Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ἡ δειλία.

 

Ἡ δειλία.

Ἡ δειλία ἤ ὀλιγοψυχία συχνά θεωρεῖται μορφή τοῦ πάθους τοῦ φόβου[1], μέ τόν ὁποῖο ἔχει ὁρισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Διαθέτει ὅμως κάποια εἰδικά γνωρίσματα και συχνά θεωρεῖται ὅτι καταλαμβάνει ξεχωριστά σημαντική θέση. Το γεγονός αὐτό μᾶς ὑποχρεώνει να τῆς ἀφιερώσουμε ἐπιπλέον μερικές συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ὁρίζει τό πάθος τῆς δειλίας ὡς «φόβον μελλούσης ἐνεργείας»[2]. Πρόκειται για στάση ἀδυναμίας καί ἔλλειψης θάρρους πρίν τήν ἐπιτέλεση ενός καθήκοντος. Εντούτοις ή δειλία [Σ.τ.μ.: Μέ τήν ἔννοια τῆς ὀλιγοψυχίας] διακρίνεται ἀπό τήν ἀνανδρία [Σ.τ.μ.: Ἡ δειλία ὡς ἔλλειψη γενναιότητας, θάρρους, ἀνδρείας]. Μάλλον κλίνει πρός τήν ἀτολμία [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα: συστολή].
Οἱ Πατέρες τή θεωροῦν ὡς νόσο: Ὁ Ωριγένης τήν τοποθετεῖ σέ ὁμάδα παθῶν, πού ὁ ἴδιος ὀνομάζει «νόσους τῆς ψυχῆς»[3], ἐνῶ ἕνα ἀπόφθεγμα αναφέρει: «Ἕνας ἀδελφός ἦλθε νά βρεῖ τόν Ἀββᾶ Βίκτωρα τόν ἡσυχαστή στη λαύρα τῆς Ἐλούσας, καί τοῦ λέγει: “Τί πρέπει να κάνω, Πάτερ, ὅταν βυθίζομαι στο πάθος τῆς δειλίας;” Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε: “Νόσος τῆς ψυχῆς εἶναι”[4].
Ἡ δειλία εἶναι νόσος του θυμικού μέρους τῆς ψυχῆς. Ὁ Ἅγιος Κασσιανός διδάσκει ὅτι ἐάν ἡ ἁμαρτωλή λήμη προσβάλλει τό θυμικό, γεννᾶ [μεταξύ άλλων] τή δειλία[5].
Το πάθος ἐξάλλου παρομοιάζεται ἀπό τούς Πατέρες μέ μορφή μανίας· για παράδειγμα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος[6] ἀποδέχεται τη διαπίστωση τοῦ Βιβλίου τῶν Παροιμιῶν (14,29): «ὁ ὀλιγόψυχος ἰσχυρῶς ἄφρων [ἐστί]».
Ὅπως ὅλα τὰ ὑπόλοιπα πάθη, ἡ ὀλιγοψυχία ἀποκαλύπτει εἰδικότερα τόν παθολογικό χαρακτήρα της από το γεγονός ὅτι ἀποτελεῖ στάση πού ἀντίκειται στη φύση καί δέν ἀντιστοιχεῖ στη φυσιολογική κατάσταση στην οποία πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό. Διδάσκει σχετικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός Πνεῦμα δειλίας, αλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ» (Β ́ Τιμ. 1,7), ὅτι ἡ δύναμη εἶναι εἰδικότερα ἡ ἀρετή, τῆς ὁποίας ἡ ἀπώλεια συνιστά τή δειλία. Ἡ ὀλιγοψυχία εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς δύναμης· ἡ δύναμη συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν κυρίων δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που συνιστοῦν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί καλοῦνται να φτάσουν στην τέλεια πραγμάτωσή τους μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ ὁμοίωσης. Η δειλία/ὀλιγοψυχία ἐμφανίζεται στόν ἄνθρωπο ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καί εἶναι ξένη πρός τήν ἀληθινή φύση του· νά γιατί ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος συμβουλεύει ἕνα ἀπό τά πνευματικά του τέκνα: «Εἰπέ τῇ μικροψυχία: "Αλλότριός σου εἰμί”»[7].
Σε κάθε περίπτωση, ἡ δειλία, ὅπως καί ὁ φόβος, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀπώλειας πίστης”. Δειλός καί ὀλιγόψυχος ἀποδεικνύεται ἐκεῖνος, πού δέν ἐμπιστεύεται τή θεία βοήθεια καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ ὁποῖες διαρκῶς ἐνισχύουν ὅποιους ἐπικαλοῦνται τό Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἑνωμένος μέ τό Θεό, ὁ ἀποδέκτης τῆς θείας Χάρης, ὁ μέτοχος στη δύναμή Του δέν εἶναι δυνατόν νά φοβᾶται. Μέ τήν ἀπόλυτη πίστη στό Θεό, ἔχει τήν ἱκανότητα, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νά μετακινεῖ καί βουνά.
Ὁ ἄνθρωπος πού φοβᾶται τη δράση συχνά κυριαρχεῖται ἀπό τή φαντασία του. Η σχέση ανάμεσα στόν δειλό καί τό φανταστικό ὑπογραμμίζεται ἀπό τούς Πατέρες, όπως και στην περίπτωση κάθε μορφής φόβου. Σ' ὅ,τι ἀφορᾶ τη δειλία, ἡ φαντασία παραμορφώνει την πραγματικότητα και παρουσιάζει τήν ἐνέργεια, για να πραγματοποιήσουμε κάτι ἀντικειμενικά εύκολο, ὡς δυσχερή, τρομερή ή αδύνατη. Το ύποχείριο τῆς δειλίας εἶναι θύμα απάτης καί παραίσθησης, ἀκόμη καί παραληρήματος, θα μπορούσαμε να πούμε. «Δειλία ἐστιν ἐκτροπή πίστεως, ὡς ἐπί προσδοκίᾳ ἀδοκήτων»[8], διαπιστώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Καί ὁ Ἀββᾶς Βίκτωρ, στη συνέχεια τῶν λόγων πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω ὅπου ἀξιολογεῖ τή δειλία ὡς νόσο, λέγει ὅτι, ὅπως πραγματικά, ὅσοι ἔχουν ἀσθενικά μάτια, πιστεύουν ὅτι βλέπουν περισσότερο φῶς ὅταν ἀντέχουν [νά τό παρατηροῦν] ἐπί πολύ, ἐνῶ ὅσοι ἔχουν κανονική όραση πιστεύουν ὅτι βλέπουν λίγο φῶς (ὅταν ἀντέχουν νά τό παρατηροῦν), παρόμοια καί οἱ δειλοί ταράσσονται γρήγορα από μία μικρή δοκιμασία και φαντάζονται ὅτι εἶναι μεγάλη[9].
Εἶναι δυνατόν ἡ δειλία νά ἐμφανίζεται ὡς παιδική διάθεση καί στάση, ἡ ὁποία στον ενήλικο σταθεροποιεῖται καί ἐκδηλώνεται ακανόνιστα καί ἀφύσικα· «νηπιῶδες ἦθος ἐν γηραλέα [...] ψυχῇ»[10], χαρακτηρίζει τή δειλία, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Συνδέεται κυρίως μέ τό πάθος τῆς κενοδοξίας[11], σε τέτοιο βαθμό, που μποροῦμε νά ἐπιβεβαιώσουμε ὅτι «πάντες οἱ δειλιῶντες κενόδοξοι»[12].
Ἡ δειλία ἀποξενώνει τόν ἄνθρωπο, ασκώντας σ' αυτόν μιά εξουσιαστική κυριαρχία[13]. Εἶναι ἰδιαίτερα επίφοβη, ἐπειδή σταματᾶ τό δυναμισμό του, αναστέλλει την δομή του γιά ἐπίτευξη τοῦ ἄριστου, ἐπιβραδύνει ἤ καί ἀκόμη παραλύει τή δραστηριότητά του, και σε πολλές περιστάσεις καταστέλλει τη λειτουργία τῶν δυνάμεών του. Τοῦτο εἶναι ἰδιαίτερα σοβαρό, ὅταν ἀφορᾶ στην πνευματική δραστηριότητα. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ διάβολος ἔχει αυξημένο ενδιαφέρον νὰ ὑποδαυλίσει και να συντηρήσει το συγκεκριμένο πάθος, πού ταράσσει τήν ψυχή καί τήν ἐμποδίζει νά ἐπιτελέσει τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε[14].

 


[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 15

[2]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 15.

[3] ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Αριθμοί ὁμιλία, 27, 12.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, J 750.

[5] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 24, 15. Βλέπε ἀκόμη ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 70.

[6]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ἑβραῖοι ὁμιλία, 22, 3.

[7] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 1. 2.

[8]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.

[9] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, J 750.

[10] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.

[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.

[12] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 6.

[13] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 1.

[14] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Θεοδώρα, 4.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (8)


Ο νέος άνθρωπος

Σήμερα δεν πρόκειται πλέον για μια απλή μεταρρύθμιση των δομών και των θεσμών, αλλά, πολύ απλά, για τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου, παντοδύναμου κυρίου της μοίρας του και της ιστορίας, που γνωρίζει το νόημα ή  του παραλόγου και των δύο, αλλά αποφασισμένου να τα αναλάβει. Μέσα σε μια τέτοια βαθιά ένταση, όταν ο άνθρωπος ωθεί την εξέγερσή του έως την επιθυμία να ξαναδημιουργήσει τον εαυτό του, η αλήθεια του Θεού θα μπορούσε ίσως να ακουσθεί καλύτερα από ποτέ. Η μετάδοση αυτής της αλήθειας απαιτεί από τους μάρτυρές της δύο πράγματα: πρώτον, να δώσουν ατέλειωτη προσοχή στον επαναστατημένο άνθρωπο και στην τραγική του μοναξιά (με σκοπό να αρχίσουν μαζί του έναν αληθινό διάλογο)· έπειτα, να παρουσιάσουν την αλήθεια στη γλώσσα και στο επίπεδο αυτού του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή, ο Λόγος του Θεού, η εκ νέου ανακάλυψη του ευαγγελικού κηρύγματος, θα είναι ασφαλώς αποτελεσματικότερος από κάθε αφαίρεση, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από κάποιο θεολογικό σύστημα.
Ο επιστημονικός θετικισμός, ο υπαρξισμός, ο μαρξιστικός υλισμός ή απλώς η κοινή λογική του ανθρώπου του δρόμου αναζητούν με πάθος τον «νέο άνθρωπο», τον ηγέτη, τον ελευθερωτή που θα μπορούσε να κρατά στα χέρια του τη μοίρα του κόσμου και να απαντήσει στο τι και στο πώς της ανθρώπινης ζωής. Είναι γνωστό το ευαγγελικό ρητό: «εάν ένας τυφλός οδηγεί άλλον τυφλό, και οι δύο θα πέσουν στον λάκκο», πέρα από τον άνθρωπο. Πρέπει να δούμε με ειλικρίνεια αν οι σημερινές φιλοδοξίες οδηγούν σε κάποια πραγματική πρόοδο και, αν ναι, προς ποια κατεύθυνση.

 

Η αποτυχία του άθεου ουμανισμού

Περιορισμένη στα δικά της μέσα, η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια μέσα στους αιώνες και αντιστέκεται σε κάθε επιβεβλημένη πειθαρχία. «Όσο περισσότερο αλλάζουν τα πράγματα, τόσο περισσότερο μένουν τα ίδια», λέει μια γαλλική παροιμία. Ακόμη χειρότερα, παρατηρούμε μια φοβερή παλινδρόμηση προς τον simius sapiens — τον «σοφό πίθηκο» που κρατά στα χέρια του την ατομική βόμβα· ένα είδος απρόβλεπτης ανθρωπολογικής μετάλλαξης που εμφανίστηκε ξαφνικά. Ο «χορευτής θεός» του Νίτσε θα κινδύνευε να βαρεθεί τρομερά βλέποντας αυτή την εκφυλιστική εξέλιξη προς τον homo stupidus που θεωρητικολογούν οι δογματικοί. Με μεγάλη διαύγεια ο φιλόσοφος Μπερντιάεφ διαπιστώνει αδιαμφισβήτητα ότι ο Θεός και το παιδί Του — ο άνθρωπος — είναι αλληλένδετοι. «Εκεί όπου απουσιάζει ο Θεός, ούτε ο άνθρωπος υπάρχει»· αυτό θα μπορούσε να είναι το σύνθημα της θρησκείας του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος εμφανίζεται πάντοτε ως διχασμένο ον, πληγωμένο από τα πάθη του, ασυμφιλίωτο με το ίδιο του το πεπρωμένο και επομένως ανίκανο να δώσει νόημα στον θάνατο. Ο ψαλμωδός το γνωρίζει πολύ καλά και απορεί που Εκείνος εξακολουθεί να θυμάται ένα τόσο άθλιο πλάσμα. Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Έξω από αυτό το θείο Πρόσωπο, ο Χάιντεγκερ διακρίνει σε όλο της το βάθος τη τραγική μοναξιά του ανθρώπου που είναι συντριμμένος από τις μέριμνες και τον θάνατο: Sein zum Tode, «είναι-προς-θάνατον». Γι’ αυτό, αφού ξεπεράσει τον εαυτό του, ο άνθρωπος γίνεται ένας «ανίσχυρος θεός».
Παρά τις εγελιανές και μαρξιστικές προσπάθειες να καθοριστεί μια ιστορική στιγμή για την εμφάνιση του «νέου ανθρώπου», η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός εξέφρασαν τις αμφιβολίες τους γι’ αυτόν τον άνθρωπο, περιγράφοντάς τον ως μια συντριμμένη ύπαρξη που ζει μέσα σε ένα «κλειστό σύμπαν». Η τεράστια μάζα των ανακαλύψεων τον καθιστά ανίκανο να οικοδομήσει μια ιεραρχία αξιών ή να βρει κάποιο νόημα. Ένας πρωτοφανής πλούτος κατανάλωσης συνοδεύεται από μια συντριπτική φτώχεια ηθικού και θρησκευτικού αισθήματος. Βρισκόμενος στην κορυφή των πλούτων του, ο άνθρωπος δεν ξέρει πλέον προς τα πού να προσανατολιστεί και πώς να συμπεριφερθεί. Όπως ένα κακομαθημένο παιδί, πνιγμένο στα δώρα και στα αγαθά, γίνεται ιδιοκτήτης των ίδιων των πλούτων του. Όπως το αυτοκίνητο, κανένα αντικείμενο δεν προορίζεται πλέον να διατηρηθεί, αλλά μόνο να αντικατασταθεί από ένα καλύτερο. Τίποτε δεν διαρκεί. Τότε τίθεται το ερώτημα: γιατί έχω όλα αυτά τα αγαθά και τι θα κάνω με αυτά; Ανήσυχος και ταραγμένος, ο άνθρωπος θέτει ερωτήματα· ακόμη και για έναν άθεο, όπως ο Μερλώ-Ποντύ, «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος στο νόημα» — πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια του η αξιοπρέπεια τον υποχρεώνει να βρει ένα νέο όραμα, δηλαδή ένα όραμα πλήρως στοχευμένο.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ








M. Scott Peck: Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση (4o μέρος)

Ως ψυχίατρος δεν ήμουν ακόμη σε καμία περίπτωση έτοιμος να αποφανθώ ότι η Jersey ήταν δαιμονισμένη, αλλά με τον κατάλογο των αντιφάσεων που ήδη παρουσίαζε απέναντι στην παραδοσιακή ψυχιατρική, βουνά είχαν μετακινηθεί μέσα στο μυαλό μου.

Ήξερα ότι όταν θα τηλεφωνούσα στον Malachi, θα του έλεγα πως η εκτίμησή μου ήταν ότι υπήρχε πιθανότητα πενήντα-πενήντα η Jersey να ήταν αυθεντική περίπτωση και ότι η υπόθεση άξιζε να διερευνηθεί σε μεγαλύτερο βάθος.

Έκανα βεβαίως το τηλεφώνημα στον Malachi και του εξέθεσα τις παρατηρήσεις μου. Του είπα ότι η Jersey δεν ταίριαζε ακριβώς στις καθιερωμένες κατηγορίες της ψυχοπαθολογίας. Μου φαινόταν πιθανό να είναι κατειλημμένη, αλλά δύσκολα θα μπορούσα να διατυπώσω μια τέτοια διάγνωση χωρίς να τη γνωρίσω καλύτερα. Ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι πιο βέβαιος προτού του παραδώσω την υπόθεση. Εκείνος δεν έκανε κανένα σχόλιο για την πρόθεσή μου να του αναθέσω την περίπτωση.
Πρότεινα να επικοινωνήσω με τον Father O’Connor, τον εξορκιστή της επισκοπής, ώστε να του προτείνω να εργαστούμε από κοινού πάνω στην υπόθεση της Jersey. Πράγματι, ήθελα να του διευκρινίσω την κατάσταση τύπου Catch-22 μέσα στην οποία είχε θέσει τη Jersey και την οικογένειά της και να τον καταστήσω υπόλογο για μια καλύτερη διευθέτηση. Ο Malachi συμφώνησε με τη στρατηγική μου.

Όταν τηλεφώνησα στον Father O’Connor, υπήρξε απολύτως δεκτικός. Του εξήγησα σε ποιον βαθμό η Jersey δεν ταίριαζε στις καθιερωμένες κατηγορίες ψυχιατρικής διάγνωσης — γι’ αυτό και, ως επιστημονικά προσανατολισμένος ψυχίατρος, θεωρούσα ότι ίσως ήταν κατειλημμένη. Επιπλέον, του εξέφρασα την άποψη ότι, στην παρούσα κατάστασή της, δεν ήταν δεκτική στην ψυχοθεραπεία και ότι η επιμονή να υποβληθεί πρώτα σε θεραπεία πριν από έναν εξορκισμό πιθανότατα αντιμετώπιζε την υπόθεση από την ανάποδη.

Το ένστικτό μου έλεγε ότι μάλλον χρειαζόταν εξορκισμό προτού μπορέσει να συμμετάσχει ουσιαστικά σε ψυχοθεραπεία, αν και διευκρίνισα ότι αυτές οι απόψεις ήταν επισφαλείς. Δεν μπορούσα να πω ότι η Jersey ήταν κατειλημμένη — μόνο ότι θα μπορούσε να είναι.

Ο Father O’Connor δεν ένιωσε καθόλου να απειλείται από τις απόψεις μου. Έμαθα ότι ήταν ασυνήθιστα καταρτισμένος σε ψυχιατρικά ζητήματα, έχοντας περάσει αρκετά χρόνια σπουδάζοντας ψυχιατρική σε εξέχουσα κλινική. Στο τέλος της συνομιλίας μας δεν είχαμε γίνει μόνο συνάδελφοι αλλά και φίλοι. Εγώ τον φώναζα Terry κι εκείνος εμένα Scotty.
Αποδεχόμενος την αβεβαιότητά μου, ο Terry πρότεινε να επιχειρήσουμε μια τελετή απελευθέρωσης (deliverance) με τη Jersey. Πέρα από το ότι υπέθετα πως η απελευθέρωση ήταν μια θρησκευτική θεραπευτική διαδικασία που υπολειπόταν ενός πλήρους εξορκισμού, δεν γνώριζα τίποτε περισσότερο. Αλλά αυτό ήταν το πεδίο εξειδίκευσης του Terry. Είχε μια ομάδα από έναν ακόμη χριστιανό άνδρα και μία γυναίκα με τους οποίους συνεργαζόταν, και συνήθως τελούσε τις απελευθερώσεις σε μια κοινόχρηστη αίθουσα της μονής όπου διέμενε, σε απόσταση μίας ώρας οδικώς από το σπίτι της Jersey.
Πρότεινε λοιπόν να επιστρέψω στα Νοτιοδυτικά. Κοιτάξαμε και οι δύο τα ημερολόγιά μας και καταλήξαμε σε μια ημερομηνία δύο μήνες αργότερα. Ο Terry σκεφτόταν μόνο μία ημέρα, αλλά η προοπτική να πετάξω σε όλη τη χώρα για μία και μόνο ημέρα δεν μου φαινόταν σωστή. Φαντάστηκα ότι ίσως θα υπήρχαν ζητήματα που θα έπρεπε να διευθετήσουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ο Terry συμφώνησε. Ορίσαμε δύο ημέρες και τηλεφώνησα στη Jersey και στον σύζυγό της για να οριστικοποιήσουμε τη συνάντηση.
Ταυτόχρονα, ζήτησα από τη Jersey τον αριθμό τηλεφώνου του οικογενειακού τους ψυχιάτρου, του Dr. Lieberman. Ο Dr. Lieberman αποδείχθηκε αξιοσημείωτος άνθρωπος. Τυπικός των περισσότερων ψυχιάτρων, ήταν και ο ίδιος απολύτως κοσμικός, ωστόσο δεν είχε κανένα πρόβλημα να συνεργαστεί με εμάς τους θρησκευόμενους. Άλλωστε αναγνώριζε ότι η δική του προσέγγιση με τη Jersey είχε αποτύχει δύο φορές.
Του ζήτησα να κανονίσει να υποβληθεί η Jersey σε ψυχολογικά τεστ πριν ταξιδέψω για την τελετή απελευθέρωσης. Του ζήτησα επίσης να οργανώσει αυτή τη δοκιμασία υπό ασυνήθιστες συνθήκες. Οι περισσότεροι ψυχολόγοι επιμένουν να έχουν ιστορικό του ασθενούς πριν προβούν σε αξιολόγηση. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, ζήτησα ο ψυχολόγος να κάνει την εξέταση «τυφλά» — δηλαδή χωρίς καμία γνώση για τον λόγο που εξεταζόταν η ασθενής.
Ο Dr. Lieberman θεώρησε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ασυνήθιστες απαιτήσεις — και πράγματι το έκανε. Ήταν απλώς η πρώτη από μια σειρά τρόπων με τους οποίους επρόκειτο αργότερα να συμβάλει ώστε να εξομαλυνθούν οι δυσκολίες για όλους.

Όταν επέστρεψα στα Νοτιοδυτικά δύο μήνες αργότερα, η Jersey φαινόταν επιφανειακά η ίδια. Ο σύζυγός της και η μητέρα της μού είπαν, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά της έδειχνε να επιδεινώνεται. Όχι μόνο παρακολουθούσε πνευματιστικές εκδηλώσεις με ακόμη μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά, για να το κάνει αυτό, είχε αρχίσει να αφήνει τις δύο κόρες της — ένα βρέφος και ένα νήπιο — χωρίς επίβλεψη. Ο σύζυγός της και η μητέρα της την είχαν επιπλήξει για αυτή την παραμέληση, αλλά τίποτε δεν άλλαξε τη συμπεριφορά της.

Έλαβα την αξιολόγηση της Jersey από τον ψυχολόγο. Τρία στοιχεία στην έκθεση ήταν ιδιαιτέρως εντυπωσιακά.

Πρώτον, οι δοκιμασίες δεν έδειξαν απολύτως καμία ανωμαλία. Η λειτουργικότητα της Jersey στα τεστ ήταν αξιοσημείωτα ομοιόμορφη. Μια τέτοια ομοιομορφία — ιδίως στο τεστ νοημοσύνης — αποτελεί ισχυρή ένδειξη ψυχολογικής υγείας.

Δεύτερον, το τεστ νοημοσύνης έδειξε ότι η Jersey είχε συνολικό δείκτη νοημοσύνης (IQ) 99. Αυτό ουσιαστικά σήμαινε ότι το 51 % του πληθυσμού ήταν ευφυέστερο από εκείνη και το 49 % λιγότερο ευφυές. Δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο μέση περίπτωση.

Τρίτον, ο ψυχολόγος σημείωσε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης υπήρχαν συχνές, κλάσματα του δευτερολέπτου, στιγμές κατά τις οποίες η προσοχή της Jersey φαινόταν να αποσπάται, σαν να «απουσίαζε» ξαφνικά. Πρόσθεσε ότι είχε δει κάτι παρόμοιο σε ασθενείς με μικρές επιληπτικές κρίσεις (petit mal epilepsy), αλλά δεν πίστευε ότι μια τέτοια επιληψία ήταν η αιτία των «κενών» της Jersey. Δεν είχε να προσφέρει καμία εξήγηση.
Έχοντας αυτές τις πληροφορίες, η Mrs. Lewis μάς οδήγησε με το αυτοκίνητο στο μοναστήρι, όπου γνωρίσαμε όλοι τον Terry και τους δύο συνεργάτες του, έναν άνδρα και μια γυναίκα. Η Mrs. Lewis οδηγήθηκε σε μια αίθουσα αναμονής και της ειπώθηκε ότι δεν είχαμε ιδέα πόση ώρα θα μέναμε με τη Jersey. Το αποδέχθηκε αυτό — όπως σχεδόν τα πάντα — με μια ήρεμη, χαριτωμένη γαλήνη. Και εκείνη επρόκειτο να συμβάλει στο να εξομαλυνθούν οι δυσκολίες.

Οι υπόλοιποι κατευθυνθήκαμε στο κοινόχρηστο δωμάτιο που χρησίμευε ως χώρος απελευθέρωσης του Terry.

Ο Terry εξήγησε στη Jersey ότι δεν υπήρχε λόγος να αισθάνεται απειλή· ενώ ίσως της μιλούσαμε περιστασιακά, κυρίως απλώς θα προσευχόμασταν, και ο άνδρας της ομάδας του Terry θα έπαιζε σιγανά κιθάρα και θα σιγοτραγουδούσε.
Και αυτό κάναμε επί μία ώρα — κατά τη διάρκεια της οποίας δεν συνέβη απολύτως τίποτε. Δεν είχαμε καμία διαίσθηση, καμία ενόραση και καμία απολύτως ανταπόκριση στις προσευχές μας.

Στο τέλος αυτής της ώρας, ο Terry μού είπε ότι η διαδικασία απελευθέρωσης δεν λειτουργούσε. Έπειτα έκανε μια παράξενη πρόταση. Του είχα πει ότι η Jersey ήταν εξαιρετικό υποκείμενο για ύπνωση και ότι είχα μιλήσει με τους υποτιθέμενους δαίμονές της ενώ βρισκόταν σε ύπνωση. Αφού δεν φαίνονταν να προχωρούμε με τα συνήθη μέσα, αναρωτήθηκε πώς θα ένιωθα αν ύπνωνα τη Jersey και κατόπιν συνεχίζαμε τη διαδικασία απελευθέρωσης ενώ εκείνη θα βρισκόταν σε ύπνωση.

Αυτό ήταν για μένα εντελώς αχαρτογράφητο έδαφος, και δεν θα είχα συναινέσει αν ο Terry δεν είχε πει, με αξιοσημείωτη βεβαιότητα, ότι πίστευε πως θα ήταν ασφαλές. Θυμήθηκα τα χρόνια που είχε σπουδάσει ψυχιατρική στην κλινική.

Με κάποια αμηχανία ύπνωσα τη Jersey όπως και πριν, και αρχίσαμε τη διαδικασία απελευθέρωσης από την αρχή — μόνο που αυτή τη φορά υπήρξε κάποια ανταπόκριση. Μιλήσαμε με υποτιθέμενους δαίμονες, όπως είχα κάνει εγώ με τη Jersey υπό ύπνωση δύο μήνες νωρίτερα. Φαίνονταν απολογητικοί που μας απασχολούσαν και πρόθυμοι να μας οδηγήσουν βαθύτερα στον κόσμο τους. Απορρίψαμε την πρόσκληση. Κυρίως προσευχόμασταν.
Καθώς το κάναμε, και οι τέσσερις μας — ο Terry, οι δύο βοηθοί του κι εγώ — αρχίσαμε να νιώθουμε ολοένα και ισχυρότερα αισθήματα μιας πιθανής δαιμονικής παρουσίας στο δωμάτιο. Καθώς ο συνεργάτης του Terry γρατζουνούσε απαλά την κιθάρα του, το αίσθημα αυτό εντεινόταν. Έπειτα αρχίσαμε να αισθανόμαστε και την παρουσία του Θεού. Ενθαρρυνθήκαμε, σχεδόν μέχρι σημείου ευφορίας. Μετά από μία ώρα, ήμασταν βέβαιοι ότι βρισκόμασταν στο κατώφλι μιας μεγάλης τομής. Ο ρυθμός και η ένταση της κιθάρας αυξήθηκαν. Έμοιαζε σαν η επιτυχία — ό,τι κι αν σήμαινε αυτό — να απείχε λιγότερο από ένα λεπτό.

Και τότε όλα σταμάτησαν.

Δεν είχαμε πια κανένα αίσθημα παρουσίας στο δωμάτιο, ούτε δαιμονικής ούτε θείας. Δεν βρισκόμασταν πια στο κατώφλι τίποτε απολύτως. Ήταν σαν να είχαμε όλοι μαζί φουσκώσει ένα όμορφο μπαλόνι και έπειτα κάποιος να είχε έρθει με μια βελόνα και να το είχε σκάσει. Όλα απλώς ξεφούσκωσαν.
Ο Terry κι εγώ συμφωνήσαμε ότι είχαμε αποτύχει για ακόμη μία φορά, και εγώ έβγαλα τη Jersey από την ύπνωση. Φαινόταν καλά. Συμφωνήσαμε επίσης ότι έπρεπε να μιλήσουμε κατ’ ιδίαν. Εκείνος απέπεμψε τους δύο συνεργάτες του και οδήγησε τη Jersey στην αίθουσα αναμονής για να είναι με τη μητέρα της όσο εμείς θα συσκεπτόμασταν.

Έπειτα μιλήσαμε για το πόσο εξαιρετικά αποθαρρυντική είχε υπάρξει η εμπειρία. Είπα ότι δεν πίστευα πως ήταν τυχαίο. Με κάποιον τρόπο ένιωθα ότι η Jersey είχε «ενορχηστρώσει» αυτό το ξεφούσκωμα.

«Νομίζω ότι μας έπαιζε, Terry», σχολίασα.

Ο Terry συμφώνησε ότι ήταν πιθανό είτε η Jersey είτε οι υποτιθέμενοι δαίμονες να μας έπαιζαν, αλλά εξέφρασε την αμηχανία του ως προς το πώς να προχωρήσουμε. Χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία σε τέτοια ζητήματα, ήμουν εξίσου αμήχανος.

Προσευχόμενοι πλέον φωναχτά, είπαμε και οι δύο στον Θεό τη σύγχυσή μας. Η μόνη απάντηση του Θεού ήταν ένα αίσθημα μέσα μου που γινόταν ολοένα ισχυρότερο. Ήταν ένα αίσθημα παρόμοιο με ενοχή, και η ενοχή αυτή ήταν συνυφασμένη με ένα αίσθημα ατελούς. Υπήρχε κάτι που είχα αφήσει ανεκπλήρωτο. Καθώς σκεφτόμουν (ή προσευχόμουν), μου έγινε ολοένα σαφέστερο τι ακριβώς ήταν — πώς η επίσκεψή μου ήταν προφανώς ελλιπής.
«Ξέρεις, Terry», είπα, «ποτέ δεν έχω φέρει τη Jersey αντιμέτωπη με τίποτε. Ήμουν πάντοτε ο συμπονετικός ακροατής και ποτέ ο επικριτής της. Ήμουν ευγενικός, ευγενικός, ευγενικός. Μιλά σαν να είναι μια στοργική μητέρα, αλλά το γεγονός είναι ότι συμπεριφέρεται ολοένα και πιο εγωιστικά, σε σημείο που να είναι ένοχη παραμέλησης των παιδιών της, αν όχι και κακοποίησης. Αναρωτιέμαι μήπως δεν είναι καιρός για λίγη “σκληρή αγάπη”; Αλλά φοβάμαι να την αντιμετωπίσω μόνος. Πιστεύω πράγματι ότι μπορεί να είναι δαιμονισμένη, αλλά αυτό είναι ένας εντελώς καινούργιος κόσμος για μένα. Αυτό που θα με έκανε να νιώσω πολύ πιο άνετα — ναι, μου φαίνεται απολύτως σωστό — θα ήταν αν μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε μαζί. Θα ήσουν διατεθειμένος να το κάνεις αυτό μαζί μου;»
Ο Terry είπε πως θα το έκανε, παρόλο που δεν έτρεφε πολλές ελπίδες. Ήταν κυρίως σαν μια χάρη που μου έκανε, αλλά η εκτεταμένη ψυχιατρική του εκπαίδευση τον βοήθησε να αναγνωρίσει ότι ίσως υπήρχε κάποιο νόημα σε αυτό. Συμφώνησε να περάσει το επόμενο απόγευμα στο ίδιο δωμάτιο με τη Jersey και εμένα, χωρίς τους συνεργάτες του. Δεν θα ήταν ένα θρησκευτικό γεγονός, όπως το αντιλαμβανόμασταν. Θα ήταν απλώς ένας χρόνος κατά τον οποίο θα ήμασταν αυστηροί με τη Jersey.



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ




Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (7)

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Από αρνητική σκοπιά και αν την εξετάσουμε αυστηρά, η άσκηση είναι ο «αόρατος αγώνας», αδιάκοπος, χωρίς ανάπαυση· από θετική σκοπιά και αν τη δούμε από ψηλά, είναι φωτισμός, απόκτηση χαρισμάτων, μετάβαση στη χαρισματική κατάσταση. Κάθε ασκητής αρχίζει βλέποντας τη δική του ανθρώπινη πραγματικότητα. «Γνώρισε τον εαυτό σου», διότι «κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό αν δεν γνώρισε πρώτα τον εαυτό του». «Εκείνος που είδε την αμαρτία του είναι ανώτερος από εκείνον που είδε αγγέλους». Ο ασκητής μοιάζει με δύτη που καταδύεται για να εξερευνήσει τα δικά του βάθη, κατοικημένα από θηρία. Μετά από αυτή τη «στιγμιαία εικόνα» της ίδιας του της αβύσσου, η ψυχή στρέφεται φυσικά προς το θείο έλεος: «Από την άβυσσο των αμαρτιών μου καλώ την άβυσσο της χάριτός Σου». Η άνοδος είναι βαθμιαία και βοηθεί τον άνθρωπο να ανέβει τη «σκάλα του Παραδείσου». Αυτό το κλίμα ταπεινώσεως, που διαρκώς βαθαίνει, περιβάλλει ολόκληρη τη διάρκεια της ασκητικής ζωής. Η προσοχή στρέφεται προς την πνευματική πηγή του κακού, η οποία δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά ενεργοποιείται μέσω του πνεύματος. Η άσκηση αποβλέπει στην κυριαρχία επί του πνευματικού κόσμου και συνεπάγεται την ασκητική αποκατάσταση της ύλης. Η σαρκική αμαρτία είναι αμαρτία του πνεύματος εναντίον της σαρκός. Η ασκητική προσπάθεια μεταμορφώνει τα πάθη, κάνοντάς τα να συγκλίνουν προς τη σιωπηλή αναμονή της στιγμής κατά την οποία ο Θεός θα δώσει στην ψυχή θεία μορφή. Ο εξαγνισμένος έρως περνά μέσα από την πλήρη αποτίμηση του εγωκεντρικού πνεύματος της ιδιοκτησίας και μεταβάλλεται σε απόλυτη αγάπη: στη «αγαπητική ένταση» για την οποία μιλά ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Το να βλέπεις τον Θεό σημαίνει να μη χορταίνεις ποτέ από την επιθυμία Του». Όταν η ψυχή δεν είναι πλέον το κέντρο, περνώντας μέσα από μια πλήρη και ταπεινή εκκένωση του εαυτού, «η γνώση γίνεται ενωτική αγάπη».


Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΣΗ

Μέσω της μυστικής οδού, τα τέκνα του Θεού φθάνουν στις κορυφές της ελευθερίας, η οποία όμως είναι εσωτερικά δομημένη και στηριγμένη από τη βίωση του δόγματος μέσω της Λειτουργίας και των Αγίων Μυστηρίων. Δεν υπάρχει μυστική ζωή έξω από την Εκκλησία. Από την άλλη πλευρά, η μυστική αγάπη δεν μπορεί να «οργανωθεί», και η μυστική ζωή — ως πεδίο της ασκήσεως — δεν στηρίζεται σε καμία τεχνική. Η καρδιά ανοίγεται ανάλογα με τη δεκτικότητά της απέναντι στην ανθρώπινη πρόσληψη του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, της ενοικήσεως του Λόγου, όπως αυτή συντελείται και παρατείνεται μέσω της Ευχαριστίας. Μόνον ο Θεός μπορεί να γνωρίσει τον Θεό, και το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο που μας ενώνει με τον Υιό και, μέσω Αυτού, με τον Πατέρα. Σύμφωνα με τον άγιο Συμεών, η κορυφή της μυστικής ζωής είναι η προσωπική συνάντηση με τον Χριστό, ο οποίος μιλά μέσα στις καρδιές μας διά του Αγίου Πνεύματος. Τροφοδοτούμενη από τη λειτουργική πηγή, καθοδηγούμενη από το δόγμα, νηφάλια και συνετή, η μυστική ζωή επιβάλλεται διά της τέλειας ισορροπίας της. Ξεριζώνει την καλλιέργεια οπτικών ή αισθητικών φαινομένων και αποκλείει κάθε περιέργεια. Ακόμη και η έκσταση δεν είναι προνόμιο των τελείων, αλλά μπορεί να δοθεί και σε αρχαρίους. «Αν δείτε κάποιον νέο να ανεβαίνει στον ουρανό με τη δική του θέληση, τραβήξτε τον από το πόδι και φέρτε τον κάτω στη γη, γιατί αυτό δεν τον ωφελεί σε τίποτε».
Η θαυματουργία — η φήμη των θαυμάτων — αποτελεί περισσότερο πρόβλημα για τον «ψυχικό» άνθρωπο παρά μέλημα για τον πνευματικό. «Μην πιέζεις τον εαυτό σου να δεις κατά την προσευχή κάποια εικόνα ή μορφή· να είσαι ασώματος ενώπιον του Ασωμάτου», συμβουλεύει ο άγιος Νείλος ο Σιναΐτης. Οι εμφανίσεις είναι σπάνιες και έρχονται ως κατάσταση χάριτος που νικά την ενστικτώδη αντίσταση των μυστικών. Η θέα του ακτίστου φωτός, η λαμπρότητα του σώματος και η ελαφρότητά του έως σχεδόν τη μετέωρη ανύψωση δεν συμβιβάζονται ούτε με ανοικτές πληγές ούτε με άλλη μορφή οδύνης. Η Ανατολή προσκυνεί τον Σταυρό όχι ως όργανο εκτελέσεως, αλλά ως δέντρο της ζωής που φυτεύεται εκ νέου στο κέντρο του κόσμου. Ως σημείο νίκης, ο Σταυρός ανακεφαλαιώνει τον κόσμο στις αγκάλες του και συντρίβει τις πύλες του άδη. Είναι η εμπειρία του Μεταμορφωμένου και Αναστάντος, που φέρνει στην ψυχή μια πασχάλια αφύπνιση χαράς. Αυτή είναι η μυστική εμπειρία του σφραγισμένου και κατόπιν ανοιγμένου τάφου, από τον οποίο αναβλύζει η αιώνια ζωή.
Η Ανατολή δεν γνωρίζει εξομολογητικές αυτοβιογραφίες ούτε μαρτυρίες αγίων γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο. Η γλώσσα των μυστικών — όσο μας έχουν διασωθεί τα συγγράμματά τους — διαφέρει από εκείνη των θεολόγων. Ομιλούν με όρους μιας βαθιά παράδοξης εμπειρίας κοινωνίας και αγάπης. Η μυστική ζωή είναι κατ’ ουσίαν ζωή θεώσεως, και στην Ανατολή η θέωση δεν είναι πρωτίστως δύναμη, αλλά ανάδυση της «καινής κτίσεως». Η μυστική κατάσταση μαρτυρεί την υπέρβαση της κτιστής συνθήκης. Ο Θεός είναι στον άνθρωπο πιο κοντά απ’ όσο μπορεί ο άνθρωπος να είναι στον εαυτό του, έτσι ώστε η υπερφυσική ζωή μέσα στη θεότητα να είναι γι’ αυτόν πιο φυσική ακόμη και από την ανθρώπινη ζωή. Σε κάθε βαπτισμένο άνθρωπο ο Χριστός αποτελεί εσωτερική παρουσία. Αυτή είναι η αντινομική εμπειρία του μηδενός και του Απολύτου· χωρίς να καταργείται το οντολογικό χάσμα, ο Θεός το γεμίζει με την παρουσία Του. Ένα ον προέρχεται από το μηδέν και ζει μετέχοντας στους όρους της θείας ζωής: «Είμαι άνθρωπος κατά φύσιν, αλλά Θεός κατά χάριν». Ο Θεός υπερβαίνει την ίδια Του την υπερβατικότητα: «Έρχεται ξαφνικά και, χωρίς να συγχέεται, βυθίζεται μέσα μου... Τα χέρια μου είναι τα χέρια ενός ζητιάνου, αλλά κινούμαι και βλέπω ότι ο Χριστός είναι ολόκληρος μέσα τους», λέγει ο άγιος Συμεών. Αυτή η κάθοδος είναι η παρουσία του Χριστού στην ψυχή, η διαμόρφωση της μορφής Του μέσα της. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει αυτό το γεγονός «επιστροφή της αντίθετης προς τη φύση καταστάσεως στη μήτρα της φύσεως».
Από ψηλά ιδωμένος, ένας άγιος είναι ήδη πλασμένος από φως. Χωρίς να επιδιώκει να αντιγράψει τον Χριστό, Τον ακολουθεί μέχρι η εικόνα Του να αποτυπωθεί στην ψυχή του: «Η καθαρότητα της καρδιάς μετριέται από την αγάπη προς τους αδύναμους που σκοντάφτουν». Η ψυχή πλαταίνει και ολοκληρώνεται ως κοσμική αγάπη· αναλαμβάνει το παγκόσμιο κακό, διασχίζει την αγωνία της Γεθσημανής και υψώνεται προς μια άλλη όραση, η οποία την απογυμνώνει από κάθε κρίση: «Ο καθαρός βλέπει την ψυχή του πλησίον του». Η όραση ενώνει τα όμοια: «Όταν κάποιος βλέπει όλους τους ανθρώπους αγαθούς και κανέναν ακάθαρτο, τότε μπορεί να πει ότι είναι καθαρός στην καρδιά... Αν δεις τον αδελφό σου να αμαρτάνει, σκέπασέ τον με τον μανδύα της αγάπης σου». Μια τέτοια αγάπη είναι δημιουργική, διότι «μεταμορφώνει την ίδια τη φύση των πραγμάτων». Εδώ πλέον δεν πρόκειται για μετάβαση από τα πάθη στην απάθεια ή από την αμαρτία στη χάρη, αλλά για μετάβαση από τον φόβο στην αγάπη: «Ο τέλειος απορρίπτει τον φόβο, περιφρονεί τις ανταμοιβές και αγαπά με όλη του την καρδιά». Η ψυχή ανυψώνεται πάνω από κάθε συγκεκριμένο σημείο και εξέρχεται από όλες τις παραστάσεις και εικόνες. Η πολλαπλότητα αντικαθίσταται από την απλή ενότητα. Η ψυχή — εικόνα και καθρέφτης του θείου — γίνεται κατοικητήριο του Θεού. Η μυστική αρπαγή την κατευθύνει προς τη Βασιλεία: «Αν χαρακτηριστικό της σοφίας είναι η ικανότητα να γνωρίζει κανείς τις πραγματικότητες, κανείς δεν θα είναι σοφός αν δεν στρέφει το βλέμμα του προς τα μέλλοντα». «Στον μέλλοντα αιώνα — λέγει ο άγιος Ισαάκ — ο πνευματικός άνθρωπος θα λάβει τη χάρη που του ταιριάζει». Αυτή είναι η εικονική όραση της «Θείας Λειτουργίας». Το «απολωλός πρόβατο» — η ανθρωπότητα — εισέρχεται στη χορεία των αγγέλων και στέκεται ενώπιον του μυστικού Αρνίου της Αποκαλύψεως, το οποίο περιβάλλεται από τον τριπλό ουρανό των σφαιρών. Η βασιλική πορφύρα του Πάθους απλώνεται πάνω στο λευκό της ουράνιας δόξας, λουσμένη στη λαμπρότητα του αβασίλευτου μεσημεριού· είναι το εικονογραφικό χρώμα της θείας αγάπης ενδεδυμένης ανθρώπινα ενδύματα. Είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου στην ουράνια αξιοπρέπειά του.
Κατά τη στιγμή της Αναλήψεως του Χριστού, οι άγγελοι είχαν ήδη αναφωνήσει: «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;» Τώρα όμως οι άγγελοι ζουν τον θαυμασμό που γεννά το έσχατο μυστήριο: το απολωλός πρόβατο γίνεται ένα με τον Ποιμένα.
Το Άσμα Ασμάτων εξυμνεί τον γάμο του Λόγου με τη νύφη Του. Η αγάπη είναι ο μαγνήτης που έλκει ολοένα πιο ισχυρά την ψυχή, η οποία καταρρέει μέσα στο φωτεινό σκοτάδι του Κυρίου. Φωτεινό σκοτάδι, νηφάλια μέθη, πηγή ζώντος ύδατος, ακίνητη κίνηση: πώς μπορούν οι λέξεις να εκφράσουν μια τέτοια πραγματικότητα; «Σε έκανα ωραία ερχόμενη μέσα στο Φως Μου· η εγγύτητά Μου σε έκανε μέτοχο της ωραιότητάς Μου... Μπαίνοντας στο φως, η ψυχή γίνεται φως». Σε αυτό το επίπεδο δεν πρόκειται πλέον να μάθει κανείς κάτι για τον Θεό, αλλά να Τον δεχθεί, βυθιζόμενος μέσα Του. Η «γνώση που μεταβλήθηκε σε αγάπη» είναι απολύτως ευχαριστιακής φύσεως: «Μετά το Πάθος, ο οίνος που ευφραίνει την καρδιά ονομάζεται αίμα της αμπέλου» και «η μυστική ζωή προκαλεί τη μέθη της διαύγειας». «Ο Θεός είναι η αγάπη που στέλνει τον Μονογενή Υιό Του σαν βέλος με αιχμή βρεγμένη στο Άγιο Πνεύμα· η αιχμή είναι η πίστη που εισάγει στην ψυχή όχι μόνο το βέλος αλλά και τον Τοξότη». Η ψυχή, μεταμορφωμένη σε πτηνό του φωτός, ανέρχεται αδιάκοπα. Κάθε απόκτηση γίνεται μια νέα αρχή. «Αφού πατήσει το πόδι της στη σκάλα του Θεού, η ψυχή ανεβαίνει αδιάκοπα, διότι κάθε βαθμίδα ανοίγει ένα άλλο άπειρο». Αυτή είναι η κλίμακα του Ιακώβ. Ο άνθρωπος συναντάται «όχι μόνο από αγγέλους, αλλά από τον ίδιο τον Βασιλέα των αγγέλων». «Πώς όμως να εκφράσει κανείς το ανέκφραστο; Εκείνα που ο οφθαλμός δεν είδε, που το αυτί δεν άκουσε, που δεν ανέβηκαν στην καρδιά του ανθρώπου — πώς θα μπορούσαν να ειπωθούν με λόγια;» Κάθε κίνηση σβήνει και ακόμη και η ίδια η προσευχή αλλάζει φύση: «Η ψυχή προσεύχεται έξω από την προσευχή». Είναι η ησυχία, η γαλήνη του πνεύματος, η ανάπαυση που βρίσκεται πάνω από κάθε προσευχή, η ειρήνη που υπερβαίνει κάθε κατανόηση. Είναι η αιωνιοποίηση της συναντήσεως «πρόσωπο προς πρόσωπο», όταν, σύμφωνα με τον ωραίο λόγο του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, «ο Θεός έρχεται μέσα στην ψυχή και η ψυχή μεταναστεύει μέσα στον Θεό».
Ο ανατολικός αποφατισμός ομολογεί το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο που παραμένει μυστηριώδες, αλλά που φανερώνει τα θεία πράγματα και πραγματοποιεί ολόκληρη την πνευματική ζωή. Πάντοτε φωτεινή, αυτή η ζωή εμβαθύνει την πνευματική γνώση, την οποία ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ονομάζει «αίσθηση της αιώνιας ζωής» και «διαίσθηση των κρυμμένων πραγματικοτήτων». Η πνευματική ζωή τελειοποιείται διά της θεωρίας και της συμμετοχής στο φως της Αγίας Τριάδος, που φανερώνεται μέσα από την υποστατική θέα του μεταμορφωμένου Χριστού· μια θέα που είναι ήδη από εδώ προσβάσιμη στους αγίους, οι οποίοι καλούνται στο ατέλειωτο συμπόσιο της συναντήσεως. Οι αποκαλύψεις κατά την πορεία της αναβάσεως φαίνονται ταυτόχρονα σκοτεινές και φωτεινές. Στην αιωνιότητα και πέρα από αυτήν, οι αστραπές σκοτεινιάζουν όσο αυξάνει το φως των ανωτέρων βαθμίδων. Το ίδιο μυστήριο αποκαλύπτεται αδιάκοπα, αλλά συγχρόνως φανερώνεται προοδευτικά· κάθε σημείο αφίξεως γίνεται στην πραγματικότητα ένα σημείο αναχωρήσεως. Όμως το ανθρώπινο υποκείμενο δεν είναι πλέον το ίδιο. Η εσωτερίκευση ξανανακαλύπτει τον κόσμο — χορδή δοξολογίας που βαθαίνει μέσα στην ψυχή — μέσα σε μια ολοένα πληρέστερη σιωπή του Θεού. Κάθε μεταμόρφωση του ανθρώπου είναι μια είσοδος στην απειρότητα. Όλα είναι νέα, μοναδικά, ανεπανάληπτα, δεκτά ως γλυκιά χάρη που ανανεώνει τη χαρά του Πάσχα.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