Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Tο Μυστήριο της Αγάπης'' [4]

 

Η γυναίκα: σημείο συναντήσεως μεταξύ Θεού και ανθρώπου

Εάν το αρσενικό συμμετέχει στην Ενανθρώπηση διά της σιωπής, στο πρόσωπο του αγίου Ιωσήφ —«ο Λόγος, ο υιοθετημένος υιός της σιωπής», όπως τον αποκαλεί ο Κλωντέλ— η γυναίκα, αντίθετα, είναι εκείνη που εκφωνεί το fiat, το «γένοιτό μοι», εκ μέρους όλων. Στο δημιουργικό fiat του Πατρός ανταποκρίνεται το ταπεινό fiat της «δούλης Κυρίου». Αυτό το fiat αποτελεί το αναγκαίο ανθρώπινο θεμέλιο της Ενανθρωπήσεως, το ελεύθερο «ναι» της ανθρωπότητας που εκφράστηκε από τη Μαρία: «ναι, επιθυμώ τη σωτηρία μου· διψώ για τον Σωτήρα μου». Ο Χριστός δεν θα μπορούσε να προσλάβει ανθρώπινη σάρκα και αίμα, εάν η ανθρωπότητα —η Μαρία— δεν τα είχε προσφέρει ελεύθερα ως δώρο, ως καθαρή προσφορά.
Την παραμονή των Χριστουγέννων η Εκκλησία ψάλλει:
«Τί σοι προσενέγκωμεν, Χριστέ; ... Ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν ἀστέρα, οἱ μάγοι τὰ δῶρα, οἱ ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην, ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον.»
Γι' αυτό, στην ορθόδοξη ευσέβεια, η Θεοτόκος που κρατά στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος —και όχι, για παράδειγμα, ο Συμεών— αποτελεί ακριβώς την εικόνα της Ενανθρωπήσεως, του ύψιστου βαθμού κοινωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου, του σημείου όπου συναντώνται τα δύο fiat, τα δύο «γένοιτο». Ο δεσμός Του Ιησού με την ανθρωπότητα πραγματοποιείται μέσω της μητρότητας.
Η Ανατολική Εκκλησία αγαπά ιδιαίτερα τον λόγο του Κυρίου προς τον Ιωάννη: «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου», και βλέπει σε αυτόν την ολοκλήρωση της Εύας· η Μαρία είναι η «Μήτηρ τῶν ζώντων», τύπος της Εκκλησίας στη θεμελιώδη αλήθεια της μητρικής προστασίας.
Ως Οράνς (η δεομένη), είναι η προσευχή της Εκκλησίας. Στις εικόνες που είναι αφιερωμένες σε αυτό το θέμα, απλώνει το ωμοφόριό της επάνω από τον κόσμο για να τον «σκεπάζει» και να τον προστατεύει, ενώ στις εσχατολογικές συνθέσεις της Δεήσεως εμφανίζεται ως η Μεσίτρια που πρεσβεύει υπέρ όλου του κόσμου. Ως Νέα Εύα εν Χριστώ, η Μαρία μας αποκαλύπτει την αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως. Η Εκκλησία την ομολογεί αειπάρθενο, παρθένο κατά την ίδια την ουσία της και ακριβώς γι' αυτό μητέρα. Επειδή η παρθενία, σύμφωνα με τον προορισμό της, ανθίζει σε μητρότητα, κάθε γυναίκα έχει την κλήση προς τη μητρική αποστολή.
Στην ελληνική γλώσσα η σωφροσύνη σημαίνει ακεραιότητα και εσωτερική ενοποίηση, τη δύναμη δηλαδή που συνάγει τα πάντα σε μία ενότητα.
Μία αρχαία λειτουργική ευχή απευθύνεται στην «Παναγία Θεοτόκο» λέγοντας:
«Με την αγάπη σου σύνδεσε την ψυχή μου», ώστε από το άθροισμα των διασκορπισμένων καταστάσεων της ψυχής να αναδυθεί μία ενιαία ψυχή. Μόνο μια τέτοια εσωτερική ολοκλήρωση μπορεί να ανακόψει το έργο της αποσυνθέσεως στο οποίο έχει αφιερωθεί η σύγχρονη ανδρική ιδιοφυΐα.
Με την αγνή δομή της υπάρξεώς της η γυναίκα έχει την κλήση να πραγματοποιήσει αυτήν την ενοποίηση. Η σωτηρία του πολιτισμού εξαρτάται από το «αιώνιο μητρικό». Κατανοεί κανείς τη σωστική του δύναμη όταν αντιληφθεί ότι η Εύα δεν πειράχθηκε ως το «ασθενέστερο φύλο». Αντιθέτως, παρασύρθηκε επειδή ακριβώς εκπροσωπεί μέσα στην ανθρώπινη φύση την αρχή της θρησκευτικής ακεραιότητας. Μόλις τραυματίστηκε στην καρδιά, υπέκυψε αμέσως.
Ο Αδάμ ακολούθησε παθητικά:
«Η γυναίκα μου έδωσε από τον καρπό.»
Αφήνοντας τον εαυτό του μόνο του, ο άνδρας χάνεται μέσα στον λαβύρινθο των αφαιρέσεών του και στις τελειοποιημένες τεχνικές της υποβαθμίσεως. Υποβαθμισμένος ο ίδιος, γίνεται παράγοντας υποβαθμίσεως και δημιουργεί έναν κόσμο που ανταποκρίνεται στις απανθρωποποιημένες προϋποθέσεις του. Ο άνθρωπος βρίσκεται στην αγωνία του θανάτου. Η παραφροσύνη είναι η διαταραχή ενός μόνο ανθρώπου· η ανδρική λογική, όταν απολυτοποιείται, είναι η συλλογική παραφροσύνη όλων.
Το αληθινό θήλυ περιγράφεται θαυμάσια από τον Πωλ Κλωντέλ, όταν βάζει τη Χάρη να λέει:
«Δεν είμαι προσιτή στη λογική· δεν θα με πλάσετε, δεν θα με κάνετε αυτό που θέλετε· εγώ όμως τραγουδώ και χορεύω.»
Ο άνδρας επεκτείνεται μέσα στον κόσμο μέσω των εργαλείων. Η γυναίκα πραγματοποιεί την επέκτασή της μέσω της δωρεάς του εαυτού της. Με όλη της την ύπαρξη είναι συνδεδεμένη με τους ρυθμούς της φύσεως. Σύμφωνα όμως με τον φυσικό προορισμό της, το βιολογικό και το ψυχολογικό εξαρτώνται από το πνεύμα· το υπηρετούν και το αποκαλύπτουν.
Η φυσιολογική ικανότητα της γυναίκας να γεννά προέρχεται από το μητρικό της πνεύμα. Αντίστοιχα, ο άνδρας είναι σωματικά πιο ισχυρός επειδή στο πνεύμα του υπάρχει κάτι που ανταποκρίνεται στη «βία» για την οποία μιλά το Ευαγγέλιο:
«Οι βιασταί αρπάζουν τη Βασιλεία των Ουρανών.»
Εάν η φύση του άνδρα είναι να ενεργεί, η φύση της γυναίκας είναι να υπάρχει· και αυτή είναι η κατ' εξοχήν θρησκευτική κατάσταση.
Ο άνδρας δημιουργεί την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την τέχνη, αλλά διαστρέφει τα πάντα μέσω μιας τρομακτικής αντικειμενοποιήσεως της οργανωμένης αλήθειας.
Η γυναίκα αντιτίθεται σε κάθε αντικειμενοποίηση, διότι στέκεται όχι στην προοπτική της δημιουργίας αλλά της γεννήσεως. Η ίδια, με την ύπαρξή της, αποτελεί το κριτήριο που διορθώνει κάθε αφαίρεση και επαναφέρει τις αξίες στη σωστή τους θέση, ώστε να φανερώνεται ορθά ο ανδρικός λόγος (logos).
Ενστικτωδώς, η γυναίκα θα υπερασπίζεται πάντοτε το πρωτείο της υπάρξεως έναντι της θεωρίας, του ενεργού έναντι του καθαρά θεωρητικού, της διαισθήσεως έναντι της αναλυτικής σκέψεως. Κατέχει το χάρισμα να «βλέπει» άμεσα μέσα στη ζωή του άλλου, την έμφυτη ικανότητα να συλλαμβάνει το αστάθμητο και να αποκρυπτογραφεί το πεπρωμένο. Να προστατεύει τον κόσμο των ανθρώπων ως μητέρα και να τον καθαρίζει ως παρθένος, δίνοντάς του ψυχή —τη δική της ψυχή— αυτή είναι η κλήση κάθε γυναίκας, είτε μοναχής, είτε άγαμης, είτε συζύγου.
Ενωμένος με τον Χριστό, τον Αρχιερέα, ο άνδρας εισέρχεται μυστηριακά στα στοιχεία αυτού του κόσμου· τα αγιάζει και μεταμορφώνει τον κόσμο σε Βασιλεία του Θεού. Με δύναμη καταλαμβάνει τη Βασιλεία. Αυτός όμως ο θησαυρός αποτελείται από κάθε έκφραση του ιερού, από την αγιότητα της υπάρξεως· και αυτήν ακριβώς εκπροσωπεί η γυναίκα.
Η γυναίκα πληγώνει τον δράκοντα όχι με τη δράση της αλλά με την ίδια την ύπαρξή της, με την καθαρότητά της. Για τους δαίμονες, αυτή ακριβώς η αγιότητα της υπάρξεως είναι αφόρητη και θανατηφόρα.
Ο άνδρας, στραμμένος προς τα έξω, υπάρχει μέσα στην εξάπλωση του εαυτού του και στην εξωτερική προβολή του πνεύματός του που κυριαρχεί στον κόσμο.
Η γυναίκα, στραμμένη προς τα μέσα, κατευθύνεται προς την ύπαρξη.
Το θηλυκό ενεργεί στο επίπεδο της οντολογικής δομής· δεν είναι ρήμα αλλά ύπαρξη (esse), η μήτρα του κτιστού.
Η Θεοτόκος προσφέρει ολόκληρη την ύπαρξή της ως τόπο όπου έρχεται να κατοικήσει ο Λόγος· Τον κυοφορεί και Τον φανερώνει.
Η λειτουργική παράδοση ταυτίζει την Παρθένο με τον οίκο της Σοφίας του Θεού και δοξάζει σε αυτήν τον εκπληρωμένο σκοπό της δημιουργίας του Θεού: termino fisso d'eterno consiglio, «τον ακρογωνιαίο λίθο του αιωνίου σχεδίου».
Το μυστήριο του γάμου ενώνει χαρίσματα που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελεί την προϋπόθεση μιας ιδιαίτερης μορφής του βασιλικού ιερατεύματος όλων των πιστών.

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ



ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [11]

 


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις

Κατ' οἰκονομίαν Θεοῦ σε ἔξαρση οἱ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις»

Σημείωμα φοιτήτριας: Παλαιότερα είχατε άναφερθεί στις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Θὰ σᾶς παρακαλοῦσα, ἄν γίνεται, νὰ ἐπανέλθετε στο θέμα καὶ νὰ μᾶς ἐξηγήσετε πῶς μποροῦν νὰ ἐπηρεάζουν κάποιον, σε ποιό βαθμό, καὶ πόσο μπορεῖ ὁ καθένας μας να συνειδητοποιήσει την κατάστασή του καὶ νὰ τὴν καταπολεμήσει. Τι γίνεται ἀκόμη στην περίπτωση που ἡ ψυχοπαθολογική κατάσταση κάποιου εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη με την ὅλη θρησκευτική του πορεία καὶ ἀντίληψη; Μήπως εἶναι καλό νὰ ἀπομακρυνθεί κάπως ἀπὸ τὴ ζωή του, ἀπὸ τὴ ζωή τοῦ "καλοῦ χριστιανοῦ"; Προσωπικά αἰσθάνομαι πολύ πιὸ ἄνετα, ὅταν δὲν προσπαθῶ νὰ παραστήσω τὴν καλή χριστιανή. Τί καλό μπορεῖ νὰ βγεῖ ἀπὸ τέτοιες καταστάσεις; Γιατί ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται να πονέσει τόσο πολύ στη ζωή του για τις καταστάσεις που, χωρίς νὰ τὸ θέλει, ἔχει στὴν ψυχή του; 

Καί ἕνα ἄλλο σημείωμα λέει παρόμοια:


 Σε κάθε ἄνθρωπο, σύμφωνα με τις τραυματικές ἐμπειρίες που ἔχει ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, δημιουργοῦνται μέσα του καταστάσεις ποὺ ἐπηρεάζουν τον χαρακτήρα καί τή γενική συμπεριφορά του. Φθάνοντας σε κάποια ὡριμότερη ἡλικία, που προσπαθεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του καί νὰ βρεῖ τὰ αἴτια ἀπό τὰ ὁποῖα πηγάζει ἡ συμπεριφορά του καί στοιχεία τοῦ χαρακτήρα του, καταλαβαίνει ὅτι τὰ αἴτια εἶναι ἀποκυήματα τῶν κόμπλεξ, ποὺ τοῦ ἔχουν δημιουργήσει οἱ τραυματικές του ἐμπειρίες. Αἰσθάνεται λοιπόν θύμα και κατώτερος ἀπό τόν καθένα, καί ὅσο περισσότερο δουλεύει αὐτές τις καταστάσεις μέσα του, τόσο περισσότερο νιώθει ἀδικημένος και θύμα, ἐνῶ ἄλλες φορές κλείνεται στον ἑαυτό του καὶ γί νεται ἐπιθετικός. Ὁ ἴδιος καταλαβαίνει ὅτι ὅλα αὐτά δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ξεπεράσει μόνος του χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πνευματικού του.

Σᾶς παρακαλοῦμε νὰ ἀναφέρετε ότιδήποτε μπορεῖ νὰ βοηθήσει.

***

Ὅπως ξέρετε, πολλές φορές ἔχουμε ἀναφερθεί σ' αὐτὰ τὰ θέματα καί ἔχουμε πεῖ πολλά. Ἐν πάση περιπτώσει, θὰ σᾶς πῶ ἐπάνω σ' αὐτὰ τὰ θέματα κάποια πράγματα, ὅπως ἐγώ τα καταλαβαίνω, ὅπως ἐγώ νομίζω ὅτι εἶναι. Κατ' ἀρχὴν νὰ πῶ ὅτι δὲν εἶναι θέματα ἁπλῶς ψυχολογικά οὔτε, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἁπλῶς ψυχολογικά θέματα, πρέπει νὰ τὰ δοῦμε μόνο ἀπό τήν ψυχολογική πλευρά, ἀλλά πρέπει να τὰ δοῦμε μέσα στην πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μέσα στην ὅλη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, μέσα στο ὅλο θέμα τῆς σωτηρίας μας.
Στους τρεῖς πρώτους αἰῶνες ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε να διώκονται οἱ χριστιανοί. Δὲν τὰ ἔχει στα χέρια του ὅλα ὁ Θεός; Δὲν μποροῦσε ὁ Θεός να κάνει έτσι τὰ πράγματα, ὥστε εὐθὺς ἐξαρχῆς νὰ ἀναγνωρισθεί ὁ χριστιανισμός ὡς ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους, καὶ νὰ μὴ διώκονται οἱ χριστιανοί καὶ νὰ μὴ μαρτυρήσουν τόσοι καί τόσοι; Ὅμως ὁ Θεός ὡς Θεός ἔκρινε ὅτι αὐτό χρειαζόταν, αὐτὸ ἦταν ἀπαραίτητο. Καί ὅσο κι ἄν φαίνεται παράδοξο, αὐτό βοήθησε πολλούς νὰ σωθοῦν καὶ νὰ ἁγιάσουν. Ἐνῶ, ἐάν ξεκινοῦσε εὐθὺς ἐξαρχῆς ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας χωρίς τέτοιες δυσκολίες, πολλοί ἀπό αὐτοὺς ποὺ ἁγίασαν μπορεῖ νὰ μὴν ἀγίαζαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σώθηκαν μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν σωθεί.
Ἀργότερα ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε κάτι ἄλλο. Ἂς ποῦμε, πρίν πενήντα χρόνια, το 1945, τελείωνε ὁ Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Το τί μακελειό ἔγινε τότε, δὲν λέγεται. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸ ἔγινε ἐρήμην τοῦ Θεοῦ, ὅτι ξέφυγε ἀπό τὸν ἔλεγχο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔγιναν τὰ κακά πού ἔγιναν;  Ὄχι· ἄφησε ὁ Θεός να γίνουν. Οἱ ἄνθρωποι τὰ ἔκαναν, ἀλλὰ ἄφησε ὁ Θεός να γίνουν. Κι ἐγώ πιστεύω ἀκράδαντα ότι, ὅταν θὰ πᾶμε στὸν οὐρανό, ἂν μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ πᾶμε ἐκεῖ πού εἶναι οἱ σεσωσμένοι, θὰ βροῦμε πολλούς που θα μᾶς ποῦν: «Ἐγώ σώθηκα τελικά, εἶμαι ἐδῶ μέσα στον παράδεισο, διότι ἔγινε ἐκεῖνος ὁ φοβερός πόλεμος, καὶ πέρασα πολλά δεινά στη διάρκειά του». Άλλος θὰ μᾶς πεῖ ὅτι ἦταν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, ἄλλος ὅτι κινδύνευσε ἐπανειλημμένως να θανατωθεί, ἄλλος ὅτι πέρασε ώρες, μέρες, μήνες, κάτω ἀπό φόβο καὶ δυσκολίες. Καὶ ὅλα αὐτά συνετέλεσαν να σωθοῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ εἶναι στον παράδεισο.
Στις ἡμέρες μας πιστεύω -αὐτό το λέω ἴσως πρώτη φορά ἔτσι· κι ἐγώ το συνειδητοποιώ σήμερα λίγο περισσότερο ἀπό ἄλλες φορές- ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε, οἰκονόμησε νὰ εἶναι σὲ ἔξαρση ὅλες αὐτές οἱ ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Βέβαια, μοιάζει σὰν νὰ τίς ἔσπειρε ὁ Θεός, σαν να τις σκόρπισε ὁ Θεὸς ἀνάμεσά μας. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τὰ δημιουργοῦμε, ἀλλὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, τὰ οἰκονομεῖ ὁ Θεός. Αὐτὸ τὸ βλέπω στην πράξη καὶ τὸ ἔχω πεῖ σε ἀρκετούς μέχρι σήμερα, πού ζορίζονται πάρα πολύ ἀπό τέτοιες καταστάσεις.

