Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [8]

 

12. Συμπεράσματα. Η υπεροχή της πνευματικής ζωής


Στο σημείο αυτό, ας ανακεφαλαιώσουμε όσα έχουμε πει, βγάζοντας κάποια συμπεράσματα. Μπορείς να δεις πόσες πλευρές ή, καλύτερα, πόσες βαθμίδες ζωής υπάρχουν. Είναι η πλευρά ή βαθμίδα της πνευματικής ζωής• είναι εκείνη της πνευματικής-διανοητικής• είναι η αποκλειστικά διανοητική• είναι η διανοητική-σωματική (την οποία μάλλον δεν έχω περιγράψει ικανοποιητικά και στην οποία ανήκουν οι παρατηρήσεις με τη φαντασία και τη μνήμη, οι επιθυμίες που προέρχονται από φυσικές ανάγκες και τα συναισθήματα από σωματικές καταστάσεις και εντυπώσεις)• τέλος, είναι η σωματική ή σαρκική.
Πέντε βαθμίδες ζωής, λοιπόν, υπάρχουν συνολικά αλλά ένα πρόσωπο στον κάθε άνθρωπο. Και αυτό το ένα πρόσωπο ζει πρώτα τη μια ζωή, ύστερα την άλλη, έπειτα την τρίτη. Από το είδος ζωής που ζει κάθε φορά, παίρνει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που αντανακλάται στις απόψεις και τις διαθέσεις του, στις συνήθειες και τα συναισθήματα του.
Η ζωή του, δηλαδή, είναι είτε πνευματική, με πνευματικές θεωρήσεις, συνήθειες και συναισθήματα, είτε διανοητική, με διανοητικές εννοιολογικές συλλήψεις, συνήθειες και συναισθήματα, είτε σαρκική, με σαρκικούς λογισμούς, πράξεις και συναισθήματα. (Δεν εξετάζω τις ενδιάμεσες βαθμίδες, τη διανοητική-πνευματική και τη διανοητική σωματική, γιατί δεν θέλω να επεκταθούμε σε πολυάριθμες κατηγορίες).
Αυτό δεν σημαίνει πως ένας πνευματικός άνθρωπος δεν διαθέτει διανοητική και σαρκική πλευρά, αλλά πως η πνευματική δεσπόζει, υποτάσσοντας και καλύπτοντας τις άλλες δύο. Όμοια σ’ έναν διανοητικό άνθρωπο υπάρχουν η πνευματική και ή σαρκική πλευρά• η διανοητική, όμως, δεσπόζει, κατευθύνει το καθετί και δίνει τον δικό της τόνο στο καθετί, καλύπτοντας την πνευματική πλευρά με το κάλυμμα της διάνοιας. Ένας σαρκικός άνθρωπος, τέλος, διαθέτει και τις άλλες δυο πλευρές, την πνευματική και τη διανοητική• αυτές, όμως, καλύπτονται από τη σαρκικότητα και υποδουλώνονται στη σάρκα.
Ανεξάρτητα από τη βαθμίδα στην οποία βρίσκεται ένας άνθρωπος, όλες οι πλευρές του παραμένουν μέσα του ακέραιες, ως έμφυτες και εγγενείς. Ποτέ δεν υποδουλώνεται σε μία τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί να ελευθερωθεί από τα δεσμά της. Πάντα έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει από τη μια βαθμίδα στην άλλη, αφού εξασθενίσει κάποια πλευρά και ισχυροποιήσει κάποιαν άλλη. Έτσι, ακόμα κι ένας πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να πέσει στη διανοητικότητα, ή τη σαρκικότητα, όταν σαγηνευθεί από τη διανοητική, ή τη σαρκική ζωή, και ένας σαρκικός άνθρωπος να ανυψωθεί στην πνευματικότητα, όταν σαγηνευθεί από την πνευματική ζωή.
Ο άνθρωπος είναι πάντα ελεύθερος. Η ελευθερία του δίνεται μαζί με τη συνείδηση του “εγώ”, της υπάρξεώς του, συνιστώντας μαζί μ’ αυτήν την ουσία του πνεύματος και το κριτήριο της ανθρώπινης υποστάσεως. Αν αφαιρέσεις από τον άνθρωπο την ελευθερία και τη συνείδηση του “εγώ”, του αφαιρείς το πνεύμα. Και τότε δεν είναι πια άνθρωπος.
Ενώ, όμως, ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να κινείται προς τα πάνω ή προς τα κάτω, στις διάφορες βαθμίδες ζωής, δεν μπορεί να κινείται με την ίδια ευκολία και άνεση, όταν πηγαίνει από τα ύψη στα βάθη ή αντίστροφα. Ούτε, πάλι, οι κινήσεις αυτές μπορούν να συντελεστούν μέσα στον άνθρωπο τόσο γρήγορα όσο οι μετακινήσεις του από ένα δωμάτιο σ’ ένα άλλο, μετακινήσεις που γίνονται αναρίθμητες φορές κάθε μέρα.
Μ΄ αυτό θέλω απλά να πω, ότι ο άνθρωπος που έχει την αυτοσυνειδησία και την ελευθερία του, δεν είναι ανεύθυνος για την εσωτερική του κατάσταση. Αν, μάλιστα, έχει πέσει σε κατάσταση αφύσικη και παραμένει σ’ αυτήν, τότε ο ίδιος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και υπόλογος ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων.
Καθεμιά από τις βαθμίδες ή τις εκδηλώσεις της ζωής μας είναι φυσική, γι’ αυτό και αυτή καθ’ εαυτή δεν μπορεί να καταδικαστεί. Κατάσταση αφύσικη και γι’ αυτό καταδικαστέα είναι εκείνη της περιπλανήσεως των λογισμών και της αστασίας των επιθυμιών, που διεγείρονται από τα πάθη. Τα πάθη, που δεν είναι φυσικά αλλά ξένα στην ανθρώπινη φύση, αναμοχλεύουν και αναστατώνουν τα συναισθήματα της καρδιάς.
Η περιπλάνηση των λογισμών, η αστασία των επιθυμιών και η αναστάτωση της καρδιάς μας ταλαιπωρούν ακατάπαυστα, παρασύροντας μας σχεδόν πάντα σε λάθος δρόμο και μην αφήνοντας μας να κάνουμε το παραμικρό πράγμα όπως θα έπρεπε, Αυτή η αρρώστια, μολονότι πανανθρώπινη, δεν είναι φυσική την αφήνουμε να μας προσβάλει, την «αρπάζουμε» εκούσια.
Ο εχθρός την εκμεταλλεύεται έξυπνα κάθε φορά που επιχειρεί να ρίξει κάποιον άνθρωπο στα δίχτυα του: Πρώτα εισχωρεί στο χείμαρρο των λογισμών. Ύστερα ανάβει με τους λογισμούς εμπαθείς επιθυμίες. Και, τέλος, αναστατώνει με τις επιθυμίες την καρδιά. Τότε ο άνθρωπος, αν δεν συνέλθει έγκαιρα, πέφτει. Και μετά την πτώση του βυθίζεται σε μια βίαιη δίνη άτακτων λογισμών, επιθυμιών και συναισθημάτων, μερικές φορές για λίγο, άλλοτε για πολύ και όχι σπάνια για πάντα.
Μια τέτοια ζωή, που κάποια γεύση της το θυμάσαι πήρες, κυλάει ολοκληρωτικά μέσα σ’ αυτή τη δίνη, μια δίνη άγρια ή ήπια, αφανή ή απροκάλυπτη μέσα στην ωμή χυδαιότητα της. Δεν ξέρω αν υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος ελεύθερος από την περιπλάνηση των λογισμών και των ιδεών.
Πρόσεξε την, σε παρακαλώ, αυτή την αρρώστια μας. Εν μέρει, βέβαια, την έχεις ήδη προσέξει, αφού παραπονιέσαι για το χείμαρρο των λογισμών σου. Αγωνίσου, λοιπόν, να θεραπευθείς. Ακατάπαυστα να θυμάσαι ότι μέσα σου υπάρχει πάντα κάτι που δεν είναι καλό, κάτι που επιδιώκει σταθερά να σε πλανήσει, να σε βγάλει από τον σωστό δρόμο.
Όσο για τις άλλες δυο πλευρές του ανθρώπου, τη διανοητική και τη σωματική ή σαρκική, αυτές είναι, όπως ήδη είπαμε, φυσικές και απαλλαγμένες από αμαρτία. Τόσο ο διανοητικός άνθρωπος, όμως, όσο και, πολύ περισσότερο, ο σαρκικός δεν είναι απαλλαγμένοι από αμαρτία. Αμαρτάνουν, αφήνοντας να κυριαρχήσει μέσα τους κάτι που προορίστηκε να είναι όχι πρωτεύον και κυρίαρχο, αλλά δευτερεύον και υποδεέστερο.
Μολονότι, δηλαδή, η διανοητικότητα είναι φυσική, η κατάσταση του διανοητικού ανθρώπου είναι αφύσικη και μολονότι η σαρκικότητα είναι φυσική, η κατάσταση του σαρκικού ανθρώπου είναι αφύσικη. Το σφάλμα εδώ βρίσκεται στο ότι υπερέχει εκείνο που έπρεπε να υστερεί.
Όταν απεναντίας, η πνευματική πλευρά είναι η κυρίαρχη μέσα στον άνθρωπο, τότε η κατάστασή του είναι φυσική. Πρώτον, επειδή η πνευματικότητα αυτή καθ’ εαυτή είναι μέτρο και κριτήριο ανθρώπινης ζωής.
Συνεπώς, όντας κανείς πνευματικός, είναι αληθινός άνθρωπος, είναι πρόσωπο. Απεναντίας, ο διανοητικός άνθρωπος, και πολύ περισσότερο ο σαρκικός δεν είναι πρόσωπο, δεν έχει αυθεντικά ανθρώπινη προσωπικότητα. Δεύτερον, επειδή ο πνευματικός άνθρωπος, ανεξάρτητα από το βαθμό της πνευματικότητας του, συγκρατεί τη διανοητικότητα και τη σαρκικότητα στα φυσιολογικά τους επίπεδα: Λίγο μόνο τις αφήνει να ενεργούν μέσα του, και μάλιστα υποταγμένες στο πνεύμα.
Αυτός, λοιπόν, όπως είπα, αποτελεί ένα αληθινό και ολοκληρωμένο πρόσωπο. Αυτός, ο άνθρωπος που έχει φόβο Θεού, ακόμα και ο πιο απλοϊκός, είναι ανώτερος από τον μορφωμένο, τον επιστήμονα, τον καλλιτέχνη, τον διανοούμενο, που, παρά τη γνώση και τη φινέτσα του, δεν έχει ανάμεσα στους στόχους και τους πόθους του την ευαρέστηση του Θεού.
Με τον ίδιο τρόπο μπορείς να κρίνεις τα έργα τέχνης και λογοτεχνίας. Ένα έργο στο οποίο κυριαρχεί το σαρκικό στοιχείο είναι πέρα για πέρα κακό. Ένα έργο στο οποίο κυριαρχεί το διανοητικό στοιχείο, μολονότι ανώτερο, δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό της τέχνης ή της λογοτεχνίας. Ένα έργο, τέλος, που όχι μόνο δεν έχει πνευματικά στοιχεία αλλά και εναντιώνεται απροκάλυπτα στο πνεύμα, τον Θεό και τα θεία, είναι αποτέλεσμα άμεσης υποβολής του εχθρού, και δεν πρέπει να γίνεται ανεκτό.
Βλέπεις τώρα ότι, σύμφωνα με τον φυσικό του προορισμό, ο άνθρωπος πρέπει να ζει πνευματικά, να υποτάσσει τα πάντα στο πνεύμα, να διαποτίζεται από το πνεύμα σ’ όλη την ψυχοσωματική του ύπαρξη, να καθοδηγείται από το πνεύμα στις σχέσεις του με τους άλλους, στην οικογένεια και στην κοινωνία.
Δεν θα σε παρακινήσω να ζήσεις πνευματικά, γιατί υποθέτω πως, έχοντας μελετήσει προσεκτικά όλα όσα σου έγραψα, είσαι ήδη αποφασισμένη να ζήσεις έτσι. Άλλωστε, έχεις εκφράσει στα γράμματα σου τη σταθερή επιθυμία να κρατήσεις τον εαυτό σου στο επίπεδο της πραγματικής ανθρώπινης αξίας, όπως αυτή καθορίστηκε από τον Δημιουργό.
Τώρα βλέπεις πως καθορίστηκε. Και, είν’ αλήθεια, μέχρι σήμερα κάπως έτσι, πνευματικά δηλαδή, έχεις ζήσει μέσα στην οικογένεια σου, μολονότι και επιστήμες έχεις σπουδάσει και καλή μουσικός είσαι αλλά και από νοικοκυριό ξέρεις.
Δεν χρειάζεται, επομένως, ν’ ασχοληθείς τόσο με την απόκτηση της πνευματικότητας, όσο με την ενίσχυση και τη διαφύλαξη της. Προστάτεψε τον εαυτό σου από τις επιδράσεις και τα θέλγητρα της διανοητικής και της σαρκικής ζωής, που στη δίνη τους λίγο έλειψε να πέσεις. Αυτό ακριβώς είχαμε συμφωνήσει να συζητήσουμε. Βέβαια, περιμένεις ακόμα μιαν  απάντηση στο ερώτημα: ‘‘Πώς πρέπει να ζει κανείς;’’.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [15]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Ψυχασθένειες: ἀσθένειες ἀλλά καί μυστήριο

