Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [23]

 

27. Η ζωή της χάριτος. Η λαμπρότητα των ψυχών που έχουν χαριτωθεί

Mου δίνει πολλή χαρά η επιθυμία σου ν’ αναγεννηθείς. Σε κατακαίει, όπως λες, αυτή η επιθυμία. Ο Κύριος να σε ευλογήσει, μεταβάλλοντας την επιθυμία σε αποφασιστικότητα και την αποφασιστικότητα σε ενεργητικότητα. Αυτή η διαδικασία δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται, ούτε σύντομη. Απαιτεί αγώνα ισόβιο. Το πως αποκτά κανείς αποφασιστικότητα, θα το συζητήσουμε αργότερα. Τώρα θα σου μιλήσω για το στόχο. Στο ξεκίνημα κάθε προσπάθειας, ένας συνειδητός και ξεκάθαρος στόχος διατηρεί αμείωτη την ενεργητικότητα και ακμαίες τις δυνάμεις μας, ως την ολοκλήρωση της προσπάθειας αυτής και την κατάληξη της στα επιθυμητά αποτελέσματα.
Την προηγούμενη φορά σου έγραψα πως είναι απαραίτητο να δώσουμε με τη θέληση μας περιθώρια στη θεία χάρη, που πήραμε με το Βάπτισμα, να ενεργήσει, να ζυμώσει σαν το προζύμι σύνολη τη φύση μας. Και πρόσθεσα πως ή χάρη, αν βέβαια δεν συναντήσει κανένα εμπόδιο, αρχίζει να ενεργεί από την ώρα του Βαπτίσματος, προετοιμάζοντας την ψυχή μας κατάλληλα, ως τη στιγμή που, ώριμοι πια, θα επιλέξουμε και θα οικειωθούμε αυτοθέλητα τα στοιχεία της χριστιανικής και θεάρεστης ζωής, τα στοιχεία εκείνα των οποίων τα σπέρματα πήραμε ακριβώς από τη χάρη.
Όταν ένας ώριμος άνθρωπος επιλέγει συνειδητά και ελεύθερα να οικειωθεί τη χάρη, διδάσκεται απ’ αυτήν το πως θ’ αναμορφώσει τα πάντα μέσα του. Και αν δεν αρχίσει να της εναντιώνεται με το εμπαθές θέλημά του, θα πετύχει με τη βοήθειά της το στόχο του.
Τώρα, λοιπόν, βρίσκεσαι σε μιαν αποφασιστική καμπή της ζωής σου: Μπροστά στη βούληση και την ελευθερία σου ξανοίγονται δυο δρόμοι, ο δρόμος της χάριτος και ο δρόμος της ματαιότητας, από τους οποίους πρέπει να διαλέξεις τον ένα. Αν ακολουθήσεις τον πρώτο και, με πνευματικό αγώνα, καταλήξεις στη θεοχαρίτωτη ζωή, ξέρεις με τι θα μοιάζει τότε η ύπαρξή σου; Μ΄ ένα λαμπερό αστέρι, που ακτινοβολεί παντού!

Είπες ότι δεν μπορούσες να ελέγξεις τους λογισμούς σου. Ύστερα έγραψες ότι με τα λόγια μου σ’ έκανα να καταρρεύσεις, ότι πρωτύτερα όλα ήταν καλύτερα για σένα, καθώς, αφότου άρχισες να εξετάζεις προσεκτικά τον εαυτό σου υπό την καθοδήγηση μου, δεν έβλεπες μέσα σου παρά σύγχυση και ακαταστασία. Οι σκέψεις, οι επιθυμίες και τα συναισθήματα σου ήταν όλα μπερδεμένα, και δεν είχες τη δύναμη να τα βάλεις σε τάξη. Τι φταίει γι’ αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση; Το ότι δεν έχεις άξονα, γύρω από τον οποίο να στρέφεσαι δεν έχεις κέντρο, στο οποίο να στοχεύεις. Και δεν έχεις, επειδή δεν αποφάσισες ακόμα, συνειδητά και ελεύθερα, ποιον δρόμο θ’ ακολουθήσεις. Μέσα σου υπάρχει μια δυνητική τάξη, βαλμένη από τη χάρη του Θεού. Από δω και πέρα, όμως, η χάρη δεν θα ενεργήσει μόνη της για την εφαρμογή και εμπέδωση της τάξεως. Θα περιμένει τη δική σου απόφαση.
Αν δεν τραβήξεις το δρόμο της χάριτος, αυτή θα σε εγκαταλείψει, όπως είναι φυσικό, και θα σε αφήσει στα χέρια του θελήματος σου. Τραβώντας, πάντως, τον άλλο δρόμο, τον οποίο ίσως προτιμά η καρδιά σου, μην περιμένεις ότι θα μειωθεί η εσωτερική σου σύγχυση.  Απεναντίας, ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση, ακόμα μεγαλύτερη ακαταστασία θα δημιουργηθεί μέσα σου. Η ψυχική ισορροπία και ευταξία θ’ αρχίσει να αποκαθίσταται μόνο αν επιλέξεις το δρόμο της χάριτος, μόνο αν αποφασίσεις να καταστήσεις κανόνες της ζωής σου τις αρχές της πνευματικής ζωής. Από τη στιγμή που θα λάβεις τέτοιαν απόφαση, θα σχηματιστεί μέσα σου ο άξονας ή το κέντρο, για το οποίο μίλησα πιο πάνω, ένα κέντρο με μεγάλη ελκτική δύναμη, που θ’ αρχίσει να σε έλκει προς το μέρος του όλο και περισσότερο.  Γιατί; Επειδή εκεί ακριβώς θα βρίσκεται η χάρη, που έχει σαγηνεύσει την αυτοσυνειδησία σου και την ελεύθερη βούληση σου. Η χάρη του Θεού, λοιπόν, θ’ αρχίσει να έλκει προς αυτό το κέντρο όλες τις δυνάμεις της φύσεως σου, διανοητικές και πνευματικές, και να κατευθύνει τη δράση τους, διατηρώντας ότι καλό και καταστρέφοντας ότι κακό έχουν.
Η εσωτερική αναγέννηση, που τόσο ποθείς, η αναγέννηση ή ανακαίνιση του πνεύματος, για την οποία σου μίλησα, δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η έλξη όλων των δυνάμεων προς ένα κέντρο, η κατεύθυνση τους προς ένα στόχο. Όταν η αναγέννηση σου συντελεστεί, το καθετί, μεγάλο ή μικρό, θα απορρέει από το ένα και μοναδικό τούτο κέντρο.  Έτσι θα εδραιωθεί μέσα σου ή πιο τέλεια αρμονία. Και τότε «η ειρήνη του Θεού, που είναι ασύλληπτη στον ανθρώπινο νου» (Φιλιπ. 4:7), θα επισκιάσει τον εσωτερικό ναό της φύσεως σου.
 
Μακάρι ο Θεός της ειρήνης να είναι μαζί σου! Τι πανευφρόσυνη και τρισμακάρια κατάσταση! Αν τη βιώσεις, θα διαπιστώσεις και θα ομολογήσεις ότι άξιζε απόλυτα αυτό που ποθούσες. Ο άνθρωπος της χάριτος λάμπει εσωτερικά σαν αστέρι. Συχνά, μάλιστα, η εσωτερική αυτή λαμπρότητα περνάει από την ψυχή στο σώμα και γίνεται ορατή στους άλλους.
Όταν έμενα στην Πετρούπολη, στη δεκαετία του 1840, ακούγοντας γι’ αυτό από κάποιους, θέλησα σώνει και καλά να το διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια. Ήμουν, βλέπεις, νεαρός τότε και δύσπιστος. Έτυχε, λοιπόν, να με επισκεφθεί ένας μοναχός, στον οποίο οι ενέργειες της χάριτος ήταν ήδη έκδηλες. Αρχίσαμε να μιλάμε για πνευματικά ζητήματα. Όσο πιο πολύ αυτοσυγκεντρωνόταν, όσο πιο πολύ η σκέψη του βάθαινε, τόσο πιο φωτεινό γινόταν το πρόσωπο του• ώσπου τελικά, έγινε λευκό σαν το χιόνι, με τα μάτια του ν’ αστράφτουν. Λένε ότι και ο στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ πολύ συχνά έλαμπε, ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, και όλοι τον έβλεπαν φωτόλουστο. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις συναντάμε στις διηγήσεις των αγίων πατέρων. Αναφέρεται, π.χ., στο Γεροντικό, ότι ο αββάς Ιωσήφ της Πανεφώ, όταν προσευχόταν με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, τα δάχτυλα του γίνονταν σαν δέκα λαμπάδες αναμμένες. Το αποκάλυψε ο αββάς Λωτ που τον είδε.
Για τον αββά Αρσένιο, πάλι, είναι γραμμένο το ακόλουθο περιστατικό: Πήγε κάποτε στο κελλί του, στη Σκήτη της Αιγύπτου, ένας αδελφός. Χτύπησε την πόρτα, μα δεν πήρε απάντηση. Σκύβοντας τότε, κοίταξε μέσα από τη θυρίδα. Και τι να δει! Ο αββάς Αρσένιος ήταν όλος σαν φωτιά!

Ένας από τους πατέρες, τέλος, όταν συνάντησε τον αββά Σιλουανό, είδε το πρόσωπο του και το σώμα του να λάμπουν σαν αγγέλου. Και μην μπορώντας ν’ ατενίσει εκείνη την τόση λαμπρότητα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη.
Σε κάθε εποχή υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, άνθρωποι της χάριτος. Ήμουν μικρό παιδί ακόμα, όταν άκουσα κάτι παρόμοιο για τον άγιο Τύχωνα του Ζαντόνσκ, ότι δηλαδή τον έβλεπαν συχνά λουσμένο στο φως.
Όλοι οι φωτεινοί άνθρωποι του Θεού μετέχουν χαρισματικά στο άκτιστο φως -δηλαδή στην άκτιστη ενέργεια – του Κυρίου, στο φως που αξιώθηκαν να δουν οι άγιοι απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης στο όρος Θαβώρ, όταν Εκείνος μεταμορφώθηκε, όταν «το πρόσωπο του έλαμψε σαν τον ήλιο» (Ματθ. 7:2) και «τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, κατάλευκα σαν το χιόνι» (Μάρκ. 9:3).
Κατά το πέρασμα του ανθρώπου στην άλλη ζωή, η άκτιστη θεία ακτινοβολία της ψυχής του αποκαλύπτεται φυσικά και γίνεται θεατή, καθώς το παχυλό σώμα, πεθαίνοντας, δεν την κρύβει πια από τα μάτια των άλλων.
Σου έγραψα ήδη για τον άγιο Αντώνιο, που, καθώς συνομιλούσε κάποτε με τους μαθητές του, είδε ξάφνου μια φωτεινή χορεία ν’ ανεβαίνει στα ύψη. Ήταν η ολόφωτη ψυχή του οσίου Αμμούν, που λίγο πρωτύτερα είχε κοιμηθεί και τη στιγμή εκείνη ανέβαινε στους ουρανούς με τη συνοδεία αγγέλων.
Πολλές τέτοιες δράσεις έχουν καταγραφεί από τους αγίους πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ουράνια βασιλεία θα μπουν και θ’ αξιωθούν τη θέα του ακτίστου φωτός μόνο εκείνοι στους οποίους κατοικεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού, η χάρη του Θεού, ακόμα κι αν αυτή δεν έχει ακόμα διαποτίσει σύνολη την ύπαρξή τους φτάνει να έχει γίνει ολόθυμα δεκτή και να ενεργεί ήδη μέσα τους σε κάποιο βαθμό.
Θυμήσου την παραβολή των δέκα παρθένων. Οι πέντε άμυαλες δεν μπήκαν στη γιορτή του γάμου, επειδή δεν είχαν λάδι για να κρατήσουν αναμμένα τα λυχνάρια τους. Αυτό σημαίνει ότι, αφού έλαβαν τη χάρη, όπως τη λαβαίνουμε όλοι, δεν φρόντισαν να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της, δεν της έδωσαν την ευκαιρία να ενεργήσει μέσα τους. Την άφησαν να σβήσει. Φαντάσου τώρα πόση λύπη δοκίμασαν, όταν στάθηκαν έξω από την κλεισμένη πόρτα αποδοκιμασμένες. Άκουγαν τη φωνή του γαμπρού, του Νυμφίου Χριστού, όχι όμως να τις καλεί, αλλά να τις διώχνει: «Αλήθεια σας λέω, δεν σας ξέρω!» (Ματθ. 25:12). Κύριε, ελέησον! Τι πικρή μοίρα! Να συλλογίζεσαι συχνά αυτή την παραβολή. Και να προσέχεις, για να μην πάθεις ότι οι πέντε άμυαλες εκείνες κοπέλες.

Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Περί της υποθέσεως του π. Νικόλαου Δημαρά (8ον)


Συνεχίζοντας παρακάτω:

3.Κανονικὴ θέσις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου

Ὑπενθυμίζεται ῥητῶς ὅτι:
α. Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων Πατρῶν δὲν ἀποτελεῖ ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ ἐφημερίου ἢ τῶν μελῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ νομικὸν καὶ πνευματικὸν καθίδρυμα τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, ὑπαγόμενον εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Ἀχαΐας καὶ πάσης Πελοποννήσου.

β. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον διορίζεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἔχει διαχειριστικὰ καὶ μόνον καθήκοντα καὶ οὐδεμίαν δογματικὴν ἢ κανονικὴν ἁρμοδιότητα κέκτηται ὥστε νὰ προσυπογράφῃ ἢ νὰ ἀποδέχεται διακοπὴν κοινωνίας καὶ πράξεις ἀποσχίσεως.

4.Ἡ βαρυτάτη κανονικὴ ἐκτροπὴ τῆς εἰσπηδήσεως

Έπίσης, ὁ π. Νικόλαος Δημαρᾶς μετέβη εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Στεφάνου Αὐλίδος, ὅπου καὶ ἐτέλεσε τὴν ἐξόδιον ἀκολουθίαν τῆς μακαριστῆς γεροντίσσης Εὐγενίας, ἄνευ τῆς κανονικῆς ἀδείας καὶ εὐλογίας τοῦ οἰκείου αὐτοῦ Ἐπισκόπου, δηλαδή τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, δηλαδή τοῦ Σεβ. κ. Χρυσοστόμου.

Ἡ ἐνέργεια αὕτη συνιστᾷ:
α. Καταπάτησιν θεμελιωδῶν Ἱερῶν Κανόνων (31 τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, 5 καὶ 13 τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου 41, 42 καὶ 57 τῆς ἐν Λαοδικείᾳ), οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν ῥητῶς εἰς πρεσβύτερον νὰ εἰσέρχεται εἰς ἀλλοτρίαν παροικίαν καὶ νὰ τελῇ ἱεροπραξίας ἄνευ ἀδείας.

β. Πλῆρες δεῖγμα ἀναρχίας καὶ περιφρονήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, καθὼς ὁ ἐν λόγῳ κληρικὸς ἐπικαλεῖται κατ’ ἐπιλογὴν τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνυπακοήν του, ἐνῷ ταυτοχρόνως τοὺς καταπατεῖ ἀπροκαλύπτως καὶ κατ᾽ ἐπανάληψιν, διαπράττων τὸ βαρύτατον κανονικὸν παράπτωμα τῆς εἰσπηδήσεως.

Όσον αφορά τα αναφερόμενα στην τρίτη παράγραφο, θεωρούμε ότι την απάντηση θα πρέπει να τη δώσει το ίδιο το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, γι’ αυτό και δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ως προς τον χαρακτηρισμό «ἡ βαρυτάτη κανονικὴ ἐκτροπὴ τῆς εἰσπηδήσεως», θα θέλαμε να θέσουμε ορισμένα ερωτήματα, τα οποία θεωρούμε απαραίτητα για την ορθή εξέταση της υποθέσεως.
Πρώτον, αληθεύει ότι η Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου Αυλίδος είχε ήδη διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τη Σύνοδο, πριν από την τέλεση της εξοδίου ακολουθίας;
Δεύτερον, αληθεύει ότι ο π. Νικόλαος Δημαράς, καθώς και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο και το ποίμνιο του Ιερού Ναού Αγίων Πάντων Πατρών, είχαν ήδη δηλώσει εγγράφως τη διακοπή της δικής τους εκκλησιαστικής κοινωνίας;
Τρίτον, αληθεύει ότι η σχετική δήλωση αποτειχίσεως και διακοπής κοινωνίας είχε ήδη γνωστοποιηθεί ηλεκτρονικώς στην Αρχιεπισκοπή της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και είχε, επίσης, αποσταλεί με συστημένη επιστολή προς τον Αρχιεπίσκοπο κ. Καλλίνικο και την Αρχιεπισκοπή;
Εάν τα παραπάνω αληθεύουν, τότε τίθεται ένα ουσιώδες ερώτημα: με ποια ακριβώς δεδομένα χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη πράξη ως «εισπήδηση»; Δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι ένας κληρικός τέλεσε μία ιεροπραξία σε άλλη εκκλησιαστική περιφέρεια χωρίς την άδεια του επιχωρίου Επισκόπου. Θα πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί ποια ήταν η εκκλησιαστική κατάσταση των εμπλεκομένων κατά τον χρόνο εκείνο και αν αναγνώριζαν την συγκεκριμένη εκκλησιαστική αρχή.
Εάν, αντιθέτως, δεν αληθεύουν τα παραπάνω και τόσο η Ιερά Μονή όσο και ο π. Νικόλαος εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία με τη συγκεκριμένη Σύνοδο, τότε τίθεται ένα διαφορετικό ερώτημα: από πού ακριβώς προκύπτει ο χαρακτηρισμός της πράξεως ως «βαρυτάτης» κανονικής εκτροπής; Για να γίνουμε σαφέστεροι, ας εξετάσουμε το ζήτημα με την υπόθεση ότι δεν είχε προηγηθεί διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Δεν αμφισβητούμε ότι ένας κληρικός δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή ευλογία του αρμοδίου Επισκόπου. Άλλο, όμως, είναι η ενδεχόμενη παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξεως και άλλο ο χαρακτηρισμός της ως «βαρυτάτης κανονικής εκτροπής».  Και εφόσον η συγκεκριμένη πράξη χαρακτηρίζεται έτσι, γεννάται εύλογα το ερώτημα: ποιες κανονικές ποινές προβλέπουν οι ίδιοι οι Ιεροί Κανόνες που παρατίθενται προς θεμελίωση αυτής της κατηγορίας; Προβλέπουν συγκεκριμένη βαρυτάτη ποινή για την πράξη που καταγγέλλεται ή μήπως όχι; Δεν αρκεί η παράθεση σειράς Ιερών Κανόνων για να αποδειχθεί αυτομάτως η ιδιαίτερη βαρύτητά της. Θα πρέπει να καταδειχθεί ποια κανονική συνέπεια προκύπτει από την παράβαση αυτή. Εάν, λοιπόν, οι συγκεκριμένοι Κανόνες δεν προβλέπουν ρητώς συγκεκριμένη ποινή για την πράξη που καταγγέλλεται, τότε ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητος ούτε να παρουσιάζεται ως άμεσο συμπέρασμα των παρατιθέμενων κανονικών διατάξεων. Η ενδεχόμενη παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξεως δεν δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της «βαρυτάτης κανονικής εκτροπής». Και εάν ο χαρακτηρισμός «βαρυτάτη» θεωρείται δικαιολογημένος στην προκειμένη περίπτωση, τότε πώς θα έπρεπε να χαρακτηριστεί η παραβίαση των Ιερών Κανόνων που απαγορεύουν ρητώς τις συμπροσευχές με αιρετικούς και προβλέπουν αυστηρότατες κανονικές ποινές για τους παραβάτες;
«Πλήρες δείγμα αναρχίας και περιφρονήσεως της εκκλησιαστικής τάξεως» διαβάσαμε. Όταν, όμως, διεπιστώθη το αυτό σε ζήτημα σαφώς σοβαρότερο;
Στην Ανακοίνωση των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου 
(εδώ), σχετικά με το ζήτημα της Ινδονησίας, είχαμε διαβάσει τα εξής:

Ἡ Ἱ. Σύνοδος δὲν ἐπέβαλεν ἐπιτίμιον, ἀλλ᾽ ἀπεφάσισεν τὰ ἀκόλουθα:

α) Ἐφ᾽ ὅσον ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς μηνιαίας συνεδριάσεις τοῦ φόρουμ εἶναι ὑποχρεωτικὴ, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἰνδονησιακῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ΙΟΕ) νὰ περιορίζονται αὐστηρῶς εἰς τὴν συμμετοχὴν μόνον τῶν συζητήσεων και συναντήσεων μετ᾽ ἐκπροσώπων τῶν ἀρχῶν.

β) Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ΙΟΕ, ἀκόμη καὶ οἱ λαϊκοὶ, νὰ μὴ συμμετέχουν, ὄχι μόνον εἰς οὐδεμίαν συμπροσευχὴν, ἀλλ᾽ εἰς οὐδεμίαν ἔστω καὶ σιωπηρὰν τελετὴν ἢ δρώμενον τελούμενον κατὰ τὰς συναντήσεις.

γ) Εἰς τὰς δημοσιεύσεις τῆς ΙΟΕ διὰ τὰς συναντήσεις νὰ ἀναφέρεται ρητῶς ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι δὲν συμμετεῖχον εἰς οὐδεμίαν συμπροσευχήν.

Περιφρονήθηκαν οι παραπάνω συνοδικές αποφάσεις; Φυσικά. Οι συμπροσευχές συνεχίστηκαν παρά τις ρητές αυτές απαγορεύσεις, και δεν διαβάσαμε ανάλογους χαρακτηρισμούς περί «αναρχίας» και «περιφρονήσεως».
Εδώ ακριβώς τίθεται το ζήτημα της συνέπειας των εκκλησιαστικών αποφάσεων και εύλογα γεννάται το ερώτημα εάν η επίκληση της κανονικής τάξεως αποσκοπεί πράγματι στην ομοιόμορφη εφαρμογή της ή εάν χρησιμοποιείται επιλεκτικά.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, γνωρίζεται πρὸς τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα ὅτι ὁ π. Νικόλαος Δημαρᾶς, θέσας ἑαυτὸν ἐκτὸς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας καὶ ὑποπεσὼν εἰς σειρὰν βαρέων κανονικῶν παραπτωμάτων:

Στερεῖται πάσης κανονικῆς ἀδείας τελέσεως Ἱερῶν Μυστηρίων, ἱεροπραξιῶν καὶ ἁγιαστικῶν ἀκολουθιῶν, ἄχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου. Ὡς ἐκ τούτου, πᾶσα ἱεροπραξία τελουμένη ὑπ’ αὐτοῦ τυγχάνει ἄκυρος καὶ ἀντικανονική.

Καλοῦνται οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ νὰ παραμείνουν ἑδραῖοι καὶ προσηλωμένοι εἰς τὴν κανονικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἀπέχοντες ἀπὸ ἀποσχιστικὰς κινήσεις αἱ ὁποῖαι διασαλεύουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν εἰρήνην καὶ θέτουν εἰς κίνδυνον τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν.

Ἐκ τῆς Γραμματείας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀχαΐας & πάσης Πελοποννήσου

Προβληματική είναι η διατύπωση ότι κάθε ιεροπραξία του π. Νικολάου είναι «ἄκυρος», και εγείρει σοβαρότατο κανονικό και θεολογικό ατόπημα. Η στέρηση αδείας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ακυρότητα της ιεροπραξίας που τελεί ένας κληρικός. Πρόκειται για διακριτά ζητήματα. Συνεπώς, η γενικευμένη διακήρυξη ότι κάθε ιεροπραξία του είναι άκυρη δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη συνέπεια της απαγορεύσεως να ιερουργεί. Στο Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η έλλειψη αδείας ή η προσωρινή απαγόρευση/αργία καθιστά μια πράξη αντικανονική, αλλά όχι αυτόματα άκυρη. Η ακυρότητα συνδέεται με την τελεσίδικη καθαίρεση ή τον αναθεματισμό/αφορισμό και όχι με προληπτικά διοικητικά μέτρα. 
Εξίσου προβληματική είναι η επίκληση του όρου «κανονική Εκκλησία», χωρίς να διευκρινίζεται βάσει ποιων κανονικών και εκκλησιολογικών κριτηρίων αποδίδεται αυτός ο χαρακτηρισμός και ποια η αρμόδια εκκλησιαστική αρχή που αναγνώρισε την κανονικότητα της συγκεκριμένης Συνόδου. 
Μια προσωρινή Σύνοδος δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως ''κανονική Εκκλησία'' διότι: «Τὰς Ἐκκλησίας συνιστᾷ καὶ χωρίζει, οὐχὶ μία μερὶς Χριστιανῶν.... οὔτε καὶ μία ἐπὶ μέρους Ἐκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῶν Κανόνων, τοῦτο μόνον οἱ ἔχοντες Προτεσταντικὰς ἀντιλήψεις δύνανται να διϊσχυρίζωνται μὲ σοβαρότητα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συνερχομένη εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον». (Aγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου), και αν υπάρχει αδύναμία συγκλήσεως Πανορθόδοξης Συνόδου, τότε αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει σε οποιαδήποτε επιμέρους Σύνοδο το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται ως η αποκλειστικώς κανονική Εκκλησία.
Τέλος, λυπηρή είναι η προκαταβολική ενοχοποίηση και χαρακτηρισμός της πράξης ως «αποσχιστική» πριν ακόμη εκδικαστεί η υπόθεση από το αρμόδιο Συνοδικό Δικαστήριο, προκαταλαμβάνοντας την ίδια τη δικαστική διαδικασία.  
Στο επόμενο μέρος θα εξετάσουμε τις ενέργειες και τις επιλογές του π. Νικολάου που ενδέχεται να παρουσιάζουν προβλήματα.