Μᾶλλον δὲν θὰ ἤσουν ἀλλιῶς στον δρόμο τοῦ Θεοῦ


Οἱ καταστάσεις αὐτές δεν φεύγουν εὔκολα. Δὲν εἶναι ὅπως οἱ σωματικές ἀσθένειες, στις ὁποῖες δίνει κανείς φάρμακα καὶ αὐτά τίς γιατρεύουν, οὔτε εἶναι θέμα νὰ ἀπλώσει κανείς το χέρι καὶ νὰ πάρει τις ἀρρώστιες αὐτές. Αὐτές ἐν πολλοῖς ἐξαρτῶνται ἀπό τὴν ὅλη στάση τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἀπὸ τὴν ὅλη ἐνέργειά του. Λέω συχνά ότι ὁ Θεός το όλο θέμα, όπως πιστεύω, το οἰκονομεῖ ἔτσι για κάποιον λόγο για να μάθει κάποιο μάθημα ὁ ἄνθρωπος. Και ὅσο ἀργεί νὰ τὸ μάθει, τόσο αὐτὰ δὲν φεύγουν.
Ἐπανειλημμένως ἔχω πεῖ κατ' ἰδίαν. «Ὁ Θεός ἐπέτρεψε νὰ σοῦ συμβαίνουν αὐτά, καὶ ὑποφέρεις βέβαια, ἀλλὰ ὅμως, ἐξ ὅσων μπορῶ νὰ καταλάβω, θὰ ἤθελα νὰ σοῦ πῶ ὅτι δὲν θὰ ἤσουν στον δρόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ ποιός ξέρει σε τι δρόμο θὰ ἤσουν, ἂν δὲν εἶχες αὐτὰ τὰ παθήματα, αὐτές τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις». Τὰ λέω ὄχι σὰν νὰ θέλω να ψευτοπαρηγορήσω αὐτὸν μὲ τὸν ὁποῖο μιλώ, καὶ ὁ ὁποῖος πραγματικά ὑποφέρει καὶ πάσχει ὄχι σὰν νὰ τοῦ λέω ψέματα ἢ σὰν νὰ θέλω να τον ξεγελάσω. Πιστεύω ὅτι ἔτσι εἶναι.
Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πάντοτε την τάση να ξεφεύγει ἀπὸ δῶ καὶ ἀπό κεῖ, καὶ ὁ Θεός, τρόπον τινά, τον δεσμεύει μέσα ἀπό αὐτές τις καταστάσεις, και, θέλει δέν θέλει, κάθεται κανείς κοντά στον Θεό. Όχι βέβαια με το ζόρι, οὔτε θέλει ὁ Θεός νὰ τὸν κρατήσει με το ζόρι, ἀλλά ξέρει ὁ Θεός, ὡς Θεός πού εἶναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν τελικά δεῖ τὴν ἀλήθεια, θὰ πεῖ μόνος του: «Θεέ μου, δὲν θὰ σὲ εὐγνωμονοῦσα τόσο πολύ, ὅσο αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ σὲ εὐγνωμονῶ τώρα, ποὺ ἐπέτρεψες νὰ ἔχω αὐτές τις καταστάσεις, οἱ ὁποῖες με βασάνισαν στη ζωή. Όμως εἶναι ἑκατό τοῖς ἑκατό βέβαιο ὅτι, ἂν δὲν τις εἶχα, δὲν θὰ σὲ εἶχα γνωρίσει καὶ δὲν θὰ ἤμουν κοντά σου, δὲν θὰ ἤμουν στον δρόμο σου καὶ δὲν θὰ σωζόταν ἡ ψυχή μου». Ἔτσι εἶναι.
Ἐμεῖς περάσαμε καὶ ἀπὸ τὴν ἀγροτική ζωή, καὶ νὰ χρησιμοποιήσω ένα σχετικό παράδειγμα, για να βοηθήσει να γίνουν κατανοητά αὐτά που λέμε. Ἐν θυμούμαι, το καλοκαίρι πηγαίναμε έξω στους ἀγρούς - νύχτα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διότι τὴν ἡμέρα ἐργαζόμασταν ἐκεῖ ὅπου βρίσκαμε κάπως βοσκή, γιὰ νὰ ἀφήσουμε τὰ ζῶα να βοσκήσουν. Και το πρωί, πρὶν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, πρίν χαράξει, σηκωνόμασταν γιὰ τὴν ὅποια δουλειά.
Αρκετές φορές, ὅταν μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό καὶ ἔπρεπε νὰ γίνει, ἐκεῖ ποὺ ἀφήναμε το ζῶο να βοσκήσει, το δέναμε μὲ ἕνα σχοινί 15-20 μέτρων. Δέναμε τὸ ἕνα ἄκρο σε ἕνα πόδι τοῦ ζώου καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο σὲ ἕναν πάσσαλο. Ἔτσι, τὸ ζῶο εἶχε τὴν ἐλευθερία να κινηθεῖ μέσα σε κάποια τετραγωνικά μέτρα, γιὰ νὰ βοσκήσει. Αὐτό γινόταν, ὅταν εἶχε πολύ χόρτο, καὶ ἐπίσης ὅταν ὑπῆρχαν πολύ κοντά κάποια ξένα πράγματα, και, ἂν ἦταν ἐλεύθερο το ζῶο, μπορεῖ νὰ ἔκανε ζημιές, καὶ θὰ ἦταν ἀναγκασμένος κανείς να τις πληρώσει. Ἄλλοτε, πολύ-πολύ σπάνια, μπορεῖ νὰ ἀφήναμε ἐντελῶς ἐλεύθερα τὰ ζῶα, ἀλλά αὐτὸ ἦταν πολύ ἐπικίνδυνο. Μπορεῖ νὰ ξυπνούσαμε το πρωί καὶ νὰ μὴν τὰ βρίσκαμε με κανέναν τρόπο.
Κάναμε ἐπίσης καὶ κάτι ἄλλο. Δέναμε τα δύο μπροστινά πόδια τοῦ ζώου μὲ ἕνα σχοινί. Ἔτσι, το ζῶο μπορούσε να πάει καὶ πιο πέρα καὶ πιο πάνω καὶ πιο κάτω. Είχε δηλαδή σχετική ἐλευθερία, ἀλλά όμως δὲν μποροῦσε νὰ ἀπομακρυνθεί, δὲν μποροῦσε να φύγει. Ήταν σχεδόν αδύνατον. Μόνο για κάποιο σοβαρό λόγο, καμιά φορά το πρωί που θα σηκωνόμασταν, μπορεί να μή βρίσκαμε το ζώο, μολονότι ἦταν ἔτσι δεμένα τα πόδια του. Το ζώο σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση σαν να έκανε καλπασμό, άλλά πήγαιναν μαζί τὰ δύο μπροστινά πόδια του. Σπάνια, πολύ σπάνια μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Κατά κανόνα το ζῶο πότε περπατούσε λίγο-λίγο με μικρά βήματα, πότε πηδούσε λίγο καὶ πήγαινε πιο πέρα.
Περιορίζοντας κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο την έλευθερία τοῦ ζώου, ἦταν σίγουρο ὅτι θὰ μείνει ὅπου το βάλαμε, καὶ δέν θά το χάσουμε. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ζῶο, τὸ ἥμερο, ὄχι τὸ ἄγριο, συνηθίζει καὶ θέλει να ἔχει ἕνα ἀφεντικό, διότι εἶναι σίγουρο ἔτσι ὅτι θὰ τὸ πάει στον σταῦλο, θὰ τοῦ δώσει να φάει, θὰ τὸ περιποιηθεῖ. Ἔχει αὐτή τη σιγουριά, γι' αὐτό, ὅπου κι ἂν πάει τὸ ζῶο, γυρίζει· γυρίζει ἐκεῖ ποὺ εἶναι μαθημένο. Επομένως, δὲν ἔκανε κανείς κακό στο ζῶο μὲ τὸ νὰ τοῦ δέσει τα πόδια. Τελικά τοῦ ἔκανε καλό. Διότι ἀλλιῶς, μποροῦσε νὰ ἀπομακρυνθεῖ καὶ νὰ τὸ φᾶνε οἱ λύκοι.