Σήμερα ὄχι μόνο γενικά-γενικά ἐπηρεάζει ὁ διάβολος τούς ἀνθρώπους –καί τούς χριστιανούς- ἀλλά καί εἰδικότερα. Γνωρίζουμε ὅλοι μας ὅτι πάρα πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἀπό ψυχικές ἀσθένειες. Καί στις περιπτώσεις ἀκόμη πού θά ποῦν οἱ εἰδικοί γιατροί ὅτι εἶναι ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα ἀσθένεια ἡ κατάθλιψη, ἡ μανιοκατάθλιψη κτλ., καί στις περιπτώσεις λοιπόν αὐτές, πού φαίνεται καθαρά ὅτι πρόκειται περί ἀσθενείας ψυχικῆς, κάπου ἐκεῖ κρύβεται ὁ διάβολος καί ἐπηρεάζει τόν ἄνθρωπο διά μέσου τῆς ὅποιας διαταραχῆς ὑπάρχει στόν ψυχοσωματικό ὀργανισμό του. Πίσω ἀπό κάθε καί μέσα σε κάθε διαταραχή εἶναι κάπου ἐκεῖ καί ὁ διάβολος καί ἐνεργεῖ, για να κάνει κακό στόν ἄνθρωπο ἔτσι ἤ ἀλλιῶς.
Στίς ἡμέρες μας εἶναι ἀρκετά συχνές, γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους, αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀσθένειες, οἱ ψυχασθένειες. Εἶναι, ὡς ἕνα σημεῖο καί ἀπό κάποια πλευρά, ἀσθένειες οἱ ψυχασθένειες, ἀλλά δέν ξέρω τί θά ἔλεγαν οἱ εἰδικοί, εἶναι καί ἕνα μυστήριο αὐτές οἱ ἀσθένειες.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σῶμα καὶ ψυχή. Ψυχή και σῶμα εἶναι ὁ ἕνας ἄνθρωπος, καί μεταξύ ψυχῆς καὶ σώματος ὑπάρχει ὄχι ἁπλῶς συνεργασία, ἀλλά ὑπάρχει, ἄν μποροῦμε νὰ ποῦμε, συμβίωση. Κάπου ἐκεῖ ὅμως, στο μεταίχμιο μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, πού εἶναι τὸ νευρικό σύστημα, μπορεῖ νὰ συμβεῖ κάποια διαταραχή για πολλούς καί διαφόρους λόγους. Οἱ χορδές ἑνός μουσικοῦ ὀργάνου μπορεῖ νά σκουριάσουν, καί ἀπό ἐκεῖ πού ἔβγαζαν καλό ἦχο, τώρα δέν βγάζουν· ὁ ἦχος πού βγάζουν εἶναι σάν να γρατζουνάει κανείς. Χρειάζεται μέ λίγο λάδι να ξεσκουριάσει κανείς τίς χορδές, γιά νά ἐπανέλθουν στην κανονική λειτουργία τους καί νά ἀποδίδουν καλό ἦχο. Ἔτσι λοιπόν κάτι σάν να συμβαίνει στή συνεργασία μεταξύ σώματος καί ψυχῆς, καί φέρεται κανείς, σκέπτεται, ὁμιλεῖ, ζεῖ γενικῶς, κατά ἀρρωστημένο τρόπο. Εἶναι σκουριασμένα, ἄς ποῦμε, τά νεῦρα· λειτουργικῶς βέβαια. Πολλές φορές κάποια φάρμακα μπορεῖ νά βοηθήσουν κάπως νά βελτιωθεῖ ἡ λειτουργία τους.

Ἡ παρουσία τοῦ διαβόλου στίς ψυχασθένειες

Ἐφόσον γενικότερα-γενικότερα ὁ διάβολος ἐπηρεάζει τόν ἄνθρωπο, πολύ περισσότερο τόν ἐπηρεάζει, ὅταν εἶναι ἀσθενής. Καί ὅταν μέν ἔχει σωματική ἀσθένεια, δέν εἶναι τόσο εύκολο ὁ διάβολος νά ἐπηρεάσει τόν ἄνθρωπο, ἐφόσον αὐτός ἔχει σώας τάς φρένας, ἐφόσον λειτουργεί σωστά το μυαλό του, καί ἑπομένως λαμβάνει τα μέτρα του. Ὅταν ὅμως ὑπάρχει διαταραχή στη συνεργασία ψυχῆς καὶ σώματος –ἄς ποῦμε, δέν εἶναι σε κατάσταση ὑγείας λειτουργικῶς τὰ νεῦρα- ἐπειδή γενικότερα ἐπηρεάζεται ὁ ὅλος νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὅλη ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἀλλοιώνεται ὁ ἄνθρωπος, πρός τὸ ἄσχημο βέβαια, τότε ὁ διάβολος ἀκόμη περισσότερο ἐπηρεάζει τόν ἄνθρωπο. Ἐφόσον δέν λειτουργεῖ σωστά ὁ ἡγεμών νοῦς, ὥστε νὰ ἀντιταχθεῖ, νὰ ἀντιπαραταχθεῖ, νά ἀγωνισθεῖ, νὰ ὀχυρωθεῖ ἔναντι τῆς ἐπηρείας τοῦ διαβόλου, βρίσκει εὐκαιρία ὁ διάβολος καί ἐνεργεῖ διά μέσου αὐτῶν τῶν ἀσθενειῶν. Ἀσθένειες ἄς τίς ποῦμε, ἀλλά ὅμως μέσα ἀπό ἐκεῖ ἐνεργοῦν τά πονηρά πνεύματα, ἐνεργεῖ ὁ διάβολος.
Κατά κανόνα στίς ψυχοπαθολογικές αὐτές καταστάσεις, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀλλοιώνεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἀκριβῶς ἐπηρεάζεται ἡ ὅλη ψυχολογία τοῦ ἀνθρώπου, καί φυσικά πίσω ἀπὸ τὴν ὅλη ἐπήρεια, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ διάβολος, πῶς τὰ καταφέρνει ὁ διάβολος καί ὄχι μόνο ἐπιδεινώνει ἀκόμη περισσότερο την κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ὅποια ἀσθένεια πάσχει, ἀλλά ἐπιπλέον δημιουργεῖ μέσα του τέτοια κατάσταση, ὥστε ὁ ἄρρωστος δέν θέλει να θεραπευθεί.

Μήπως δέν θέλεις να γιατρευτεῖς;

Γενικότερα, ὅπως ἔχουμε πεῖ, ἡ ἁμαρτία δέν εἰναι ἁπλῶς ἁμαρτία καί καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο άμαρτωλό, ἀκάθαρτο, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτία κάνει ἔτσι τὸν ἄνθρωπο, ὥστε νά μή θέλει να γιατρευτεῖ ἀπό αὐτή την κατάσταση τήν ἁμαρτωλή. Διότι τώρα, στὴν ἐποχή τῆς Καινής Διαθήκης, τώρα πού ἦρθε ὁ Χριστός, μόλις ὁ ἄνθρωπος θελήσει να θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τόν γιατρεύει ὁ Κύριος ἀμέσως. Καί ρωτᾶ τὸν καθένα: Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;  Δέν θέλει ὅμως. Ὅ,τι καί νά λέει, στο βάθος δέν θέλει. Μπορεῖ νὰ τὸ λέει μέ τά λόγια, ἀλλά, ἀπό δῶ ἀπό κεῖ, προσπαθεῖ νά περισώσει τό κατεστημένο τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι μέσα του, τό κατεστημένο τοῦ ἐγώ. Δὲν ἀπαρνεῖται τόν ἑαυτό του κανείς. Μπορεῖ να λέει: Κύριε, σῶσόν με, ἀλλά βαθύτερα δέν θέλει, καί γι' αὐτό ἡ ἁμαρτία μένει, ὅπως λέει ὁ Κύριος: «Ἐπειδή λέτε ὅτι βλέπετε, ἡ ἁμαρτία σας μένει». Ὅταν κάποιος δέν θέλει να θεραπευθεῖ, σημαίνει ὅτι θεωρεῖ πώς εἶναι καλά καί γι' αὐτό δέν θέλει. Ἄρα ἡ ἁμαρτία μένει. Ὄντως μένει. Γι' αὐτό ὑπάρχουν χριστιανοί πού εἶναι χρόνια χριστιανοί καί εἶναι ἀθεράπευτοι ἀπό τήν πλευρά τῆς ἁμαρτίας. Δέν φθάνει ἁπλῶς νὰ λές κάποια πράγματα μέ τά λόγια ἤ ἁπλῶς νὰ κάνεις κάποιες πράξεις.

Αμα δέν γιατρευτεῖ ἡ ψυχή σου, τί χριστιανός εἶσαι; Ὁ Χριστός γιατρεύει τήν ψυχή ἀπό τήν ἁμαρτία.

Ὅπως γενικότερα λοιπόν ἡ ἁμαρτία κάνει τον ἄνθρωπο να μη θέλει να θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ὅλη ἀσθένεια πού προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία, ἔτσι εἰδικότερα σ' αὐτές τίς ἀσθένειες, στις ψυχοπαθολογικές κατα στάσεις, ἀκόμη πιο πολύ ἡ ἁμαρτία, ὁ διάβολος, που κρύβεται πίσω ἀπό ὅλα αὐτά, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴ θέλει να γιατρευτεί. Ἔτσι, βλέπεις τὸν ἄλλο πού πάσχει, π.χ. ἀπό αἴσθημα κατωτερότητος, καί εἶναι σε πολύ ἄσχημη κατάσταση, ὑποφέρει, ένοχλεῖται, στενοχωρεῖται, πονάει, καθόλου δὲν εἶναι καλή καί ὁμαλή ἡ ζωή του, ὅμως δέν θέλει νὰ γιατρευτεῖ. Ὅπως κι ἄν ἔχει το πράγμα, τελικά προστατεύει τόν ἑαυτό του δέν ἀφήνει νὰ μπεῖ μέσα στην ψυχή του ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ θεραπευθεί.
Το ἴδιο συμβαίνει σε ὅλες αὐτές τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, εἴτε εἶναι βαριᾶς εἶτε εἶναι ἐλαφριᾶς μορφῆς. Τό βλέπουμε. Ὅσοι ἔχουν τέτοιες ἀρρωστημένες καταστάσεις, ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ὅπως εἴπαμε, ἐλαφριές ἢ βαριές, δέν θέλουν να θεραπευθοῦν, δέν προσφέρονται πρός θεραπεία. Ὅλο ἀντιδροῦν, ὅλο ὑπερασπίζονται τὸν ἑαυτό τους, ὅλο προσέχουν πῶς νὰ φυλάξουν τὸν ἑαυτό τους, καί ἡ ἁμαρτία μένει, ἡ ἀρρωστημένη κατάσταση μένει.

Καταφυγή στήν Παναγία

Ὅποιος δέν θέλει, δέν γιατρεύεται. Ὅποιος ὅμως θέλει, τόν γιατρεύει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δυσκολεύονται, ταλαιπωροῦνται, ἀλλά τελικά καταλαβαίνουν τί ἀκριβῶς φταίει, τί ἀκριβῶς συμβαίνει μέσα τους, καὶ ἔρχεται ὥρα ποὺ πείθονται και θέλουν να γιατρευτοῦν. Ἀλλά ὅμως νὰ τονίσουμε ἐδῶ εἰδικότερα ὅτι ἡ Παναγία, ὅπως εἶναι εἰδική σὲ ὅλα καὶ ὅ,τι κι ἂν μᾶς ἀπασχολεῖ νὰ καταφεύγουμε στην Παναγία- καὶ σ' αὐτά τὰ θέματα, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ πῶ ἔτσι, εἶναι εἰδική ή Παναγία.
Όποιος λοιπόν ἔχει τέτοιες ἀρρωστημένες καταστάσεις καὶ νιώθει πολύ τὴν ἐπήρεια τή δαιμονική -νιώθει σὰν νὰ τὸν παρασύρει ἡ ὅποια κατάσταση, ἡ ἁμαρτία, καὶ πάει να χαθεῖ- να καταφύγει στην Παναγία. Να καταφύγουμε στην Παναγία, να καταφεύγουμε στην Παναγία, ἀλλά μέ πίστη. Ἡ ὁποία πίστη ἐκδηλώνεται στη θέληση, στο να θέλει να γίνει κανείς καλά. «Θέλεις να γίνεις καλά» Καί νά μποροῦμε σ' αὐτὸ τὸ ἐρώτημα νὰ ἀπαντοῦμε: «Ναί, θέλω να γίνω καλά».
Ὅταν πραγματικά θέλει κανείς, θὰ ἐκδηλώσει καὶ πίστη ἀληθινή καί ὅταν ἔχει ἀληθινή πίστη, θὰ ἐκδηλώσει καὶ θέληση ἀληθινή. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πού δέν ξέρουν, πού ζοῦν μὲ τοὺς δικούς τους θεούς –ἄσχετα ἄν ὀνομάζονται χριστιανοί, ἔχει ὁ καθένας τον δικό του θεό- μπορεῖ νὰ ταλαιπωροῦνται, μπορεῖ νὰ μή βρίσκουν ἀνάπαυση ἢ νὰ μή βρίσκουν θεραπεία. Ἐμεῖς ὅμως οἱ χριστιανοί δέν δικαιολογούμαστε.
Ὅσοι πιστεύουμε στον Χριστό, ὅσοι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι θέλουμε νὰ εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε στην Παναγία καὶ τὴ θεωρούμε μητέρα μας ὅπως εἶναι μητέρα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μητέρα, να πιστέψουμε έτσι στην Παναγία και να καταφεύγουμε στην Παναγία καὶ γι' αὐτὰ τὰ θέματα ὄχι ἅπαξ, ὄχι δίς, ἀλλά πολλάκις. Πάλι καὶ πολλάκις να καταφεύγουμε καὶ νὰ τὴν παρακαλούμε. Να την παρακαλοῦμε μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, μὲ ὅλη μας την καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴν πίστη, μὲ ὅλη τή δύναμη πού ἔχουμε μέσα μας.
Παρακαλώντας την Παναγία, χρειάζεται να δείξουμε τὴν εὐλάβειά μας να κάνουμε καὶ τις μετάνοιες μας, νὰ ἀσπασθοῦμε καὶ τὴν εἰκόνα της, να χρίσουμε τὸ σῶμα μας μὲ λάδι ἀπὸ τὴν κανδήλα της, ἀπό τήν κανδήλα τῶν ἁγίων, ἀπὸ τὴν κανδήλα τοῦ Κυρίου. Ὅλα ὅσα ὑπάρχουν μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουν τον λόγο τους. Ὅλα αὐτά εἶναι ἀκριβῶς γιά τούς πιστούς καὶ γιὰ νὰ θεραπεύεται όλο και περισσότερο ή ψυχή μας γενικότερα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, να καθαρίζεται ἡ ψυχή μας καὶ νὰ προχωρούμε πρός τή σωτηρία, ἀλλά ἐπίσης για να θεραπεύονται καὶ οἱ σωματικές καί ψυχοσωματικές ἀσθένειες.




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ












Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [14]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Οἱ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις καὶ ὁ διάβολος.
Κατάσταση καλύτερη ἀπὸ ἐκείνη τῶν πρωτοπλάστων πρίν την πτώση

Κατά καιρούς, ὄχι μόνο ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, ἔχουμε πεῖ ἀρκετά για τις ἀρρώστιες σε σχέση μὲ τὸν διάβολο. Κάτι νὰ ποῦμε καί σήμερα καί, ἄν μπορέσουμε, να τα διευκρινίσουμε λίγο καλύτερα.
Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις πού ὁπωσδήποτε ὁ ἄρρωστος εἶναι δαιμονισμένος. Όπωσδήποτε. Ἀλλά καὶ στις ἄλλες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ὅσο κι ἂν δὲν εἶναι ἐμφανές αὐτό, πάλι κάπου ἐκεῖ κρύβεται ὁ διάβολος. Ὁ ὁποῖος διάβολος, σύμφωνα με τα λόγια τοῦ Κυρίου πού ἀκούσαμε στη σημερινή εὐαγγελική περικοπή, δένει, ἀρρωσταίνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐπηρεάζει. Δεν φαίνεται πουθενά ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή κάτι εἶχε κάνει, καὶ γι' αὐτὸ τὴν ἔδεσε ὁ σατανάς. Αὐτό ἔγινε κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ.
Να μιλήσουμε για τις σημερινές ασθένειες, για τις ἀσθένειες τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων. Σε κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις δίνει ὁ εἰδικός γιατρός κάποια φάρμακα καὶ ὠφελεί. Ή, ὁ γιατρός διά τοῦ λόγου του, διὰ τοῦ διαλόγου, βοηθάει τὸν ἄρρωστο, τοῦ κάνει καλό. Μάλιστα, πολλές φορές ὁ γιατρός μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει καθόλου πίστη στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐργάζεται ἁπλῶς ὡς ἐπιστήμων καὶ ὅμως, μπορεῖ νὰ ὠφελήσει τὸν ἄρρωστο. Ποῦ εἶναι λοιπόν ὁ σατανάς; Ποῦ εἶναι ἡ ἀρρώστια; Τι γίνεται ἀκριβῶς;
Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι, ὅσο κι ἂν ἐμεῖς προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα που συμβαίνουν σ' αὐτόν τον κόσμο, δὲν θα μπορέσουμε να τὰ καταλάβουμε πλήρως. Ὅταν λήξει αὐτὸς ὁ κόσμος, καὶ ἀρχίσει ὁ νέος κόσμος, τότε θα ξεκαθαρίσουν όλα. Πόσα πράγματα ἐδῶ τὰ ψάχνουμε μέσα στο σκοτάδι κι ἐκεῖ θὰ τὰ δοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ φῶς. Δὲν μᾶς τὰ ἔκρυψε ὁ Κύριος γιὰ νὰ μᾶς βασανίζει. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή ἐδῶ. Ἐμεῖς τὴ διαλέξαμε αὐτή τή ζωή. Ὁ ἄνθρωπος τη διάλεξε. Δὲν ἤθελε νὰ εἶναι χωρίς ὅλα αὐτά μέσα στον παράδεισο, νὰ εἶναι ἐκεῖ μὲ τὸν Θεό. Τρόπον τινά, ὁ ἄνθρωπος προτίμησε ὅλα αὐτὰ τὰ χάλια, ὅλη αὐτή τὴν τυραννία στον κόσμο αὐτό, σ' αὐτὴ τὴ ζωή.
Ἐάν κανείς ἀληθινά πιστέψει στον Χριστό διότι ἦρθε ὁ Σωτήρας, ήρθε ὁ Χριστός- ὅλα αὐτά τελειώνουν γι' αὐτὸν τὰ ξεπερνάει. Ἂν μένουν κάποια πράγματα, πάλι ὁ Θεός τὰ ἀφήνει να μένουν, ὄχι γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τὰ πάρει ἀπὸ τὴ μέση, ἀλλά γιατί μᾶς χρειάζονται. Ὁ Κύριος ἄφηνε να μαρτυροῦν οἱ δικοί του, να χύνουν τὸ αἷμα τους να τους συλλαμβάνουν ἀπό δῶ, νὰ τοὺς συλλαμβάνουν ἀπό κεῖ, νὰ τοὺς βασανίζουν ἔτσι, νὰ τοὺς βασανίζουν ἀλλιῶς, νὰ τοὺς ρίχνουν στα θηρία, να τους ρίχνουν στις φωτιές καί στο τέλος νὰ τοὺς ἀποκεφαλίζουν.
Ἀλλὰ αὐτὰ ἦταν, ὅσο κι ἂν φανεῖ παράδοξο, κάπως ἀνώτερη κλάση, ἦταν ἀνώτερη κατάσταση ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶχαν οἱ πρωτόπλαστοι στον παράδεισο. Ὅλο το θέμα εἶναι νὰ πιστέψει κανείς στον Χριστό, νὰ βρεῖ τὸν Χριστό. Τότε, καὶ ὅλες αὐτές οἱ ψυχο-παθολογικές καταστάσεις, στις ὁποῖες τώρα ἀναφερόμαστε, εἴτε τις παίρνει ὁ Χριστός -ἐκεῖνος ξέρει ἂν θὰ τις πάρει και πότε θα τις πάρει- εἴτε σε βοηθάει νὰ τίς ἀντιμετωπίσεις ἔτσι, ὥστε σαν ὑπηρέτες νὰ δουλεύουν ὑπέρ σοῦ. Καί εἶσαι σε καλύτερη θέση καὶ σε καλύτερη κατάσταση ἀπό ἐκείνη ποὺ ἦταν οἱ πρωτόπλαστοι μέσα στον παράδεισο πρίν πέσουν.

Συνέπειες τῆς ἁμαρτίας

Ἐμεῖς διαλέξαμε λοιπόν αὐτή τή ζωή καί ὀφείλουμε, ὄχι μοιρολατρικά ἀλλὰ μὲ ἐμπιστοσύνη στον Θεό, νὰ ὑπομείνουμε, νὰ ἀνεχθοῦμε, νὰ δεχθοῦμε ὅ,τι κι ἄν συμβεί, βέβαιοι ὄντες ὅτι τελικά διά μέσου ὅλων αὐτῶν θὰ σωθοῦμε. Ὁ Χριστός θὰ μᾶς σώσει ὄχι αὐτά. Ἀλλά διά μέσου αὐτῶν.
Πολλές φορές ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀφήνει κάποιον νὰ εἶναι δαιμονισμένος. Ὄχι ἀπλῶς νὰ ἔχει κάποια άρρωστημένα στοιχεία μέσα του, ἀλλά νά εἶναι δαιμονισμένος. Ἔχουν ὡραίους λόγους οἱ ἅγιοι. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει σε έναν δαιμονισμένο: «μα κάνεις ὑπομονή, πολύ θὰ ὠφεληθεῖς».
Ωστόσο ὅμως πρέπει να προσπαθήσουμε λίγο νὰ ἐμβαθύνουμε. Ὅπου εἶναι παρών ὁ διάβολος καὶ εἶναι δαιμονισμένος κανείς, χρειάζονται εὐχές, χρειάζονται προσευχές, καὶ νὰ βάλει ὁ Θεός το χέρι του, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ ἄρρωστος. Είναι μάλιστα έτσι τα πράγματα, που δεν φαίνεται να μπορεί κάτι να κάνει προπαντός ὁ ἴδιος ὁ πάσχων, ἀλλά οὔτε και οἱ ἄλλοι. Ἁπλῶς, μὲ κάποια φάρμακα θὰ ἀνακουφίσουν τὸν ἄνθρωπο, καὶ χρειάζεται προσευχή να ἐλεήσει ὁ Θεός.
Στίς ἄλλες περιπτώσεις, τίς ψυχοπαθολογικές, δέν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι κάπου ἐκεῖ εἶναι κρυμμένος ὁ διάβολος, ὅπως στις δαιμονικές καταστάσεις. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἄρρωστος. Ναί, ἀλλά τί ἄρρωστος εἶναι; Ἂς μιλήσουμε γενικότερα. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεί να γεννηθεῖ ἀνάπηρος. Οὔτε φταίει οὔτε τίποτε. Ἐπέτρεψε ὁ Θεός να γεννηθεῖ ἔτσι. Καὶ βέβαια ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο, ἀλλά ἐπειδὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία στο ἀνθρώπινο γένος. Ἀλλιῶς, ἂν δὲν εἴχαμε πέσει, ἂν δὲν εἶχε μπεῖ ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ ὑπῆρχαν ὅλα αὐτά πού εἶναι συνέπειες τῆς πτώσεως. Ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία γενικότερα ὡς κατάσταση, ὡς ἀσθένεια, ὅπως εἶπαμε, καὶ ἔχει αὐτές τις συνέπειες, ἄλλοτε ἔτσι, ἄλλοτε ἀλλιῶς ὁ Θεός γνωρίζει.
Μπορεί λοιπόν να γεννηθεῖ ἕνα παιδί ἀνάπηρο, μπορεῖ νὰ γεννηθεί καθυστερημένο διανοητικά, κτλ. Ἔτσι, γεννιέται ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἡ ὅλη ψυχοσύνθεσή του, οἱ ὅλες καταβολές του δὲν εἶναι ὅπως πρέπει νὰ εἶναι. Υπάρχουν κάποια έλαττωματικά στοιχεία μέσα του. Ἐπιτρέπει ὁ Θεός καὶ γεννιέται ἔτσι. Ἔχει τον λόγο του. Αὐτή ἡ περίπτωση, ποὺ δὲν λειτουργεί μέσα του ὁ ἄνθρωπος νορμάλ, εἶναι ὅ,τι πρέπει για τον διάβολο. Διότι ὁ διάβολος θέλει το κακό τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ὅπου τον πιάσει τον καθένα, ὅπου βρεῖ ἀδύνατο σημείο.
Κάποιος λοιπόν γεννιέται ἀνάπηρος, κουτσαίνει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει ὅπως περπατοῦν οἱ ἄλλοι ποὺ ἔχουν καλά τα πόδια. Ἔτσι, ἄλλος ἀπό γεννησιμιοῦ του ἔχει κάποιες μὴ ὁμαλές καταστάσεις μέσα του, που οὔτε ξέρει οὔτε καταλαβαίνει γιατί τις ἔχει καὶ ζεῖ τὴ ζωή του με τις μὴ ὁμαλές αὐτές καταστάσεις. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σε ἀδυναμία. Ἁπλῶς τὸ νὰ κουτσαίνει κανείς δὲν εἶναι τίποτε. Όταν λειτουργεῖ τὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου λειτουργεί σωστά, αὐτὰ δὲν πειράζουν. Ἀλλὰ ὅταν δὲν λειτουργεῖ τὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἡ ψυχή του δέν λειτουργεί σωστά ἀπό γεννησιμιού του έτσι οἰκονόμησε ὁ Θεός - κάπου ἐκεῖ βρίσκει ὁ διάβολος ἀδύνατο σημεῖο καὶ τὸν βάζει πιο εύκολα στα χέρια του αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο.

Ἰατρική ὑποστήριξη τοῦ ψυχασθενοῦς

Φαίνεται πώς ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να λογικεύεται ὁ ἄνθρωπος. Διότι ὁ ἄνθρωπος πρωτίστως καὶ κυρίως εἶναι λογικό όν. Μπορεί γενικώς κάποιος να φαίνεται ὅτι λογικεύεται, ἀλλὰ ἕνεκα μή νορμάλ καταστάσεως, ἕνεκα ἀνάλογης ψυχοσυνθέσεως, βαθιά μέσα του δέν λειτουργεί σωστά. Όπως ἔχουμε πεῖ ἄλλη φορά, ἔχει κανείς καλά μάτια, ἀλλά βάζει στα μάτια του γυαλιά κατάμαυρα, γυαλιά που παραμορφώνουν τὰ ἀντικείμενα. Ἡ βάζει ἀνάλογους φακούς. Ἂν δὲν βγάλει τὰ γυαλιά ἡ τους φακούς, αὐτὸς θὰ ἔχει σχέση μὲ τὸν ὅλο κόσμο διά μέσου τῶν γυαλιῶν ἡ τῶν φακῶν καὶ ὅλα θὰ τὰ βλέπει ἀλλιώτικα ἀπ' ὅ,τι εἶναι. Τα πάντα θα τα βλέπει μαῦρα, τὰ πάντα θα τα βλέπει παραμορφωμένα.
Καθώς ἔχει ἀδυναμία ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ τρυπώσει ὁ διάβολος καὶ νὰ τὸν ταλαιπωρήσει φοβερά καὶ νὰ τὸν ἀρρωστήσει για τα καλά. Ἂν βέβαια βρεθεί τρόπος να βγοῦν τὰ γυαλιά, εἶναι ὁ ἄνθρωπος πλέον νορμάλ, λογικεύεται καὶ ἐνεργεῖ λογικά. Ἂν δὲν βγοῦν τὰ γυαλιά; Ἄθελά του τον χορεύει ὁ διάβολος. Γιατί τὸ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Ἐκεῖνο εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὅπως καὶ ἄλλα πράγματα ἐπιτρέπει ὁ Θεός.
Μπορεί λοιπόν ἕνα φάρμακο πού θα δώσει ὁ γιατρός να βοηθήσει τὴν ψυχή μέσα βαθιά, τον ψυχοσωματικό ὀργανισμό, κάπως να νορμαλοποιηθεί. (Όπως, καὶ τὰ ἄλλα κοινά φάρμακα που παίρνουμε, μᾶς βοηθοῦν.) Ὑπάρχουν φάρμακα που σε κάνουν, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶσαι, π.χ., ἄθυμος, νὰ ἔχεις πιο καλή διάθεση. Επηρεάζουν τα φάρμακα τὸν ὅλο ψυχοσωματικό ὀργανισμό. Ὁ ἀρμόδιος γιατρός λοιπόν, σὲ ἕναν ποὺ ἔχει ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, θα δώσει ἀνάλογο φάρμακο καὶ θὰ τὸν βοηθήσει. Δεν τὸν γιατρεύει. Δὲν μπορεῖ νὰ γιατρευτεί. Θὰ τὸν βοηθήσει.
Ἀντί φαρμάκου ἢ παράλληλα με το φάρμακο, μπορεῖ μὲ τὸν διάλογο να βοηθήσει τὸν ἄρρωστο αὐτόν, ὁ ὁποῖος βαθιά μέσα του ἔχει μια διαταραγμένη προσωπικότητα, τοῦ ὁποίου ἡ ὅλη ψυχοσύνθεση εἶναι ἐλλιπής, εἶναι κάπως παραμορφωμένη, καὶ εἰναι σαν να φοράει μαῦρα γυαλιά. Ὅπως λέμε συχνά, οἱ δύσκολες περιπτώσεις κι ἐκεῖνες που σηκώνουμε τὰ χέρια καί ... ὁ Θεός να βάλει το χέρι του, εἶναι οἱ σχιζοφρενικές, πού ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ. Στις ἄλλες περιπτώσεις, ὅσο ἄσχημα κι ἄν εἶναι κανείς, ἐφόσον δουλεύει λίγο το μυαλό του, ὁ ἀρμόδιος γιατρός, ἢ ὅποιος ἄλλος κατάλληλος γι' αὐτό τό ἔργο, μπορεῖ, ἄν μή τι ἄλλο, νὰ τὸν βοηθήσει, ὅπως θα βοηθοῦσε αὐτόν που φορᾶ μαύρα γυαλιά.

Πῶς φεύγουν τὰ «γυαλιά»

Ἂς ποῦμε, τη νύχτα ἔβαλαν κρυφά στα μάτια κάποιου φακούς ἐπαφῆς ποὺ εἶναι μαῦροι καὶ ποὺ διαστρεβλώνουν τα πράγματα. Σηκώνεται το πρωί καὶ νομίζει ὅτι ἔγινε ἄνω κάτω ὁ κόσμος. Βρίσκεται ὅμως ἕνας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο ἔχει ἐμπιστοσύνη, ἡ μάνα του, π.χ., καὶ τοῦ λέει: «Όχι, παιδί μου. Δέν ἄλλαξε τίποτε». Αὐτὸς θὰ πεῖ: «Ἀφοῦ τὸ λὲς ἐσὺ, δὲν ἄλλαξε τίποτε». Ἂς βλέπει ὅλη τὴν ἀκαταστασία μέσα από τους φακούς που του έβαλαν κρυφά τη νύχτα. Εφόσον θα πιστέψει ότι τα πράγματα είναι ὅπως τοῦ τα λέει η μητέρα του, θα έχει μὲν όλη αὐτή τή δυσκολία, ὅτι θὰ τὰ βλέπει ὅλα μαύρα καὶ παραμορφωμένα, ὅμως δὲν θὰ ἐπηρεάζεται καθόλου θὰ εἶναι ἥσυχος.
Αὐτός πού κληρονόμησε μια ψυχοσύνθεση διαταραγμένη, αὐτὸς τοῦ ὁποίου οἱ καταβολές εἶναι τέτοιες, που κάτι συμβαίνει στην όλη προσωπικότητά του ὁ Θεός τα ξέρει αὐτά- καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἀντιμετωπίζει σωστά τη ζωή, δὲν λογικεύεται, καὶ ὁ ἡγεμών νοῦς δὲν κυβερνά σωστά τὸν ἑαυτό του, μπορεί νὰ βοηθηθεῖ καί, ἂν μὴ τι ἄλλο, νὰ πεῖ «Α, ἐδῶ κάτι συμβαίνει. Επομένως, ἐγώ ἂς μὴν ἐμπιστεύομαι στο πῶς τὰ βλέπω, στὸ πῶς τὰ καταλαβαίνω. Διότι τα βλέπω ὅλα λάθος και τα καταλαβαίνω όλα λάθος, ἐπειδή ἔχω γυαλιά μέσα στην ψυχή μου». Κάνοντας αὐτό, βοηθιέται. Διότι ἔχει πάρα πολύ μεγάλη ση μασία τί θα κάνει μέσα του ὁ ἄνθρωπος. Έχει μεγάλη σημασία, καθώς εἶναι διαταραγμένος ὁ ὅλος ψυχοσωματικός ὀργανισμός, ἐὰν θὰ μπορέσει να πάρει σωστή στάση, ἐὰν θα μπορέσει νὰ ἀρχίσει να ἀντιμετωπίζει σωστά την κατάσταση
Νὰ μὴν ἐπηρεάζεται λοιπόν ἀπὸ τὴν ἐσωτερική του κατάσταση, ἀπὸ τὸ πῶς νιώθει, καὶ νὰ μὴν ἐπιμένει ὅτι «ἀφοῦ ἐγὼ ἔτσι βλέπω, ἔτσι εἶναι». Τι βλέπεις, εὐλογημένε! Γυαλιά φοράς, ποὺ ὅλα τὰ κάνουν ἄνω κάτω. Χρειάζεται νὰ ἀπαλλαγεῖ, νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὸ πῶς αὐτὸς βλέπει. «Εγώ, νὰ πεί, θὰ βλέπω καὶ θὰ καταλαβαίνω μὲ τὰ μάτια τῆς μητέρας μου. Ἐκείνη βλέπει καλά καὶ ξέρει. Εγώ δὲν μπορῶ νὰ δῶ καὶ θὰ ἐνεργῶ μ' ἐκείνης τὰ μάτια καὶ μ' ἐκείνης τη σκέψη και την κρίση». Ἂν ἔτσι κάνει, σώθηκε, Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά θα φύγουν τὰ γυαλιά, θὰ ἐξαλειφθεί, θα φύγει αὐτή ἡ κατάσταση.

Μὴν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου

Σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή ὅταν τὸ ἐγώ -μὲ τὴν καλή ἔννοια ἐδῶ ὁ νοῦς, ὁ ἡγεμών νοῦς, ποὺ ἔχει καθένας μέσα του, ἀρχίσει νὰ ἀντιμετωπίζει σωστά τα πράγματα καὶ νὰ μένει ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν ἀρρωστημένη αὐτή κατάσταση, σιγά-σιγὰ ὁ ἄνθρωπος γίνεται καλά. Ἔτσι, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν πειράξει εύκολα καὶ ὁ διάβολος,
Πάρα πολλοί μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν τέτοιες καταστάσεις μέσα τους, ἀλλὰ τοὺς ἀρέσει ἡ ἁμαρτία, τοὺς ἀρέσει ὅπως τους παρασύρει ὁ διάβολος, καὶ κάνουν τὰ τοῦ διαβόλου. Ὁ ἄλλος ὅμως πού πειράζεται ἀπὸ τὸν διάβολο διά μέσου τῆς ἀρρωστημένης καταστάσεως, ὅταν λυθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένεια μὲ τὸν τρόπο αὐτό, δηλαδή μὲ τὸ νὰ πάρει μέσα του σωστή στάση -ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει σωστή στάση, πρέπει να ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὸ πῶς τὰ βλέπει, ἀπὸ τὸ πῶς τὰ νομίζει ὁ ἴδιος- λυτρώνεται καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο. Άλλο τώρα ἂν συγκατατίθεται κατ' ἄλλον τρόπο στα κελεύσματα τοῦ διαβόλου. Ἀλλὰ ἐνῶ ὁ διάβολος διὰ μέσον αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας ἔμπαινε στην ψυχή του καὶ τὸν ἔκανε ό,τι ἤθελε, τώρα δὲν μπορεῖ νὰ το κάνει.
Ἔτσι λοιπόν, νομίζω, μπορούμε να καταλάβουμε πῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄρρωστος καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπό φάρμακα, ἀλλὰ κάπου ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ διάβολος. Καὶ ὁπωσδήποτε χρειάζονται οἱ εὐχές, γιὰ νὰ διώξει ὁ Κύριος τον διάβολο. Ἀλλὰ ὅσο κι ἂν τὸν ἀποδιώξει ὁ Κύριος, ὁ ἄνθρωπος ὡς ὀντότητα, ὡς ὕπαρξη ποὺ ἔχει νοῦ, ποὺ ἔχει εὐθύνη γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, πρέπει ὁ ἴδιος να πάρει σωστή στάση. Ἐὰν δὲν τὸ κάνει αὐτό, δὲν φθάνουν οἱ εὐχὲς. Οἱ εὐχὲς θὰ βοηθήσουν ἀπόλυτα στις περιπτώσεις ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκτὸς ἑαυτοῦ, ποὺ εἶναι σε σχιζοφρενική κατάσταση, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε ἀπὸ τὴ δική του πλευρά.
Τώρα καταλαβαίνουμε καὶ γενικότερα πῶς παρασύρεται ὁ ἄνθρωπος καὶ γίνεται ἔρμαιο τοῦ διαβόλου, ἐὰν δὲν προσέξει καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴ δική του θέληση, από τη δική του σκέψη, ἀπὸ τὴ δική του κρίση. Καὶ δὲν ὑποπτεύεται ὅτι, μὲ τὸ νὰ χαρίζεται στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸ νὰ νικιέται ἀπὸ τις εὐχαριστήσεις τοῦ κόσμου, γίνεται ἔρμαιο τοῦ διαβόλου, καθώς κάπου ἐκεῖ κρύβεται ὁ διάβολος, Πρέπει νὰ πᾶς κόντρα. Καὶ γιὰ νὰ πᾶς κόντρα, χρειάζεται νὰ μὴν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Διό τι ὁ ἑαυτός σου ἐπηρεάζεται ἀκριβῶς ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες καὶ ἀπὸ τὰ πάθη.

«Έταπεινώθην καὶ ἔσωσέ με»

Γνωρίζουμε, το διαβάζουμε καὶ σε πνευματικά βιβλία, ὅτι ἡ ταπείνωση λυτρώνει τὸν ἄνθρωπο. Στο παράδειγμα ποὺ εἴπαμε, αὐτὸς ποὺ φορᾶ τὰ γυαλιά χρειάζεται νὰ πεῖ: «Μαμά, ἀφοῦ λὲς ἐσὺ ὅτι δὲν ἄλλαξε τίποτε, ὅλα αὐτὰ ποὺ βλέπω δὲν τὰ δίνω σημασία». Ὁ ταπεινός το κάνει. Ὁ ἄλλος, πού εἶναι ἰσχυρογνώμων, δὲν τὸ κάνει. Γι' αὐτὸ βλέπουμε ὅτι οἱ ἀρρωστημένοι τύποι δέν βγαίνουν ἀπό τή γνώμη τους, ἀπό τή λαθεμένη σκέψη τους, ἀπό τή λαθεμένη κρίση τους. Ἐπιμένουν: «Ὄχι· ἐγώ ξέρω. Ὄχι· ἐγώ καταλαβαίνω. Ὄχι· ἐγώ νιώθω ἔτσι». Ἐνῶ, μόλις πιστέψει καὶ πεῖ: «Ἀφοῦ μοῦ λὲς ἔτσι, ἔτσι εἶναι», λυτρώνεται. Θὰ τοῦ τὸ πεῖ ἕνας ἄλλος πού κάτι ξέρει παραπάνω ἀπό αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄρρωστος μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι κάτι ξέρει ἐκεῖνος, ὅτι ξέρει καλύτερα, ὅτι τὰ λέει καλύτερα. Αὐτό ὅμως το κάνει ὁ ταπεινός.
Γι' αὐτό γενικότερα, ὅταν ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, τον θανατώνει τον διάβολο, τον καίει. Δέν μπορεῖ ὁ διάβολος νὰ πλησιάσει την ψυχή καί νά άλωνίζει τὴν ψυχή πού εἶναι ταπεινή. Ἐνῶ, ὅσες ἄλλες ἀρετές κι ἂν ἔχει κανείς, ἄν ἔχει ἐγωισμό καί παγιδεύεται ἀπὸ τὸ ἐγώ του καὶ ἀπὸ τὸ θέλημά του και τάχα ἀπὸ τὴν ἐξυπνάδα του, κάπου ὁ διάβολος τόν πιάνει καὶ τὸν χορεύει ὅπως θέλει. Ταπεινώθηκες, Θὰ γίνει ἀκριβῶς ἔτσι ὅπως τὸ λέει ὁ ψαλμωδός: Έταπεινώθην καὶ ἔσωσέ με.





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ











Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Tο Μυστήριο της Αγάπης'' [5]

 

Η προσωποκεντρική αντίληψη του γάμου

Η κοινωνία ενδιαφέρεται μόνο για το βιολογικό και κοινωνιολογικό περιεχόμενο της συζυγικής ενώσεως. Δεν χρειάζεται να λάβει θέση για την αγάπη· και όταν μιλά για αγάπη, εννοεί την οικογένεια και όχι την ίδια την αγάπη. Η αγάπη διαφεύγει από αυτές τις μορφές και απομακρύνεται ακόμη και από τη θρησκεία, όταν εκείνη δεν προσεγγίζει επαρκώς το μυστήριο της αγάπης. Μια τέτοια «συναισθηματική διαπαιδαγώγηση» γεννά διαιρέσεις, εκκοσμικεύει και τελικά απομακρύνει τον άνθρωπο από την Εκκλησία. Από την άλλη πλευρά, και η σύγχρονη διδασκαλία δύσκολα ενθαρρύνει την πνευματική διάσταση του γάμου· κοινωνιοποιημένη καθώς είναι, περιορίζεται σε κοινοτοπίες περί της τεκνογονικής αγάπης. Ωστόσο, η διδασκαλία των Σχολαστικών δεν είναι η μοναδική ούτε μπορεί με κανέναν τρόπο να αξιώνει ότι ταυτίζεται με την Παράδοση.
Σήμερα αναδύεται μια εντελώς νέα πνευματικότητα, η οποία δεν αναζητεί τίποτε λιγότερο ούτε τίποτε περισσότερο από μία ιερατική κλήση μέσα στη συζυγική αγάπη. Μόνον όταν υπερβεί κανείς τη φιλοσοφία του «κοινού καλού» μπορεί να κατανοήσει τη μοναδική αξία εκείνων που αγαπούν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς το κρυφό και εσωτερικό στοιχείο αγιάζεται μέσα στο μυστήριο. Η ίδια η αγάπη αποτελεί την ύλη του μυστηρίου και δέχεται τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, την πεντηκοστή του γάμου. Η κοινωνία γνωρίζει μόνο την εξωτερική όψη. Ανάμεσα στους δύο υπάρχει μόνο ο Θεός ως το τρίτο πρόσωπο της σχέσεως· γι' αυτό και το νόημα του γάμου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διπλή και άμεση σχέση με τον Θεό. Στα αρχαία ελληνικά μυστήρια και στις τελετουργίες ο γάμος ονομαζόταν τέλος, δηλαδή ολοκλήρωση, πληρότητα. Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης το εξηγεί ως εξής:
«Οι Αθηναίοι ονόμαζαν τον γάμο "τέλος", επειδή στεφανώνει τον άνθρωπο για ολόκληρη τη ζωή του.» Κατά τον ίδιο τρόπο, στον Πλάτωνα ο Έρως είναι ο πόθος για ολοκλήρωση.
Ο Βλαδίμηρος Σολοβιώφ, στο έργο του ''Το νόημα της αγάπης'', ίσως το βαθύτερο από τα συγγράμματά του, επανασυνδέει την αγάπη όχι με το είδος αλλά με το πρόσωπο. Ο Σολοβιώφ δείχνει ότι στους κατώτερους οργανισμούς συνυπάρχουν πολύ μεγάλη αναπαραγωγική δύναμη και πλήρης απουσία γενετήσιας έλξεως, ακριβώς επειδή τα φύλα δεν είναι διαφοροποιημένα. Όσο οι οργανισμοί εξελίσσονται, η γενετήσια έλξη αυξάνεται ενώ η αναπαραγωγική δύναμη μειώνεται, έως ότου, στην κορυφή της δημιουργίας, στον άνθρωπο, εμφανίζεται η ισχυρότερη αγάπη ακόμη και όταν δεν υπάρχει καθόλου αναπαραγωγή. Εάν, λοιπόν, στα δύο άκρα της ζωικής ζωής συναντούμε αφενός αναπαραγωγή χωρίς ερωτική αγάπη και αφετέρου ερωτική αγάπη χωρίς αναπαραγωγή, είναι φανερό ότι τα δύο αυτά φαινόμενα δεν συνδέονται αδιάσπαστα μεταξύ τους. Καθένα διαθέτει τη δική του σημασία, και η αναπαραγωγή δεν αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό της γενετήσιας ζωής στις ανώτερες μορφές της. Στον άνθρωπο, η διαφοροποίηση των φύλων αποκτά νόημα ανεξάρτητα από το είδος, την κοινωνία και το κοινό καλό. Βεβαίως, ανάμεσα στη γενετήσια λειτουργία και την τεκνογονία υπάρχει άμεση φυσική σχέση· αυτή καθορίζει τη γενετήσια έλξη, η οποία συνήθως είναι ενστικτώδης, απρόσωπη και κοινή σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο. Αυτή η δύναμη του είδους επάνω στο άτομο υποβιβάζει τα πρόσωπα σε μια απλή βιολογική λειτουργία, επιδεκτική αναρίθμητων υποκαταστάσεων. Σε αυτό το επίπεδο, η γενετήσια ζωή φέρει ολοφάνερα το στίγμα της πτώσεως του ανθρώπου. Τόσο η διατήρηση του είδους όσο και η εγωιστική γενετήσια ηδονή υποβιβάζουν τον σύντροφο σε απλό εργαλείο και καταστρέφουν την προσωπική του αξιοπρέπεια. Μόνο η αγάπη προσδίδει στον γάμο πνευματικό νόημα και τον δικαιώνει, υψώνοντάς τον μέχρι του σημείου να αντικρίζει το πρόσωπο του αγαπωμένου μέσα στον Θεό, ως τη μοναδική και ανεπανάληπτη εικόνα. Η Εκκλησία, θεσπίζοντας τον μοναχισμό, ομολογεί αλάθητα την απόλυτη αξία του προσώπου έναντι του κοινωνικού συνόλου. Το ίδιο επαναλαμβάνει και με τον αγιασμό του μοναδικού προσώπου των δύο, τοποθετώντας αυτή τη χειροτονία, θα λέγαμε, στο κέντρο του μυστηρίου του γάμου.
Η συζυγική αγάπη πηγάζει από την πνευματική εσωτερικότητα και στρέφεται προς τα έσω. Η ορατή της διάσταση δεν είναι παρά η εξωτερική της έκφραση. Η αόρατη διάστασή της είναι προσιτή μόνο στην πίστη, επειδή η πίστη είναι ακριβώς η αντίληψη των αοράτων. «Μέσα στη θέα του αγαπημένου αυξάνεται η αγάπη», λέγει ο Θεοδώρητος.
«Εκείνος που αγαπά έχει έναν άλλον εαυτό», διακηρύσσει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Χωρίς να χρειάζεται να πολλαπλασιάσει κανείς τις παραπομπές, μπορεί να διακρίνει ολόκληρη μία παράδοση, η οποία αναπτύχθηκε υπό τη σκιά μιας ιδιαίτερης κενώσεως της αγάπης.
Ο Ωριγένης τονίζει ότι είναι ο ίδιος ο Θεός εκείνος που ενώνει τους δύο σε έναν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέπει σε κάθε γάμο την εικόνα του γάμου της Κανά και, επομένως, την πραγματική παρουσία του Χριστού.
«Ο Κύριος έρχεται πάντοτε εκεί για να επιτελέσει το ίδιο θαύμα», γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Ο άγιος Επιφάνιος δηλώνει:
«Ο Χριστός προσκλήθηκε για να περιβάλει τον γάμο με σωφροσύνη και να γεμίσει με χάρη τις μελλοντικές θλίψεις.»
Στα Ηθικά Ποιήματά του ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει ότι ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός προέρχεται από τη συζυγική κοινωνία, «αλλά μέσα σε αυτήν υπάρχει κάτι ακόμη ανώτερο και καλύτερο. Ο γάμος είναι το κλειδί που ανοίγει την πύλη προς τη σωφροσύνη και την τέλεια αγάπη.»
Ο άνδρας και η γυναίκα πορεύονται ο ένας προς τον άλλον μέσω της αμοιβαίας γνωριμίας, αποκαλύπτοντας ο ένας τον εαυτό του στον άλλον για μια κοινή ανάβαση. Τίποτε δεν έρχεται να εξευγενίσει ή να νομιμοποιήσει αυτή τη σημασία, και ακόμη λιγότερο να τη «συγχωρήσει». Αυτή επιβάλλεται βασιλικά πριν από την τεκνογονία ή ακόμη και ανεξάρτητα από αυτήν. Από αυτή την υπερχειλίζουσα πληρότητα μπορεί να προέλθει το παιδί ως καρπός. Δεν είναι όμως η τεκνογονία εκείνη που καθορίζει και θεμελιώνει την αξία του γάμου.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει:
«Όταν δεν υπάρχουν παιδιά, δεν είναι άραγε δύο οι σύζυγοι; Βεβαίως είναι· διότι η ένωσή τους επιφέρει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα: αναμειγνύει και συγχωνεύει τα σώματα και των δύο. Όπως όταν κάποιος ρίξει μύρο μέσα στο λάδι και όλο γίνεται ένα, έτσι συμβαίνει και εδώ.»
Και συνεχίζει:
«Δύο ψυχές ενωμένες με αυτόν τον τρόπο δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε. Με την ομόνοια, την ειρήνη και την αμοιβαία αγάπη, άνδρας και γυναίκα κατέχουν όλα τα αγαθά. Ζουν πίσω από το απόρθητο τείχος που τους προστατεύει, δηλαδή την κατά Θεόν αγάπη. Με τη χάρη της αγάπης γίνονται σκληρότεροι από το διαμάντι και ισχυρότεροι από τον σίδηρο· πλέουν μέσα στην αφθονία, κατευθύνονται προς την αιώνια δόξα και ελκύουν ολοένα περισσότερη χάρη από τον Θεό.»
Ο γάμος είναι «η εσωτάτη ένωση δύο ζωών», είναι «το μυστήριο της αγάπης».


 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ




Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [13]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Καί ὁ ψυχοπαθής μπορεῖ νὰ γίνει ἅγιος»


Σημείωμα φοιτητοῦ. Ἐπειδή πολύς λόγος γίνεται τελευταία για ψυχοπάθειες, καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα μὲ ἐνδιαφέρει κι ἐμένα, ἤθελα νὰ σᾶς ρωτήσω Ἕνας ἄγιος εἶναι δυνατόν νὰ ἔχει ψυχοπάθεια; Τι σχέση ἔχει ὁ Θεός με μια τέτοια κατάσταση, καὶ ποιά ή θέση της στο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Ποιά πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου τότε;

Ἔχουμε πεῖ πολλά πάνω σ' αὐτὰ τὰ θέματα, καὶ τονίσαμε ὅτι δὲν μπορεῖ ὁ ἅγιος νὰ ἔχει ψυχοπάθεια. Δηλαδή, ἕνας ποὺ ἔχει ψυχοπάθεια, γιατρεύεται καὶ γίνεται ἄγιος. Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἅγιος, ἀλλά γιατρεύεται πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια του. Δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἡ ψυχοπάθεια. Καίτοι βέβαια θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἴσως να συμβαίνει στις ψυχοπάθειες ὅ,τι καὶ στις σωματικές ἀναπηρίες. Δηλαδή, ἕνας ποὺ εἶναι κουτσὸς καὶ γίνεται ἅγιος, παραμένει κουτσός· δὲν γιατρεύεται ἡ ἀναπηρία του. Στην ψυχοπάθεια εἶναι λίγο διαφορετικά. Δὲν εἶναι ὅπως τὸ σπασμένο πόδι, το κοντό πόδι, το κοντό χέρι ἤ ἄλλο κουσούρι σωματικό ποὺ ἔχει κανείς.
Κατά κανόνα λοιπόν δὲν ξέρω ἄν πρέπει νὰ ἀφήσω ένα περιθώριο· δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἀφήσω ὁ ἅγιος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ψυχοπαθής. Ὅτι καὶ ἕνας ποὺ ἔχει ψυχοπάθεια μπορεῖ νὰ προχωρήσει στὴν ἀγιότητα, μπορεῖ· ἀλλά γιατρεύεται πρωτίστως ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτή. Καθώς προχωρεῖ, γιατρεύεται. Όπως γιατρεύεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιατρεύεται καὶ ἀπὸ τὴν ψυχοπάθεια.

Το φυσικό κακό συνέπεια τῆς ἁμαρτίας


Τι σχέση ἔχει ὁ Θεός με μια τέτοια κατάσταση καὶ ποιά ή θέση της στο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου;
Ὅπως ἐγώ τὰ καταλαβαίνω -μπορεῖ νὰ κάνω λάθος- ὅλα αὐτά πού χαρακτηρίζονται ὡς φυσικό κακό, κατ' ἀρχὴν προέρχονται ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἀκόμη καί οἱ σεισμοί καί ὅποιο ἄλλο φυσικό κακό ὀφείλονται στὴν ἁμαρτία, που μπῆκε στό ἀνθρώπινο γένος, διότι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας διασαλεύτηκε ὅλη ἡ φύση, ὅλη ἡ κτίση. Αὐτό δεν σημαίνει ὅτι τὴν ὥρα πού γίνεται ὁ σεισμός κάναμε κάποιες άμαρτίες, καὶ γι' αὐτό γίνεται ὁ σεισμός. Ὅπως δηλαδή ὅταν γεννιέται ἕνα παιδάκι με σύνδρομο Ντάουν, ἕνα σπαστικό παιδάκι, ἕνα παιδάκι με κοντά χέρια ἤ μὲ ἕνα πόδι κοντό καί ἕνα μεγαλύτερο κτλ., δέν σημαίνει πάντοτε ὅτι κάτι ἔκαναν οἱ γονεῖς καὶ γεννήθηκε ἔτσι το παιδάκι. Εἶναι φορές βέβαια πού φταίνε οἱ γονεῖς. Ἐδῶ χρειάζεται προσοχή. Υπάρχουν μερικοί κυρίως πνευματικοί, καμιά φορά και μοναχοί, πού λένε: «Το παιδί σας εἶναι ἔτσι, διότι κάνατε ἁμαρτία». Μπορεί να εἶναι ἔτσι, ἀλλά δέν εἶναι ἀπόλυτο αὐτό,
Τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι σὰν ἕνα δένδρο. Καί ὅπως στο δένδρο το ἕνα κλωνάρι μπορεί να παρουσιάσει μιά ἀρρώστια, το ἄλλο κλωνάρι κάτι ἄλλο, ἔτσι λοιπόν μέσα στο ἀνθρώπινο γένος βγαίνουν οἱ διάφορες σωματικές καί ψυχολογικές ἀρρωστημένες καταστάσεις.
Ἔχουμε τίς φυσιολογικές καταστάσεις, ἀλλά ἔχουμε καί τίς μή νορμάλ καταστάσεις· ὅπως εἶπα, ἕνα παιδάκι με σύνδρομο Ντάουν, ἕνα σπαστικό παιδάκι, κάποιο ἄλλο πού ἔρχεται με κάποιο ἄλλο κουσούρι κτλ. Το ὅτι γεννιούνται ἔτσι δεν σημαίνει ὅτι ἔγινε ἀπό τούς γονεῖς κάποια συγκεκριμένη ἁμαρτία, καὶ γι' αὐτό γεννιοῦνται ἔτσι.
Αὐτό ἰσχύει καί γενικότερα. Ἡ κτίση, κατά τον ἀπόστολο Παῦλο, συστενάζει και συνωδίνει, ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας, καί ὅταν ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἁμαρτία, τότε θὰ ἐλευθερωθεῖ καὶ ἡ κτίση ἀπό ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά ποὺ ἔχει. Και γι' αὐτό, λέει, περιμένει ἡ κτίση τὴν ἀποκάλυψη τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ. Περιμένουμε καινούς οὐρανούς και καινή γῆ Πῶς θὰ εἶναι αὐτά, ὁ Θεός το ξέρει. Ἀλίμονο δηλαδή, ἐνῶ θὰ ἀρχίσει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχουν με πάλι σεισμούς καὶ ὅλα αὐτά. Ἡ καινή κτίση θα εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ ὁποιοδήποτε φυσικό κακό, καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι γιατρεμένοι.
Θέλουμε δεν θέλουμε λοιπόν, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία μέσα στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἔχουμε πότε τὸ ἕνα κακό, πότε τὸ ἄλλο. Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι γενικῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, καὶ ἕνεκα τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός κάνει καί ἁμαρτίες προσωπικές, ἔχουμε καὶ σωματικές καί ψυχοσωματικές συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι λοιπόν σε κάποιον ἀπὸ γεννησιμιοῦ του ἡ ὅλη ψυχοσύνθεσή του μπορεί νὰ εἶναι τέτοια, ποὺ νὰ εὐνοεῖ νὰ πάθει ἀργότερα, ἢ ἀπό νωρίς ἀκόμη, ψυχοπάθεια. Πόσα καὶ πόσα παιδάκια -εἴτε ἀγόρια εἴτε κορίτσια· καμιά φορά πιο πολύ τα κορίτσια το παθαίνουν αὐτό ξεκινούν τὴ ζωή τους μὲ ἕνα αἴσθημα κατωτερότητος, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, καὶ σ' ὅλη τους τη ζωή περνοῦν μαρτύριο οἱ ἄνθρωποι αὐτοί καὶ δὲν ξέρουν ἀκριβῶς τι συμβαίνει.

Μιά παγίδα τοῦ ἑαυτοῦ μας

Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος το κρύβει κανείς. (Άμα ἔχεις ἕνα κουσούρι, το κρύβεις. Το κουσούρι δημιουργεί αἴσθημα κατωτερότητος, καὶ αὐτό σε κάνει να κρύβεις το κουσούρι. Κρύβοντάς το, κρύβεις καὶ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος.) Ἔτσι, μεγαλώνει κανείς καὶ οὔτε παίρνει εἴδηση ὅτι ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐν τῷ μεταξύ, καθώς ἔχει κάποιες Ικανότητες, πιάνεται από τις ικανότητες ἐκείνες για ἀντιπερισπασμό, για να βρεί κάτι το αντίρροπο, ὁπότε παγιδεύεται για τα καλά ὁ ἄνθρωπος.
Ἂς ποῦμε, ἕνας εἶναι ἐγωιστής πολύ ἐγωιστής, Τόσο καὶ κατά τέτοιον τρόπο εγωιστής, που, έτσι και δέν ἐκδηλωθεί εγωιστικά, νομίζει ότι γκρεμίζεται ὅλη ἡ ὕπαρξή του. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ παθαίνει, ἐπειδή βαθύτερα ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφεθεῖ σ' αὐτό, διότι ἐκεῖνο εἶναι καταποντισμός. Ἔτσι, βγάζει το κεφάλι ἀπ' ἔξω καὶ αἰσθάνεται νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ζεῖ, στηριζόμενος σε κάποιες ἱκανότητες ποὺ ἔχει, και προβάλλει ἐκεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ ἑπομένως εἶναι ἐγωιστής, Πές του ὅσο θέλεις «ταπεινώσου, ταπεινώσου» δὲν καταλαβαίνει ὁ καημένος. Καὶ δὲν πρόκειται να το κάνει. Ὅταν τοῦ λένε νὰ ταπεινωθεί, ψάχνει κάτι ἄλλο νὰ βρεῖ· δὲν βλέπει τὸν ἴδιο τὸν ἐγωισμό. Διότι ὁ ἐγωισμός του εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του. Ποιός σκοτώνει τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή του;
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πρέπει να βοηθηθεί: «Έλα ἐδῶ, κάθισε να μιλήσουμε, μή στενοχωριέσαι». Και νὰ τοῦ δώσεις να καταλάβει περί τίνος πρόκειται Καὶ ἂν τὸ μυαλό δουλεύει καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι και λῆς διαθέσεως, θα καταλάβει καὶ θὰ πεῖ «Α, ἔτσι εἶναι;» Καὶ θὰ ἀναθαρρήσει.

Ἡ ὠφέλεια τῆς ὑπακοῆς ἡ ὁποία γίνεται ἐν πίστει

Μερικές φορές στο ἐξομολογητήριο μοῦ κάνουν ἐντύπωση ἄνθρωποι πού ἔρχονται για πρώτη φορά. Ἔρχονται με τέτοια διάθεση καί με τέτοια προκατάληψη καὶ ἔχουν τέτοια βιώματα μέσα τους, που θὰ μποροῦσαν ἀμέσως νὰ ἀντικρούσουν αὐτά τά ὁποῖα λὲς καὶ νὰ μὴν τὰ παραδεχθοῦν. Καί ὅμως, καθώς δουλεύει, ὅπως σᾶς εἶπα, τὸ μυαλό τοῦ ἀνθρώπου -κακῶς ποὺ δὲν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στον ἄλλο καὶ θέλουμε ἐκβιαστικῷ τῷ τρόπῳ τάχα να τοῦ βάλουμε τὴν ἀλήθεια μέσα στο μυαλό του- καί καθώς ἔχει καλή διάθεση, δέν δυσκολεύεται πολύ νὰ πεῖ: «Μᾶλλον ἔτσι θὰ εἶναι, ὅπως μοῦ τὰ λέτε».
Βέβαια, αὐτό δεν σημαίνει ὅτι ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ἀλλάζει. Ἀλλά μόλις ἔρθει ἡ ἀλήθεια, καὶ τὴν ἀποδεχθεῖ κανείς ἔτσι ἁπλά-ἁπλά, καθώς τοῦ ἐξηγεῖς χωρίς νὰ θέλεις νὰ τοῦ τὴν ἐπιβάλεις καί χωρίς νὰ θέλεις νὰ τὸν ὑποτάξεις, μπαίνει μόνη της ἡ ἀλήθεια μέσα στον καλοπροαίρετο ἄνθρωπο. Τή δέχεται λοιπόν τὴν ἀλήθεια καί ἀμέσως, τὰ ὅποια δεσμά εἶχε μέσα του, οἱ ὅποιες ἁλυσίδες, ἀρχίζουν καὶ χαλαρώνουν, ξεσφίγγουν, καί νιώθει πιο καλά. Ἐδῶ εἶναι τώρα ἡ ἐξυπνάδα, μὲ τὴν καλή ἔννοια, τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ πεῖ: «Για στάσου. Ἐδῶ κάτι γίνεται. Κάτι μπορεῖ νὰ γίνει».
Το πρώτο-πρῶτο δηλαδή πού πρέπει νὰ πεῖ εἶναι: «Ω, Θεέ μου! Καί εἶχα τόση ἐμπιστοσύνη στη γνώμη μου, καὶ κοίταξε τί ἔπαθα μια ζωή! Πόσο ἀλλιώτικα εἶναι τὰ πράγματα! Ἀλλά βρῆκα ἄνθρωπο πού μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει». Και νὰ ἀρχίσει να λειτουργεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη στον ἄνθρωπο που τον βοηθάει.
Ὅλη αὐτή ἡ ψυχοπάθεια πού εἶχε δημιουργηθεί, ἡ σύγκρουση αὐτή, δηλαδή αἴσθημα κατωτερότητος ἀπό τό ἕνα μέρος καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος το ότι πιάνεται κανείς -πράγμα που γίνεται ασυνείδητα ἀπό τίς ἱκανότητές του καὶ μὴν τυχόν τις άμφισβητήσουν, γιά νὰ ἔχει μια ισορροπία, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά τακτοποιεῖται.
Αυτές τις ημέρες, ὅταν εἶπα σε κάποια ψυχή «Επειδή έχεις τὸ ἕνα άκρο, πήγες καὶ στο άλλο ἄκρο», της φάνηκε πολύ παράξενο. Καὶ ὅμως, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὁ Μέγας Ναπολέων, πού ἦταν ὁ Μέγας Ναπολέων καί τόν έτρεμε ή γη, όταν πήγαινε στὴν οἰκογένειά του, ήταν σαν ὑστερική γυναικούλα. Ναί, ὁ Μέγας Ναπολέων. Τὸ ἕνα ἄκρο ἔχει τὸ ἄλλο. Γι' αὐτὸ ἦταν ἄκρο τὸ ἕνα, διότι ὑπῆρχε τὸ ἄλλο ἄκρο, καὶ ἀλληλοκαλύπτονταν.
Ὅταν λοιπόν ἔχει κανείς καλή διάθεση, βλέπει, καταλαβαίνει, δέχεται, καὶ ἀμέσως ἔρχεται ἡ ὠφέλεια: ἡ χαλάρωση με την καλή ἔννοια, μια λύτρωση, μια γεύση. Ἀλλά δέν σημαίνει ὅτι ἔγινε τὸ πᾶν. Ἂν ἀπό κεῖ καὶ πέρα κανείς, ἔχοντας καὶ τὴ μικρή γεύση, τη μικρή ἐμπειρία, κάνει ὑπακοή, θὰ ἔρθει ἡ θεραπεία. Βέβαια, πάντοτε χρειάζεται νὰ εἶναι κανείς προσεκτικός καὶ νὰ ἔχει τὸν νοῦ του, διότι καί ὁ πνευματικός εἶναι ἄνθρωπος καὶ εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ ὑποκλαπεί ἀπό κάτι μή καλό δικό του καὶ νὰ ἐκμεταλλευτεί τὴν ὑπακοή σου. Μή φοβάσαι κάτι ἄλλο. Κυρίως ἐκεῖ μπορεῖ νὰ γίνει το κακό: στὴν ἐκμετάλλευση.
Δὲν ὑπάρχει ἐκμετάλλευση, ὅταν ή σχέση σου μέ τόν πνευματικό εἶναι τέτοια που αἰσθάνεσαι ἐλεύθερος· ὅταν δηλαδή δέν σε ὑποχρεώνει οὔτε χρησιμοποιεῖ τὴν καλή διάθεση που δείχνεις καί τὴν ὑπακοὴ ποὺ κάνεις, γιὰ νὰ σὲ καθυποτάξει, ἀλλά συνεχῶς λειτουργεῖ ἡ ὅλη σχέση σου με τον πνευματικό ἐν ἐλευθερίᾳ. Ἂν τώρα ἐσύ, ἐπειδή θέλεις τάχα να εἶσαι ἐλεύθερος, πάρεις ἄλλους δρόμους, δέν θά ὠφεληθεῖς. Ἂν ὅμως, ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος, διαπιστώνεις καί ὁμολογεῖς ὅτι ὠφελεῖσαι, τότε, καθώς θα προχωροῦν τὰ πράγματα, θα φθάσουμε στο κρίσιμο σημεῖο. Θὰ ἔρθει δηλαδή ἡ ὥρα πού πρέπει να πέσει τὸ ὀχυρό, ὁ παλαιός ἄνθρωπος, τό εἴδωλο, ποὺ ὁ καθένας τὸ ἔχει θρονιάσει ἐκεῖ μέσα του καί το φυλάει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ δυσκολία. Ἀλλὰ ἕνας πού ἔχει γευθεῖ καὶ ἔχει δεῖ ἐπανειλημμένως τὴν ὠφέλεια που βγαίνει ἀπό τήν ὑπακοή ἡ ὁποία γίνεται ἐν πίστει, ἀπὸ τὴν πίστη ἐν τῇ ὑπακοῇ, αὐτὸς δὲν θὰ δυσκολευθεῖ, ὅσο καὶ ἄν τόν τσούξει, ὅσο καί ἄν τὸν πονέσει, να δεχθεῖ νὰ θανατωθεῖ τὸ ἐγώ. Μάλιστα, νὰ ποῦμε στον Θεό: «Ὅ,τι κι ἂν μοῦ στοιχίσει, Θεέ μου, ὅ,τι καὶ ἄν μοῦ στοιχίσει, μή με λυπηθεῖς καὶ ὁδήγησέ με ὅπως θέλεις». Νὰ ἔχει μια γενναιότητα κανείς, καὶ ὄχι αὐτό τό κακομοίρικο ὕφος ἤ το κλαψιάρικο ὕφος ἢ τὸ ὕφος τοῦ θύματος, πού παίρνουμε, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθοῦν. Ἡ ψυχή που θέλει σωτηρία ἔχει μια γενναιότητα, γιατί ἔχει ἐμπιστοσύνη στον Θεό, ξέρει ὅτι δὲν θὰ τὴν ἀδικήσει ὁ Θεός, καί λέει: «Ὅ,τι κι ἄν μοῦ στοιχίσει, Θεέ μου, ὁδήγησέ με ὅπως ἐσύ θέλεις, ὅπως ἐσύ γνωρίζεις».
Γράφει στο σημείωμα: Τι σχέση ἔχει ὁ Θεός μέ μια τέτοια κατάσταση, καί ποιά ή θέση της στο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; Είπαμε ὅτι την ψυχοπάθεια, την ὅποια ψυχοπάθεια, την ὅποια τέτοια κατάσταση δεν την προκαλεί ὁ Θεός. Άλλά ὅμως ὁ Θεός ἐν τῇ πανσοφία του οίκονομεί ἔτσι τα πράγματα, πού τελικά βγαίνουν σε καλό. Δεν υπάρχει περίπτωση πού δέν θά βγεί σε καλό, ἀρκεῖ νὰ τὸ πιστέψει κανείς έτσι, ἀρκεῖ νὰ τὸ δεχθεῖ ἔτσι. Βγαίνει λοιπόν μεγάλο καλό ἀπό τὴν ψυχοπάθεια, καὶ δὲν κάθεται κανείς να κλαψουρίζει καί νά κλαίει τη μοίρα του γιὰ τὴν ψυχοπάθεια. Ἀλλά πρέπει νὰ εἶσαι ταπεινός, νὰ ἀγαπᾶς τὴν ταπείνωση καὶ νὰ πεῖς: «Θεέ μου, σ' εὐχαριστῶ πού δέν μὲ λυπήθηκες καί που, ἔστω καὶ μὲ αὐτὸν τον τρόπο πού μέ ἐκθέτει στα μάτια τῶν ἄλλων, ἐσύ μέ ἔβαλες στον δρόμο σου καί με σώζεις».
Ποιά πρέπει νὰ εἶναι, γράφει ὁ συνάδελφός σας, ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου τότε;
Μέσα σε ὅσα εἶπαμε εἶναι καὶ ἡ ἀπάντηση σ' αὐτό τό ἐρώτημα.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