Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (21)

 

Προς τις Εκκλησίες του Χριστού

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σκληρό ιστορικό γεγονός. Για διάφορους λόγους, η Εκκλησία απορρίπτεται. Μια χούφτα ανθρώπων χωρίς κανένα ιστορικό έρεισμα διακηρύσσουν το μήνυμά τους μπροστά σε έναν εχθρικό κόσμο. Ακριβέστερα, πρόκειται για τη μετακωνσταντίνεια εποχή. Ο κόσμος δεν είναι πλέον ειδωλολατρικός, διότι έχει γίνει βαθιά άθεος. Ακούει άλλα ευαγγέλια και άλλους προφήτες. Δυναμικές δυνάμεις εισέρχονται σε αυτό το παιχνίδι, προσπαθώντας διαρκώς να ενσωματώσουν στον κόσμο νέες κυρίαρχες αντιλήψεις, ασυμβίβαστες με τη χριστιανική ηθική.
Μπροστά σε κάθε διακήρυξη του υπερβατικού, το σκεπτικιστικό πνεύμα των ανθρώπων αναρωτιέται: «Τι είναι η αλήθεια;». Ο Πιλάτος περιφρονούσε την ιουδαϊκή νοοτροπία. Πολύ περισσότερο έχει δίκιο ο σημερινός κόσμος όταν περιφρονεί τον ιστορικό χριστιανισμό, του οποίου το πρόσωπο είναι χαραγμένο από τόσες προδοσίες.
Ο Θεός δεν βρίσκει πλέον στη θερμή και παλλόμενη πραγματικότητα της ζωής ούτε μία ψυχή αρκετά καθαρή και ανιδιοτελή για να παραλάβει το μήνυμά Του. Επειδή τα πάντα έχουν συμβιβαστεί με τόσο αποκρουστικό τρόπο, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: η Εκκλησία κρίνεται από τον κόσμο. Οι χριστιανοί έκαναν τα πάντα για να αποστειρώσουν το Ευαγγέλιο· θα έλεγε κανείς ότι το βύθισαν σε κάποιο εξουδετερωτικό υγρό. Ό,τι χτυπά, αναστατώνει και ανατρέπει έχει αμβλυνθεί. Ο άνθρωπος απορρίπτει μια θρησκεία που έγινε ακίνδυνη, επίπεδη, χλιαρή και λογική. Η φράση-κλειδί «Ο Θεός δεν μας ζητά τόσα πολλά» χαλά το αλάτι του Ευαγγελίου, δηλαδή τη φοβερή φρενίτιδα του Κυρίου, ο οποίος μας ζητά το αδύνατο. Το Ευαγγέλιο δεν συναντά παρά μόνο την πλήρη αδιαφορία· η φωνή του αντηχεί στο κενό, περνά δίπλα και τίποτε δεν τη συγκρατεί.
Η Εκκλησία δεν είναι πλέον όπως στους πρώτους αιώνες — η θριαμβευτική πορεία της Ζωής ανάμεσα στα νεκροταφεία του κόσμου. Όλοι οι πρόσφατοι θεολογικοί ορισμοί μιλούν για τη φύση της Εκκλησίας ως για κάτι εκπληκτικά στατικό και εγωκεντρικό· παρουσιάζεται ως τόπος αυτοτροφοδοσίας, ως σύναξη που τρέφεται η ίδια. Έχοντας χάσει την αποστολική ιδέα του Σώματος, του οργανισμού που ζει από την πραγματική παρουσία του Χριστού (εκείνου του Χριστού που δεν ήρθε ούτε για τους Αποστόλους ούτε για μια ενοριακή σύναξη), η Εκκλησία δεν υπάρχει πλέον σε σχέση με τον κόσμο. Παράδοξα, η χριστιανική πίστη χάνει έτσι την ιδιότητα του προζυμιού· δεν εξασφαλίζει πλέον το φούσκωμα κανενός ζυμαριού· οι χριστιανοί δεν έχουν πλέον ιεραποστολικό αίσθημα· δεν ξέρουν πια να συμπεριφέρονται ως πρεσβευτές, ως απεσταλμένοι. Η ζωή περιστρέφεται σε κλειστό κύκλωμα! Ύστερα από δύο χιλιετίες ιστορικού χριστιανισμού, η πιο τρομερή κριτική που μπορεί να απευθύνει ο κόσμος στην Εκκλησία είναι ότι έγινε ένας πιστός καθρέφτης μέσα στον οποίο ο κόσμος εμφανίζεται ως η ίδια του η χριστιανική αίρεση, σάρκα από τη σάρκα της Εκκλησίας.
Ο χριστιανισμός, ακολουθούμενος από ολόκληρο τον κόσμο, εγκαταστάθηκε στο ρήγμα μεταξύ θεότητας και ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη χριστολογική διατύπωση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα, η ανθρώπινη και η θεία φύση ενώθηκαν στον Χριστό ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αν όμως στη θεολογία ο θεϊκός μονοφυσιτισμός υποτιμά το ανθρώπινο (μαρτυρία αυτού είναι η τραγική απουσία μιας χριστιανικής ανθρωπολογίας), ο ανθρώπινος μονοφυσιτισμός εκπίπτει σε διάφορες μορφές ανθρωπισμού, φθάνοντας να απομονώσει και κατόπιν να καταργήσει τη θεότητα. Εκείνο όμως που είναι απείρως σοβαρότερο είναι ότι κάθε αίρεση της σκέψης είναι προϊόν μιας υπαρξιακής αιρέσεως. Ο Άρειος ήταν στην προσωπική του ζωή οπαδός ενός ιουδαΐζοντος μονοθεϊσμού και από εκεί ξεκίνησε η θεολογική του αίρεση. Οι σημερινοί χριστιανοί είναι αιρετικοί στη ζωή τους και κάνουν θεολογία ευνούχων («Μπορούν οι ευνούχοι να μιλούν για γέννηση;» αναρωτιόταν ο Άγιος Αθανάσιος)· ακόμη και όταν είναι ορθή, μια τέτοια θεολογία μυρίζει θάνατο.
Βλέπουμε τις συνέπειες αυτού του ρήγματος ακόμη και μέσα στην παρουσία του ηρωικού έργου ευαγγελισμού που γίνεται σήμερα· τα δύο κυρίαρχα ρεύματα δεν συναντώνται. Από τη μία πλευρά βλέπουμε τις ατομικές μεταστροφές που πραγματοποιούνται ιδιωτικά, κάθετα, και γι’ αυτό παραμονεύονται από τον κίνδυνο του σεχταρισμού· από την άλλη βλέπουμε το ρεύμα που ενσαρκώνει στον κόσμο τον οριζόντιο χριστιανισμό, απειλούμενο από την εκκοσμίκευση. Εκείνο που λείπει είναι το σημείο σύνδεσης. Η σωτηρία δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσα στην Εκκλησία, αλλά αυτή είναι καρφωμένη στον κόσμο, πολύ μακριά από το «Έρχου, Κύριε Ιησού!» της Αποκαλύψεως 22,20. Επειδή η πλήρης ιστορική λύση βρίσκεται πέρα από τα όρια της ιστορίας, η Εκκλησία της παρούσιας ζωής είναι η μόνη που ζει πραγματικά μέσα σε μια ιστορία ολοκληρωμένη και τελειωμένη.
Καμία αναγεννητική κίνηση δεν θα είναι αποτελεσματική και διαρκής όσο ο άνθρωπος δεν θα γίνει ζωντανό μέλος του Σώματος και οι ενορίες ζωντανοί χώροι, όπου η πληρότητα του ερχομένου Χριστού θα υπερχειλίζει την πληρότητα του ιστορικού Χριστού. Ωστόσο, η μάζα των χριστιανών ομολογεί μια θρησκεία σημαδεμένη από μια βαρύτητα που σε ωθεί στην αθεΐα, είτε μια θρησκεία φτιαγμένη από λίγα αφελή ψίχουλα αισιοδοξίας, εύκολα χαμόγελα και λήθη του θανάτου, τα οποία συνθέτουν μαζί ένα όραμα αφοπλιστικής ανοησίας.
Είναι πολύ πιθανό ότι μια ψυχανάλυση της σύγχρονης χριστιανικής νοοτροπίας θα έφερνε στο φως μία από τις βαθύτερες αιτίες της ανεπικαιρότητας του χριστιανικού μηνύματος. Ο χριστιανισμός δεν είναι διδασκαλία αλλά τρόπος ζωής, ενσαρκωμένος σε πράξεις. Η αντίδραση του απλού ανθρώπου —τυπικό προϊόν της σύγχρονης κοινωνιολογικής εξέλιξης— είναι πριν απ’ όλα αντίδραση απέναντι στο χριστιανικό γεγονός. Ο απλός άνθρωπος ακούει το χριστιανικό μήνυμα ανάλογα με το φως ή το σκοτάδι των χριστιανικών έργων. Όμως ο χριστιανικός όχλος μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα προφανές φαινόμενο: η χριστιανοσύνη δεν είναι καθόλου «νέα φυλή»· είναι απλώς μια ιδιαίτερη κοινωνιολογική μορφή και εδώ ανακαλύπτουμε τη σοβαρότερη εξήγηση της χριστιανικής αποτυχίας.
Η πίστη δεν είναι πλέον πηγή· έχει γίνει εποικοδόμημα, στοιχείο τοποθετημένο πάνω στις δομές του κόσμου στις οποίες εμπλέκονται οι πιστοί, και αυτή η πραγματικότητα αποτελεί εντυπωσιακό παράδειγμα κοινωνιολογικής αλλοτρίωσης. Οι ιερείς και οι ποιμένες έχουν υιοθετήσει ένα πρόσθετο λεξιλόγιο, αλλά ο τρόπος σκέψης, σύλληψης, αξιολόγησης και δράσης τους —δηλαδή ολόκληρη η συμπεριφορά τους— καθορίζεται κοινωνιολογικά. Η «ενότητα» της Εκκλησίας υπερασπίζεται την ιδιωτική ιδιοκτησία ή την κολεκτιβοποίηση· για άλλους το δαιμονικό στοιχείο ταυτίζεται με τον «σοσιαλισμό», για άλλους με τον «καπιταλισμό». Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πλέον παρά μια ηθική ή «εργαλειακή» κατηγορία προπαγάνδας, ένα στοιχείο που στεφανώνει το οικοδόμημα.