Μήπως εἶναι ἔτσι;

Ἐξ ὅσων ἐγὼ ἔχω καταλάβει, ἐξ ὅσων ἔχω διαπιστώσει, πάρα πολλοί εἶναι αὐτοί ποὺ λίγο πολύ εἰναι κάπως παγιδευμένοι. Ἄλλος ἔχει τὸ ἕνα κόμπλεξ, ἄλλος ἔχει τὸ ἄλλο κόμπλεξ, ἄλλος ἔχει τὰ μὲν τραύματα, ἄλλος ἔχει τὰ δὲ τραύματα, ἄλλος ἔχει αὐτή τὴν ὑποσυνείδητη κατάσταση, ἄλλος ἔχει τὴν ἄλλη ἀσυνείδητη κατάσταση. Αὐτά πράγματι βασανίζουν τὸν ἄνθρωπο, πράγματι τυραννοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά τελικά τον σώζουν. Νομίζω λοιπόν ὅτι στις ἡμέρες μας ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ὅλες αὐτές τις ψυχολογικές ἀρρώστιες για τη σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο ἔτσι ἂν δοῦμε τὰ θέματα αὐτά, βρίσκουμε ἄκρη.
Ἂν θέλετε, με πιστεύετε· ἂν θέλετε, δίνετε προσοχή. Ἕνας ἱερέας σ' αὐτὴ τὴν ἡλικία, ποὺ εἶδε τὸσους ἀνθρώπους, που βλέπει τόσους ἀνθρώπους, καταλήγει στο συμπέρασμα ὅτι κάπως ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα. Γιὰ σᾶς εἶναι δύσκολο να το καταλάβετε ὅτι εἶναι ἔτσι, καί χρειάζεται να το πιστέψετε. Ὅποιος θὰ τὸ πιστέψει, ὅποιος θὰ πεῖ: «Ἀφοῦ τὸ λέει ὁ πάτερ, ἔτσι θὰ εἶναι», μετά το βλέπει στην πράξη ὅτι ἔτσι εἶναι. Δὲν χρειάζεται να πιέσετε τον ἑαυτό σας. Ξεκινήστε, ὅπως λέγαμε καί ἄλλη φορά, μέ ἕνα «μήπως». «Μήπως εἶναι ἔτσι; Ἐγώ νὰ πεῖ κανείς - ἀπὸ δῶ τὸ ἔχω, ἀπό κεῖ τὸ ἔχω, ἄκρη δέν βρίσκω. Καί ὁ πάτερ, ἔτσι που τα λέει τα πράγματα, σαν να βρίσκει κανείς μιά ἄκρη καὶ σὰν νὰ μπαίνει σε κάποιον δρόμο. Μήπως λοιπόν εἶναι ἔτσι;» Ξεκινάει κανείς με ἕνα «μήπως» καί βλέπει μετά ὅτι ὄντως ἔτσι εἶναι.
Γιά νά μή μαραζώνετε, νὰ ποῦμε ὅτι στη σημερινή γενιά ὅλοι ἔχουν κάποια ψυχοπαθολογική κατάσταση, ἄλλος περισσότερο καί ἄλλος λιγότερο. Δεν ξέρω ἂν ἐξαιρεῖται κανένας. Ελάχιστοι πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται.

