Ἡ δειλία.
Ἡ δειλία ἤ ὀλιγοψυχία συχνά θεωρεῖται μορφή τοῦ πάθους τοῦ φόβου[1], μέ τόν ὁποῖο ἔχει ὁρισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Διαθέτει ὅμως κάποια εἰδικά γνωρίσματα και συχνά θεωρεῖται ὅτι καταλαμβάνει ξεχωριστά σημαντική θέση. Το γεγονός αὐτό μᾶς ὑποχρεώνει να τῆς ἀφιερώσουμε ἐπιπλέον μερικές συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ὁρίζει τό πάθος τῆς δειλίας ὡς «φόβον μελλούσης ἐνεργείας»[2]. Πρόκειται για στάση ἀδυναμίας καί ἔλλειψης θάρρους πρίν τήν ἐπιτέλεση ενός καθήκοντος. Εντούτοις ή δειλία [Σ.τ.μ.: Μέ τήν ἔννοια τῆς ὀλιγοψυχίας] διακρίνεται ἀπό τήν ἀνανδρία [Σ.τ.μ.: Ἡ δειλία ὡς ἔλλειψη γενναιότητας, θάρρους, ἀνδρείας]. Μάλλον κλίνει πρός τήν ἀτολμία [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα: συστολή].
Οἱ Πατέρες τή θεωροῦν ὡς νόσο: Ὁ Ωριγένης τήν τοποθετεῖ σέ ὁμάδα παθῶν, πού ὁ ἴδιος ὀνομάζει «νόσους τῆς ψυχῆς»[3], ἐνῶ ἕνα ἀπόφθεγμα αναφέρει: «Ἕνας ἀδελφός ἦλθε νά βρεῖ τόν Ἀββᾶ Βίκτωρα τόν ἡσυχαστή στη λαύρα τῆς Ἐλούσας, καί τοῦ λέγει: “Τί πρέπει να κάνω, Πάτερ, ὅταν βυθίζομαι στο πάθος τῆς δειλίας;” Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε: “Νόσος τῆς ψυχῆς εἶναι”[4].
Ἡ δειλία εἶναι νόσος του θυμικού μέρους τῆς ψυχῆς. Ὁ Ἅγιος Κασσιανός διδάσκει ὅτι ἐάν ἡ ἁμαρτωλή λήμη προσβάλλει τό θυμικό, γεννᾶ [μεταξύ άλλων] τή δειλία[5].
Το πάθος ἐξάλλου παρομοιάζεται ἀπό τούς Πατέρες μέ μορφή μανίας· για παράδειγμα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος[6] ἀποδέχεται τη διαπίστωση τοῦ Βιβλίου τῶν Παροιμιῶν (14,29): «ὁ ὀλιγόψυχος ἰσχυρῶς ἄφρων [ἐστί]».
Ὅπως ὅλα τὰ ὑπόλοιπα πάθη, ἡ ὀλιγοψυχία ἀποκαλύπτει εἰδικότερα τόν παθολογικό χαρακτήρα της από το γεγονός ὅτι ἀποτελεῖ στάση πού ἀντίκειται στη φύση καί δέν ἀντιστοιχεῖ στη φυσιολογική κατάσταση στην οποία πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό. Διδάσκει σχετικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός Πνεῦμα δειλίας, αλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ» (Β ́ Τιμ. 1,7), ὅτι ἡ δύναμη εἶναι εἰδικότερα ἡ ἀρετή, τῆς ὁποίας ἡ ἀπώλεια συνιστά τή δειλία. Ἡ ὀλιγοψυχία εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς δύναμης· ἡ δύναμη συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν κυρίων δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που συνιστοῦν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί καλοῦνται να φτάσουν στην τέλεια πραγμάτωσή τους μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ ὁμοίωσης. Η δειλία/ὀλιγοψυχία ἐμφανίζεται στόν ἄνθρωπο ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καί εἶναι ξένη πρός τήν ἀληθινή φύση του· νά γιατί ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος συμβουλεύει ἕνα ἀπό τά πνευματικά του τέκνα: «Εἰπέ τῇ μικροψυχία: "Αλλότριός σου εἰμί”»[7].
Σε κάθε περίπτωση, ἡ δειλία, ὅπως καί ὁ φόβος, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀπώλειας πίστης”. Δειλός καί ὀλιγόψυχος ἀποδεικνύεται ἐκεῖνος, πού δέν ἐμπιστεύεται τή θεία βοήθεια καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ ὁποῖες διαρκῶς ἐνισχύουν ὅποιους ἐπικαλοῦνται τό Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἑνωμένος μέ τό Θεό, ὁ ἀποδέκτης τῆς θείας Χάρης, ὁ μέτοχος στη δύναμή Του δέν εἶναι δυνατόν νά φοβᾶται. Μέ τήν ἀπόλυτη πίστη στό Θεό, ἔχει τήν ἱκανότητα, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νά μετακινεῖ καί βουνά.
Ὁ ἄνθρωπος πού φοβᾶται τη δράση συχνά κυριαρχεῖται ἀπό τή φαντασία του. Η σχέση ανάμεσα στόν δειλό καί τό φανταστικό ὑπογραμμίζεται ἀπό τούς Πατέρες, όπως και στην περίπτωση κάθε μορφής φόβου. Σ' ὅ,τι ἀφορᾶ τη δειλία, ἡ φαντασία παραμορφώνει την πραγματικότητα και παρουσιάζει τήν ἐνέργεια, για να πραγματοποιήσουμε κάτι ἀντικειμενικά εύκολο, ὡς δυσχερή, τρομερή ή αδύνατη. Το ύποχείριο τῆς δειλίας εἶναι θύμα απάτης καί παραίσθησης, ἀκόμη καί παραληρήματος, θα μπορούσαμε να πούμε. «Δειλία ἐστιν ἐκτροπή πίστεως, ὡς ἐπί προσδοκίᾳ ἀδοκήτων»[8], διαπιστώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Καί ὁ Ἀββᾶς Βίκτωρ, στη συνέχεια τῶν λόγων πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω ὅπου ἀξιολογεῖ τή δειλία ὡς νόσο, λέγει ὅτι, ὅπως πραγματικά, ὅσοι ἔχουν ἀσθενικά μάτια, πιστεύουν ὅτι βλέπουν περισσότερο φῶς ὅταν ἀντέχουν [νά τό παρατηροῦν] ἐπί πολύ, ἐνῶ ὅσοι ἔχουν κανονική όραση πιστεύουν ὅτι βλέπουν λίγο φῶς (ὅταν ἀντέχουν νά τό παρατηροῦν), παρόμοια καί οἱ δειλοί ταράσσονται γρήγορα από μία μικρή δοκιμασία και φαντάζονται ὅτι εἶναι μεγάλη[9].
Εἶναι δυνατόν ἡ δειλία νά ἐμφανίζεται ὡς παιδική διάθεση καί στάση, ἡ ὁποία στον ενήλικο σταθεροποιεῖται καί ἐκδηλώνεται ακανόνιστα καί ἀφύσικα· «νηπιῶδες ἦθος ἐν γηραλέα [...] ψυχῇ»[10], χαρακτηρίζει τή δειλία, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Συνδέεται κυρίως μέ τό πάθος τῆς κενοδοξίας[11], σε τέτοιο βαθμό, που μποροῦμε νά ἐπιβεβαιώσουμε ὅτι «πάντες οἱ δειλιῶντες κενόδοξοι»[12].
Ἡ δειλία ἀποξενώνει τόν ἄνθρωπο, ασκώντας σ' αυτόν μιά εξουσιαστική κυριαρχία[13]. Εἶναι ἰδιαίτερα επίφοβη, ἐπειδή σταματᾶ τό δυναμισμό του, αναστέλλει την δομή του γιά ἐπίτευξη τοῦ ἄριστου, ἐπιβραδύνει ἤ καί ἀκόμη παραλύει τή δραστηριότητά του, και σε πολλές περιστάσεις καταστέλλει τη λειτουργία τῶν δυνάμεών του. Τοῦτο εἶναι ἰδιαίτερα σοβαρό, ὅταν ἀφορᾶ στην πνευματική δραστηριότητα. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ διάβολος ἔχει αυξημένο ενδιαφέρον νὰ ὑποδαυλίσει και να συντηρήσει το συγκεκριμένο πάθος, πού ταράσσει τήν ψυχή καί τήν ἐμποδίζει νά ἐπιτελέσει τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε[14].
[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 15
[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 15.
[3] ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Αριθμοί ὁμιλία, 27, 12.
[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, J 750.
[5] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 24, 15. Βλέπε ἀκόμη ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 70.
[6] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ἑβραῖοι ὁμιλία, 22, 3.
[7] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 1. 2.
[8] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.
[9] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, J 750.
[10] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.
[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 2.
[12] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 6.
[13] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 1.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου