Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ
Συνιστώντας την αποφατική
προσέγγιση του μυστηρίου του Θεού, οι Πατέρες της Εκκλησίας μάς προειδοποιούν
ότι οι έννοιες της «δυνάμεως» και της «παντογνωσίας» ενέχουν τον κίνδυνο του
ανθρωπομορφισμού και μας δείχνουν ότι αυτές οι κατηγορίες δεν μπορούν να εφαρμοσθούν
στον Θεό. Ο Θεός είναι «εντελώς Άλλος», δηλαδή μυστηριώδης και «αναζητούμενος
χωρίς τέλος». Πράγματι, το τριαδικό δόγμα μάς διδάσκει ότι ο Πατέρας είναι
Πατέρας επειδή παραιτείται από κάθε υπεροχή έναντι του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος. Μας μεταδίδει την Ύπαρξή Του μέσα σε ίση αξιοπρέπεια. Κατά τον άγιο
Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τα Τρία Πρόσωπα ενώνονται όχι για να συγχέονται, αλλά για
να περιχωρούν το ένα μέσα στο άλλο. Κάθε θείο Πρόσωπο φανερώνεται φανερώνοντας
τα άλλα, περιλαμβάνοντάς τα, λαμβάνοντας τα πάντα από αυτά, προσφέροντας
ολοκληρωτικά τον εαυτό Του στα άλλα, μέσα στην αιώνια κίνηση της τριαδικής
αγάπης, η οποία καθίσταται ισοδύναμη της ελευθερίας. Ο άνθρωπος που
δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού εισέρχεται σε μια οικεία σχέση με το τριαδικό
μυστήριο, διεισδύοντας στο εσωτερικό της θυσιαστικής αγάπης. Η δημιουργία –
αριστούργημα της Αγίας Τριάδος – συνεπάγεται τον κίνδυνο να περιορίσει ο Θεός
θυσιαστικά τη δική Του παντοδυναμία: «Έλεος θέλω και όχι θυσία» (Ωσηέ 6, 6).
Γι’ αυτό ο Θεός «αποσύρεται», αφήνοντας στον άνθρωπο τα πάθη της καρδιάς ως
χώρο της δικής του ελευθερίας, διότι, όπως λέει το πατερικό ρητό, «όλα είναι
δυνατά στον Θεό, εκτός από το να εξαναγκάσει την αγάπη του ανθρώπου». Επειδή
επιθυμεί να θεμελιώσει τη σχέση Του με τον άνθρωπο πάνω σε μια αμοιβαιότητα που
γίνεται ελεύθερα αποδεκτή, ο Θεός γίνεται κατά κάποιο τρόπο ευάλωτος και
«αδύναμος». Απαρνείται τη δική Του παντοδυναμία, μοιράζεται με τον άνθρωπο τον
άρτο της οδύνης, επειδή θέλει να πιει μαζί του τον οίνο της χαράς. Όμως αυτή η
«αδυναμία» είναι στην πραγματικότητα η κορυφή της θείας παντοδυναμίας, η οποία
δεν θέλει να δημιουργήσει ένα παθητικό αντανακλαστικό, μια υπάκουη μαριονέτα,
αλλά μια «καινή κτίση», ελεύθερη κατά την εικόνα της θείας ελευθερίας, δηλαδή
απεριόριστη και ικανή να αγαπά τον Θεό για τον Ίδιο τον Θεό, αλλά ταυτόχρονα
ικανή και να Του αντιτάξει μια άρνηση. Γι’ αυτό ο Θεός δεν φανερώνεται με
βροντές και αστραπές, αλλά με ένα διακριτικό εσωτερικό αεράκι, παρόμοιο με τη
μυστική αναμονή ενός φίλου (Γ΄ Βασιλειών 19, 11-13). Σύμφωνα με τους μεγάλους
μυστικούς, ο Θεός είναι ο θείος επαίτης της αγάπης, ο οποίος περιμένει στην
πύλη της καρδιάς: «Ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της
φωνής Μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού
και αυτός μετ’ Εμού» (Αποκάλυψη 3, 20). «Ο Θεός – λέει ο άγιος Μάξιμος –
γίνεται επαίτης εξαιτίας της συγκαταβάσεώς Του προς εμάς και πάσχει μέχρι το
τέλος του χρόνου, ανάλογα με το μέτρο της οδύνης του καθενός από εμάς».
Τα διατάγματα ενός τυράννου συναντούν πάντοτε τη σιωπηλή αντίσταση των υπηκόων.
Η Βίβλος, αντίθετα, πολλαπλασιάζει συνεχώς τις προσκλήσεις και τις παρακλήσεις:
«Άκουε, Ισραήλ» (Δευτερονόμιο 6, 4) ή «εάν θέλεις τέλειος είναι» (Ματθαίος 19,
21). «Και απέστειλε τους δούλους αυτού καλέσαι τους κεκλημένους εις τους
γάμους...» (Ματθαίος 22, 3). Ο Θεός είναι ο Βασιλιάς που απευθύνει μια
πρόσκληση και περιμένει «πάσχοντας» την εκούσια απάντηση του παιδιού Του. Η
εξουσία του Θεού δεν προέρχεται από μια εντολή που έρχεται από τα πάνω, αλλά
από τη μυστική ενέργειά Του, η οποία ασκείται όχι τόσο επάνω στον άνθρωπο όσο
μέσα του. «Ο Θεός – λέει ο άγιος Αυγουστίνος – είναι πιο οικείος σε εμάς απ’
όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας», διότι υπερβαίνει απείρως όλα όσα
μπορούμε να φαντασθούμε γι’ Αυτόν. «Εγώ ειμί ο Ων», ο Ασύγκριτος και ο
Ακατάληπτος. Η εξουσία Του προέρχεται από τη λαμπρή αλήθεια της αγάπης και
αποτελεί μια βεβαιότητα που ούτε μπορείς να αποδείξεις ούτε να καταδείξεις,
αλλά την αποδέχεσαι λέγοντας, όπως ο άγιος Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»
(Ιωάννης 20, 28).
Όταν μεταδίδουν τον θείο λόγο, οι προφήτες δεν υποκαθιστούν τον Θεό· ομοίως, οι
Απόστολοι είναι φώτα επειδή διακονούν. «Υμείς δε μη κληθήτε ραββί... και πατέρα
μη καλέσητε υμών επί της γης... μηδέ κληθήτε καθηγηταί» (Ματθαίος 23, 8-10). Ο
μόνος Δεσπότης είναι ο Χριστός, ο Υιός που ερμηνεύει την αγάπη του Πατέρα,
φέροντας στους ανθρώπους τη θεία υιοθεσία.
Όταν το Ευαγγέλιο μιλά για τον «πάσχοντα δούλο» ή για το θείο Βρέφος Ιησού, δεν
Του αποδίδει ποτέ τα νομικά γνωρίσματα της εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τη
συζυγική υπακοή· εκεί όπου βασιλεύει η αληθινή αγάπη, οι σχέσεις των συζύγων
εγγράφονται σε ένα επίπεδο όπου η υπακοή γίνεται αμοιβαία πραγματικότητα,
βιωμένη μέσα στον Χριστό και ανοιγμένη προς την παρουσία Του.
Η Εκκλησία ακολουθεί το παράδειγμα του Σωτήρος: για να μην παρεμβάλει ένα πέπλο
ανάμεσα στους ανθρώπους και το Ευαγγέλιο, ανάμεσα στα παιδιά και τον Πατέρα,
δεν είναι παρά η υπηρέτρια της αλήθειας. Έτσι ενεργούσαν και οι μεγάλοι
μυστικοί, οι οποίοι υποχωρούσαν οι ίδιοι στο παρασκήνιο, χωρίς να μετατρέπουν
τα «πνευματικά τους παιδιά» σε προσωπικά τους δημιουργήματα, αλλά σε υιούς του
Θεού, συγχρόνως ώριμους και ελεύθερους. «Ο ακούων υμών εμού ακούει» (Λουκάς 10,
16). Από τη στιγμή που τονίζεις το «υμών ακούει», γλιστράς στη νομική αντίληψη
περί εξουσίας και περί μεταβιβάσεως εξουσιών από έναν κυρίαρχο νομοθέτη. Όμως η
μοναδική επιθυμία του Θεού είναι η ελεύθερη ένωσή Του με τον άνθρωπο.