Ἕνα μεγάλο πρόβλημα: ἡ αἴσθηση ὅτι δὲν μᾶς καταλαβαίνουν

Μόνο ἐὰν τὰ πάρουμε ἔτσι τα πράγματα, βρίσκουμε ἄκρη, καί φυσικά, ὅταν ὑπάρχει καὶ ὁ ἄνθρωπος πού θά μᾶς βοηθήσει, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπάει, ἔχει μια πείρα και κάποιες γνώσεις. Ἐξ όσων ἐγώ πάλι έχω καταλάβει, στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τέτοια προβλήματα, εἴτε εἶναι ἐνήλικες εἶτε εἶναι νέοι, το μεγαλύτερό τους πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο αὐτά πού ἔχουν, αὐτὰ ποὺ τοὺς συμβαίνουν, ἀλλὰ ὅτι ἔχουν συνεχῶς τὴν αἴσθηση πώς δὲν τοὺς καταλαβαίνουν οἱ ἄλλοι. Καὶ ἔχουν δίκαιο.
Ὅσο καλή διάθεση κι ἂν ἔχεις, ὅση ἀγάπη κι ἄν ἔχεις, δὲν μπορεῖς νὰ ἔρθεις στη θέση ἐκείνου που έχει τέτοια πράγματα καὶ αὐτὸ τὸν σκοτώνει. Ένας κάποιος λόγος σου θα φανεῖ ὅτι σὰν νὰ τὸν εἰρωνεύεσαι, κάποιος ἄλλος λόγος σου θα δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι σὰν νὰ τὸν κοροϊδεύεις, σαν νὰ τὸν περιφρονεῖς, σὰν νὰ τὸν ἀποπαίρνεις, σὰν νὰ τὸν θεωρεῖς ἡλίθιο. (Με συγχωρεῖτε που λέω τέτοιες λέξεις.) Πῶς μετά νὰ σὲ ἐμπιστευθεῖ, πῶς νὰ συνεργαστεί μαζί σου, πῶς νὰ σὲ ἀκούσει; Αὐτὸ ἴσως εἶναι τὸ χειρότερο.
Ἂν ὑπάρξει κάποιος ποὺ ἔχει μια πείρα, μια γνώση, ποὺ ἔχει ἀγάπη, πού ἔχει διάθεση συγκαταβάσεως, δὲν ἀπορεῖ. Καὶ μόνο ἀπορία που δείχνουμε -«Μά, πῶς εἶσαι ἔτσι! Μά, πῶς σκέπτεσαι ἔτσι! Μά, πῶς κάνεις ἔτσι! ὁ ἄλλος παθαίνει. Όταν βέβαια δημιουργηθεί μια ἀτμόσφαιρα ἐμπιστοσύνης, μποροῦν νὰ λεχθοῦν αὐτά. Τότε ὅμως ὁ ἄλλος καταλαβαίνει πώς δὲν λέγονται με πνεῦμα ὅτι τὸν περιφρονεῖ κανείς ἢ σὰν νὰ τὸν ἀδικεῖ, ἀλλά λέγονται, για να βοηθηθεῖ νὰ δεῖ ὅτι δὲν εἶναι και τόσο φοβερά αὐτὰ τὰ ὁποῖα παθαίνει, αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοῦ συμβαίνουν. Διότι αὐτὸς πάντοτε ἔχει αὐτὴ τὴν αἰσθηση, ὅτι εἶναι πολύ φοβερά, ἐφόσον ἔτσι τὰ ζεῖ. Όμως, στην πραγματικότητα δὲν εἶναι ἔτσι.





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ










Η ερμηνεία του αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου στη Β΄ Θεσσαλονικείς 2, 9-13 και η ορθόδοξη διδασκαλία περί του Αντιχρίστου.


«Εν τοις απολλυμένοις».

