ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

1968-2026

 

Από το 1968, τα κείμενα έχουν προετοιμαστεί από την Επιτροπή Πίστης και Τάξης του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και το Παπικό Συμβούλιο για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας. Από το 1975, το φυλλάδιο εκδίδεται κάθε χρόνο βάσει ενός έργου που έχει προετοιμαστεί από μια τοπική οικουμενική ομάδα από διαφορετική χώρα.


ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· (Έφ. 4:4)


Για το τρέχον έτος, οι προσευχές και οι στοχασμοί για την Εβδομάδα Προσευχής για τη Χριστιανική Ενότητα έχουν προετοιμαστεί από τους πιστούς της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές τους από την Αρμενική Καθολική και τις Ευαγγελικές Εκκλησίες. Το υλικό αυτό αναπτύχθηκε, συγγράφηκε και συζητήθηκε στο ιστορικό πνευματικό και διοικητικό κέντρο της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, το Μητρικό Θρόνο της Αγίας Ετσμιατζίν στην Αρμενία, κατά τις εμπνευσμένες ημέρες της ευλογίας του Μύρου (αγίου ελαίου) και της εκ νέου καθαγίασης του Μητρικού Καθεδρικού Ναού, στις 28–29 Σεπτεμβρίου 2024, μετά από εκτεταμένες ανακαινίσεις διάρκειας δέκα ετών. Η επέτειος αυτή προσέφερε στον λαό της Αρμενίας και στα μέλη της συντακτικής ομάδας μια μοναδική ευκαιρία να στοχαστούν και να εορτάσουν την κοινή χριστιανική πίστη, η οποία παραμένει ζωντανή και καρποφόρα στις Εκκλησίες μας σήμερα. Το υλικό αντλεί από παραδόσεις προσευχής και δεήσεων αιώνων που χρησιμοποιεί ο αρμενικός λαός, καθώς και από ύμνους που προέρχονται από τα αρχαία μοναστήρια και τους ναούς της Αρμενίας, ορισμένοι από τους οποίους χρονολογούνται ήδη από τον τέταρτο αιώνα. Η Εβδομάδα Προσευχής για τη Χριστιανική Ενότητα 2026 απευθύνει πρόσκληση να αντλήσουμε από αυτή την κοινή χριστιανική κληρονομιά και να εμβαθύνουμε περισσότερο στην κοινωνία μας εν Χριστώ, η οποία ενώνει τους Χριστιανούς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η ενότητα αποτελεί θεία εντολή στον πυρήνα της χριστιανικής μας ταυτότητας και όχι απλώς ένα ιδανικό. Εκφράζει την ουσία της κλήσης της Εκκλησίας, την κλήση να αντανακλά την αρμονική ενότητα της ζωής μας εν Χριστώ μέσα στην ποικιλομορφία μας. Αυτή η θεία ενότητα βρίσκεται στο κέντρο της αποστολής μας και στηρίζεται στη βαθιά αγάπη του Ιησού Χριστού, ο οποίος έθεσε ενώπιόν μας έναν ενιαίο σκοπό. Όπως διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του, «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν» (4,4). Ο στίχος αυτός, που επιλέχθηκε για το έτος αυτό, συμπυκνώνει το θεολογικό βάθος της χριστιανικής ενότητας.
Σε ολόκληρη την Αγία Γραφή, το κάλεσμα του Θεού προς την ενότητα αντηχεί ήδη από τους πρώτους χρόνους. Ξεκινώντας από την Παλαιά Διαθήκη, η παράκληση του Άβραμ προς τον Λωτ αναδεικνύει τη θεία επιθυμία για ειρήνη και αρμονία μεταξύ των πιστών: «Μὴ ἔστω μάχη ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ποιμένων μου καὶ τῶν ποιμένων σου, ὅτι ἄνθρωποι ἀδελφοί ἐσμέν» (Γενέσεως 13,8). Η έκκληση του Άβραμ για αρμονία και αμοιβαίο σεβασμό, παρά τον τελικό χωρισμό των δρόμων τους, υπογραμμίζει τη σημασία της ειρηνικής συμβίωσης. Η θεία αυτή διδασκαλία συνεχίζεται στο Λευιτικό 19,18, όπου ο Θεός προστάζει: «Οὐκ ἐκδικήσεις, οὐδὲ μνησικακήσεις τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ σου, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· ἐγώ εἰμι Κύριος». Τέτοιες εντολές μας υπενθυμίζουν ότι η συγχώρηση και η αγάπη είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της ενότητας μέσα στην κοινότητα της πίστεως.
Οι Ψαλμοί υμνούν την ομορφιά της ενότητας του λαού του Θεού, διακηρύσσοντας: «Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ’ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό» (Ψαλμός 132,1). Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της ενότητας στο σχέδιο του Θεού για τον λαό Του. Οι Παροιμίες, αντίθετα, προειδοποιούν για τη διχόνοια ανάμεσα στον λαό του Θεού, δηλώνοντας ότι ο Θεός μισεί εκείνους που σπέρνουν έριδες μεταξύ αδελφών (Παροιμίες 6,19), και διδάσκουν ότι η υπομονή και η συγχώρηση είναι ουσιώδεις για τη διατήρηση της αρμονίας (Παροιμίες 19,11).
Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς Χριστός ανυψώνει την έννοια της ενότητας σε πνευματικό επίπεδο, αντανακλώντας τη βαθιά σχέση Του με τον Πατέρα. Η ενότητα των ακολούθων Του δεν είναι απλώς η απουσία σύγκρουσης, αλλά ένας βαθύς πνευματικός δεσμός που αντικατοπτρίζει την ενότητα της Αγίας Τριάδος. Η προσευχή του Ιησού στο Κατά Ιωάννην 17,21 καλεί τους πιστούς να είναι ένα, όπως Εκείνος και ο Πατέρας είναι ένα, δείχνοντας ότι η ενότητά μας θεμελιώνεται στη σχέση μας με τον Χριστό και στην κοινή μας αποστολή να μεταδώσουμε το Ευαγγέλιο. Η θεμελιώδης εντολή του Ιησού να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, όπως Εκείνος μας αγάπησε (Ιωάννης 13,34–35), ενισχύει ότι αυτή η αγάπη αποτελεί την ουσία της ενότητάς μας. Η θυσιαστική και ανιδιοτελής αυτή αγάπη είναι τόσο ο δεσμός της κοινότητάς μας όσο και η πρωταρχική μαρτυρία της μαθητείας μας. Η προσευχή του Ιησού η ενότητά μας να μαρτυρεί στον κόσμο (Ιωάννης 17,23) παραμένει διαχρονική μαρτυρία της θείας Του αποστολής.
Οι Απόστολοι επαναλαμβάνουν αυτό το θέμα στη διδασκαλία τους. Οι επιστολές του Παύλου τονίζουν τη σημασία της ενότητας μέσα στην Εκκλησία, προτρέποντάς μας να ζούμε αντάξια της κλήσεώς μας με ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία και αγάπη (Εφεσίους 4,1–3). Το όραμα του Παύλου για την ενότητα στη Ρωμαίους 12,6 παρουσιάζει την ποικιλία των χαρισμάτων που οικοδομούν το Σώμα του Χριστού. Η έκκλησή του για αρμονικές σχέσεις στη Β΄ Κορινθίους 13,11 και στους Φιλιππησίους 2,1–2 καλεί τους πιστούς να έχουν το ίδιο φρόνημα και το ίδιο πνεύμα στην αφοσίωσή τους στον Χριστό, ενισχύοντας έτσι τη θεία εντολή για ενότητα μέσα στην αναγνώριση της ποικιλομορφίας μας.
Το Εφεσίους 4,4 συνοψίζει τη διδασκαλία του Παύλου περί ενότητας, υπογραμμίζοντας και εδώ ότι οι ακόλουθοι του Χριστού αποτελούν «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα», ενωμένοι σε μία ελπίδα. Η μεταφορά αυτή παρουσιάζει την Εκκλησία ως ενιαίο σύνολο που υπερβαίνει τα εμπόδια της γεωγραφίας, της εθνικότητας, της φυλής και της παράδοσης. Ο Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της Εκκλησίας ως Σώμα του Χριστού για να περιγράψει την ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία των μελών της. Γράφει προς τους Κορινθίους: «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστιν καὶ μέλη πολλὰ ἔχει… οὕτως καὶ ὁ Χριστός» (Α΄ Κορινθίους 12,12). Προς τους Κολοσσαείς, αναπτύσσει περαιτέρω τον ρόλο του Χριστού ως κεφαλής του ενιαίου σώματος των ποικίλων μελών, δηλώνοντας: «Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολοσσαείς 1,18). Έτσι, η Εκκλησία, αν και αποτελείται από πολλά μέρη, λειτουργεί ως ένα συνεκτικό όλον. Κάθε μέλος έχει μοναδικό ρόλο και συμβάλλει στη συνολική ζωή και αποστολή της Εκκλησίας. Η αναγνώριση ότι ανήκουμε σε ένα παγκόσμιο Σώμα εν Χριστώ ενθαρρύνει τη διεθνή συνεργασία στη διάδοση του Ευαγγελίου και στη διακονία προς την ανθρωπότητα, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από τις εσωτερικές διαιρέσεις σε μια συλλογική αποστολή. Αντίθετα, ο περιορισμός της Μεγάλης Εντολής του Κυρίου να πορευθούμε σε όλο τον κόσμο και να μαθητεύσουμε όλα τα έθνη (Ματθαίος 28,19) σε μια κοινότητα καθορισμένη από εθνοτικά, γεωγραφικά ή κοινωνικοοικονομικά όρια θα στερούσε από αυτή την κοινότητα ένα από τα θεμέλια της Εκκλησίας που έθεσε ο ίδιος ο Κύριος, δηλαδή την παγκόσμια ενότητα των ακολούθων Του.
Η έννοια του «ενός σώματος» στο Εφεσίους 4,4 αντανακλά επίσης τη φύση της Εκκλησίας. Ο Χριστιανισμός υπερβαίνει πολιτισμικά και εθνικά σύνορα, ενώνοντας τους πιστούς σε όλο τον κόσμο στην πίστη και την ελπίδα. Αυτή η κοινωνία, όπως οραματίζεται στην Αποκάλυψη 7,9, όπου εκπροσωπείται κάθε πολιτισμός, φυλή, λαός και γλώσσα, προσφέρει δύναμη και ενθάρρυνση στους πιστούς, επιβεβαιώνοντας τη μεταξύ τους σύνδεση μέσα στο Σώμα του Χριστού.
Τονίζοντας τη σημασία της χριστιανικής ενότητας, ο Παύλος προσθέτει «ἓν Πνεῦμα», αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα που διατηρεί αυτή την κοινωνία και ενδυναμώνει την Εκκλησία να εκπληρώσει την αποστολή της. Το Άγιο Πνεύμα είναι η πηγή της πνευματικής ζωής και καθοδήγησης των πιστών, διασφαλίζοντας ότι τα ποικίλα μέλη της Εκκλησίας πορεύονται μαζί στην πίστη και στον σκοπό. Το Πνεύμα καλλιεργεί έναν βαθύ πνευματικό δεσμό μεταξύ των πιστών, υπερβαίνοντας τις διαφορές και δημιουργώντας έναν δεσμό που αντανακλά την ενότητα της Αγίας Τριάδος. Αυτός ο κοινός πνευματικός δεσμός αποτελεί βάση για τη συμφιλίωση, καθοδηγεί τους πιστούς παγκοσμίως και τους εξοπλίζει για αποτελεσματική μαρτυρία και διακονία. Η παγκόσμια αυτή καθοδήγηση βοηθά στην εναρμόνιση των διαφορετικών εκφράσεων της πίστης με την κεντρική αποστολή της Εκκλησίας.
Η διδασκαλία για την ενότητα της Εκκλησίας αναπτύσσεται περαιτέρω από τον Απόστολο στο Εφεσίους 4,4, όταν δηλώνει ότι όλοι οι Χριστιανοί καλούνται στη «μία ελπίδα» της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής. Αυτή η «μία ελπίδα» σημαίνει ότι όλοι οι πιστοί πορεύονται προς τον ίδιο στόχο, την αιώνια ζωή με τον Χριστό. Αυτός είναι ο ύψιστος σκοπός και το κίνητρο της χριστιανικής ζωής, προσφέροντας ένα κοινό όραμα και νόημα για όλους τους πιστούς και ενώνοντάς τους στην πορεία της πίστης και στην καθημερινή τους ζωή. Το κοινό αυτό όραμα γεφυρώνει ομολογιακά και πολιτισμικά χάσματα, ενθαρρύνοντας τους Χριστιανούς να συνεργάζονται με κάθε δυνατό τρόπο. Η ανάδειξη της «κοινής ελπίδας» ως σκοπού της χριστιανικής μας κλήσης ορίζει τη συμμετοχή μας στην Εκκλησία ως παγκόσμια κοινωνία στην ελπίδα της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής.
Σε έναν κόσμο με ποικίλες και συχνά διαιρεμένες παραδόσεις και εκφράσεις της χριστιανικής πίστης, το Εφεσίους 4,4 μας υπενθυμίζει ότι όλοι οι πιστοί αποτελούν μέρος του «ενός σώματος» του Χριστού. Αυτή η ενότητα δεν αφορά την ομοιομορφία, αλλά μια κοινή δέσμευση στις θεμελιώδεις αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Αποτελεί ισχυρή μαρτυρία της μεταμορφωτικής δύναμης του Αγίου Πνεύματος, όταν Χριστιανοί από διαφορετικά υπόβαθρα συναντώνται με κοινό στόχο και όραμα, με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.
Μέσα από τις πρακτικές και τη διδασκαλία της, η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία μας προσφέρει έναν βαθύ στοχασμό για την ουσία της ενότητας μέσα στο παγκόσμιο Σώμα του Χριστού, όχι απλώς ως έννοια αλλά ως ζώσα πραγματικότητα. Με την ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως, οι πιστοί διακηρύσσουν την πίστη τους σε «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία», ομολογώντας έτσι την κεντρικότητα αυτής της ενότητας στη πνευματική τους ζωή. Η δέσμευση αυτή προς την ενότητα βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στις ευχαριστιακές συνάξεις της Εκκλησίας, όπου οι προσευχές της κοινότητας δεν αφορούν μόνο τους Χριστιανούς σε όλο τον κόσμο και τους πνευματικούς τους ηγέτες, αλλά και την ίδια την ενότητα της Εκκλησίας. Κάθε Κυριακή, στη Θεία Λειτουργία, οι πιστοί αγκαλιάζονται μεταξύ τους και ψάλλουν «Η Εκκλησία έγινε μία», μια απτή έκφραση της κοινής τους πίστης και του κοινού τους σκοπού. Η πλούσια και μαρτυρική ιστορία της Αρμενικής Εκκλησίας και των ηγετών της μαρτυρεί τις αδιάκοπες προσπάθειες και την ανθεκτικότητά τους στη διατήρηση της χριστιανικής πίστης στη γη της Αρμενίας και στην ευρύτερη περιοχή. Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία οφείλει να υπερβαίνει τη δογματική διακήρυξη και να αποτελεί βιωμένη εμπειρία, η οποία εμβαθύνει την πνευματική ταυτότητα και ενισχύει τη συλλογική μαρτυρία. Με την αποδοχή και τη βίωση αυτής της ενότητας, η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία όχι μόνο τιμά τις ιερές της παραδόσεις, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά και στην ευρύτερη ενότητα της καθολικής Εκκλησίας του Χριστού. Ο στοχασμός αυτός μας προσκαλεί να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε τη μεταμορφωτική δύναμη της ενότητας, τόσο μέσα στις δικές μας κοινότητες πίστης όσο και στη συνολική Εκκλησία.
Η πνευματική ωριμότητα περιλαμβάνει την αποδοχή των διαφορών μας, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουμε την ενότητα με την ίδια ζέση που επιδιώκουμε και τη δογματική ακρίβεια. Η δύναμή μας έγκειται στην ικανότητά μας να αντανακλούμε τον Χριστό μέσω της ενότητάς μας, φανερώνοντας την αγάπη και τη χάρη Του στον κόσμο. Ζώντας αυτή τη θεία κλήση, εκπληρώνουμε την αποστολή μας και τιμούμε τον Χριστό, προάγοντας τη Βασιλεία Του επί της γης.
Ας αγκαλιάσουμε αυτή τη θεία κλήση προς την ενότητα, όχι ως αφηρημένο ιδανικό, αλλά ως ζωτική έκφραση της πίστης μας. Σε έναν κόσμο όπου το Σώμα του Χριστού πληγώνεται από διαιρέσεις εντός και μεταξύ παραδόσεων και ομολογιών, το αποστολικό κάλεσμα προς την ενότητα απευθύνεται στον καθένα από εμάς, όχι μόνο ως ξεχωριστές εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά και ως πρόσωπα μέσα στις κοινότητές μας. Ζώντας εν ενότητι, όχι μόνο μαρτυρούμε την αγάπη και τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά ενσαρκώνουμε και την ουσία της διδασκαλίας Του. Καθώς στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και τιμούμε τα ποικίλα χαρίσματα και ταλέντα μας, ας αντανακλούμε την καρδιά του Χριστού και ας προάγουμε το έργο Του στον κόσμο.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


 


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top