Η ομόκεντρη μορφή του κύκλου, που έχει στο κέντρο του την ακτινοβόλο Αγάπη και
του οποίου οι ακτίνες ενώνονται στο θείο κέντρο, αντιτίθεται σε εκείνη την
πυραμιδοειδή εκκλησιολογία, η οποία προϋποθέτει τη μεταβίβαση εξουσιών σε ένα
είδος ιεραρχικού καταρράκτη. Δεν πρόκειται να αμφισβητήσουμε την εξουσία της
Εκκλησίας ως τόπου του Λόγου και της θείας Παρουσίας· πρόκειται να μη συγχέουμε
τη θεότητα με τα ανθρώπινα λειτουργήματα και αξιώματα μέσα στην Εκκλησία.
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ
ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τη Μεταρρύθμιση και
εξής, στη Δύση το πρόβλημα τίθεται με όρους συμφωνίας μεταξύ εξουσίας και
ελευθερίας, με μεταβαλλόμενη έμφαση άλλοτε στη μία και άλλοτε στην άλλη από
αυτές τις δύο πραγματικότητες της εκκλησιαστικής ζωής. Πρόκειται για ζήτημα
δοσολογίας: ποια είναι η αμοιβαία συμμετοχή τους; Στη Ρώμη τίθεται το ερώτημα:
«Σε ποιο βαθμό μπορούμε να νομιμοποιήσουμε την ελευθερία του λαού, διασώζοντας
ταυτόχρονα την τάξη και την εξουσία του κλήρου;». Ο Προτεσταντισμός δίνει
έμφαση στην ελευθερία και αναρωτιέται σε ποιο βαθμό μπορεί να νομιμοποιηθεί η
εξουσία, διασώζοντας ωστόσο την ελευθερία κάθε πιστού. Γίνεται σαφές ότι αυτή η
σύγκρουση καθορίζει την εξουσία και την ελευθερία ως αλληλένδετες αρχές, έτσι
ώστε η ελευθερία να ορίζεται σε σχέση με το αυταρχικό της όριο και η εξουσία να
ορίζεται σε σχέση με την ελευθερία που οφείλει να περιορίσει. Από εποχή σε
εποχή το όριο μετακινείται προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.
Στα αναρχικά κινήματα, το όριο εκρήγνυται στο όνομα της στοιχειώδους απαιτήσεως
μιας ριζικής ελευθερίας που καταργεί κάθε καταναγκασμό. Στο λογικό της άκρο, η
ελευθερία είναι από τη φύση της «αμέτρητη»· είναι λίγο-πολύ «τα πάντα ή
τίποτε». Αργά ή γρήγορα προβάλλει η σκιά του υπερανθρώπου του Νίτσε, ο
Φόιερμπαχ αναγγέλλει την απελευθέρωση από κάθε αλλοτρίωση και ο Ντοστογιέφσκι
κάνει τον τελικό απολογισμό διακηρύσσοντας την έσχατη αλήθεια της επαναστατικής
αυθαιρεσίας: «Ελευθερία ή θάνατος». Ο κύκλος κλείνει και η σύγκρουση δεν έχει
πλέον διέξοδο, διότι η αρχή της δοσολογίας καθιστά τους όρους εξωτερικούς
μεταξύ τους· εξωτερικεύονται, αντιτίθενται αμοιβαία και χάνουν το εσωτερικό
τους βάθος – το μόνο ικανό να δώσει λύση. Η εξωτερική συσχέτιση αυτών των δύο
όρων, δηλαδή η αντικειμενοποίησή τους, γίνεται εκρηκτική.
Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η ελευθερία υπονομεύει την εξουσία και η
εξουσία υποδουλώνει την ελευθερία, με το υποκριτικό πρόσχημα ότι κάνει τους
ανθρώπους να αποδέχονται εκουσίως το «αναγκαίο» πρόσταγμα των αρχών. Από το
υπόγειό του, ο ντοστογιεφσκικός άνθρωπος εξεγείρεται με ορμή εναντίον της
εκκωφαντικής τυπικής λογικής: «κι αν στέλναμε στο διάβολο αυτό το “δύο και δύο
κάνουν τέσσερα”;». Γνωρίζουμε σε ποια συγκεκριμένα αποτελέσματα μπορεί να
οδηγήσει κάτι τέτοιο.
Προτού επανέλθουμε στο πρόβλημα από τα έσω, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε
εδώ ορισμένους κλασικούς ορισμούς. Σύμφωνα με το λεξικό του Littré, η εξουσία
είναι η δύναμη να σε υπακούουν, να επιβάλλεσαι, να διατάζεις. Νόμιμη ή όχι, η
εξουσία είναι επεκτατική και δεν μπορεί να συνηθίσει στην ιδέα ότι δεν κατέχει
όλες τις εξουσίες. Εάν χρησιμοποιεί τη δύναμη και τις τεχνικές που διαθέτει για
να καθοδηγεί τους άλλους προς ορισμένους σκοπούς, η εξουσία γίνεται υποτακτική.
Αναστρέφοντας τους όρους, ο φιλόσοφος Αλαίν διακρίνει καθαρά μεταξύ εξουσίας
και ισχύος, όταν μας προειδοποιεί: «αν η εξουσία μιμείται την αγάπη, γίνεται
απεχθής, και αν αγαπά πραγματικά, χάνει τη δύναμή της».
Ο Καρλ Γιάσπερς εξηγεί αυτό το φαινόμενο με μια διεισδυτική ανάλυση: «Η έννοια της εξουσίας προέρχεται από έναν λατινικό τρόπο σκέψεως. Auctor είναι
εκείνος που στηρίζει κάτι και το κάνει να αναπτύσσεται, να αυξάνει.
Ετυμολογικά, auctoritas είναι η δύναμη να στηρίζεις και να αναπτύσσεις», δηλαδή
η δύναμη που μεριμνά όχι τόσο για την υπεράσπιση όσο για την ανάπτυξη ενός
πράγματος. Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν επιβάλλει υπακοή, αλλά ολοκλήρωση.
Ο Λαφαί διευκρινίζει: «Η εξουσία είναι διαφορετική από την ισχύ. Η πρώτη εμπνέει αίσθημα σεβασμού και
ευλάβειας, ενώ η δεύτερη αίσθημα φόβου. Η εξουσία συνδέεται με την αξιοπρέπεια,
η ισχύς με τη δύναμη».
Ο πατήρ Laberthonière προχωρεί ακόμη περισσότερο: «Όταν η εξουσία υποτάσσεται κατά κάποιον τρόπο σε εκείνους που της
υποτάσσονται, συνδέοντας τη δική της πορεία με τη δική τους μοίρα και
επιδιώκοντας μαζί τους έναν κοινό σκοπό, τότε γίνεται ελευθερία». Στην
περίπτωση αυτή, η εξουσία είναι ο φύλακας και η εγγύηση της ελευθερίας. Όπως
λέει ο μονσινιόρ Dupanloup: «Κάθε εξουσία που δεν έχει ως αρχή της την αφοσίωση, δεν αξίζει αυτό το όνομα». Η Αγία Γραφή ονομάζει αυτή την αφοσίωση με τον όρο «διακονία». «Η εξουσία –
λέει ακόμη ο πατήρ Laberthonière – η οποία νοείται μόνο ως δύναμη επιβαλλόμενη
διά της βίας ή της πανουργίας, καθίσταται αναπόφευκτα εξωτερική και ξένη προς
εκείνον επάνω στον οποίο ασκείται... Όμως μπορεί να λάβει και την απολύτως
αντίθετη μορφή», δηλαδή εκείνη της εσωτερικότητας.
Διαβάζουμε στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (9, 54): «Κύριε, θέλεις να είπωμεν ίνα πυρ καταβή από του ουρανού και αναλώση αυτούς;...
Στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς και είπεν· ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ
υμείς».
Πολύ κοντά στο πνεύμα του ανατολικού χριστιανισμού, ο πατήρ Laberthonière
εκφράζει ορθά την εσωτερικευμένη φύση αυτού του χριστιανισμού, η οποία
μεταβάλλει εξ ολοκλήρου τη φύση της εξουσίας.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου