπληκτος, σκέφτομαι και λέω «μα, καθόλου ασκητισμός!». Και τότε σαν να διάβασε τη σκέψη μου, γυρίζει και μου λέει: «Ξέρεις γιατί έγινα τόσο παχύς; Γιατί, όταν ήμουν νέος, κατέκρινα έναν χοντρό μοναχό!» (Πρέπει να σημειώσω ότι τότε ήμουν κι εγώ αρκετά λεπτός...).
Αργότερα, μου διηγήθηκε ένας αρχιερέας ότι κι εκείνος από μια τέτοια απλή, “καθημερινή” λεπτομέρεια λίγο έλειψε να μείνει εκτός ιερωσύνης.
Πήγε να δώσει εξετάσεις για το ιερατικό σεμινάριο, μπήκε κατευθείαν από το τρένο στη λειτουργία του όρθρου και ξαφνικά βλέπει τον διάκονο, περιμένοντας τη δική του εκφώνηση, να χασμουριέται. «Ε, όλα ξεκαθάρισαν! Τώρα βλέπω τι “προσευχόμενοι” και “άγιοι” είναι αυτοί εδώ! Όλα υποκρισία και επίδειξη!» — πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του μελλοντικού υποψηφίου. Και του χρειάστηκε πολύς κόπος για να συνειδητοποιήσει από πού προερχόταν αυτός ο δήθεν “ευσεβής” λογισμός, να τον αποδιώξει και, τελικά, να εισέλθει στον δρόμο της διακονίας της Εκκλησίας.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είδα και σε άλλους ανθρώπους πώς εργάζεται αυτός ο πειρασμός.
Γινόταν συνέδριο δασκάλων της πόλης. Μετά τη διάλεξή μου, σηκώνεται μια δασκάλα και λέει: «Μας μιλούσατε για τη “πνευματικότητα”. Ίσως να υπάρχει πνευματικότητα, αλλά στη δική μας πόλη καθόλου. Να φανταστείτε: μπαίνω κάποτε σε έναν ναό. Γινόταν κάποια λειτουργία σας εκεί και στη μέση στέκεται ο παπάς, με τα χρυσά άμφια. Και φανταστείτε σκάλιζε τη μύτη του! Ε, τι είδους “πνευματικότητα” είναι αυτή;!» Τα ’χασα. «με αποστόμωσε!» Ενώ ακόμη προσπαθούσα να βρω τι να απαντήσω, έρχεται προς βοήθειά μου ένας σοφός και έμπειρος ιερέας, παίρνει από τα ψυχρά μου χέρια το μικρόφωνο και απευθύνεται στην κυρία: «Συγγνώμη, καλή μου, δεν κατάλαβα την ερώτησή σας. Αν μπαίνετε στον ναό και βλέπετε ότι ο παπάς σκαλίζει τη μύτη του, αυτό σημαίνει πως ο παπάς έχει μύξες. Τι σχέση έχει αυτό με την πνευματικότητα;!»
Αυτό ήταν ένα θαυμάσιο δείγμα νηφαλιότητας. Αν όμως ο άνθρωπος δεν έχει αυτήν την ικανότητα να διακρίνει νηφάλια την ανθρώπινη αδυναμία από τη δύναμη του Θεού· αν δεν έχει τη δύναμη να ελέγχει τις πρώτες του εντυπώσεις, τότε πολύ εύκολα μπορεί να πέσει στην πλάνη. Στην πλάνη εκείνη, που κάνει τον άνθρωπο να μετρά σχολαστικά τα «σημεία» της «επικείμενης βασιλείας» του Αντιχρίστου. «Ε, δεν μπορεί, το τέλος του κόσμου πλησιάζει!». «Άκουσες τι έγινε στην ενορία εκείνη; Αν τέτοιο είναι πια και το ιερατείο μας, τότε σίγουρα το τέλος είναι κοντά!». Έτσι, η διάθεση πολλών ανθρώπων να πιστεύουν και να διαδίδουν πως «ήδη ήρθαν οι έσχατες ημέρες» τρέφεται όχι μόνο από φυλλάδες και βιβλία, αλλά και από τις καθημερινές, απλές παρατηρήσεις.
Για τον πιστό άνθρωπο είναι οδυνηρό να βλέπει αταξίες και ασθένειες μέσα στην εκκλησιαστική ζωή: «το βδέλυγμα της ερημώσεως εν τω τόπω τω αγίω» (πρβλ. Ματθ. 24,15). Μα όσο πιο σκοτεινή του φαίνεται η παρούσα κατάσταση της Εκκλησίας, τόσο πιο φωτεινή και εξιδανικευμένη του φαίνεται η παρελθούσα εποχή και αυτό ακριβώς τον ωθεί μακριά από την Εκκλησία.
Η εκκλησιαστική ιστορία παρουσιάζεται συνήθως ως ιστορία αγίων. Κι έτσι στη μνήμη μένουν μόνο τα ονόματα αγίων ή αιρετικών. Ακριβώς αυτή η ευθυμία γεννά έναν αποκαλυπτικό φόβο, που παραλύει τη σκέψη και το αίσθημα μόλις αντικρίσουν τη ζωντανή πραγματικότητα της Εκκλησίας. «Παλιά — κάθε μοναχός κι ένας όσιος, κάθε επίσκοπος κι ένας άγιος· τώρα εξέλιπε ο όσιος!» Και τότε γίνεται σχεδόν αδύνατο να μη καταφύγεις σε σχίσμα “διαμαρτυρίας”, και τόσο πολύ θέλεις όλα να λυθούν με μιαν αστραπή της Αποκαλύψεως. Γι’ αυτό έχει νόημα να θυμηθούμε τον θρήνο που διαπερνά ολόκληρη τη φιλοπατερική γραμματεία, αλλά δεν χωρά στις σελίδες των σχολικών εγχειριδίων εκκλησιαστικής ιστορίας.
Έχει νόημα να θυμηθούμε ότι ποτέ, σε καμιά εποχή της Εκκλησίας, δεν υπήρξε αιώνας που να θεωρεί τον εαυτό του “χρυσό”. Δεν υπάρχει περίοδος στην ιστορία του Χριστιανισμού χωρίς προβλήματα. Δεν μάθαμε να αμαρτάνουμε με καινούριο τρόπο.
Ήδη οι ίδιοι οι απόστολοι αναγκάζονταν να γράφουν πικρά λόγια για τους μαθητές τους:
«εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ᾿ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε» (Γαλ. 5,15).
οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ (Φιλ. 2,21).

