Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (22)

Τα πρόσωπα των ανθρώπων που διαμορφώνουν την ιστορία δεν σου επιτρέπουν πλέον να τους φανταστείς γονατιστούς, δηλαδή σε κατάσταση θεωρίας. Εφόσον, έξω από την Πτώση, το μυστήριο του Κακού παραμένει άλυτο, το φαύλο άπειρο της ιστορίας εμφανίζεται ως ένα ελάττωμα επάνω στη λεία επιφάνεια ενός μηδενός μέσα στο οποίο δεν συμβαίνει τίποτε. Η αποσύνθεση της ανθρώπινης ύλης είναι τόσο βαθιά, ώστε ακόμη και η έμφυτη και απολύτως φυσική ιδέα της εσωτερικής ενότητας της ανθρωπότητας από τον πρώτο έως τον δεύτερο Αδάμ φαίνεται πλέον, ακόμη και στους χριστιανούς, εντελώς αδιαπέραστη και ερμητική. Γι’ αυτό μια απόλυτη αδιαφορία περιβάλλει το χριστιανικό μήνυμα: «Θα σε ακούσουμε γι’ αυτά και άλλη φορά» (Πράξεις 17,32). Κάθε λόγος ακυρώνεται εκ των προτέρων, από αρχή και προκατάληψη.
Πολύ πρακτικά, ο άνθρωπος υπολογίζει και ζυγίζει, και όταν τυχαία αναρωτιέται τι θα μπορούσε να του «προσφέρει» η χριστιανική περιπέτεια, ρίχνει μια ματιά στη χριστιανοσύνη και δεν διαπιστώνει καμία ουσιώδη διαφορά· όπως και στον κόσμο, βλέπει εκεί κάθε είδους υποκριτές και καταπιεσμένους ανθρώπους που κρύβουν την αδυναμία τους ή διάφορους πονηρούς που χρησιμοποιούν το «όπιο» για να επιτύχουν κάποιους ανομολόγητους σκοπούς. Από την οικοδόμηση του Πύργου της Βαβέλ και έπειτα, η κατάσταση επιδεινώθηκε και ο κόσμος είναι περισσότερο από ποτέ κουρασμένος από λόγους και χορτασμένος από λέξεις που δεν συγκινούν πια κανέναν· δεν έχουμε πλέον να υποφέρουμε από τη σύγχυση των γλωσσών, αλλά από το χάος που βρίσκεται πίσω από τις γλώσσες. Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πια τίποτε. Η κοινωνία έχει διαρραγεί. Ο άνθρωπος ζει απομονωμένος.
Μπορεί άραγε αυτή η χριστιανοσύνη να ξαναγίνει ο τόπος όπου λάμπει η παρουσία του Θεού που έγινε Άνθρωπος; Μπορεί άραγε το πρόσωπο του Χριστού «να φωτίσει τα πρόσωπα των δικών Του», όπως λέει μια αρχαία λειτουργική ευχή; Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Το μόνο πραγματικά πειστικό μήνυμα δεν αναπαράγει τα λόγια του Λόγου, αλλά τον ίδιο τον Λόγο· μόνο η παρουσία Του θα μεταμορφώσει τον ιεραπόστολο σε φως και άλας του κόσμου.
Η εκρηκτική σπορά του Ευαγγελίου επαναστατικοποιεί και ανατρέπει πριν απ’ όλα όχι τόσο τις δομές του κόσμου όσο τις δομές του ανθρώπινου πνεύματος. Η έμφαση μετατίθεται από τον ακτιβισμό στη φανέρωση του Θεού μέσα στον άνθρωπο, στην έλευση του Χριστού μέσα στην ψυχή του χριστιανού: «Απόκτησε εσωτερική ειρήνη και πλήθος ανθρώπων θα σωθούν γύρω σου».
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αλλάξει κάτι στην ίδια τη δομή του ανθρωπολογικού του τύπου, τόσο εξαιτίας της μαγείας που ασκούν οι δαιμονισμένοι όσο και εξαιτίας της άδειας ότι «όλα επιτρέπονται». Όμως αυτός ο άνθρωπος είναι δυστυχισμένος στα βάθη της ψυχής του. Η θλίψη του αντηχεί συχνά στη δίψα για ελευθερία. Για μία μόνο στιγμή είναι ικανός να απαρνηθεί τα πάντα, αρκεί να δει τον Χριστό και να μπορέσει να μιλήσει μαζί Του για μια στιγμή. Αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει ο χριστιανός ιεραπόστολος να πάψει να μασουλά τα μαθήματα του κατηχητικού, να είναι δηλαδή ένας άνθρωπος που μιλά για τον Θεό, γινόμενος εκείνος μέσα στον οποίο ο Θεός διηγείται τον Εαυτό Του. Αν συναντούμε τον Χριστό στο Ευαγγέλιο, αυτό είναι εξηγήσιμο, διότι κάθε λέξη εκεί είναι ήδη γεμάτη από την παρουσία Του. Ο κήρυκας πρέπει είτε να ταυτιστεί με τον Χριστό διά του λόγου του είτε να κλείσει το στόμα του για πάντα.
Δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την Εκκλησία· η διακονία του λόγου περνά πρώτα από τη διακονία των Ιερών Μυστηρίων και ολοκληρώνεται με τη διακονία της ενσαρκώσεως. Μόνο που το Σώμα εξέρχεται από την ιστορία και —ακριβώς μέσω αυτής της υπερβάσεως— απελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε κοινωνιολογική αλλοτρίωση. Αυτό περιγράφεται πολύ καθαρά στο επεισόδιο της κλήσεως των Αποστόλων: «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς» (Ματθαίος 8,22). Η κλήση προς το κήρυγμα και η αληθινή κλήση αφήνουν πίσω τους τα κοινωνιολογικά νεκροταφεία.
Την εποχή των συνόδων, ο μοναχισμός ήταν μια φωνή που ανήγγελλε το τέλος, και όχι λίγες γενιές συγκλονίσθηκαν από τη συγκλονιστική εικόνα του ηρωισμού του. Όμως ο σημερινός μοναχισμός βρίσκεται πάνω από τον κόσμο, όχι όμως και μέσα σε αυτόν. Το ουσιώδες παραμένει ότι η χριστιανοσύνη καλείται σήμερα περισσότερο από ποτέ να βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα και πάνω από αυτόν τον κόσμο.
Το πρόβλημα δεν είναι να χρησιμοποιήσουμε μια νέα γλώσσα· αυτό θα μπορούσε ακόμη και να υποβιβάσει το ευαγγελικό μήνυμα. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που πρέπει να ανυψωθεί. «Όποιος στέκεται κοντά Μου, στέκεται κοντά στη φωτιά». Δεν χρειαζόμαστε διαλεκτικά παράδοξα, αλλά μια φωτιά που να κατακαίει. Πρέπει να επιστρέψουμε στην απλή και διαπεραστική γλώσσα των παραβολών. «Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ούτως, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάννης 7,46). Ο Χριστός κήρυττε τον Θεό με ολόκληρη την ύπαρξή Του και γι’ αυτό κατόρθωνε κάθε στιγμή να ανατρέπει τις συνηθισμένες προοπτικές, χωρίς να αφήνει «λίθο επί λίθον».
Το ευαγγελικό μήνυμα πρέπει να γυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε κοινωνιολογικό περίβλημα, να τον «μαστιγώνει» και κατόπιν να τον ενδύει με τον Χριστό. Στη Ρωσία, η δύναμη του κράτους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε κατά την Επανάσταση πολλοί πίστεψαν ότι η Εκκλησία θα κατέρρεε μαζί με τη μοναρχία. Δεν συνέβη καθόλου έτσι. Οι μοναχοί που εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια μπήκαν στη ζωή του κόσμου ως ελεύθεροι άνθρωποι, ακτινοβόλοι παρά τη σιωπή τους. Αυτή είναι η ελευθερία που πρέπει να αναζητούμε πριν απ’ όλα. Οι διώκτες και τα στρατόπεδα βγάζουν τους χριστιανούς έξω από τον νόμο, τοποθετώντας τους σε μια κατάσταση που τους απελευθερώνει γρήγορα και εύκολα από κάθε κοινωνιολογία.
Η προτροπή «Ζητείτε τη Βασιλεία του Θεού» περιέχει το μεγαλύτερο παράδοξο: πρέπει να βρεις αυτό που δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο· την αιωνιότητα μέσα στον χρόνο, το απόλυτο μέσα στο σχετικό. Πώς γίνεται αυτό; Περνώντας από το «έχειν» στο «είναι». Το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» δεν σημαίνει: μακάριοι όσοι δεν είναι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι του πνεύματος, αλλά μακάριοι όσοι έγιναν οι ίδιοι πνεύμα. Μόνον αυτοί αποτελούν αληθινό σκάνδαλο για τον κόσμο και για την Εκκλησία, και σε αυτούς βρίσκεται η δύναμη του κηρύγματος. Το να γίνει κανείς πνεύμα σημαίνει να ζει ήδη μέσα στον Άλλον, να ταυτίζεται μαζί Του μέσω μιας εσχατολογικής εμπειρίας· έτσι η Βασιλεία του Θεού γίνεται έμφυτη στον άνθρωπο.

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ





















ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (4)

 

7. Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής και η λειτουργία του

Η δύναμη που ενεργεί στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής είναι η βούληση. Η βούληση θέλει, επιθυμεί, να αποκτήσει, να χρησιμοποιήσει ή να πραγματοποιήσει ότι την ωφελεί, ότι της χρειάζεται και ότι την ευχαριστεί, ενώ απεναντίας, δεν θέλει, δεν επιθυμεί, ότι τής είναι ασύμφορο ή δυσάρεστο. Η βούληση είναι στην πραγματικότητα η καθοριστική δύναμη που εποπτεύει, διαφυλάσσει και συντηρεί όλες τις άλλες δυνάμεις της ψυχής και του σώματος, καθώς και όλες τις λειτουργίες που πρέπει να ενεργοποιηθούν, όταν χρειαστεί.
Στη βάση της βουλήσεως βρίσκεται ο ζήλος, δηλαδή ο πόθος και η δίψα της ψυχής για κάτι. Κίνητρα της είναι το ευχάριστο, το ωφέλιμο και το αναγκαίο. Όταν αυτά τα έχει ο άνθρωπος, ο ζήλος του κοιμάται και οι ψυχοσωματικές δυνάμεις του αδρανούν• όταν δεν τα έχει, τότε του κεντρίζουν την επιθυμία, και η επιθυμία του ανάβει το ζήλο.
Το επιθυμητικό μπορεί να αναλυθεί ως εξής: Η ψυχή και το σώμα έχουν ανάγκες – ανάμεσα τους και τις συνηθισμένες οικογενειακές και κοινωνικές – που, αυτές καθ’ αυτές, δεν έχουν να κάνουν με αντίστοιχες σαφείς επιθυμίες, αποτελούν όμως προσχήματα για την ικανοποίησή τους. Αν λοιπόν, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση και με συγκεκριμένο τρόπο ικανοποιηθεί μια ανάγκη, κάθε φορά που θα επανεμφανίζεται στο μέλλον, θα γεννάει και την επιθυμία για αυτό, με το οποίο ικανοποιήθηκε στο παρελθόν.
Η επιθυμία έχει πάντα ένα σαφές και συγκεκριμένο αντικείμενο: μιαν  ανάγκη που ικανοποιήθηκε με κάποιον τρόπο. Κι αν τυχόν ικανοποιήθηκε με ποικίλους τρόπους, όποτε εμφανίζεται, συνοδεύεται και από αντίστοιχες ποικίλες επιθυμίες, με τις οποίες επιζητείται, είτε σωρευτικά είτε εναλλακτικά, η ικανοποίηση της ανάγκης. Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τον εαυτό μας, θα δούμε ένα πλήθος επιθυμιών να εισχωρούν στην ψυχή μας και να ζητούν πότε το ένα και πότε το άλλο πράγμα. Οι πραγματικές ανάγκες καλύπτονται από τις επιθυμίες και δεν φαίνονται ξεκάθαρα.
Και η ψυχή τι κάνει με τις επιθυμίες αυτές; Η ψυχή έχει δυνατότητα επιλογής: Από τους στόχους ή τα αντικείμενα που βρίσκονται κάθε φορά μπροστά της, προτιμάει ένα. Συνάμα παίρνει και μιαν  απόφαση: Να πραγματοποιήσει το στόχο ή να αποκτήσει το αντικείμενο που διάλεξε. Στη συνέχεια, ανάλογα με την απόφαση, επιλέγονται τα μέσα και καθορίζεται ή μέθοδος για την υλοποίηση της. Τέλος, στον κατάλληλο χρόνο και τόπο, έρχεται η ενέργεια, ή πράξη.
Όλες οι πράξεις μας, ακόμα και οι πιο ασήμαντες, εκτελούνται μ’ αυτή τη διαδικασία. Θα το διαπιστώσεις κι εσύ, αν παρατηρήσεις προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο συνήθως ενεργείς. Μερικές φορές οι επιμέρους φάσεις της όλης διαδικασίας – επιλογή αντικειμένου ή στόχου, απόφαση, επιλογή μέσων, καθορισμός μεθόδου – συντελούνται ακαριαία, λόγω της συνήθειας από τη συχνή επανάληψη μιας πράξεως. Τότε ή πράξη ακολουθεί αμέσως μετά την επιθυμία.
Ο άνθρωπος που έχει φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει σχεδόν τα πάντα από συνήθεια. Σπάνια επιχειρεί κάτι νέο ή αναλαμβάνει κάποιαν υποχρέωση που τον απομακρύνει από τη σφαίρα των έργων και των γνώσεων του. Έτσι, ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής απαιτεί και πράξεις ανάλογες, πράξεις που να του ταιριάζουν.
Και καθώς αυτές επαναλαμβάνονται συχνά, είναι φυσικό να γίνονται συνήθειες, τρόποι και κανόνες ζωής, στοιχεία του ίδιου του χαρακτήρα. Η σκέψη, η νοοτροπία, η ζωή ολόκληρη καθενός ανθρώπου συγκροτείται και καθορίζεται από το σύνολο όλων αυτών των συνηθειών και των κανόνων. Αν γνωρίζεις πως ζει κάποιος, μπορείς εύκολα να εικάσεις τι σκέφτεται σε μια περίσταση ή πως θ’ αντιδράσει σε μιαν  άλλη.
Ο ρυθμιστής της ενεργητικής ζωής είναι η σύνεση, η φρόνηση, που, μολονότι σχεδόν ταυτίζεται με τη λογική, είναι στην υπηρεσία της βουλήσεως. Στη σφαίρα του λογιστικού, η λογική – ή, πιο σωστά, ο λογικός νους – παίρνει τις αποφάσεις με βάση τη γνώση του, ενώ στις σφαίρες του επιθυμητικού και των πράξεων καθορίζει το πως θα πραγματοποιηθεί όπως πρέπει εκείνο που ορθά επιθυμήθηκε.
Όταν ο άνθρωπος μάθει να κάνει σωστές εκτιμήσεις και να παίρνει εύστοχες αποφάσεις, χειρίζεται με επιτυχία τις υποθέσεις του. Και τότε δίκαια θεωρούμε πως έχει φρόνηση. Φρόνηση, λοιπόν, είναι η ικανότητα του ανθρώπου να αντιμετωπίζει τις ποικίλες περιστάσεις και να διεκπεραιώνει τις ποικίλες υποθέσεις με επιτυχία, επιτυχία που προϋποθέτει επιλογή των πιο αποτελεσματικών μέσων και διακριτική εκτέλεση των πράξεων μέσα στο πλαίσιο των εξωτερικών συνθηκών τους.
Απ’ όσα σου είπα ως τώρα, δεν θα δυσκολευτείς να βγάλεις τα ανάλογα συμπεράσματα ως προς τη φυσική και ορθή λειτουργία της βουλήσεως, η οποία, όπως βλέπεις, κυριαρχεί σ’ όλες τις δυνάμεις μας και στη ζωή μας. Έργο της είναι να καθορίζει τον τρόπο, τη μέθοδο και το μέτρο ικανοποίησης των επιθυμιών, που γεννιούνται από τις ανάγκες, έτσι ώστε η ζωή να κυλάει με τρόπο επιθυμητό, εξασφαλίζοντας στον άνθρωπο ειρήνη και χαρά.
Ανάγκες και επιθυμίες έχουμε όλοι μας ψυχικές, σωματικές, βιοτικές, κοινωνικές. Δεν εκδηλώνονται, όμως, σε όλους με τον ίδιο τρόπο, επειδή και η ζωή όλων δεν διαμορφώνεται με τον ίδιο τρόπο. Τα έργα και οι ενασχολήσεις ενός ανθρώπου καθορίζονται α) από το πώς μπορεί και πώς πρέπει να ικανοποιήσει τις ιδιαίτερες ανάγκες και επιθυμίες του στην κατάσταση που του ταιριάζει, και β) από το πώς μπορεί και πώς πρέπει να εφαρμόσει τις κατάλληλες μεθόδους, ώστε να διαμορφώσει τη ζωή του σύμφωνα με αυτή την κατάσταση.
Αποστολή του επιθυμητικού είναι να κατευθύνει συνετά τη ζωή μας, σ’ όλες τις εκφάνσεις της, μέσα στα μέτρα που επιβάλλει η φύση μας. Αυτό είναι το ιδανικό. Συνήθως, όμως, τι συμβαίνει στην πράξη;
Στο λογιστικό μέρος της ψυχής έχουμε σύγχυση, διασπορά και περιπλάνηση των λογισμών, ενώ στο επιθυμητικό αστάθεια, αταξία και φίλαυτες επιθυμίες, στις οποίες παραδινόμαστε χωρίς αντίσταση. Πόσο χρόνο σπαταλάμε σε χασομέρια και άσκοπες ενέργειες! Τριγυρνάμε εδώ κι εκεί, κάνουμε και ξανακάνουμε διάφορα ασήμαντα ή ανώφελα πράγματα, μην μπορώντας μάλιστα να εξηγήσουμε λογικά τις πράξεις μας.
Οι αλλεπάλληλες ασχολίες μας έχουν στήσει χορό, τον τρελό χορό της ματαιότητας, και μας σέρνουν πίσω τους. Γεννιούνται μέσα μας ανεξέλεγκτες επιθυμίες. “Δώσε μου, δώσε μου!”, μας λένε ακατάπαυστα. Μερικές φορές μας φαίνονται καλές, άλλες φορές πάλι καταλαβαίνουμε πως είναι μάταιες. Πότε το καταλαβαίνουμε; Όταν η κυρά μας, η βούληση, κάνει την εμφάνισή της.
Σκέψου ακόμα πόσες εμπαθείς και βασανιστικές επιθυμίες έχουμε, επιθυμίες που θεμελιώνονται στην οργή, στο μίσος, στο φθόνο, στην εκδικητικότητα, στην κενοδοξία κ.λπ. Οι επιθυμίες πρέπει να πηγάζουν από τις φυσικές ανάγκες της ατομικής, της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής. Αυτές οι κακίες, όμως, τι το φυσικό έχουν; Τίποτα. Μόνο σύγχυση προκαλούν σε ότι είναι φυσικό και κανονικό στη ζωή. Για πες μου, λοιπόν, από που προέρχεται αυτή η «βαρβαρική» εισβολή;
Κλείνω το γράμμα μου, αφήνοντάς σε να το συλλογιστείς.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Α (2)

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το καρπούζι πού εἶναι μέσα στο νερό

Κάποιος ἀπό αὐτούς τοὺς εἰδικούς ψυχολόγους, τοὺς θεμελιωτές τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους, φέρνει τὸ ἑξῆς παράδειγμα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει να κατα λάβουμε τί εἶναι συνειδητό, τί εἶναι ὑποσυνείδητο, τι εἶναι ἀσυνείδητο, ἢ πόσο από το περιεχόμενο τῆς ψυχῆς μας εἶναι συνειδητό και πόσο εἶναι ὑποσυνείδητο καὶ ἀσυνείδητο.
Ρίχνουμε μέσα σε μια δεξαμενή με νερό ἕνα καρπούζι. Ένα μέρος τοῦ καρπουζιοῦ εἶναι ἔξω ἀπό το νερό, το μεγαλύτερο ὅμως μέρος εἶναι μέσα στο νερό. Καὶ λέει ὅτι, ἂν θελήσουμε νὰ δοῦμε τὴν ἀνα-λογία στην ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι 10/10, τότε μόνο το 1/10 εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ νερό, μόνο το 1/10 εἶναι συνειδητό. (Φαντασθεῖτε ὅτι τὸ νερό στη δεξαμενή εἶναι πολύ θολό, επομένως δὲν βλέπουμε μέσα καθόλου βλέπουμε μόνο ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ καρπουζιού που προεξέχει) Το 1/10 τῆς ψυχῆς λοιπόν εἶναι συνειδητό, το βλέπουμε, το ξέρουμε, τὸ ἐλέγχουμε. Τα 9/10 ὅμως εἶναι άγνωστα Ἕνα μέρος, ἴσως 3/10, εἶναι ὑποσυνείδητο, εἶναι λίγο κάτω ἀπὸ τὸ στρῶμα τοῦ συνειδητοῦ καὶ παίρνουμε μια ἰδέα, ὅμως τα 6/10 εἶναι ἀσυνείδητο, εἶναι σκοτεινό ὑπόγειο, καὶ τὸ ἀγνοοῦμε ἐντελῶς,
Ταλαιπωρείται κανείς, ἀγωνίζεται χρόνια, και ἔτσι προσπαθεῖ καὶ ἀλλιῶς προσπαθεί κάτι να κάνει καὶ δὲν βλέπει να προκόπτει στην πνευματική ζωή Ἐν τῷ μεταξύ παθαίνουμε καὶ κάτι ἄλλο. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι δὲν προκόπτουμε στη χριστιανική ζωή, στην πνευματική ζωή -ἀφοῦ ἔχουμε να κάνουμε με ἀνεξέλεγκτο περιεχόμενο που κάνει ὅ,τι θέλει, πῶς θα προκόψουμε;- ἀλλά, καθώς εἴμαστε χρόνια χριστιανοί καί ἀκοῦμε τόσα, διαβάζουμε τόσα καὶ ἔχουμε καλή διάθεση, ἀρχίζουμε καὶ ὑποκρινόμαστε μὲ τὸ νὰ κάνουμε τὸν εὐσεβή. Όχι ὅτι τὸ κάνει κανείς σκόπιμα· όχι.
Παίρνουμε τὴν περίπτωση ἐκείνη ποὺ ἔχει κανείς καλή διάθεση, ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρνει νὰ εἶναι πνευματικός ἄνθρωπος ὅπως θὰ ἤθελε, ὅπως ἀκούει, ὅπως διαβάζει στοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ ἀρχίζει νὰ ὑποκρίνεται. Οπότε, ὄχι μόνο ἔχει κανείς άγνοια τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῆς ὅλης καταστάσεώς του, όχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει σπουδαία πράγματα, ἀλλά ἐπιπλέον γίνεται ὑποκριτής. Πῶς τώρα να γιατρευτεί ὁ ἄνθρωπος, Περνάει ἔτσι ἡ ζωή, τελειώνει, φεύγουμε ἀπό αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ τί κάναμε; Μόνο ό Θεός γνωρίζει.
Ὁ Θεός γνωρίζει, ἀλλά θέλει να γνωρίζουμε κι ἐμεῖς, ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ θέλει να κάν νουμε ό,τι χρειάζεται, γιὰ νὰ ἀγιάσουμε. Δέν εἶναι ἀστεῖα. Αὐτά λοιπόν που λέμε τώρα καὶ που θα ποῦμε στη συνέχεια, ἔχουν ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπὸ νὰ μᾶς βοηθήσουν καὶ τὸ ἐλπίζω- ἂν προσέξουμε, ὥστε, ἀφοῦ κάνουμε που κάνουμε τον κόπο, ἀφοῦ κουραζόμαστε πού κουραζόμαστε, νὰ εἶναι πιὸ ἐπωφελής καὶ πιό καρποφόρος ὁ κόπος μας να ἀποδώσει.

Τι σημαίνει «βάζω ἀρχή»;

Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν ἀπό ἄποψη ψυχολογική εἶναι ἔτσι περίπου ποὺ εἴπαμε. Τί θὰ πεῖ τώρα στην πράξη «βάζω ἀρχή». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέει ὅτι βάζει ἀρχή, εἶναι σαν να λέει: «Παραδίδω τὸν ἑαυτό μου στον Θεό. Σπρώχνω τὸν ἑαυτό μου νὰ ὑποταχθεῖ στον Θεό, νὰ ὑπακούει στον Θεό, νὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεό, να κάνει το θέλημά του και τις ἐντολές του, Δίνω τὸν ἑαυτό μου στον Θεό». Ἔτσι λοιπόν σήμερα πῆγε κανείς στὴν ἐκκλησία, κατανύχθηκε, κάτι ἄγγιξε την ψυχή του καί λέει: «Θεέ μου, μέχρι σήμερα ἔπαιζα. Ἀπό σήμερα παραδίδομαι σ' ἐσένα». Η διαβάζει κανείς ἕνα πνευματικό βιβλίο ἤ ἀκούει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καί λέει: «Τέλειωσαν τα ψέματα. Βάζω αρχή. Παραδίδω τον εαυτό μου στον Θεὸ καὶ βάζω ἀρχὴ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα να κάνω τὸ θέλημά τους Αὐτὸς ποὺ πολύ τίμια καὶ πολύ εἰλικρινά θα το κάνει αὐτό, καὶ μὲ ὅλη του την ψυχή, χωρίς κανένα κρατούμενο καὶ χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη θα παραδοθεί στον Θεό, θα μπορούσα νὰ πῶ ὅτι τὴν ἄλλη μέρα κιόλας -ἡ σήμερα, ἂν τὸ ἔκανε χθες- δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ἐντελῶς ἐντελῶς. «Έβαλα χθὲς ἀρχή παρέδωσα χθὲς τὸν ἑαυτό μου στὸν Θεὸ καὶ τὸ συνεχίζω σήμερα». Ἂν εἶναι ἐντελῶς εἰλικρινής και τίμιος, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεὶ αὐτὸ ἀλλὰ  αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη καὶ σήμερα να κάνει αὐτὸ που έκανε χθές δηλαδή νὰ πεῖ: «Θεέ μου, ἐγώ σήμερα πρώτη φορά σε γνωρίζω. Σήμερα πρώτη φορά έρχομαι σε ἐπικοινωνία μαζί σου. Σήμερα, Θεέ μου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη να παραδοθώ σ' ἐπένας. Ἐνῶ εἶναι κάτι ποὺ τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε χθές.
Ωστόσο, ὁ ἴδιος, που κάνει αὐτὸ τὸ ἔργο, δὲν αἰσθάνεται ὅτι χθές κορόιδεψε. Όχι εἰλικρινά καὶ τίμια τὸ ἔκανε χθές, συγχρόνως όμως αἰσθάνεται σὰν νὰ μὴν τὸ ἔκανε, καὶ γι' αὐτό θέλει να το κάνει καὶ σήμερα. Καὶ ὁ ἴδιος λοιπὸν αἰσθάνεται έτσι, ἀλλά καί άντικειμενικά νὰ τὸ δοῦμε τὸ πράγμα, έτσι εἶναι. Ἔκανε τί ἔκανε χθές, αἰσθάνεται όμως την ἀνάγκη να το κάνει και σήμερα. Καὶ με βάση το παράδειγμα πού εἶπαμε προηγουμένως, παρακαλώ, ὅσο γίνεται, να το καταλάβουμε το θέμα.

Συνεχής παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ μας στον Θεό

Εἶπαμε ὅτι το 1/10 τοῦ περιεχομένου τῆς ψυχῆς μας τὸ ἔχουμε στη διάθεσή μας, εἶναι συνειδητό. ΕΙναι το κομμάτι τοῦ καρπουζιοῦ πού βρίσκεται έξω ἀπό τό νερό. Αὐτό εἶναι στα χέρια μας. Την ώρα λοιπόν που λέει κανείς: «Παραδίδω ὅλο τὸν ἑαυτό μου στον Θεό καὶ θὰ εἶμαι πιὰ τοῦ Θεοῦ», ἀφοῦ τὸ ἄλλο, το πιο μέσα, δὲν τὸ ἐλέγχει θεωρητικά μπορεί νὰ πεῖ ὅτι παραδίδει ὅλο τὸν ἑαυτό του, όμως πρα κτικά δὲν ἐλέγχει, δὲν ὁρίζει το μέρος πού εἶναι μέσα στο νερό- δίνει ἑπομένως αὐτό τό κομμάτι που εἶναι ἔξω ἀπό τὸ νερό.
Είμαστε βέβαια στα θεωρητικά, ἀλλά αὐτά τά θεωρητικά να τα καταλάβουμε μιλώντας πρακτικά Ἂν πάρουμε ἕνα μαχαίρι και κόψουμε το κομμάτι τοῦ καρπουζιοῦ ποὺ εἶναι ἀκριβῶς πάνω από την ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ, ἀμέσως το καρπούζι θά ἀνέβει λίγο πιο πάνω. Επομένως, λίγο καρπούζι θα βγεῖ πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ. Στην πράξη λοιπόν όταν λέμε «βάζω ἀρχή», δηλαδή παραδίδω τὸν ἑαυτό μου στον Θεό, εἶναι σὰν νὰ κόβουμε αὐτό το κομμάτι τοῦ καρπουζιοῦ καὶ ὤπ, ἀνεβαίνει ψηλότερα το καρπούζι, καὶ ἑπομένως ἕνα ἄλλο κομμάτι ποὺ δὲν φαινόταν ως τώρα, φαίνεται τώρα, καθώς βγαίνει στὴν ἐπιφάνεια.
Ένα τέτοιο πράγμα γίνεται στην ψυχή τοῦ ἀν θρώπου. Όταν κανείς το 1/10 πού ἐλέγχει, το συνειδητό του δηλαδή, το παραδώσει στον Θεό καὶ τὸ ζήσει αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι τὴν ἑπόμενη κιόλας στιγμή -ἔστω, τὴν ἄλλη μέρα- θα νιώσει ότι δέν παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στον Θεό. Μολονότι το έκανε χθές καὶ τὸ πίστευε καὶ τὸ πιστεύει ἀκόμη ὅτι τὸ ἔκανε χθές, σήμερα δεν νιώθει ότι παρέδωσε τον ἑαυτό του στον Θεό. Γιατί; Διότι βγήκε ἀπὸ τὸ ὑπο συνείδητο ἕνα κομμάτι τῆς ψυχῆς του ποὺ δὲν τὸ ἔβλεπε, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἐλέγξει, καὶ εἶναι τώρα στο συνειδητό. Γι' αὐτὸ αἰσθάνεται κανείς την ἀνάγκη καὶ τὴν ἄλλη μέρα να πείς «Θεέ μου, ἐγώ ἀκόμη δὲν παραδόθηκα σ' ἐσένα τώρα θα παραδοθῶ». Δέν παίζει με τον Θεό σὔτε μὲ τὴν ψυχή του
Χθές παρέδωσε ἐκεῖνο που μπορούσε να παρα δώσει σήμερα ξαναπαραδίδει τὸν ὅλο ἑαυτό του, διότι δὲν τεμαχίζεται ἡ ψυχή. Λέμε για το καρπούζι ότι το κόβουμε κτλ., για να μπορέσουμε να καταλάβουμε αὐτά που λέμε γιὰ τὴν ψυχή. Τὴν ὥρα ποὺ παραδίδεις το κομμάτι αὐτὸ τῆς ψυχῆς σου που ελέγχεις, το συνειδητό, αὐτό, καθώς δὲν εἶναι ξεκομμένο έντελῶς ἀπὸ τὸ ὑποσυνείδητο, ἀλλά εἶναι ἔνωμένα με κάποια οὐρά, το τραβάει κι ἐκεῖνο πιο πάνω, κι ἔτσι αἱσθάνεται κανείς τὴν ἀνάγκη τὴν ἑπόμενη ἡμέρα να πεῖ: «Πάλι θέλω να παραδοθώ στον Θεό». Στο καρ πούζι κόβουμε το πάνω-πάνω, καὶ ἀνεβαίνει λίγο πιο ψηλά. Ξανακόβουμε μια φέτα, ἀνεβαίνει πάλι λίγο πιό ψηλά. Ξανακόβουμε, ὥσπου σχεδόν ὅλο θα το κόψουμε, καὶ ὅλο θα βγεῖ πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ.

Τὸ ἔργο πού ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ἐνῶ ἐμεῖς τὸ ἀποφεύγουμε

Στὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου αὐτό δέν ἔχει τέλος. Καὶ γι' αὐτό ἐπί πολύ καιρό μερικές φορές μοιάζει ὅτι εἶναι ἀμέτρητος ὁ χρόνος- χρειάζεται να κάνει κανείς αὐτό τό ἔργο. Ἀκριβῶς αὐτό τό ὁποῖο ἔκαναν οἱ ἅγιοι.
Ἐμεῖς καμιά φορά διαβάζουμε γιά τούς ἁγίους καὶ μᾶς φαίνεται ἄχαρος ὁ ἀγώνας αὐτός, λίγο κουραστικός, λίγο σάν νά μήν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς, πού εἴμαστε συνηθισμένοι να κάνουμε τί; Ἁπλῶς νὰ εἴμαστε ἀπασχολημένοι -νά ἀνοίξουμε το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, να καθίσουμε να συζητήσουμε μέ κάποιον, να κάνουμε παρέα, νά πᾶμε, νὰ ἔρθουμε καὶ νὰ μὴν κοιτᾶμε λίγο τόν ἑαυτό μας.
Συνέχεια κανείς εἶναι ἀπασχολημένος, θέλει να εἶναι ἀπασχολημένος, γιατί ἀλλιῶς πρέπει να μείνει μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἀλλά ἄν μείνει μέ τόν ἑαυτό του, θὰ ἀρχίσει να βλέπει αὐτά τά πράγματα καί θά τρομάξει. Να γιατί μερικές φορές κάποια πιτσιλίσματα, ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ποῦμε ἔτσι, πού βγαίνουν ἀπό τὸ ὑποσυνείδητο, ἀπό τό ἀσυνείδητο, τρομάζουν τον ἄνθρωπο, καὶ λέει κανείς: «Ἄσ' τα καλύτερα ἐκεῖ. Μὴν ἐγγίζετε τὰ κακῶς κείμενα». Ἔτσι, περνάει ὁ καιρός, ἔρχεται τὸ τέλος, χωρίς νὰ ἔχουμε κάνει ἐκεῖνο πού ἔπρεπε νὰ εἴχαμε κάνει,
Οἱ ἅγιοι ὅμως τὸ πῆραν στα σοβαρά το ὅλο θέμα τῆς σωτηρίας, το πῆραν ζεστά, πίστεψαν ὅτι, ἀφοῦ ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ Θεός στή γῆ καί πέθανε γιά τή σωτηρία μας, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄντως σώζεται, ὄντως ἁγιάζεται, ὄντως καθαρίζεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μπῆκαν λοιπόν οἱ ἅγιοι σ' αὐτὸν τὸν ἀγών να, καί σιγά-σιγά, σιγά-σιγά ὅλο τὸ ὑποσυνείδητο καί ὅλο τὸ ἀσυνείδητο, δηλαδή ἡ ὅλη ψυχή τους, ἔγινε συνειδητό.
Εἶναι ἀδιανόητο να διαπιστώσουμε σε έναν ἅγιο ὅτι πιστεύει μέν και σκέπτεται να ενεργήσει σύμφωνα μέ τήν πίστη του, ὅμως βγαίνει κάτι ἀπὸ μέσα του καὶ τοῦ χαλάει τὴν πρόθεση, καὶ, ἐνῶ πήγαινε να κάνει καλό, δέν ἔκανε καλό αλλά κακό. Οὔτε κατά διάνοιαν ὅτι συμβαίνει στοὺς ἁγίους αὐτό. Σ᾽ ἐμᾶς συμβαίνει αὐτό, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε μέσα μας ἀκόμη ἀκατέργαστο και το υποσυνείδητο καὶ τὸ ἀσυνείδητο, τό μεγαλύτερο δηλαδή μέρος τοῦ περιεχομένου τῆς ψυχῆς μας.


Ἡ θεοποίηση τοῦ ἀνθρώπου

Μετά ἀπό αὐτά πού εἴπαμε, καταλαβαίνουμε, νομίζω, ὅλοι μας, ὄχι ἁπλῶς πόσο δύσκολα εἶναι τὰ πράγματα, ἀλλὰ ὅτι, ἔτσι ὅπως ἐμεῖς σκεπτόμαστε καὶ ἔτσι ὅπως ἐμεῖς ἐνεργοῦμε, τελικά μᾶλλον ματαιοπονοῦμε καὶ δὲν μποροῦμε νὰ φθάσουμε ἐκεῖ πού θέλουμε να φθάσουμε. Δὲν νιώθουμε να έλευθερώνεται, να γιατρεύεται, νὰ ἁγιάζεται ἡ ψυχή μας, δέν νιώθουμε νὰ εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ κατάβαθα τῆς ὑπάρξεώς μας, ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται ὁ Κύριος. Καὶ αὐτό, ὄχι ἐπειδὴ δὲν ξέρουμε. Έχουμε βέβαια ἄγνοια, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο θέμα ἀγνοίας. Αὐτὸ συμβαίνει, κυρίως ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μετά τὴν πτώση στράφηκε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Πρὸ τῆς πτώσεως ὁ ἄνθρωπος ἐκινεῖτο πρὸς τὸν Θεό χωρίς τὴν παραμικρή ἐπιφύλαξη καί χωρίς νὰ ἐμποδίζεται ἀπό τίποτε. Ὅλη ἡ ὕπαρξή του ἐκινεῖτο πρὸς τὸν Θεό, κέντρο ἦταν ὁ Θεὸς καὶ τὰ πάντα ήταν ὁ Θεός. Μετά τὴν πτώση, ἄφησε ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό, στράφηκε στὸν ἑαυτό του και θεοποίησε τὸν ἑαυτό του. Αὐτό κυρίως εἶναι ἡ ἁμαρτία, κάτι τὸ ὁποῖο στην ἐποχή μας ἔφθασε ἴσως στο χειρότερο σημείο.
Κάποτε οἱ ἄνθρωποι ήταν εἰδωλολάτρες. Πίστευαν σε διαφόρους θεούς καὶ σε διάφορα εἴδωλα, ποὺ ἐν πάσῃ περιπτώσει ήταν πράγματα ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στά χρόνια μας, στις ἡμέρες μας ὁ ἄνθρωπος θεοποίησε τὸν ἑαυτό του, θεωρεῖ θεό τον ἑαυτό του. Ἀκόμη καὶ ἕνα μικρό παιδί μπορεῖ νὰ πεί: «Εγώ δὲν συμφωνῶ. Ἐγώ δεν κάνω αὐτὸ ποὺ μοῦ λέτε. Ἐγώ θέλω να κάνω αὐτό πού θέλω εγώ. Θα κάνω αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀρέσει».
Κι ἐμεῖς νομίζουμε ποιός ξέρει τι ἀνακαλύψαμε καὶ τί σπουδαίοι θα γίνουμε, ἄν σκεπτόμαστε ἔτσι καὶ ἐνεργοῦμε ἔτσι, ἐνῶ κάνοντας αὐτό, ὅλο καὶ περισσότερο βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος μέσα σ' αὐτὸν τὸν κυκεώνα, μέσα στο σκοτεινό αὐτὸ ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του. Γι' αὐτό καί βλέπουμε τους περιθωριακούς ἀνθρώπους (αὐτοὺς μὲ τὰ ναρκωτικά ἡ ὅ,τι ἄλλο) νὰ ἔχουν κάτι παράξενες ἰδέες, να κάνουν κάτι παράξενες ἐνέργειες, καί ἡ ὅλη ζωή τους νὰ μὴν ἔχει καμιά σχέση με τη λογική. Ἐκεῖ ἔχουμε τὸ ἄκρο, ἀλλὰ κάπως ἔτσι εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

Το φρόνημα τῶν σατανιστών 

Κάποια εφημερίδα πρίν ἀπό λίγο καιρό είχε δημοσιεύσει ἀπό κάποιο βιβλίο ένα μικρό κείμενο, ποὺ ἔλεγε ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν τρείς σατανιστικές «ἐκκλησίες». Δηλαδή, θα μπορούσαμε να ποῦμε, τρεῖς ὁμάδες, ποὺ ἡ καθεμιά έχει ναούς για τὸν σατανά. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο έλεγε το κείμενο διέπει τὴν ὅλη σκέψη τους καὶ τὴν ὅλη ζωή τους εἶναι: «Θεός δὲν ὑπάρχει· ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει. Έπομένως, ὁ ἄνθρωπος να κάνει ὅ,τι θέλει. Να φάει ότι θέλει, νὰ πιεῖ ὅ,τι θέλει, να πάει ὅπου θέλει, να κοιμηθεῖ ὅπως θέλει, να ζήσει ὅπως θέλει, να συμπεριφερθεί ὅπως θέλει». Συνέχεια αυτό τονίζεται. Και μάλιστα πρός το τέλος λέει ότι πρέπει να πεθάνουν ἐκεῖνοι ποὺ τυχόν δὲν τὰ δέχονται αὐτά.
Αὐτὸ τὸ λένε οἱ σατανιστές. Καὶ σᾶς προκαλώ να ψάξετε νὰ βρεῖτε ἕναν ἄνθρωπο σήμερα, ἀκόμη καὶ μικρά παιδιά, ποὺ δὲν ἔχουν περίπου αὐτὸ τὸ πνεῦμα «Θὰ κάνω ό,τι θέλω. Θα κάνω ό,τι μοῦ ἀρέσει. Θα κάνω το κέφι μου. Εγώ θέλω νὰ κάνω αὐτὸ που θέλω, ὅπως τὸ καταλαβαίνω». Κανείς δεν λέει «Τι λέει ὁ Θεός, Να κάνουμε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Θεός Καὶ φυσικά, το θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ πληροφορούνται τα παιδιά ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀπὸ τοὺς δασκάλους, ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους, καὶ γενικά όλοι μας από τὴν Ἐκκλησία.
Καὶ ἄν καμιά φορά δείξουμε ότι τάχα σεβόμαστε τὴν Ἐκκλησία, ὅτι τάχα σεβόμαστε τους μεγαλυτέρους καί ὅτι τάχα λαμβάνουμε ὑπ' ὄψιν κάποιους που ξέρουν περισσότερα, αὐτό γίνεται ἀπό κάποιο συμφέρον, καὶ ὄχι ἐπειδή βαθιά μέσα στην ψυχή μας πιστεύουμε ότι, ὅσο περισσότερο άπαγκιστρωνόμαστε ἀπό τὸν ἑαυτό μας και δινόμαστε στο θέλημα τοῦ Θεοῦ, τόσο ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τόν κύριο ἐχθρὸ, ποὺ εἶναι ὁ ἑαυτός μας, καὶ τόσο γινόμαστε σωστοί ἄνθρωποι. Δέν φρονοῦν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι.
Μπορεῖ οἱ σατανιστές νὰ τὰ λένε αὐτά, καὶ μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἐναντίον τῶν σατανιστῶν, ἀλλά το ὅλο πνεῦμα τους ἔχει ἐπηρεάσει τους πάντες. Ὅταν πρὶν ἀπό καιρό ήρθαν στη δημοσιότητα κάποιες ἐπικίνδυνες καὶ ἀπάνθρωπες ἐνέργειες τῶν σατανιστῶν, θορυβήθηκαν πάρα πολλοί, ὄχι μόνο χριστιανοί ποὺ ἐκκλησιάζονται ἀλλά καί ἄλλοι. «Τι θα γίνει; Κινδυνεύουμε ἀπό τούς σατανιστές». Ἀλλὰ τὸ ὅτι διέδωσαν αὐτὸ τὸ πνεῦμα πρός κάθε κατεύθυνση καὶ τὸ ὅτι τὸ ρουφήξαμε σαν νὰ εἶναι κανένας θεός, δὲν τὸ προσέχουμε, δὲν τὸ λαμβάνουμε ὑπ᾿ ὄψιν καί δεν παίρνουμε τα μέτρα μας.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