Ένας στωικός ή ένας άθεος δεσμεύονται κι αυτοί στο όνομα ορισμένων ηθικών πεποιθήσεων. Γι’ αυτό όλες οι χριστιανικές αρετές καταρρέουν μπροστά στο ερώτημα: «Μήπως δεν κάνουν και οι εθνικοί το ίδιο;» (Ματθαίος 5,47). Η αγιότητα δεν είναι καθόλου αρετή, αλλά αντανακλαστικό του υπερβατικού. Όταν το ηθικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον Λόγο, κάθε ηθική προοπτική ανατρέπεται, διότι η χριστιανική υπερβατικότητα δεν είναι εκείνη των αιχμαλώτων υπαρξιστών μέσα σε έναν κλειστό κόσμο, αλλά εκείνη που αγκαλιάζει τον κόσμο στο σύνολό του.
Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και εξής, η δύναμη της Εκκλησίας πάνω στην ιστορία δεν ασκείται ούτε πάνω από αυτήν ούτε μέσα σε αυτήν, αλλά ταυτίζεται με τις κοσμικές δομές του κόσμου. Έτσι, ο φεουδαρχικός, ο αστικός, ο προλεταριακός χριστιανισμός χάνει εντελώς τη δύναμή του να αποκαθιστά τα πάντα σε ανώτερο επίπεδο. Ο μοναχισμός είναι προϊόν μιας εξέγερσης εναντίον της αλλοτρίωσης της Εκκλησίας από την Αυτοκρατορία· μόνο ο ηρωισμός της ερήμου φαινόταν τότε ικανός να ανταποκριθεί στις απόλυτες απαιτήσεις του Ευαγγελίου. Η Εκκλησία —δυναμικό μυστήριο— νύμφη που αναμένει τον Βασιλιά της, έγινε μια «θρησκευτική κοινωνία» υποταγμένη στους νόμους της φυσικής εξέλιξης. Οι συνέπειες είναι καταστροφικές.
Η Ενανθρώπηση συγγενεύει με τον αιώνα. Ο ναός έχει γίνει μια τεράστια «ασφαλιστική εταιρεία» για την αιώνια ζωή: ελάχιστο ρίσκο (το στοίχημα του Πασκάλ), μια τεχνική παρηγοριάς βασισμένη σε «τεχνάσματα» προσαρμοσμένα σε κάθε περίπτωση. Η χριστιανική πίστη παρουσιάζεται ως ασφαλής επένδυση ζωής και η θεία κοινωνία προσφέρεται σαν ένα είδος χαπιού με βάση την αιωνιότητα. Επηρεασμένος από την αστάθεια των τρεχουσών αξιών, ο άνθρωπος προσκολλάται σε ό,τι του απομένει, δηλαδή στη «σταθερότητα» των πνευματικών αξιών· όμως αυτό αντιστρατεύεται ουσιαστικά την πνευματική τάξη: χάνοντας το κιρκεγκωριανό αίσθημα που σε κάνει να νιώθεις χίλια λεύγες κάτω από τη θάλασσα, και αναζητώντας εγγυήσεις της σωτηρίας, ο άνθρωπος τελικά υπονομεύει την ίδια τη σωτηρία. Η χριστιανική αστική τάξη έκανε το Ευαγγέλιο τη βέλτιστη προέκταση των ανθρώπινων προσδοκιών προς τον καλύτερο δυνατό κόσμο: τη Βασιλεία του Θεού. Η ευσεβιστική και γλυκερή αισιοδοξία, κενή από κάθε τραγικό βίωμα, είναι εκείνη που οδήγησε στην απώλεια τον ιστορικό χριστιανισμό. Στην πραγματικότητα, το Ευαγγέλιο είναι εκ φύσεως απροσάρμοστο και εκρηκτικό· απαιτεί μια μεταμόρφωση, μια μετάνοια που συντρίβει όχι μόνο τις ιστορικές μορφές αλλά και την ίδια την ιστορία.
Εξαιτίας αυτής της θεμελιώδους εσωτερίκευσης της αλήθειάς του, ο χριστιανισμός δεν μπορεί να παράγει δική του επιστήμη, φιλοσοφία ή πολιτική· δεν υπάρχουν χριστιανοί φιλόσοφοι, όπως δεν υπάρχουν χριστιανοί μπακάληδες. Υπάρχουν μόνο εκχριστιανισμένοι άνθρωποι που ασκούν σωστά ή λανθασμένα την τέχνη, την ιατρική ή το εμπόριο. Δεν μπορείς να αποκτήσεις χριστιανικά μαθηματικά, αλλά μπορείς να είσαι χριστιανός. Κάθε έκφραση εξαρτάται από την πηγή της, ποτέ όμως από τον σκοπό της. Ακόμη κι αν φέρεις σε ένα σπίτι ένα δοχείο με αγιασμό και κολλήσεις στον τοίχο ένα βιβλικό χωρίο, δεν θα κάνουν εκείνο το σπίτι ecclesia domestica.
Όμως ο σημερινός χριστιανός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που προσθέτει στο σύνολο των γνώσεών του το αξίωμα της υπάρξεως του Θεού. Η διαφορά μεταξύ πιστών και απίστων συνίσταται στο ότι οι πρώτοι είναι κάπως πιο κεκλιμένοι προς τη μεταφυσική από τους δεύτερους. Άλλοι πιστεύουν στην αλλοπαθητική, άλλοι στην ομοιοπαθητική, άλλοι τέλος εφαρμόζουν την τεχνική της προσευχής· οι κλινικές παρατηρήσεις του Καρέλ δείχνουν ότι το μυστικό στοιχείο αυξάνει την αντοχή των ασθενών· οι θεραπευτές αποδεικνύουν ότι η υγεία ωφελείται από την πίστη· το θαύμα διοχετεύεται κοινωνιολογικά και ανυψώνεται σε υγιεινο-αποδεικτική δύναμη. Στη νοοτροπία και στη συμπεριφορά των χριστιανικών μαζών δεν υπάρχει πλέον τίποτε που να βρίσκεται υπεράνω, που να υπερβαίνει το κοινότοπο, που να διακηρύσσει την υπερβατικότητα με την ίδια του την ύπαρξη. Η πίστη εμφανίζεται ως λειτουργικό στοιχείο, χαρακτηριστικό ενός τύπου ή μιας κοινωνιολογικής κατηγορίας· αυτή η πραγματικότητα αδειάζει το χριστιανικό μήνυμα από κάθε μεταμορφωτική δύναμη.
Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί ο αποκλειστικά κοινωνιολογικός χριστιανισμός δεν μπορεί πλέον να ελκύσει. Συναντά κανείς αλλού ανθρώπους παθιασμένους, διψασμένους για μεγαλείο, που καταβάλλουν απελπισμένη προσπάθεια να φθάσουν ψηλότερα, σε αυτό που αποκαλείται ο καθαρός πυρήνας της ύπαρξης. Εντυπωσιαζόμαστε όμως όταν διαπιστώνουμε τη φτώχεια του ανθρώπινου υλικού στις ενορίες, όταν βλέπουμε τον μεγάλο αριθμό μετρίων ανθρώπων που αναζητούν αντισταθμίσματα· θα έλεγε κανείς ότι όλοι αυτοί βρίσκονται εκεί επειδή ονειρεύονται να καταλάβουν τις πρώτες θέσεις στη Βασιλεία του Θεού. «Ο Θεός εξέλεξε, όχι επειδή δεν ήξερε να επιλέξει, «τα μωρά του κόσμου εξέλεξε ο Θεός, ίνα καταισχύνη τους σοφούς» (Α΄ Κορινθίους 1,27-28). Όμως το χριστιανικό πλήθος θεωρεί τον εαυτό του πολύ σοφό όταν αποφεύγει σαν πανούκλα καθετί «μωρό», καθετί που συνεπάγεται υπέρβαση, καθετί μυστικό, δηλαδή τον ίδιο τον πυρήνα του Ευαγγελίου. Αντί να καταισχύνει τον κόσμο, συγχέεται μαζί του, μετατρεπόμενο σε αδιαφανή και άχρηστη σκόνη.
Κατά τον Μεσαίωνα, η Εκκλησία διέθετε ένα φοβερό όπλο: τον φόβο της κολάσεως. Με τον καιρό, η μυστική αντίληψη περί υπάρξεως διαλύθηκε και ο διάβολος, μαζί με ολόκληρη την κολασμένη συνοδεία του, δεν είναι πλέον παρά μια γελοία ιστορία για να αποκοιμίζονται τα παιδιά. Ο Παράδεισος επίσης δεν ανήκει πια στην πνευματική εμπειρία του ανθρώπου και γίνεται, όπως και η κόλαση, μια καθαρή αφήγηση. Όμως, ακόμη κι αν ο φόβος της κολάσεως και η μακαριότητα της Βασιλείας είναι εξωτερικά προς τον άνθρωπο, εκείνος διαθέτει ακόμη την αλήθεια ως νόημα της ύπαρξης. Και ακριβώς εκεί είναι ο σύγχρονος άνθρωπος πιο ευάλωτος, πιο εύκολα προσβάσιμος. Το κακό φράζει όλες τις διεξόδους, βασιλεύει αδιαμφισβήτητα και ανεπανόρθωτα, και ο άνθρωπος υποφέρει και κάνει και τους άλλους να υποφέρουν. Ο κόσμος έπεσε, αλλά το ύψος από το οποίο έπεσε δεν υπάρχει πλέον. Δεν υπάρχουν πλέον ένοχοι, η έννοια της αμαρτίας έχει αδειάσει από κάθε νόημα και η συγχώρηση χάνει τραγικά κάθε λόγο υπάρξεως. Κανείς δεν αναζητεί πλέον τη συγχώρηση, διότι όλοι είναι δυστυχισμένα θύματα μιας τύχης που τους έριξε σε αυτή τη ζωή· δεν τους απομένει παρά να γίνονται όλο και πιο αναίσθητοι, ξεχνώντας τον εαυτό τους· ή να ζουν υπερήφανα, έξω από κάθε Λόγο· ή να επιχειρούν τουλάχιστον την ανακατασκευή του ανθρώπινου τύπου, εκκαθαρίζοντας κάθε υπόλειμμα μεταφυσικής αγωνίας. Ο άνθρωπος ζει μέσα στην ασυνέχεια, παρασυρμένος από ένα ρεύμα με κοφτούς ρυθμούς και βυθισμένος σε μια συγκοπτόμενη διάρκεια.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




















ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΡΑΦΗ (1)

 

1. ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ 

Στόν κόσμο μας συμβαίνουν πολλά καί διάφορα δεινά· ἀδικίες, δολοφονίες, αἱματοχυσίες, κ.ἄ. Τ' ἀκοῦμε, καί τά βλέπομε καθημερινά. 
Όμως: Τα κακά αὐτά, ὅσο φοβερά καί ἄν εἶναι, ὠχριοῦν (!) μπρός στό ἕνα καί μοναδικό κακό, πού ἔγινε ποτέ στον κόσμο: 
Στο ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. 
Ἡ ἁμαρτία αὐτή σάν μιά πολύτεκνη μητέρα «γέννησε» τα τόσα πολλά και φοβερά δεινά, πού βασανίζουν τον κόσμο μας. 
Ας δοῦμε, πως συνέβη. 
Τί θα λέγαμε, ἄν κάποιος συνετός ἄνθρωπος, ἄφηνε τήν πολυτελεστάτη βίλλα του γιά ἕνα ὀρνιθῶνα ἤ κοτέτσι; Δέν θά ἀπορούσαμε γιά τήν ἐπιπολαιότητά του, τήν βλακεία του αὐτή; 
Αν μᾶς σκανδαλίζει τό γεγονός αὐτό, ἄς φαντασθοῦμε πόσο μᾶς σκανδαλίζει, τό πῶς οἱ ἅγιοι καί θεόπτες ἔνδοξοι πρωτόπλαστοι, αντί γιά τόν πανέμορφο Παράδεισο προτίμησαν ἀγκάθια καί τριβόλους. 
Πῶς τά «κατάφεραν» καί ἔχασαν τόν Παράδεισό τους. Πῶς; 
Από τόν παράδεισο δέν βγῆκαν από μόνοι τους. Τούς ἔβγαλε ὁ διάβολος[1].
Ὅμως: Τό νά βγάλει ἀνθρώπους ἀπό τόν Παράδεισο (καί ὄχι ἀπό τήν Κόλαση), ἦταν ἄκρως δύσκολο. Καί ἡ δυσκολία γινόταν ακόμα πιό μεγάλη, γιατί δέν εἶχε να κάνει μέ ἁπλούς ανθρώπους, ἀλλά μέ ἀνθρώπους που στολίζονταν ἀπό τό θεῖο φῶς καί ἀπό τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶχε δηλαδή να κάνει μόνο μέ θεόπτες, ἀλλά καί μέ σοφούς ἀνθρώπους. 
Ἴσως πρώτη φορά στην «καριέρα» του βρέθηκε σε τέτοια δυσκολώτατη περίπτωση. Γι' αὐτό, ἔβαλε κάτω ὅλη του την πανουργία, καταστρώνοντας τό σατανικό του σχέδιο. 
Το σχέδιο προέβλεπε: 
• Νά μήν ἐμφανισθεῖ στόν ἄνδρα ('Αδάμ), ἀλλά στήν γυναίκα (Εὔα). 
• Νά τήν ξεγελάσει μέ «γλυκόλογα». 
• Να χρησιμοποιήσει σάν ὄργανο τό φίδι. 
Το φίδι: Σήμερα, καί μόνο πού ἀκοῦμε τή λέξη «φίδι», δέν νοιώθομε εὐχάριστα. Όμως τότε τό φίδι ἦταν οἰκεῖο, φίλος πρός τόν ἄνθρωπο. Καί ὄχι μόνο. Αλλ' εἶχε καί κάτι, πού δέν εἶχε κανένα ἄλλο πλάσμα: «ἦν φρονιμώτατον πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπί γῆς» (Γεν. 3:1). Ήταν τό πιό ἔξυπνο ἀπ' ὅλα τά ζῶα τοῦ Παραδείσου. 
Καί ὁ παμπόνηρος, προκειμένου να σιγουρευθεῖ καί νά κάνει καλά τήν δουλειά του, τό μεταχειρίσθηκε σάν ὄργανό του. 
Στήν Εὔα: Ζύγισε (ὁ διάβολος) τόν 'Αδάμ, ζύγισε καί τήν Εὔα. Καί εἶδε πώς ἡ γυναίκα ἔχει πολύ συναίσθημα. Ενθουσιάζεται καί παρασύρε ται πολύ πιό εὔκολα ἀπό τόν ἄνδρα. Γι' αὐτό, προτίμησε να μιλήσει στήν Εὔα. Καί μάλιστα τή στιγμή πού ἦταν μόνη της. (Δέν ἐνόχλησε καθόλου τόν Αδάμ. Εἶχε ἐμπιστοσύνη στην Εὔα.) 
Τα «γλυκόλογα»: Το πιο κρίσιμο σημεῖο τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἦταν πῶς θά μιλοῦσε στήν σοφή καί ἁγία Εὔα. Τί ἀκριβῶς θά τῆς ἔλεγε, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Καί μία λέξη ἄν τοῦ ξέφευγε, ἡ Εὔα ἦταν σε θέση να καταλάβει, ἤ ἔστω νά ὑποψιασθεῖ, πώς κάτι δέν πάει καλά. Γι' αὐτό ὁ πονηρός ἦταν ἐδῶ πολύ προσεκτικός. Κάθε λόγος πού ἔβγαινε ἀπό τό βρώμικο στόμα του, ἦταν «ζυγισμένος». 
Ρωτᾶ τήν Εὔα: 
«Γιατί ὁ Θεός σᾶς ἀπαγόρευσε να φᾶτε ἀπό ΚΑΘΕ δένδρο τοῦ παραδείσου;» (Γεν. 3:1). 
Μέ τήν ἐρώτηση «γιατί ὁ Θεός;» δείχνει, πώς τάχα νοιάζεται γιά τήν Εὔα. Εμφανίζεται δηλαδή σάν κηδεμόνας της ( ̔́Αγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλ. ΙΣΤ. εἰς Γεν.). Αὐτό καί μόνο θά ἔπρεπε νά ἐξοργίσει τήν Εὔα. Καί νά πεῖ στόν διάβολο: «Πῶς τολμᾶς καί ἐκστομίζεις τέτοια πράγματα γιά τόν Πλάστη καί Θεό μου; Πῶς;». Αλλ' ἡ Εὔα παγιδεύθηκε. Δελεάσθηκε ἀπό τό «ἐνδιαφέρον» τοῦ διαβόλου. Καί ἄνοιξε μαζί του συζήτηση. 
- Από τόν καρπό κάθε δένδρου (λέει στον διάβολο) μποροῦμε νά φάμε. Από τόν καρπό του δένδρου πού εἶναι στη μέση τοῦ Παραδείσου, διέταξε νά μήν φάμε, γιά νά μήν πεθάνομε (Γεν. 3:3). 
Καί ὁ παμπόνηρος τῆς ἀπαντᾶ: 
-  Ὄχι! Δέν θά πεθάνετε, ἅμα φᾶτε. Σᾶς ἀπαγόρευσε να φάτε, γιατί ἤξερε, ὅτι τήν ἡμέρα πού θά φᾶτε, θά ἀνοίξουν τα μάτια σας. Καί θά τοῦ 'μοιάσετε. Καί θά γνωρίσετε το κακό καί τό καλό! (Γεν. 3:5) 
Τρία εἶναι ἐδω τά ἀξιοπρόσεκτα σημεία: 
• Ὁ μέν Θεός εἶπε στους πρωτοπλάστους, πώς ἅμα φᾶνε ἀπό τό ἀπαγορευμένο δένδρο θά πεθάνουν, ὁ δέ διάβολος λέει στην Εὔα τό ἀντίθετο: «.....θεοί ἔσεσθε» (Γεν. 3:5). Θα γίνουν θεοί, πού ποτέ δέν θά πεθαίνουν. 
Ἔπρεπε νά βρεῖ κάτι, πού νά ἐρεθίσει τήν γυναικεία ματαιοδοξία. 
• Ὁ διάβολος είχε σά στόχο να βγάλει τους πρωτοπλάστους ἀπό τόν Παράδεισο. Αλλ' αὐτό δέν τό ἀπεκάλυψε στην Εὔα. Δέν τῆς εἶπε ὠμά καί καθαρά «πρέπει νά βγεῖς ἀπό τόν Παράδεισο». Ἤξερε πώς, ἄν τῆς τό ἔλεγε, θά ἀπετύγχανε παταγωδῶς. Γι' αὐτό καί τό ἀπέκρυψε. 
Οἱ πρωτόπλαστοι δηλαδή ἔμειναν μέ τήν ἐντύπωση, πώς θά εἶναι στον Παράδεισο, και μάλιστα σάν θεοί![2] 
• Ο παμπόνηρος δέν ἐστράφη εὐθέως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Δέν Τόν κακολόγησε. Δέν εἶπε στήν Εὔα πώς ὅποιος σᾶς ἀπαγορεύει νά φᾶτε ἀπό τόν καρπό αὐτό, εἶναι φθονερός κ.ἄ. γιά νά μή φανεῖ (ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), πώς ὁμιλεῖ ὡς ἐχθρός, ἐνῶ αὐτός προσποιεῖτο, πώς μιλοῦσε ὡς σύμβουλος και κηδεμόνας. Αν κατηγοροῦσε τόν Θεό, θά ἔβαζε τήν Εὔα σέ ὑποψίες. Όμως μέ τά λεγόμενά του ἄφησε νά ἐννοηθεῖ, πώς ὁ Θεός εἶναι φθονερός, πονηρός κ.ἄ. (Ὁμιλ. Β', Περί Ειμαρμένης καί Προνοίας). Καί ἔτσι τους ξεγέλασε... 
«Καί εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλόν τό ξύλον εἰς βρῶσιν» (Γεν. 3:6). 
Τό ἀπαγορευμένο δένδρο δέν διέφερε σε τίποτε ἀπό τ' ἄλλα δένδρα τοῦ Παραδείσου. Δέν εἶχε κάτι τό ξεχωριστό, ὥστε νά προκαλεῖ. Καί ὅμως ἡ Εὔα τώρα το λιγουρεύεται. 
Γιατί ἄραγε; Δέν τό ἔβλεπε καί πρίν; Βεβαίως καί τό ἔβλεπε. Όμως πρίν τό ἔβλεπε ἀδιάφορα. Η σκέψη της δέν «κολλοῦσε» πάνω του. Τώρα, καί ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ διαβόλου, τό βλέπει μέ ἄλλο μάτι. Η σκέψη της «κόλλησε» σ' αὐτό. Τό περιεργάζεται. Ἡ φαντασία της ὀργιάζει.[3] 
Αποφασίζει να το φάει. 
Κάπου ἐκεῖ κοντά βρίσκονταν καί ὁ ἄνδρας Καί σάν καλή σύζυγος, θά ἔπρεπε νά τοῦ ἐκθέσει τό σκεπτικό της. Να το συζητήσει μαζί του, να ζητήσει την γνώμη του. 
Τόν περιφρόνησε. Τῆς καρφώθηκε ἡ ἀπατηλή ἰδέα, πώς ἡ σκέψη της, είναι τετραγωνικά σωστή. Δέν χρειάζεται τήν ἄποψή του. 
Κάνει τα πρώτα βήματα. Ἡ εὐαίσθητη συνείδησή της ἀντιδρᾶ. Ὅμως μεθυσμένη ἀπό τή ματαιοδοξία, δέν δίνει σημασία. Προχωρεῖ. Φθάνει στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Απλώνει τρέμοντας τό χέρι της. Αρπάζει τόν καρπό καί τόν καταβροχθίζει... 
Γεύεται ἤδη τούς πικρούς καρπούς τῆς ἁμαρτίας: Τύψεις. Ενοχές. Παρόλα αυτά θέλει να μπλέξει καί τόν σύζυγό της! 
Τόν πλησιάζει ταραγμένη. 
Ο Αδάμ βλέπει τώρα μιά ἀλλοιώτικη Εὔα. Πρώτη φορά βλέπει τη γυναίκα του τόσο διαφορετική. Παρόλο αυτό, δέν προβληματίσθηκε. Ἔφαγε κι' αὐτός ἀπό τό ἀπαγορευμένο δένδρο. 
• «...διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τῶν δύο, καί ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν» (Γεν. 3:7). 
Μά καί πρίν ἦσαν γυμνοί (Γεν. 2:25). Πῶς τώρα «ἀνεκάλυψαν» τήν γύμνια τους; 
Πρίν τό γυμνό τους σῶμα εἶχε σάν κάλυμμα τό θεῖο φῶς. Αμαρτάνοντας, ἔχασαν τό θεῖο φῶς. Ἔχασαν τήν ἄϋλη στολή. Ξεγυμνώθηκε δηλαδή ἡ ψυχή της. Καί ὅταν ξεγυμνώνεται ἡ ψυχή, ξεγυμνώνεται καί τό σῶμα. 
«...καί ἔρραψαν φύλλα συκῆς, καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα». 
Εἶδαν τό σῶμα τους γυμνό, και ντράπηκαν. Σάν ἀνδρόγυνο ντρεπόταν ὁ ἕνας να κοιτάξει τόν ἄλλο. Καί ἡ ντροπή ἔφερε αυτόματα τήν συγκάλυψη. Κάλυψαν (ἐνστικτωδῶς) τά «ἀπόκρυφα» μέλη του σώματος (δείχνοντας μ' αὐτό πώς τό «μυαλό» τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου στρέφεται γύρω ἀπό τήν περιοχή αυτή...). 
Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός «κινεῖ γῆ καί οὐρανό» γιά νά τούς ὁδηγήσει στη μετάνοια, μέ ἀπώτερο σκοπό νά μή χάσουν τόν Παράδεισο. Προσποιεῖται ἄγνοια γεγονότων. Μήπως καί φιλοτιμηθοῦν καί ὁμολογήσουν τό ἁμάρτημά τους. Τρεῖς φορές (δύο τόν 'Αδάμ καί μία τήν Εὔα) τούς κάλεσε μέ τρόπο σέ μετάνοια, ἀλλά καί στίς τρεῖς φορές ἀπέρριψαν τήν πρόσκληση. Τέτοια πώρωση. Πρώτη κλήση: «Αδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. 3:10) 
Πόσο στοργικά. Πόσο διακριτικά τοῦ ὁμιλεῖ ὁ Θεός. Δέν τοῦ λέει «Βρέ ἁμαρτωλέ, τί ἔκανες;», ἀλλά «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;». Τόν καλεῖ μέ τό ὄνομά του. Καί χωρίς νά τόν ἐλέγχει γι' αὐτό πού ἔκανε. Διότι: 
• Ο Αδάμ εἶναι πληγωμένος ἀπό τό βέλος τῆς ἁμαρτίας. Βρίσκεται δηλαδή σέ ἄσχημη ψυχολογική κατάσταση. Καί ὁ  ̓Αγαθός Θεός σάν σοφός παιδαγωγός δέν θέλει, ἐλέγχοντάς τον, νά τοῦ ἐρεθίσει τήν πληγή. 
«Ποῦ εἶ;» Οἱ δύο αὐτές λεξούλες σέ μᾶς δέν λένε τίποτε. Όμως στόν ἔνοχο 'Αδάμ, λένε πολλά. Τόν κάνουν να σκεφθεῖ τήν ἁμαρτία του, ἀνοίγοντας ἔτσι τήν ὁδό τῆς μετανοίας. Γνωρίζοντας δηλαδή ( ὁ Θεός) πόσο δύσκολο είναι γιά τόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ (καί γιά τόν κάθε ἁμαρτωλό), να ὁμολογήσει τό ἁμάρτημά του, προσπαθεῖ μέ τόν τρόπο του αὐτό νά τοῦ δώσει θάρρος μήπως και ἀνοίξει τήν καρδιά του. 
Ἀλλά ὁ  ̓Αδάμ (πού ἄστραφτε σάν τόν ἥλιο) μένει ἀσυγκίνητος. Καί ὄχι μόνο. Αλλά προσπαθεῖ μέ ψεματάκι να ξεγελάσει τόν Θεό: «Ακουσα τήν φωνή σου καί  φοβήθηκα. Είμαι γυμνός και κρύφθηκα» (Γεν. 3:10). 
Ω, τῆς πωρώσεως. Ὁ Θεός τόν καλεῖ σέ μετάνοια κι ̓ αὐτός τρέχει να κρυφθεῖ ἀπό τόν Θεό,[4] πού εἶναι πανταχοῦ παρών. 
Τόν ξευτέλισε, τόν μώρανε ἡ ἁμαρτία. 
Δεύτερη κλήση: Καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, παρόλο πού βλέπει τόν 'Αδάμ νά Τόν κοροϊδεύει ἐν ψυχρῷ, ἐξακολουθεῖ νά τοῦ ὁμιλεῖ ἤρεμα καί στοργικά. (Σκοπός του εἶναι πῶς νά μαλακώσει τήν ψυχή του, καί ὄχι πῶς νά τήν σκληρύνει πιό πολύ· πῶς νά σώσει τό ἀπολωλός καί ὄχι πῶς νά το μαστιγώσει.) 
- «Ποιός σοῦ εἶπε (λέει στον 'Αδάμ), πώς εἶσαι γυμνός; Εκτός ἐάν ἔφαγες ἀπό τό δένδρο πού σοῦ ἀπαγόρευσα να φᾶς...». 
Τώρα ὁ Θεός τόν εὐκολύνει ἀκόμα περισσότερο. «Εκτός ἐάν ἔφαγες...», τοῦ λέει. 
Ἐδῶ ὁ  ̓Αδάμ «στριμώχθηκε». Τί νά ἔλεγε; Πώς δέν ἔφαγε; Μά ὁ Θεός ἤξερε τα πάντα. Ὅμως ἡ ἀμετανοησία του βρῆκε και πάλι τρόπο να ξεφύγει. Ομολόγησε ἐμμέσως ὅτι ἔφαγε, πλήν ὅμως δέν ἔδειξε μετάνοια. Είπε στο Θεό: 
- «Ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες, αὐτή μοῦ ἔδωσε νά φάω». 
«Πού μοῦ ἔδωσες», τοῦ εἶπε. Σά νά τοῦ ἔλεγε: «Φταῖς ἐσύ, καί ἡ γυναίκα μου. Εγώ είμαι ἀθῶος». 
Τρίτη κλήση: Ἡ Εὔα παρακολουθοῦσε ἐναγωνίως τήν κρίσιμη αυτή συζήτηση. Καί ἔβλεπε, πώς ὅπου νάναι, θα 'ρθεῖ καί ἡ δική της ἡ σειρά γιά «ανάκριση». Μέσα της, λοιπόν, «δούλευε» τήν ἀπάντηση, πού θά ἔδινε στόν Θεό. 
Ὁ Ἀγαθός Θεός τήν πλησιάζει· τήν ρωτά μέ στοργή καί μέ διάκριση, μήπως καί συγκινηθεῖ: 
- Γιατί τό ἔκανες αὐτό; 
Κι' αὐτή Τοῦ ἀπάντησε «ξερά»: 
- Το φίδι μέ ἐξαπάτησε. 
Ο Αδάμ παρέπεμψε τόν Θεό στην Εὔα, κι' αὐτή στο φίδι. Ὁ Παντοκράτωρ Κύριος καταδέχθηκε καί παίχθηκε «μπαλάκι» ἀπό τά πλάσματά Του. Από ἀγαθότητα καί Φιλανθρωπία. Μήπως καί μετανοήσουν. Αλλ' οὔτε ὁ  ̓Αδάμ μετάνοιωσε, οὔτε καί ἡ Εὔα. Ηταν καί θεόπτες. 
Ας σκεφθοῦμε πόσο δύσκολο είναι να μετανοιώσει ὁ ἁμαρτωλός, πού οὔτε θεόπτης εἶναι, οὔτε καί πεῖρα Παραδείσου ἔχει. Καί ὅμως ὀφείλει να μετανοήσει. Διαφορετικά, θα μείνει εκτός τοῦ Παραδείσου. 
Κάποτε μιά γάτα (λέει ἕνας μύθος τοῦ Αἰσώπου) ἀποφάσισε να παντρευθεῖ. Ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ γάμου. Ήρθαν καί οἱ καλεσμένοι. Ἡ γάτα καμάρωνε, ντυμένη στα νυφικά. Και ξαφνικά μυρίζεται ἕνα ...ποντίκι! Τώρα ξεχνᾶ τούς πάντες καί τα πάντα. Κάπου, σέ μιά γωνιά, βλέπει τό ποντίκι. Ντυμένη στά νυφικά, τρέχει γιά νά τό συλλάβει. Τό ποντίκι σαστισμένο πηγαίνει πέρα-δῶθε. Τό ἴδιο καί ἡ γάτα -νύφη. Κι ὁ γάμος διαλύθηκε... 
Κάτι ανάλογο συνέβη καί μέ τούς πρωτοπλάστους. Ἡ ψυχή τους είχε συνάψει γάμο μέ τόν Επουράνιο Νυμφίο. Όμως παρασύρθηκαν ἀπό τήν φιληδονία (ἀπό τήν βρώση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ), ξευτελίσθηκαν, καί διαλύθηκε ὁ γάμος τους. 
Ανθρωποι σάν τούς πρωτοπλάστους ὑπάρχουν πάντοτε. Καί σήμερα. 
«Αδάμ ποῦ εἶ;» Ἔτσι ἀναζητοῦσε ὁ Θεός τόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ, καλώντάς τον σέ μετάνοια. Καί ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α' Τιμ. 2:4). Αρα, ὅπως νοιάζονταν γιά τήν σωτηρία τῶν πρωτοπλάστων, νοιάζεται καί γιά τήν σωτηρία πάντων τῶν ἀπολωλότων προβάτων. Τα ἀναζητεῖ, τά «καλεῖ κατ' ὄνομα» (Ἰωάν. 10:3). 
Καί σένα, πού εἶσαι στήν ἁμαρτία, ὁ  ̓Αγαθός Θεός σέ προσκαλεῖ κοντά Του, καλώντας σε μέ τό ὄνομά σου: «...ποῦ εἶσαι;». 
Λοιπόν, τί κάνεις; Μιμείσαι μήπως τούς ἀνοήτους πρωτοπλάστους πού ἔτρεχαν να κρυφθοῦν, ἐμπαίζοντας τόν Κύριο;



[1]  Καί γιατί νά τούς βγάλει από τον Παράδεισο; Τί κακό τοῦ ἔκαναν;. Δέν ἄντεχε νά τούς βλέπει στον παράδεισο. Φθόνησε τη δόξα τους, Ἔσκαζε ἀπό τό κακό του. 

[2] Ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἴδιος (καί χειρότερος...). Ὅ,τι ἀπάτη ἔκανε στούς Πρωτοπλάστους, προσπαθεῖ νά κάνει καί στούς Χριστιανούς. Προκειμένου δηλαδή νά τούς κάνει να χάσουν τήν ψυχή τους, δέ τούς λέει ὠμά καί καθαρά «φύγετε ἀπό τόν Χριστό, και πηγαίνετε στην Κόλαση», γιατί κάτι τέτοιο ποτέ δέν θά τό ἔκαναν· ( ̔́Αγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Περί είμαρμένης και Προνοίας, Β'). Τούς ἀφήνει νά πιστεύουν στον Χριστό, νά εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τούς κάνει νά ἀσχολοῦνται μέ ὅλα τά θέματα, ἐκτός ἀπό τό πῶς νά σώσουν τήν ψυχήν τους! 
«Κακούργως», ὕπουλα τούς ἐξαπατά· χωρίς δηλαδή νά τό ἔχουν ὑποψιασθεῖ, τούς ὁδηγεῖ μακράν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ! «οὐκ εἰδότας αὐτούς ἐξαιρεῖ τῆς αἰωνίου ταύτης κληρονομίας» (Αὐτόθι). 

[3] Ἡ ἁμαρτία δέν ξεκίνησε ἀπ ̓ ἔξω (ἀπό τόν καρπό), ἀλλά ἀπό μέσα, ἀπό τήν σκέψη. Ἡ σκέψη ἔφερε τήν ἁμαρτία καί ὄχι ὁ καρπός αυτός καθ' ἑαυτός. 
Με άλλα λόγια, δέν φταίνε τα «πράγματα» πού ἁμαρτάνουν οἱ ἄνθρωποι (τό χρῆμα, τό κρασί, ἡ σάρκα κ.λ.π.), ἀλλά φταίει ἡ ἐσωτερική κακή σκέψη, διάθεση. 

[4] Ο Αδάμ, ὅσο ἦταν καθαρός, δέν εἶχε πρόβλημα μέ τόν Θεό. Ἔτρεχε κοντά Του, λαχταρώντας νά Τόν δεῖ. Όμως τώρα, πού λερώθηκε ἀπό τήν ἁμαρτία, νοιώθει ντροπή καί φόβο νά Τόν ἀτενίσει. Καί τρέχει να κρυφθεῖ! Κι' αὐτό σημαίνει: 
• Δέν φταίει ὁ Θεός πού οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπό κοντά Του, ἀλλά ἡ ἁμαρτία. 
• Δέν φταίει ἡ Ἐκκλησία, πού οἱ ἄνθρωποι (ιδιαίτερα οἱ νέοι) φεύγουν μακριά της, ἀλλ ̓ ἡ ἁμαρτία. 
• Δέν φταῖνε οἱ ἱερεῖς, πού οἱ ἄνθρωποι δέν ἐξομολογοῦνται, ἀλλ ̓ ἡ ντροπή καί ἡ ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας. 

 


ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A (1)

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ψυχολογικές θεωρήσεις τῆς πνευματικῆς ζωῆς
«Βάζω ἀρχή»»


Πῶς οἱ ἅγιοι βρέθηκαν στὴν ἀντίπερα όχθη

Γνωρίζουμε λίγο πολύ όλοι μας ότι μέσα στα κείμενα τῶν ἁγίων πατέρων (Βλ. στο βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας Το Μέγα Γεροντικόν, τ. Β. κος. Δ, απόφθ. 47 τ. Γ΄, κεφ. ΙΑ, άποψή 58, 78 τ... ΙΕ, απόψε. 7, κεφ. Κ΄, αποφθ. 13.) συναντούμε συχνά αὐτὴ τὴν προτροπή: Να βάζεις ἀρχή, να βάλεις ἀρχὴ ἢ βάζω ἀρχή, ἔβαλα ἀρχή, θα βάλω ἀρχή. Συναντοῦμε αὐτή τη φράση, αὐτή την προτροπή, αὐτή τη συμβουλή, ἀλλὰ καὶ οἱ σύγχρονοι χριστιανοί πότε-πότε τη λένε αυτή τη φράση. Φοβούμαι όμως ὅτι δὲν ξέρουμε ἀκριβῶς τι σημαίνει, καὶ τί θέλει νὰ πεῖ κανεὶς ἀναφέροντάς την. Δὲν βγαίνει τίποτε μὲ τὸ νὰ ἀναφέρει ἁπλῶς κανείς κάποια φράση που τὴν ἔλεγαν οἱ πατέρες ἢ που τη λένε καὶ σήμερα κάποιοι ἅγιοι ἄνθρωποι. Ὅλα τα θέματα πρέπει να τὰ γνωρίζει κανείς, ὅσο γίνεται, στο βάθος καὶ μετά, φυσικά, να προσπαθεί νὰ τὰ οἰκειωθεί, νὰ τὰ ἀφομοιώσει, νὰ τὰ ζήσει. Χωρίς καί τή γνώση δὲν γίνεται τίποτε.

Τι σημαίνει λοιπόν «βάζω ἀρχή;

Ἀπό ὅ,τι βλέπουμε στα κείμενα τῶν πατέρων, μπορεῖ κανείς νὰ λέει καὶ μάλιστα μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη να λέει «βάζω ἀρχή», «θά βάλω ἀρχή», ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ὄχι ἁπλῶς στὴν ἀρχή τῆς χρονιᾶς, ὄχι ἁπλῶς ὅταν βρισκόμαστε σε κάποιον σταθμό τῆς ζωῆς μας, ὄχι ἁπλῶς στὴν ἀρχὴ τῆς ἑβδομάδας, ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ καὶ τῆς καθεμιᾶς στιγμῆς.
«Βάζω ἀρχή». Ὄχι ἁπλῶς κανείς σκέπτεται ότι καλά εἶναι νὰ λέει καὶ νὰ κάνει κάτι τέτοιο, ἀλλά αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη συνεχῶς νὰ λέει «βάζω ἀρχή». Ὅσο πιο συχνά μάλιστα κανείς βάζει ἀρχή, τόσο καλύτερα εἶναι. Ἂν δὲν ξέρουμε ὅμως τη σημασία τῆς φράσεως, τότε, ἢ δὲν θὰ σκεπτόμαστε να κάνουμε κάτι τέτοιο ἢ θα μοιάζει λίγο σαν παιχνίδι ἢ ἀκόμη, ἄν θέλετε, και σαν κοροϊδία. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα.
Οι πατέρες αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη να βάζουν ἀρχή, νὰ ἀρχίζουν δηλαδή τη σωστή ζωή ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἀρχίζουν την πνευματική ζωή κάθε στιγμή. Μάλιστα, ὅπως γράφει κάποιος, οἱ ἅγιοι κάθε μέρα ἔβαζαν ἀρχὴ καὶ, χωρίς νὰ τὸ καταλάβουν, βρέθηκαν στὴν ἀντίπερα όχθη. Ἐνῶ, βάζοντας ἀρχή, μοιάζει νὰ εἶναι κανείς στὴν ἀρχὴ τῆς ἐδῶ ὄχθης, ὅμως κάνοντας αὐτό, λέει, βρέθηκαν στην ἄλλη ὄχθη.
Θὰ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀμέσως-ἀμέσως, γιὰ νὰ μυηθούμε λίγο στο θέμα, ἐν σχέσει μὲ αὐτό που λέμε γιὰ τοὺς ἁγίους, ὅτι βάζοντας συνεχώς ἀρχή, στο τέλος βρέθηκαν στην άλλη όχθη. Παιδάκι θέλει νὰ ἀνέβει τη σκάλα πού ὁδηγεῖ στήν ἄλλη ὄχθη. Ένα μικρό σπίτι που μένει. Σηκώνει το ποδαράκι του στο πρώτο σκαλοπάτι καὶ προσπαθεί να φέρει καὶ τὸ ἄλλο ποδαράκι του στο πρώτο σκαλοπάτι. Δὲν τὰ καταφέρνει καὶ πέφτει. Το παιδάκι ξαναπροσπαθεῖ καὶ πάλι δὲν τὰ καταφέρνει καὶ πάλι προσπαθεί και πάλι πέφτει. Συνεχίζει την προσπάθειά του, χωρίς να λαμβάνει ὑπ' ὄψιν του ὅτι ἀπέτυχε μία φορά, ἀπέτυχε δύο φορές... Καθόλου δὲν τὸ ἐπηρεάζει αὐτή ἡ πραγματικότητα.
Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πάνω στο πλατύσκαλο το παρακολουθεί, χωρίς νὰ τὴ βλέπει το παιδί της. Βλέποντας αὐτή την προσπάθεια τοῦ παιδιοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται καθόλου ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, κατεβαίνει, παίρνει το παιδί στὴν ἀγκαλιά, καὶ μονομιᾶς ἀνεβαίνει το παιδί ὅλα τὰ σκαλοπάτια. Θα λέγαμε ὅτι κάπως ἔτσι μοιάζει ἡ προσπάθεια του ἀνθρώπου νὰ ζήσει πνευματική ζωή τελικά όμως εἶναι ὁ Θεός που χαριτώνει τὸν ἄνθρωπο.
Καταλαβαίνουμε τώρα καλύτερα πῶς οἱ ἅγιοι, ἐνῶ ἔβαζαν συνεχῶς ἀρχή, βρέθηκαν στὴν ἀντίπερα ὄχθη. Γιὰ νὰ καταλάβουμε το όλο θέμα καλύτερα, θὰ ἤθελα νὰ τὸ δοῦμε λίγο καί ψυχολογικά. Νομίζω, θὰ μᾶς βοηθήσει αὐτή ἡ ἀνάλυση, αὐτή ἡ ψυχολογική θεώρηση τοῦ θέματος.

Τα τρία πατώματα τῆς ψυχῆς

Σύμφωνα μὲ αὐτά που λένε οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες, οἱ ψυχολόγοι, ἡ ψυχή μας, πού εἶναι, τρόπον τινά, σὰν ἕνα οἰκοδόμημα καὶ πού ἔχει πολύ καὶ ἄγνωστο περιεχόμενο, χωρίζεται σε τρία πατώματα.
Εἶναι πάνω-πάνω το συνειδητό, δηλαδή αὐτό τό ὁποῖο ὅλοι καταλαβαίνουμε στον ἑαυτό μας. Οἱ σκέψεις μας, τὰ αἰσθήματά μας, ἡ ὅλη διάθεσή μας πού συνειδητοποιούμε, πού ἐλέγχουμε, πού ξέρουμε. Πιό κάτω ἀπό αὐτό τό στρώμα εἶναι τὸ ὑποσυνείδητο. Τό περιεχόμενο τοῦ ὑποσυνειδήτου μᾶς εἶναι ἄγνωστο, ἀλλά, ἐπειδὴ εἶναι κοντά στο συνειδητό, ποῦ καὶ ποῦ μᾶς ἀφήνει λίγο να διαισθανθούμε τί περίπου μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μέσα σ' αὐτό. Ἀπό καμιά φορά, κάτι πετάγεται ἀπό ἐκεῖ καὶ βγαίνει στο συνειδητό.
Πιό κάτω, στο βάθος-βάθος, στὸ ὑπόγειο, ἄς ποῦμε, τῆς ψυχῆς μας, εἶναι τὸ ἀσυνείδητο. Το περιεχόμενο τοῦ ἀσυνειδήτου εἶναι terra incognita, ἄγνωστη γῆ, καὶ μᾶς εἶναι τελείως ἄγνωστο. Ἐνῶ λοιπόν ἐκεῖ μέσα ὑπάρχουν δικά μας βιώματα, δικές μας καταστάσεις, ὅμως, ἐπειδή εἶναι στο ἀσυνείδητο, στο σκοτεινό αὐτό ὑπόγειο, οὔτε ξέρουμε τί ἀκριβῶς ὑπάρχει οὔτε μποροῦμε νὰ ἐλέγξουμε αὐτό τό περιεχόμενο. Αὐτά τά βιώματα, κατά τη γλώσσα τῆς ψυχολογίας, εἶναι ἀπωθημένα, σπρωγμένα δηλαδή στο βάθος τοῦ ἀσυνειδήτου. Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, αὐτό το περιεχόμενο τοῦ ἀσυνειδήτου ἀποκτᾷ μιὰ αὐτονομία, κάνει ὅ,τι θέλει, δὲν μᾶς λογαριάζει, δὲν μᾶς ρωτάει.
Αὐτά βέβαια οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, προ παντός οἱ νηπτικοί πατέρες, τὰ γνώριζαν. Γι' αὐτὸ προτίμησαν οἱ ἴδιοι πρῶτα –καὶ ἔπειτα συμβούλευαν καὶ ἄλλους– να καθίσουν στην ἔρημο, στην ἡσυχία, καὶ νὰ προσπαθήσουν, λέγοντας τὴν εὐχή, νὰ πᾶνε βαθιά, μέχρι τα κατάβαθα τῆς ψυχῆς τους, γιὰ νὰ ἀρχίσουν να γνωρίζουν αὐτό το περιεχόμενο τοῦ ὑποσυνειδήτου, τοῦ ἀσυνειδήτου, νὰ τὸ ἐλέγχουν, καὶ νὰ μὴν εἶναι αὐτόνομο καὶ κάνει ὅ,τι θέλει.
Το ὅτι εἶναι αὐτόνομο, ὅλοι το ξέρουμε. Τη στιγμή που θέλεις να κάνεις κάτι σωστό, ἄλλη δύναμη βγαίνει ἀπό μέσα σου καὶ σὲ ἀναγκάζει να κάνεις κάτι ἄλλο, κάτι ποὺ δὲν τὸ θέλεις, καὶ ὅμως το κάνεις.

Ἡ χωριάτισσα καί ἡ καταπακτή μὲ τὰ σκουπίδια

Παλαιότερα στα σπίτια, στο πάτωμα ἑνός δωματίου ὑπῆρχε μια καταπακτή, ἕνα ἄνοιγμα, καὶ κάτω ἦταν τὸ ὑπόγειο. Ἂς φαντασθοῦμε ὅτι μια νοικοκυρά ἦλθε να κατοικήσει ἀπό τὸ χωριό στην πόλη. Χωριάτισσα μέν, ἀλλά τώρα ἤλθε στην πόλη. Και θέλει να κάνει τὴν ἀρχόντισσα. Θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ καὶ νὰ πεῖ: «Εγώ χωριάτισσα είμαι, χωριάτικα θά τά κάνω». Δὲν τὸ λέει ὅμως, μὴν ἐκτεθεῖ. Καθώς δεν ξέρει λοιπόν πῶς ἔχουν τα πράγματα, ντρέπεται να πάρει τα σκουπίδια καὶ νὰ τὰ βγάλει ἔξω. Ἀλλὰ τι να γίνει ὅμως, Ἔχει καὶ σκουπίδια.
Μια σωστή νοικοκυρά, ποὺ ἔχει σκουπίδια, δέν μπορεῖ νὰ τὰ κρατάει. Ως τὴν ὥρα ποὺ θὰ τελειώσει τὸ φαγητό, εἶναι ἐκεῖ καὶ τὰ σκουπίδια, αλλά μετά δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κρατήσει. Θὰ τὰ πάρει καὶ θὰ τὰ πάει ἔξω. Θὰ τὰ βάλει σε νάυλον σακούλες καὶ θὰ τὰ πάει ἔξω καὶ τέλειωσε. Τα σκουπίδια εἶναι ἀνύπαρκτα. Αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἐνῶ ἡ ἀρχοντοχωριάτισσα κάπως ντρέπεται καί, καθώς δεν λειτουργεί σωστά τὸ μυαλό της ἴσως ἕνεκα ἀγνοίας, θὰ τὰ κρύψει. Τώρα αὐτό φαίνεται πάρα πολύ τραβηγμένο, καθώς σή μερα στοίβες-στοίβες μαζεύονται τα σκουπίδια στους δρόμους, ἀλλὰ ὄχι τὰ παλαιότερα χρόνια.
Ἔτσι λοιπόν ἀρχίζει καὶ ρίχνει τα σκουπίδια μέσα στὸ ὑπόγειο, στην καταπακτή τοῦ σπιτιοῦ της. Ἂς ποῦμε, ρίχνει φλούδες ἀπό καρπούζια, πεπόνια, λεμόνια, πορτοκάλια, μπανάνες καὶ τέτοια. Αὐτά εἶναι σκουπίδια, ἀλλά κατά τὰ ἄλλα δὲν εἶναι κάτι τὸ φο-βερό. Σκουπίδια μέν, ἀλλὰ ὄχι κάτι το φοβερό. Ὅλη τὴν ὥρα κρατᾶς τη φλούδα τοῦ καρπουζιού στο χέρι, ἕως ὅτου να τελειώσεις. Δὲν εἶναι τίποτε το κακό, τὸ ἀηδιαστικό. Ἀλλά, ὅταν τελειώσεις ἐκεῖνο ποὺ τρώγεται, τὰ θὰ τὸ κάνεις τὸ ὑπόλοιπο; Είναι σκουπίδι. Όχι ἀηδιαστικό, ἀλλά εἶναι σκουπίδι. Πετάει λοιπόν ἡ ἀρχοντοχωριάτισσα τα σκουπίδια ἐκεῖ μέσα.
Μέσα ὅμως στο ὑπόγειο αὐτά σιγά-σιγά, σιγά-σιγά παύουν νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἦταν. Τὰ ἴδια αὐτά πράγματα, ἀλλά παύουν νὰ εἶναι αὐτό πού ήταν. Φυσικά δὲν ἐξαφανίζονται· ὑπάρχουν καὶ μάλιστα ἀλλοιώνονται. Ἄς ποῦμε οἱ καρπουζόφλουδες γίνονται πολτός κ.ο.κ. Ἀρχίζουν λοιπόν ὅλα να λιώνουν, νὰ μουχλιάζουν, καὶ ἄν τὰ δεῖς μετά, εἶναι ὅ,τι ἀηδιαστικό. Ἔτσι, θέλουμε δέν θέλουμε, ὅσο καθαρό κι ἄν ἔχουμε το σπίτι, ἐφόσον ὑπάρχει αὐτὸ τὸ περιεχόμενο στο ὑπόγειο, θά βγαίνουν ἀπό κεῖ κακοσμίες. Ἄν μάλιστα καμιά φορά φουσκώσουν αὐτά τα σκουπίδια καί πετάξουν το καπάκι τῆς καταπακτῆς καί βγοῦν, τό δωμάτιο θά γεμίσει ξαφνικά ἀπό ὅλα αὐτά καί θά ἔχει τὴν ἀνάλογη δυσοσμία. (Δέν ξέρω ἄν ἔχετε ὑπ' ὄψιν σας ὅτι, ὅταν κάνουν τσίπουρο, ρίχνουν μέσα σε κάδους τα σταφύλια, τὰ σύκα ἤ καί ἄλλους καρπούς νά βράσουν. Αὐτά, καθώς γίνεται ζύμωση, φουσκώνουν καί βγάζουν άναθυμιάσεις.)
Το δωμάτιο λοιπόν θά γεμίσει δυσοσμία καί σκουπίδια. Τα σκουπίδια πού εἶχε ρίξει μέσα ἡ νοικοκυρά, ἀλλὰ ὄχι ὅπως τὰ εἶχε ρίξει. Ὅπως εἴπαμε, ἀλλοιωμένα, ἀηδέστατα καί μέ κακοσμία. Τί πρέπει να γίνει; Βέβαια, τρομάζει ή νοικοκυρά, ἀλλά ἐκεῖνο πού χρειάζεται εἶναι νά ἀνασκουμπωθεῖ καὶ νὰ κάνει αὐτό πού δέν ἔκανε μέχρι τότε. Σιγά-σιγά νά τά βγάλει ἔξω, ἄς ντραπεῖ καί λίγο, ἄς ἐκτεθεῖ καὶ λίγο, για να καθαρίσει το σπίτι.
Ἔτσι λοιπόν, στο ὑποσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν σπρωγμένα διάφορα βιώματα ἀπό τά παιδικά μας ἀκόμη χρόνια. Καθώς μεγαλώνουμε, μᾶς συμβαίνουν πολλά ἀνεπιθύμητα πράγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δέν μποροῦμε νά ξεγλιτώσουμε, μα άν δέν τά ἀφομοιώσει κανείς σωστά μέσα στο συνειδητό του, τὰ σπρώχνει -εἶναι μια εὐκολία αὐτή στο ύποσυνείδητο. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀπωθημένα βιώματα, τα ὁποῖα ἔχουν αὐτονομία, σὰν νὰ ἔχουν δική τους κυβέρνηση, δηλαδή δική τους ἀρχή, δική τους έξουσία, καὶ κάνουν ὅ,τι θέλουν, ὅπως εἶπαμε.
Ἐσύ τώρα, ὁ καημενούλης, ὅποιος κι ἂν εἶσαι, ὅλοι μας δηλαδή, ὅταν ἀγνοοῦμε αὐτή τήν πραγματικότητα, πῶς θὰ ζήσουμε πνευματική ζωή; Θα κάνουμε φιλότιμες προσπάθειες, ἀλλὰ ὅσο μποροῦμε να καταλάβουμε καὶ ὅσο μποροῦμε νὰ ἐλέγξουμε τὸν ἑαυτό μας καί ὅσο μποροῦμε να βάλουμε τον ἑαυτό μας σ' ἕναν δρόμο. Όμως, κάθε τόσο τὰ ἀπωθημένα αὐτά βιώματα θα βγαίνουν ἀπό κεῖ μέσα ἀνεξέλεγκτα καὶ θα κάνουν τα δικά τους.



 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση



Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (20)


ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο άγιος Παύλος αναφέρεται στον χριστιανισμό ως σε έναν χάρτη της ελευθερίας του ανθρώπινου πνεύματος. Ο ευαγγελικός μαξιμαλισμός καταργεί τη μετρημένη και προσεκτικά δοσολογημένη μετριοπάθεια της μέσης οδού. «Ο Θεός δεν μας ζητά τόσα πολλά...» λέει η κοινή λογική του ενάρετου ανθρώπου, όμως ο Θεός μας ζητά τα πάντα και ακόμη κάτι παραπάνω. Οι Πατέρες της Ερήμου δεν έθεταν κανένα θεωρητικό πρόβλημα· ζούσαν απλώς μια απεριόριστη ελευθερία. Το παράδειγμά τους μας υπαγορεύει αδιάκοπα την αρετή της εσωτερίκευσης: κάθε άνθρωπος μπορεί να βρει τον χώρο της εσωτερικής ελευθερίας μόλις σταθεί ενώπιον του Προσώπου του Θεού. Η διδασκαλία του αγίου Παύλου επιβεβαιώνει αυτό που είχε ήδη βιώσει ο Επίκτητος: ακόμη και ένας δούλος έχει μέσα του την ελευθερία ενός βασιλιά. Μια τέτοια ελευθερία βρίσκει στον Θεό όχι τόσο ένα όριο —διότι ο Απεριόριστος δεν μπορεί να περιοριστεί— όσο τη μοναδική πηγή που καταπραΰνει τη δίψα της, τροφοδοτώντας το περιεχόμενό της πέρα από κάθε καταναγκασμό. Ο άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού, αλλά όχι απλώς και μόνο. Ο Θεός επιθυμεί την εκπλήρωση του θελήματός Του, όμως δεν βλέπει στον άνθρωπο έναν δούλο, αλλά έναν ελεύθερο υιό και φίλο του Χριστού.
Σε έναν κλασικό ορισμό, η ελευθερία είναι η ικανότητα της επιλογής. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η ανάγκη να επιλέγει κανείς, λέει, αποτελεί μια αδυναμία σύμφυτη με την πτώση στην αμαρτία. Η αληθινή ελευθερία είναι η απόλυτη ορμή που κατευθύνεται προς το Αγαθό χωρίς επιφυλάξεις ή ερωτήματα. Στο επίπεδο της αγιότητας, η επιλογή δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση της ελευθερίας. Βρισκόμενος πέρα από κάθε επιλογή, ο τέλειος άνθρωπος ακολουθεί άμεσα και αυθόρμητα την οδό του Αγαθού. Στην πιο λεπτή μορφή της, η ελευθερία δεν ανέχεται πλέον τις ίδιες τις αιτιολογίες της, αλλά τις δημιουργεί η ίδια. Ανυψώνεται εκεί όπου οι πιο ελεύθερες πράξεις είναι οι μόνες πλήρεις πράξεις. Ο Θεός δεν επιλέγει. Κατ’ εικόνα Του, οι πράξεις του αγίου υπερβαίνουν κάθε προτίμηση. Ο δισταγμός και η επιλογή, η αναζήτηση οδηγιών από την αυθεντία, είναι χαρακτηριστικά μιας βούλησης από αντιφατικές επιθυμίες που συγκρούονται αδιάκοπα μεταξύ τους. Η τελείωση συνίσταται στην απλότητα μιας φυσικής υπερφυσικής σύγκλισης ανάμεσα στην ανθρώπινη βούληση και τη βούληση του Θεού. Δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την υπέρβαση κάθε σχέσης εξωτερικότητας.

Η ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ

Αν αποδεχθούμε την ψευδή διαλεκτική (από τη μία πλευρά η εξουσία της Επισκοπής και από την άλλη η ελευθερία του Λαού του Θεού), τότε τα πάντα παραμορφώνονται, αντικειμενοποιούνται και καθίστανται δυσανάλογα, ακριβώς εξαιτίας της ανάγκης για μέτρο. Έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι η αυθεντία, όταν νοείται ως εξωτερική αξία, μεταβάλλει την ίδια της την ουσία. Μόλις εσωτερικευθεί, αποκτά μια εξαιρετικά παράδοξη αξία: η αυθεντία αρνείται τον εαυτό της, απορρίπτει κάθε εξουσία καταναγκασμού και ανυψώνεται σε ένα επίπεδο όπου ταυτίζεται με την Αλήθεια.
Η ανατολική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Θεός, ο Χριστός των Ευαγγελίων και η Εκκλησία δεν συνιστούν αυθεντία, δεδομένου ότι η αυθεντία είναι πάντοτε κάτι εξωτερικό προς εμάς. Αυτά, όμως, δεν είναι αυθεντίες που αλυσοδένουν, αλλά αλήθειες που ελευθερώνουν. Κάθε κατανομή κατά το πρότυπο των πολιτικών παρατάξεων θεμελιώνει μόνο την ελευθερία της επιλογής. Στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος πριν από την επιλογή· από τη στιγμή που η επιλογή του έχει γίνει, χάνει την ελευθερία του. Έχει επιλέξει μια αρχή η οποία αναγορεύεται σε αυθεντία, στην οποία πλέον θα υποταχθεί.
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο: η ελευθερία της επιλογής είναι ένα δικαίωμα που αρχίζει περιορίζοντας και καταλήγει καταργώντας την ίδια την ελευθερία ως τέτοια. Το Ευαγγέλιο, όμως, μας περιγράφει προφανώς μια διαφορετική κατάσταση. Μας καλεί να γνωρίσουμε και συνεπώς να επιλέξουμε το αντικείμενό του — την Αλήθεια — και αυτή η Αλήθεια μάς απελευθερώνει και μας καθιστά αληθινά ελεύθερους. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αντίθεση ανάμεσα στην αυθεντία και την ελευθερία τοποθετείται σε ένα εξωεκκλησιαστικό επίπεδο, όπου η επικράτηση της μίας ή της άλλης δεν οδηγεί καθόλου στην ελευθερία του Χριστού.
Η σχολαστική θεολογία πειράζεται πάντοτε από τα δικά της μέτρα: ένας επίσκοπος κατέχει το πλήρες μέτρο, ένας ιερέας κάτι λιγότερο, ενώ ένας λαϊκός ακόμη λιγότερο· εδώ η χάρη ενεργεί, εκεί απουσιάζει εντελώς. Όμως το Άγιο Πνεύμα πνέει όπου θέλει, και ποιος θα μπορούσε να το μετρήσει; Αισθανόμαστε την παρουσία Του, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτε για τυχόν ελλείψεις Του, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχουν.
Ένα από τα αρχαιότερα σύμβολα της πίστεως ομολογεί: «Πιστεύω στην Εκκλησία του Αγίου Πνεύματος»· αυτή η μυστηριώδης ταύτιση θέλει να πει: πιστεύω στην Εκκλησία, στην οποία έχει περισσέψει «χάρις αντί χάριτος», χωρίς κανένα μέτρο. «Ο νόμος (η αυθεντία) δόθηκε διά του Μωυσή, ενώ η χάρις και η αλήθεια (η ελευθερία) ήλθαν διά του Ιησού Χριστού» (Ιωάν. 1, 17): «Ο Θεός δεν δίδει το Πνεύμα με μέτρο» (Ιωάν. 3, 34). Η δίψα για αληθινή ελευθερία είναι η δίψα για το Άγιο Πνεύμα που ελευθερώνει πλήρως.
Η Σιμόν Βέιλ μιλά γι’ αυτή τη δίψα ως εξής: «Να επικαλείσαι απλώς το Πνεύμα· μια κραυγή, ένα κάλεσμα. Όπως όταν δεν αντέχεις πια από τη δίψα, όταν δεν φαντάζεσαι πλέον την πράξη του να πίνεις, ούτε γενικά ούτε σε σχέση με την ίδια· φαντάζεσαι μόνο το νερό, το νερό ως τέτοιο, και εκείνη η εικόνα του νερού είναι η κραυγή ολόκληρης της ύπαρξής σου...».
Μια τέτοια δίψα την καταπραΰνει η Εκκλησία, βιωμένη ως αδιάκοπη κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, ως μόνιμη υπεραφθονία χάριτος: «Και όποιος διψά ας έλθει· όποιος θέλει, ας λάβει δωρεάν το ύδωρ της ζωής» (Αποκ. 22, 17). Αυτή είναι η ίδια η ουσία της Εκκλησίας: όχι τόσο αυθεντία όσο άφθονη πηγή, χάρις επί χάριτος, ελευθερία που προστίθεται στην ελευθερία και εξαλείφει κάθε «αντικειμενοποίηση», κάθε σύγκρουση, κάθε φόβο δούλου.
Η πτώση στην αμαρτία δεν είναι παρά η διαστροφή των εσωτερικών σχέσεων που είχε θεσπίσει ο Θεός. Πριν όμως από αυτήν, ο Όφις είχε ήδη διαστρέψει την παραδείσια κατάσταση, υποβάλλοντας την ψευδή ιδέα μιας απαγόρευσης, άρα ενός Νόμου πριν από την πτώση. Ο Όφις υπαινίσσεται: «Μήπως είπε πράγματι ο Θεός να μη φάτε από κανένα δέντρο του παραδείσου;» (Γεν. 3, 1). Ο Θεός όμως έλεγε ακριβώς το αντίθετο: «Από όλα τα δέντρα του παραδείσου μπορείς να τρως» (Γεν. 2, 16), δείχνοντας μόνο ότι οι συνέπειες θα ήταν διαφορετικές.
Αν ο άγιος Παύλος λέει: «Όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν με συμφέρουν όλα» (Α΄ Κορ. 6, 12), ο Όφις θα έλεγε: «Όλα απαγορεύονται, αλλά όλα συμφέρουν». Έτσι ο Θεός μετατρέπεται σε Νόμο που απαγορεύει. Ο Θεός όμως δεν λέει: «Μη φας από εκείνον τον καρπό, γιατί αλλιώς θα πεθάνεις». Δεν πρόκειται για διαταγή· πρόκειται για προαναγγελία μιας ελεύθερα επιλεγμένης μοίρας, και μάλιστα υπό αμφότερες τις εκδοχές της.
Δεν πρόκειται για μια απλή ανυπακοή· πρόκειται για την παραμέληση της ζωτικής κοινωνίας με τον Πατέρα, για τη σβέση του πόθου για την παρουσία Του, για την αληθινή αγάπη που χαρίζει ζωή, ενώ στον αντίθετο πόλο βρίσκεται ο θάνατος. Τη στιγμή του πειρασμού, ο άνθρωπος αναπαριστά τον Θεό ως μια αυθεντία που εκδίδει διαταγές και απαιτεί τυφλή υπακοή. Αυτή η υπόδειξη προέρχεται από τον Σατανά, από την αρχέγονη εξέγερση εναντίον μιας αντικειμενοποιημένης, φτωχοποιημένης και διεστραμμένης αυθεντίας, η οποία δεν αντιπροσωπεύει πλέον μια αλήθεια που ελευθερώνει.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος «αντικειμενοποίησε» τον Θεό, εγκαθιδρύοντας μια απόσταση, έναν εξωτερικό χώρο ανάμεσά τους, κρύβεται και περιπλανιέται μέσα στο σκοτάδι, κατασκευάζοντας για τον εαυτό του μια ύπαρξη αιχμαλώτου. Γι’ αυτό έρχεται ο Χριστός για να πει: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με... νὰ κηρύξω στους αιχμαλώτους την απελευθέρωση... και να ελευθερώσω τους καταπιεσμένους» (Λουκ. 4, 18-19).
Το νόημα του προπατορικού αμαρτήματος είναι η μετατροπή του Θεού σε μια εξωτερική αυθεντία, σε Νόμο, γεγονός που οδηγεί στην παράβαση του θεοποιημένου Νόμου και τοποθετεί τον άνθρωπο έξω από τον Θεό. Χρειάστηκε να συμβεί η Ενανθρώπηση, ώστε ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον εαυτό του μέσα στον Θεό. Χρειάστηκε το Θείο Βρέφος Ιησούς να αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο του Πατέρα, μέσα από την παραβολή του ασώτου υιού, όπου η τιμωρητική αυθεντία δεν βρίσκεται με το μέρος του πατέρα, αλλά με το μέρος του μεγαλύτερου γιου. Ο Πατέρας δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τρέχει να συναντήσει το παιδί του.
«Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουν αυτά και οι μεγάλοι τα εξουσιάζουν. Δεν θα είναι έτσι μεταξύ σας· αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, ας είναι υπηρέτης σας» (Ματθ. 20, 25-26). «Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, γυναῖκα δὲν γέννησε ἄνδρα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Ἐν τούτοις ὁ μικρότερος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (στὴν Ἐκκλησία) εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτὸν (Ματθ. 11, 11-12).
Ο λόγος του αγίου Παύλου (Β΄ Κορ. 1, 24): «Όχι ότι κυριεύουμε την πίστη σας, αλλά είμαστε συνεργοί της χαράς σας», εκφράζει θαυμάσια την ανατολική αντίληψη περί της επισκοπικής «αυθεντίας».
Στην Καινή Διαθήκη, η «καινή εντολή» αντικαθιστά τον Μωσαϊκό Νόμο και θεσπίζει μια αμοιβαία σχέση: «Όποιος με αγαπά... αυτόν θα αγαπήσω». Η μεσσιανική αυθεντία του Ιησού συνίσταται στη δύναμη να συγχωρεί αμαρτίες και να θεραπεύει προς σωτηρία. Όλα εσωτερικεύονται: ο Νόμος και οι Προφήτες συμπυκνώνονται στην εντολή της αγάπης.
Η αυθεντία που δόθηκε στους Δώδεκα και στους διαδόχους τους ασκείται στο εσωτερικό της κοινότητας, ποτέ πάνω από αυτήν. Η ταύτιση της Εκκλησίας με τον Χριστό — Κεφαλή και Σώμα — ακυρώνει κάθε ανθρώπινη αυθεντία πάνω στον Λαό του Θεού, διότι μια τέτοια αυθεντία θα τοποθετούσε έναν άνθρωπο πάνω από τον Χριστό. Από τον Ειρηναίο και εξής, η επισκοπή δεν είναι εξουσία πάνω στην Εκκλησία, αλλά η ίδια η έκφραση της Εκκλησίας· η μυστηριακή της ταυτότητα και το χάρισμα της αλήθειας δεν εκφράζουν το αλάθητο ενός προσώπου, αλλά εκείνο μιας τοπικής Εκκλησίας ενωμένης με την καθολική Εκκλησία.
Από την Πεντηκοστή, η Εκκλησία καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, και η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων διατύπωσε την αρχή της ζωής της, παρότι δεν επικαλέστηκε άμεσα λόγο του Κυρίου: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν...» (Πράξ. 15, 28). Ωστόσο, μέσα στην Εκκλησία, όλα είναι «εν τάξει», και ο επίσκοπος είναι υπεύθυνος για το ορθό κήρυγμα και την ποιμαντική καθοδήγηση της κοινότητας. Η καθολική συναίνεση αποτελεί το σημείο της αλήθειας σε ζητήματα πίστεως, διότι η μόνη υπέρτατη αρχή μέσα στο εκκλησιαστικό Σώμα είναι το Άγιο Πνεύμα. Η γέννηση της «καινής κτίσεως» μας λυτρώνει και μας κάνει να βλέπουμε στην Εκκλησία «την ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8, 21).
Ο σημερινός σκεπτικισμός αντιτίθεται στην εξωτερική αυθεντία, επειδή ποθεί την αρχή της εσωτερικότητας και διαισθάνεται ότι το μυστήριο της Εκκλησίας δεν συνίσταται στην αυθεντία, αλλά στο Πνεύμα της Αλήθειας.
Η γνώση της Αλήθειας που σε ελευθερώνει δεν είναι η γνώση μιας αλήθειας περί του Θεού· είναι η γνώση της Αλήθειας που είναι ο ίδιος ο Θεός ή, όπως το διατυπώνει τόσο όμορφα ο άγιος Συμεών, η εορτή της Συνάντησης:

««Σε δοξάζω, διότι, ασύγχυτος και αδιαίρετος, έγινες ένα πνεύμα μαζί μου».

Το θείο πυρ περιλαμβάνει τον Δημιουργό και το δημιούργημα, καταργεί κάθε απόσταση και κάθε αντικειμενοποίηση ή εξωτερίκευση της αυθεντίας.
Ο Σαρτρ επιθυμεί μια τυπική ελευθερία, αλλά αυτή η ελευθερία είναι κενή, χωρίς αντικείμενο· σύμφωνα με τα λόγια της Σιμόν Βέιλ, εκείνο που κυριαρχεί είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο: το ύδωρ της ζωής, το Άγιο Πνεύμα που εκχέεται χωρίς μέτρο.
Την ημέρα της Πεντηκοστής, ο άγιος Πέτρος παραθέτει την προφητεία του Ιωήλ:
«Και στις έσχατες ημέρες, λέγει ο Κύριος, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου πάνω σε κάθε σάρκα, και οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας θα προφητεύσουν, και οι νεότεροί σας θα δουν οράματα και οι πρεσβύτεροί σας θα ενυπνιαστούν ενύπνια» (Πράξ. 2, 17).
Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σηματοδοτεί την ποιοτική εγκαινίαση του εσχάτου χρόνου, έστω κι αν προς το παρόν τα χαρίσματα του Πνεύματος μοιράζονται αδιακρίτως.
Στις αναμνήσεις του από την εφηβεία («Οι Λέξεις»), ο Σαρτρ λέει κάτι βαθύ:

«Περίμενα τον Δημιουργό Πατέρα και βρέθηκα μπροστά σε έναν Γενικό Διευθυντή».

Η Εκκλησία οφείλει να είναι προσεκτική απέναντι σε αυτές τις προσδοκίες, απέναντι σε αυτές τις αναζητήσεις, αλλά κυρίως οφείλει να δίνει απαντήσεις. Μέσα από μια τέτοια απάντηση, ο επίσκοπος δεν θα θεωρείται πλέον αρχηγός, αφεντικό με καταναγκαστική εξουσία, αλλά εικόνα του Πατέρα· και ένας άνθρωπος που διψά για ελευθερία θα αντιμετωπίζεται όπως ο άσωτος υιός, ο οποίος δεν αναζητεί την αυθεντία, αλλά την πατρική καρδιά. Αυτή θα ήταν η χαρά και η ελευθερία των τέκνων του Θεού, που θα έβρισκαν μέσα στην Εκκλησία, πέρα από κανόνες και αξιώματα, το Άγιο Πνεύμα.
Όταν γίνεται εσωτερική, η υπακοή στον Θεό σε κάνει να βλέπεις Εκείνον που υμνείται στη Θεία Λειτουργία:
«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός».
Αυτή είναι η μόνη Κυριότητα που αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό, η Κυριότητα του Χριστού που κρούει την πόρτα της ανθρώπινης καρδιάς (Αποκ. 3, 20).
Δίπλα στην Κυριότητα του Χριστού υπάρχει η Κυριότητα του Αγίου Πνεύματος, με την ελεύθερη πνοή Του, που αναμένει την Κυριότητα του Πατέρα στους κόλπους της Βασιλείας· αλλά μπορεί άραγε να ονομαστεί η Κυριότητα «αυθεντία»; Θα ήταν παράλογο.
Η Βασιλεία είναι η Κυριότητα της Αγίας Τριάδος, η οποία περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους — απελευθερωμένους τελικά από την Αλήθεια της άσβεστης Χαράς — μέσα στον ιερό κύκλο μιας ατελεύτητης αγάπης.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