Ήδη ο απόστολος Ιωάννης είχε ακούσει φοβερά λόγια για τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες, θυμηθείτε όσα λέγονται προς την Εκκλησία της Λαοδίκειας (Αποκ. 3,15–17).

Β΄ αιώνας.

«Σε εσάς τώρα μιλώ, εσείς που είστε προεστώτες της Εκκλησίας και προεδρεύετε: μη γίνεστε όμοιοι με τους κακοποιούς. Οι κακοποιοί, τουλάχιστον, κρατούν το δηλητήριό τους μέσα σε δοχεία, ενώ εσείς φυλάτε το φαρμάκι και το δηλητήριό σας μέσα στην καρδιά σας.[1]»

Γ΄ αιώνας.

Ο Ωριγένης, πεπεισμένος ότι η εκκλησιαστική ζωή της εποχής του ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των παλαιότερων χρόνων (βλ. Ομιλία 4 στον Προφήτη Ιερεμία, 3· Υπομνήματα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, 17, 24), εξηγεί ως εξής την αλήθεια της ευαγγελικής προειδοποίησης για το πλήθος των αναξίων χριστιανών:

«Είναι φανερό ότι και στο δίχτυ αυτό της Εκκλησίας υπάρχουν και καλοί και κακοί. Αν όλοι ήταν καθαροί, τι θα απέμενε για την κρίση του Θεού;
Σύμφωνα με άλλη παραβολή, στο αλώνι συνυπάρχουν το σιτάρι και το άχυρο. Δεν λέω ότι το αλώνι είναι ολόκληρος ο κόσμος, αλλά η σύναξη του χριστιανικού λαού. Το αλώνι περιγράφεται ως γεμάτο από σιτάρι και άχυρο· δεν είναι όλο σιτάρι, αλλά ούτε και όλο άχυρο· έτσι και στην επίγεια Εκκλησία: ο ένας είναι σιτάρι, ο άλλος άχυρο. Αν κάποιος δει στις συνάξεις μας έναν αμαρτωλό, ας μη σκανδαλιστεί και μη λέει πως “να, ένας αμαρτωλός ανάμεσα στους αγίους”. Όσο είμαστε σε αυτόν τον αιώνα, δηλαδή στο αλώνι και στο δίχτυ, και οι καλοί και οι κακοί βρίσκονται μαζί». (Ομιλία 1 στον Προφήτη Ιεζεκιήλ, 11).


Και προσθέτει:

«Αν ο Ιησούς είχε λόγο να θρηνεί για την Ιερουσαλήμ, πολύ περισσότερο έχει λόγους να θρηνεί για την Εκκλησία, η οποία ιδρύθηκε για να γίνει οίκος προσευχής, αλλά από την αισχρή φιλαργυρία και το σκοτισμένο μίσος ορισμένων (δυστυχώς τόσων πολλών!) έχει μετατραπεί σε “ληστρική σπηλιά”.
Έτσι ο Ιησούς θα μπορούσε, βλέποντας τους αμαρτωλούς που κατοικούν στο ζωντανό θυσιαστήριο που ο Ίδιος έκτισε, να επαναλάβει τα λόγια του ψαλμωδού: “τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν;” (Ψαλμ. 29,10).
Περιπλανιέται αναζητώντας τους καρπούς του τρύγου, αλλά βρίσκει μόνο λίγες πατημένες ρόγες και ελάχιστους θλιβερούς καρπούς. Κανένας ωραίος καρπός· και από τους κακούς, ελάχιστοι. Ποιος από εμάς θα μπορούσε να Του προσφέρει τα τσαμπιά της αρετής; Ποιος θα μπορούσε να προσφέρει καρπούς με τη χάρη του Θεού;»
(Υπομνήματα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, 16,21· Ομιλία 15 στον Προφήτη Ιερεμία, 3).


Επίσης παραπονιέται για την ανάπτυξη δεσποτισμού μέσα στην Εκκλησία, διότι «οι επίσκοποι έπαψαν να είναι δούλοι του Χριστού και έγιναν μέσα στην Εκκλησία σαν κύριοι. Ξέχασαν τις εντολές του Χριστού για επιείκεια προς όλους, για πραότητα απέναντι στους αντιφρονούντες, για την υποστήριξη και ενθάρρυνση των αδυνάτων... Εκείνοι στους οποίους έχει ανατεθεί η φροντίδα να θρέφουν τους πεινασμένους — οι ποιμένες — γιορτάζουν μαζί με τους μέθυσους και επιδίδονται σε άλλες παρόμοιες καταχρήσεις. Οι διάκονοι, έχοντας μερίδιο στη διαχείριση των εκκλησιαστικών χρημάτων, τα χρησιμοποιούν για προσωπικό τους όφελος: για να πλουτίσουν, δανείζουν χρήματα με τόκο, μετατρεπόμενοι έτσι σε τοκογλύφους».

Η ζωή των λαϊκών δεν ήταν πολύ πιο παρήγορη από εκείνη του κλήρου:

«Δεν πρέπει άραγε να κλαίμε και να στενάζουμε, βλέποντας ότι εσείς δεν έρχεστε να ακούσετε τον λόγο του Θεού, ότι εμφανίζεστε στην εκκλησία μόνο κατά τις εορτές, και μάλιστα όχι τόσο από επιθυμία να ακούσετε τον λόγο του Θεού, όσο παρασυρμένοι από τη λαμπρότητα της εορτής ή με το πρόσχημα της συμμετοχής στη δημόσια τελετή;
Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου σας, θα έλεγα, σχεδόν όλος ο χρόνος σας , περνά σε δημόσιους τόπους, σε κοσμικές ασχολίες ή σε εμπορικές δραστηριότητες. Όσο για τον λόγο του Θεού, κανείς δεν μεριμνά γι’ αυτόν ή, τουλάχιστον, ελάχιστοι είναι εκείνοι που βρίσκουν ευχαρίστηση στο να τον ακούνε.
Αλλά γιατί να θρηνούμε για τους απόντες; Ακόμη και εσείς που βρίσκεστε μέσα στην εκκλησία αποδεικνύεστε μη προσεκτικοί· δούλοι της συνήθειας, γυρίζετε την πλάτη στον λόγο του Θεού ή στο ιερό κείμενο που σας διαβάζεται.
Φοβάμαι μήπως ο Κύριος εφαρμόσει και σε εσάς τα λόγια του προφήτη: “Μου γύρισαν την πλάτη, αντί να στρέψουν προς Εμένα το πρόσωπο” (πρβλ. Ιερ. 2,27).
Ποιο μέσο υπάρχει για να μεταφερθούν αυτά τα μαργαριτάρια του αγίου λόγου στα αυτιά του λαού που τα αποστρέφεται;»
(Ωριγένης, Ομιλία 10 στην Γένεση)

«Επειδή η παρατεταμένη ειρήνη έβλαψε τη διδασκαλία που μας παραδόθηκε από ψηλά, η ίδια η θεία Πρόνοια ανέστησε την πίστη που είχε πέσει και, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι, σχεδόν είχε αδρανήσει... Όλοι άρχισαν να φροντίζουν για την αύξηση της κληρονομικής τους περιουσίας και, λησμονώντας πώς ενεργούσαν οι πιστοί την εποχή των αποστόλων και πώς πρέπει πάντοτε να ενεργούν, με ακόρεστη επιθυμία ρίχθηκαν στη συσσώρευση υλικών αγαθών. Δεν φαινόταν πλέον στους ιερείς ειλικρινής ευσέβεια, στους λειτουργούς καθαρή πίστη, στα έργα έλεος, στα ήθη ευπρέπεια. Με υπεροπτική αλαζονεία περιφρονούν τους προεστώτες της Εκκλησίας, με φαρμακερά στόματα συκοφαντούν ο ένας τον άλλον, με πεισματώδες μίσος προκαλούν μεταξύ τους διχόνοιες. Πολλοί επίσκοποι, που όφειλαν να νουθετούν τους άλλους και να είναι γι’ αυτούς παράδειγμα, παύοντας να φροντίζουν για τα θεία, άρχισαν να φροντίζουν για τα εγκόσμια· εγκαταλείποντας την καθέδρα τους και το ποίμνιό τους, περιπλανώνται σε ξένες περιοχές, προσπαθώντας να μη χάσουν καμία εμπορική ευκαιρία για ιδιοτελές κέρδος· και ενώ οι αδελφοί στην Εκκλησία πεινούν, αυτοί, παρασυρμένοι από τη φιλαργυρία, με δόλο ιδιοποιούνται τα αδελφικά εισοδήματα και, δανείζοντας συχνότερα, αυξάνουν τα κέρδη τους... Μόλις ακούστηκαν τα πρώτα λόγια απειλής από τον εχθρό, πλήθος αδελφών πρόδωσαν την πίστη τους και, μη ανατρεπόμενοι από την θύελλα του διωγμού, μόνοι τους έριξαν τον εαυτό τους στην πτώση. Δεν περίμεναν καν να συλληφθούν· να αρνηθούν όταν τους ανακρίνουν. Πολλοί νικήθηκαν πριν από τη μάχη, καταβλήθηκαν χωρίς αγώνα και ούτε καν διατήρησαν κάποιο φανερό πρόσχημα ότι δήθεν θυσίασαν στα είδωλα από εξαναγκασμό»[2].

«Στους παλαιότερους χρόνους χρησιμοποιούσαν αποφασιστικά τη συντομία στην ερμηνεία, γιατί δεν επεδίωκαν να προσφέρουν ευχαρίστηση, αλλά να ωφελήσουν τους παρόντες. Αργότερα όμως, όταν η εξήγηση των Γραφών έγινε χωρίς καμία δυσκολία επιτρεπτή σε όλους, και όλοι, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, έγιναν ράθυμοι στο έργο του αγαθού και άρχισαν να προκόβουν στη ρητορική, τότε στράφηκαν σε μάταιες διαμάχες και βλασφημίες»[3].




(συνεχίζεται)

 


[1] Ερμᾶς, Ποιμήν // Οι Πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας, 1988, σ. 179.

[2] Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος, Βίβλος περί των πεπτωκότων // Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Γ΄ αιώνα: Ανθολογία, σε 2 τόμους. 1996, τόμ. 2, σ. 280–282.

[3] Άγιος Μεθόδιος, επίσκοπος και μάρτυρας, Πατέρας της Εκκλησίας του Γ΄ αιώνα, Πλήρης Συλλογή των Έργων του. 1877, σ. 176.





ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
















Μητροπολίτης Βλαδίμηρος του Κιέβου και Γαλικίας

 

Ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ο πρώτος μάρτυρας σε μια μακρά σειρά Ρώσων επισκόπων που δολοφονήθηκαν ή βασανίστηκαν μέχρι θανάτου κατά τη διάρκεια και μετά την επανάσταση.
Την εποχή της δολοφονίας του Μητροπολίτη Βλαδίμηρου στο Κίεβο, η συνεδρίαση της Πανορθόδοξης Συνόδου της Ρωσίας βρισκόταν σε εξέλιξη στη Μόσχα.
Η είδηση του τραγικού θανάτου του γηραιότερου Ρώσου ιεράρχη συγκλόνισε βαθιά όλα τα μέλη της Συνόδου, τα οποία όρισαν την ημέρα του θανάτου του (25 Ιανουαρίου) ως ετήσια ημέρα προσευχής για όλους τους Ρώσους μάρτυρες και ομολογητές της πίστεως, που βρήκαν τον θάνατο κατά τη διάρκεια της αιματηρής περιόδου των κομμουνιστικών διωγμών.
Ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1848 από ευσεβείς γονείς, σε ένα χωριό της επαρχίας Ταμπώφ, όπου ο πατέρας του, που ήταν ιερέας, δολοφονήθηκε αργότερα άγρια.
Έλαβε την εκπαίδευσή του σε εκκλησιαστικό σχολείο και στη συνέχεια σε ιερατική σχολή· το 1874 αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου.
Για επτά χρόνια δίδαξε στη Θεολογική Σχολή του Ταμπώφ και έπειτα χειροτονήθηκε ιερέας.
Το 1888 χειροτονήθηκε επίσκοπος και ανέλαβε καθήκοντα βοηθού επισκόπου.
Την ίδια εποχή, στην περιοχή της Σαμάρας σημειώθηκε καταστροφή της σοδειάς και επιδημία χολέρας. Κατά τις ημέρες εκείνες της εθνικής συμφοράς, ο Επίσκοπος Βλαδίμηρος αποδείχθηκε αληθινός πνευματικός ήρωας, αφιερώνοντας ολόκληρη τη ζωή του στη φροντίδα του άρρωστου και λιμοκτονούντος πληθυσμού. Το προσωπικό του παράδειγμα ενέπνευσε και άλλους ιερείς να ξεχάσουν τα δικά τους βάσανα για να ανακουφίσουν τις δοκιμασίες των άλλων.
Το 1892 προήχθη σε Αρχιεπίσκοπο και διοίκησε την Αρχιεπισκοπή Καρταλίν και Καχετίν για πέντε χρόνια.
Το 1898 διορίστηκε στο υψηλό αξίωμα του Μητροπολίτη Μόσχας και Κολομνάς, θέση που διατήρησε επί δεκαπέντε χρόνια.
Η δραστηριότητα του Μητροπολίτη Βλαδίμηρου χαρακτηριζόταν πάντοτε από πράξεις αγάπης και στοργής προς το πνευματικό του ποίμνιο. Συνήθιζε να παρέχει υλική βοήθεια στους απόρους, να στηρίζει χήρες και ορφανά, και με όλη του την καρδιά προσπαθούσε να σώσει τα «απολωλότα πρόβατα», τους μέθυσους και τους άσωτους υιούς της Εκκλησίας. Πράος και ταπεινός, τίμιος και ειλικρινής, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος δεν αναζητούσε ποτέ κοσμικά οφέλη για τον εαυτό του.
Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά της ιεραρχίας, το κύρος του αυξανόταν γρήγορα και κέρδιζε τις καρδιές των πιστών και των Ρώσων πατριωτών.
Έδινε μεγάλη προσοχή στους μαθητές όλων των σχολείων, ιδίως όμως σε εκείνους που προετοιμάζονταν στις ιερατικές σχολές για τη χειροτονία. Με αυτούς συνήθιζε να έχει θερμές, πατρικές συνομιλίες.|
Το 1912 διορίστηκε Μητροπολίτης Πετρούπολης, όπου διακόνησε για τρία χρόνια.
Το 1915, ύστερα από διαφωνία με τον Τσάρο σχετικά με τον Ρασπούτιν, έχασε την εύνοια του αυτοκράτορα και μετατέθηκε στο αξίωμα του Μητροπολίτη Κιέβου.
Η επανάσταση του 1917 τον βρήκε στο Κίεβο, στην Ουκρανία.
Η επαρχία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από την υπόλοιπη χώρα και το ουκρανικό συμβούλιο ζήτησε να αποσπαστεί η Εκκλησία της Ουκρανίας από την Εκκλησία της Ρωσίας.
Ο Μητροπολίτης, που τότε ήταν πάνω από εβδομήντα ετών, υπέμεινε πολλές προσβολές και βαθιά θλίψη εξαιτίας αυτού του ζητήματος. Ένας αυτόπτης μάρτυρας αφηγείται ότι στις 12 Δεκεμβρίου 1917, σε μία δεξίωση, ο Μητροπολίτης είπε:

«Δε φοβάμαι τίποτε και κανέναν. Είμαι έτοιμος, οποιαδήποτε στιγμή, να δώσω τη ζωή μου για την αληθινή ρωσική πίστη και για την Εκκλησία του Ιησού Χριστού, προκειμένου να εμποδίσω τους εχθρούς της Εκκλησίας να την εμπαίζουν.
Θα υπομείνω τα πάθη μου μέχρι τέλους, για να διαφυλάξω την ρωσική Εκκλησία στο Κίεβο, όπου γεννήθηκε.»

Καθώς τα έλεγε αυτά, ο Μητροπολίτης δάκρυσε από θλίψη.
Ακόμη και υπό την απειλή θανάτου, δεν ενέδωσε στις παράνομες απαιτήσεις των Ουκρανών κομμουνιστών. Θα μπορούσε να είχε γλιτώσει τον μαρτυρικό θάνατο, αν ανακαλούσε και κρυβόταν από τους εχθρούς της Εκκλησίας και τους φονιάδες της· αλλά αυτό δεν ήταν ο δικός του δρόμος.
Τον Ιανουάριο του 1918, ο εμφύλιος πόλεμος έφθασε στο Κίεβο. Η κόκκινη σημαία των κομμουνιστών – σύμβολο αίματος και ατιμίας, που κυμάτιζε πάνω από τη Ρωσία από το 1917  συμβόλιζε το ρεύμα του αθώου αίματος, τη βία, την αδελφοκτονία και τη βλάσφημη καταστροφή ιερών τόπων και εκκλησιών, όπου κι αν εμφανιζόταν. Κατά τη διάρκεια της μάχης των δύο στρατιωτικών παρατάξεων για την κατοχή του Κιέβου, πολλές εκκλησίες και μοναστήρια της πόλης βομβαρδίστηκαν και καταστράφηκαν εν μέρει. Η περίφημη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου υπέστη σφοδρό βομβαρδισμό από τους κομμουνιστές, επειδή αυτοί υποπτεύονταν ότι το καμπαναριό ίσως χρησιμοποιούνταν ως στρατιωτικό παρατηρητήριο. Στην πραγματικότητα, το καμπαναριό ήταν κλειδωμένο και δεν υπήρχε ίχνος στρατιωτών. Ο βομβαρδισμός εκκλησιών και καμπαναριών ήταν συνηθισμένη πρακτική κατά τη διάρκεια των επιθέσεων των κομμουνιστών.
Το βράδυ της 23ης Ιανουαρίου, οι κομμουνιστές κατέλαβαν το μοναστήρι, και από εκείνη τη στιγμή η Λαύρα έγινε μάρτυρας πράξεων βίας και βαρβαρότητας. Ένοπλοι «Κόκκινοι» εισέβαλαν μέσα στις εκκλησίες με τα καπέλα στο κεφάλι και τσιγάρα στο στόμα. Ορκίζονταν, φώναζαν και έψαχναν παντού, ακόμη και κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών, διαπράττοντας κάθε είδους ιεροσυλία. Γέροντες μοναχοί σύρονταν στην αυλή, όπου τους έγδυναν, τους εξύβριζαν και τους μαστίγωναν ανελέητα. Εν τω μεταξύ, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος προσευχόταν αδιάκοπα, είτε μέσα στον ναό είτε στα ιδιαίτερά του διαμερίσματα.
Τέλεσε για τελευταία φορά θεία λειτουργία το βράδυ της 24ης Ιανουαρίου, στον Μεγάλο Ναό της Λαύρας, όπου είχε λειτουργήσει τελευταία φορά και την Κυριακή, στις 21 του μηνός. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι η τελευταία του ακολουθία ήταν εξαιρετικά θερμή και κατανυκτική, με ατμόσφαιρα βαθιάς συγκίνησης και πνευματικής κατάνυξης.
Το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου ήταν γεμάτο αναστάτωση. Τέσσερις ένοπλοι άνδρες και μία γυναίκα, ντυμένη ως νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, εισέβαλαν στα διαμερίσματα του Καθηγουμένου, έκαναν λεπτομερή έρευνα και πήραν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Στις μέσες νυχτερινές ώρες, τρεις από αυτούς βγήκαν «για αναγνώριση» και λήστεψαν τον ταμία και τον προϊστάμενο. Αργότερα μέσα στην ημέρα, τρεις ένοπλοι «Κόκκινοι» έψαξαν τα δωμάτια του Μητροπολίτη και, μη βρίσκοντας πολύτιμα αντικείμενα, πήραν από το χρηματοκιβώτιο ένα χρυσό μετάλλιο.
Στις 6:30 μ.μ., το κουδούνι χτύπησε δυνατά τρεις φορές. Πέντε άνδρες, ντυμένοι με στρατιωτικές στολές και υπό την ηγεσία ενός ναύτη, μπήκαν στο σπίτι και ζήτησαν τον «Μητροπολίτη Βλαδίμηρο». Τους οδήγησαν στο κελί του αρχιεπισκόπου. Ο Μητροπολίτης βγήκε να τους συναντήσει και τον πήγαν στο υπνοδωμάτιο, όπου έμειναν για είκοσι λεπτά με κλειστές τις πόρτες. Εκεί ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος βασανίστηκε, προσπαθούσαν να τον στραγγαλίσουν με την αλυσίδα του σταυρού του, τον εξύβρισαν και του ζήτησαν να τους δώσει χρήματα. Αργότερα, οι υπηρέτες βρήκαν στο πάτωμα κομμάτια από σπασμένη αλυσίδα, έναν μεταξωτό κορδόνι, ένα μικρό κουτί με ιερά λείψανα και μία μικρή εικόνα που ο Μητροπολίτης φορούσε πάντοτε γύρω από τον λαιμό του. Μετά από είκοσι λεπτά, ο Μητροπολίτης βγήκε, περιβαλλόμενος από τους βασανιστές του, φορώντας το ράσο, και την άσπρη καλύπτρα. Στα σκαλιά της εισόδου, τον πλησίασε ο παλιός του υπηρέτης, Φίλιππος, ζητώντας του ευλογία. Ο ναύτης τον έσπρωξε, φωνάζοντας: «Σταμάτα να δείχνεις σεβασμό σε αυτούς τους αιμοβόρους, αρκετά!». Ο Μητροπολίτης πλησίασε τον Φίλιππο, τον ευλόγησε και τον φίλησε, και ενώ του έπιανε το χέρι, του είπε: «Αντίο, Φίλιππε», και σκούπισε τα δάκρυά του. Ο Φίλιππος ανέφερε αργότερα ότι όταν χωρίστηκαν, ο Μητροπολίτης ήταν ήρεμος και επιβλητικός, σαν να ετοιμαζόταν να πάει στην εκκλησία για να τελέσει τη θεία λειτουργία. Αυτός ο γέρος, ταπεινός και αθώος υπηρέτης του Θεού πήγε προς τον θάνατο χωρίς ίχνος αδυναμίας ή φόβου. Καθώς τον οδηγούσαν έξω από το μοναστήρι, έκανε τον σταυρό του και ψιθύριζε προσευχή.
Ένας αυτόπτης μάρτυρας αφηγείται ότι ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος οδηγήθηκε από τις πύλες του μοναστηριού στον τόπο της εκτέλεσης. Καθ’ οδόν από το αυτοκίνητο σε ένα μικρό ξέφωτο, ρώτησε:

«Εδώ θέλετε να με πυροβολήσετε;»

Ένας από τους φονείς απάντησε:

«Γιατί όχι; Περιμένεις να σε σεβαστούμε;»

Όταν ο Μητροπολίτης ζήτησε να προσευχηθεί πριν πυροβοληθεί, η απάντηση ήταν:

«Γρήγορα!»

Ανασηκώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος προσευχήθηκε δυνατά:

«Κύριε, συγχώρεσε τις αμαρτίες μου, εκούσιες και ακούσιες και δέξου την ψυχή μου εν ειρήνη».

Έπειτα ευλόγησε τους δολοφόνους του με τα δύο του χέρια και είπε:

«Ο Θεός να σας συγχωρήσει».

Στην ήσυχη νύχτα ακούστηκαν τέσσερις πυροβολισμοί, μετά άλλοι δύο, μετά κι άλλοι… «Πυροβολούν τον Μητροπολίτη», είπε ένας από τους μοναχούς στη Λαύρα. «Είναι πολλοί οι πυροβολισμοί για έναν μόνο φόνο», απάντησε ένας άλλος.
Στον ήχο των πυροβολισμών, περίπου δεκαπέντε ναύτες με περίστροφα και φανούς άρχισαν να τρέχουν στην αυλή του μοναστηριού. Ένας από αυτούς ρώτησε: «Τον πήραν μακριά τον Μητροπολίτη;» Οι μοναχοί απάντησαν διστακτικά: «Τον οδήγησαν έξω από τις πύλες». Οι ναύτες έτρεξαν έξω και μετά από περίπου είκοσι λεπτά επέστρεψαν. «Τον βρήκατε τον Μητροπολίτη;» τους ρώτησαν. «Ναι, τον βρήκαμε», ήταν η απάντηση, «και θα σας βγάλουμε όλους με τον ίδιο τρόπο». Η σιωπή εκείνη τη νύχτα δεν ταράχτηκε ξανά. Το Μοναστήρι ησύχασε και δεν φαινόταν να συνειδητοποιεί κανείς ότι λίγα μόλις βήματα μακριά, σε μια λίμνη αίματος, βρισκόταν το σώμα του πατέρα της Λαύρας, του Μητροπολίτου Βλαδιμήρου.
Στο ξημέρωμα, κάποιες γυναίκες προσκυνήτριες εμφανίστηκαν στις πύλες της Λαύρας και οι μοναχοί πληροφορήθηκαν από αυτές πού βρισκόταν το παραμορφωμένο σώμα του Μητροπολίτη. Η αδελφότητα αποφάσισε να φέρει το σώμα στο μοναστήρι, γι’ αυτό και λήφθηκε άδεια από τις κομμουνιστικές αρχές. Στις εννέα η ώρα, ο Αρχιμανδρίτης Ανφίν και τέσσερις νοσηλευτές πήγαν στον τόπο του φόνου.
Ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος κειτόταν ανάσκελα, καλυμμένος με ένα παλτό. Έλειπαν η μοναχική του κουκούλα και ο σταυρός, οι μπότες,  οι κάλτσες, καθώς και το χρυσό ρολόι και η αλυσίδα του. Αργότερα, ιατρική εξέταση έδειξε τραύμα από πυροβολισμό κοντά στο δεξί του μάτι, πληγή στο κεφάλι, σχίσιμο κάτω από το δεξί αυτί, τέσσερις χαρακιές στο χείλος, δύο τραύματα από σφαίρες στη δεξιά κλείδωση, ένα βαθύ τραύμα στο στήθος (που άνοιξε ολόκληρη τη θωρακική κοιλότητα), ένα σχίσιμο στη μέση και ακόμη δύο χαρακιές στο στήθος.
Μετά από μια σύντομη ιεροπραξία στο σημείο του φόνου, το σώμα τοποθετήθηκε σε φορείο και μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Λαύρας, όπου ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος είχε περάσει τις τελευταίες ημέρες της ζωής του σε προσευχή. Όταν ο Αρχιμανδρίτης Ανφίν σήκωνε το σώμα για να το μεταφέρει στη Λαύρα, περιβάλλεται από περίπου δέκα ένοπλους άνδρες οι οποίοι άρχισαν να κοροϊδεύουν και να εξυβρίζουν τα λείψανα: «Θέλετε να τον θάψετε! Μα αξίζει να τον πετάξουμε στο χαντάκι! Σκοπεύετε να κάνετε από αυτόν ιερά λείψανα, γι’ αυτό τον σηκώνετε!» φώναζαν οι φανατικοί στην σατανική τους μανία.
Όταν η θλιβερή πομπή κατευθυνόταν προς τη Λαύρα, ευσεβείς γυναίκες που περνούσαν, έκλαιγαν, προσεύχονταν και έλεγαν:

«Ο δεινά υποφέρων και άγιος μάρτυρας, ας είναι η βασιλεία του Θεού δική του».

Οι φανατικοί φώναζαν:

«Μια ουράνια βασιλεία! Η θέση του είναι στην κόλαση, στον πάτο της».

Στη Μόσχα, τελέστηκε ειδική, επίσημη τελετή αφιερωμένη στη μνήμη του Μητροπολίτη Βλαδίμηρου. Διεξήχθη στην Αίθουσα Συνελεύσεων της Εκκλησίας και συμμετείχε όλος ο κλήρος της Μόσχας, με επικεφαλής τον ίδιο τον Πατριάρχη.




ΠΗΓΗ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 197