Όσο μεγάλες και ποικίλες κι αν είναι οι προσπάθειες και οι μέθοδοι του Αντιχρίστου να εξαπατήσει και να παρασύρει τους ανθρώπους στο ψεύδος του, επιτυχία θα έχει, εντούτοις, μόνο ανάμεσα σε εκείνους που έχουν το ίδιο πνεύμα με αυτόν· δηλαδή, σε εκείνους που έχουν αποστατήσει από τον Θεό και τον Κύριο, περιφρονούν μέσα στην καρδιά τους τις εντολές Του και, γνωρίζοντας ότι ο δρόμος τους οδηγεί στην απώλεια, δεν απομακρύνονται από αυτόν, αλλά έχουν παραδοθεί στη μοίρα τους μέσα στην απελπισία.
Όπως και ο ίδιος είναι υιός της απωλείας, έτσι θα κατορθώσει να προσελκύσει κοντά του μόνο εκείνους που πορεύονται προς την απώλεια. Και αυτοί οι απολλύμενοι δεν θα χαθούν επειδή έτσι το όρισε ο Θεός, αλλά επειδή αγάπησαν τον ολέθριο τρόπο ζωής και διαγωγής. Ο Θεός χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να συνετίσει και να οδηγήσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς· και όταν πλέον δεν υπάρχει κανένα μέσο που να μπορεί να τους ωφελήσει και δεν διαφαίνεται καμία δυνατότητα επιστροφής, τότε τους αφήνει στην εξουσία της δικής τους ελεύθερης προαιρέσεως.
Ο καθένας, άλλωστε, στη ζωή του συναντά ανθρώπους στους οποίους ό,τι κι αν πει κανείς, εκείνοι επιμένουν στο δικό τους, σαν να έχουν απολιθωθεί και να έχουν σκληρυνθεί εντελώς. Κατά τη διάρκεια του κηρύγματός τους οι άγιοι Απόστολοι συναντούσαν παντού τέτοιους ανθρώπους και, διά του στόματος του αγίου Παύλου, μαρτύρησαν ότι «ο λόγος ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστίν, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστίν» (Α΄ Κορ. 1,18), καθώς επίσης ότι οι ίδιοι είναι «τοις μεν οσμή θανάτου εις θάνατον, τοις δε οσμή ζωής εις ζωήν» (Β΄ Κορ. 2,15-16).
Κατά την εποχή όμως του Αντιχρίστου, η δική του μωρία θα φαίνεται στους απολλυμένους ως σοφία και η θανατηφόρα δυσωδία του ως ευωδία. Θα συμβεί κάτι παρόμοιο με ό,τι συμβαίνει κατά τις επιδημίες χολέρας, οι οποίες προσβάλλουν μόνο όσους έχουν προδιάθεση να νοσήσουν. «Διότι δεν δέχθηκαν την αγάπη της αληθείας, ώστε να σωθούν». Να γιατί αυτοί είναι οι απολλύμενοι! Επειδή δεν δέχθηκαν τη σωτήρια αλήθεια.
Ο Θεός βλέπει ότι οι άνθρωποι χάνονται, επειδή έχουν καταπέσει στην άβυσσο της αμαρτίας και έχουν δεθεί με τα καταστρεπτικά δεσμά της δουλείας στα πάθη και στον σπορέα τους, δηλαδή στον διάβολο. Γι' αυτό έστειλε τον Μονογενή Του Υιό, ώστε να ανοίξει γι' αυτούς δρόμο εξόδου και να τους τον δείξει διά της πίστεως σε Αυτόν και διά της χάριτος, η οποία λαμβάνεται μέσω της πίστεως.
Το μήνυμα αυτό διαδόθηκε παντού από τους αγίους Αποστόλους. Όσοι το αποδέχθηκαν κατατάχθηκαν μεταξύ των σωζομένων· όσοι δεν το αποδέχθηκαν παρέμειναν στην απώλεια. Τέτοιοι ήταν κατά την εποχή των Αποστόλων, τέτοιοι υπήρξαν μετά από αυτούς μέχρι σήμερα και τέτοιοι θα αποδειχθούν και κατά τις έσχατες ημέρες. Όλο αυτό το πλήθος το βλέπει ο θεοφώτιστος αποστολικός νους και του αποδίδει μία επιγραφή: «οι απολλύμενοι».
Οι Θεσσαλονικείς είχαν μπροστά στα μάτια τους αυτούς τους απολλυμένους εξαιτίας της απιστίας τους. Ο Απόστολος είναι σαν να λέγει: μέσα σε αυτή την περιοχή των ανθρώπων που δεν δέχθηκαν το σωτήριο κήρυγμά μας θα έχει επιτυχία ο Αντίχριστος, όχι όμως ανάμεσα σε εσάς που πιστέψατε ούτε ανάμεσα σε εκείνους που, όπως εσείς, πρόκειται να πιστέψουν.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι με τα λόγια του ο Απόστολος περιλαμβάνει όχι μόνο εκείνους που δεν δέχθηκαν τη χριστιανική αλήθεια επειδή δεν ήθελαν καν να την ακούσουν, αλλά και εκείνους που την άκουσαν, κατάλαβαν περί τίνος πρόκειται και όμως δεν την αποδέχθηκαν· ακόμη δε και εκείνους που την αποδέχθηκαν με τον νου, αλλά δεν την αγάπησαν με την καρδιά. Περιλαμβάνει όχι μόνο τους απίστους, δηλαδή τους μη χριστιανούς, αλλά και τους χριστιανούς μόνο κατ' όνομα και όχι κατά καρδία· εκείνους που είναι αδιάφοροι προς την πίστη την οποία ομολογούν και δεν έχουν ζήλο να υπακούσουν στις απαιτήσεις της, να γίνουν πραγματικά αυτό που ονομάζονται· ανθρώπους αδιάφορους απέναντί της. Διότι λέγει: «δεν δέχθηκαν την αγάπη της αληθείας»· δηλαδή δεν αγάπησαν την αλήθεια· η αλήθεια δεν κατοικεί στην καρδιά τους, μολονότι τη βλέπουν. Βλέπουν την αλήθεια, αλλά κρατούν την καρδιά τους στραμμένη προς την αντίθετη πλευρά, προς εκείνο που αντιτίθεται στην αλήθεια. Γι' αυτό και οι ίδιοι είναι μέσα τους ψεύδος· και, όντας τέτοιοι, θα αγαπήσουν και το ψεύδος.
Η ουσιώδης σωτήρια αλήθεια είναι ότι ο Θεός απέστειλε στον κόσμο τον Υιό Του ως Σωτήρα του κόσμου. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν τα λόγια «δεν δέχθηκαν την αγάπη της αληθείας» ως εξής: δεν δέχθηκαν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός είναι και η άπειρη Αγάπη και η τέλεια Αλήθεια.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει:
«Με την έκφραση "αγάπη της αληθείας" ονομάζει τον Χριστό. Διότι ο Χριστός ήταν και τα δύο, και ήλθε εξαιτίας και των δύο: από αγάπη προς εμάς και για να αποκαλύψει την αληθινή σημασία όλων.»
Το ίδιο λέγει και ο Θεοδώρητος, καθώς και όλοι οι υπόλοιποι Πατέρες.
Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Διότι δεν αρκεί μόνο να δεχθεί κανείς το Ευαγγέλιο· πρέπει και να ενωθεί με τον Κύριο. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η ένωση αποτελεί την αληθινή αποδοχή της ευαγγελικής αλήθειας. Μόνον εκείνος αποσπάται από τη μάζα των απολλυμένων, και ο οποίος προσκολλάται στον Κύριο Ιησού Χριστό, γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του και εγκεντρίζεται σε Αυτόν, όπως στην μία αληθινή και ζώσα Άμπελο.

Στίχος 11. «Και διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης, εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει».

Πρόκειται για μία φοβερή ηθική τιμωρία εκ μέρους του Θεού. Το «πέμψει» δεν σημαίνει ότι ο Θεός θα τους αποστείλει σκοπίμως κάτι που εκείνοι δεν επιθυμούν· σημαίνει ότι θα επιτρέψει να φθάσει σε αυτούς εκείνο ακριβώς που οι ίδιοι επιθυμούν και αναζητούν.
Το πονηρό πνεύμα της απάτης και του ψεύδους αδιάκοπα επιδιώκει να κυριεύσει όλους τους ανθρώπους, να τους σκοτίσει και να τους παρασύρει στο ψεύδος. Ο Θεός όμως δεν του το επιτρέπει, όσο ακόμη ανάμεσα σε εκείνους που δεν ακολουθούν την αλήθεια υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δίνουν ελπίδα μετανοίας, δεν έχουν ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στις οδούς της πλάνης και εξακολουθούν κάποιες φορές να σκέπτονται μήπως εγκαταλείψουν το ψεύδος και σταθούν με το μέρος της αλήθειας.
Δεν επιτρέπει λοιπόν στο πονηρό πνεύμα να ενεργήσει, ώστε να μη βιασθούν εσωτερικά από αυτό· διότι έχει τη δύναμη να ταράζει ακόμη και τους σταθερούς στην πίστη, πολύ περισσότερο αυτούς τους αδύνατους.
Όταν όμως τελικά οι άνθρωποι αυτοί παραιτηθούν ολοκληρωτικά, παραδοθούν στον ολέθριο δρόμο που οι ίδιοι διάλεξαν, ενωθούν μαζί του και δεθούν με αυτόν με όλη τους την καρδιά, ενώ πάψουν πλέον ακόμη και να σκέπτονται ότι πρέπει να τον εγκαταλείψουν, τότε ο Θεός θα αποσύρει το χέρι Του, το οποίο μέχρι τότε συγκρατούσε το πονηρό πνεύμα της απάτης.
Και εκείνο, αφού πλέον του επιτραπεί, θα ορμήσει επάνω τους, θα εισχωρήσει στις καρδιές τους και εκεί θα αρχίσει να ενεργεί την πλάνη, παρασύροντάς τους προς το ψεύδος· και τελικά θα τους παρασύρει. Θα δεχθούν το ψεύδος με όλη τους την καρδιά και στη συνέχεια θα το εκδηλώσουν και εξωτερικά, προσχωρώντας φανερά στον Αντίχριστο. Με αυτό όμως δεν θα συμβεί τίποτε άλλο παρά να φανερωθεί εξωτερικά εκείνο που μέχρι τότε ήταν κρυμμένο μέσα τους.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει:
«Γιατί, θα πεις, ο Θεός θα επιτρέψει να συμβούν όλα αυτά; Μη φοβάσαι, αγαπητέ, αλλά άκουσε τι λέγει ο Απόστολος. Ο Αντίχριστος θα κυριαρχήσει μόνο επάνω στους απολλυμένους, οι οποίοι, ακόμη κι αν εκείνος δεν ερχόταν, πάλι δεν θα πίστευαν.»
Ο Θεοδώρητος προσθέτει:
«Η φράση "θα τους αποστείλει ο Θεός ενέργεια πλάνης" σημαίνει, κατά τον Απόστολο, ότι θα επιτρέψει να εμφανισθεί η πλάνη, ώστε να φανερωθούν όσοι αγαπούν την κακία. Διότι ο Θεός δεν αποστέλλει αυτήν την πλάνη· αντίθετα, θα την καταστρέψει με τον λόγο του στόματός Του.»
Ο Οικουμένιος ερμηνεύει:
«Το "θα αποστείλει" μη το καταλάβεις σαν να αποστέλλει ο Θεός· έτσι συνηθίζει ο Απόστολος να εκφράζει την παραχώρηση του Θεού.»
Και ο Θεοφύλακτος γράφει:
«"Θα αποστείλει", δηλαδή θα επιτρέψει να έλθει. Πρόσεξε: πρώτα αυτοί απέρριψαν την αλήθεια· τότε ο Θεός τους εγκατέλειψε και το ψεύδος κυριάρχησε επάνω τους.»

Στίχος 12. «Ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλά ευδοκήσαντες εν τη αδικία».

«Ίνα κριθώσι», δηλαδή να υποβληθούν δικαίως σε καταδίκη.
Ο Θεός θα επιτρέψει να αποκαλυφθεί ο πονηρός ηθικός και θρησκευτικός τους χαρακτήρας και έτσι θα ωριμάσουν για την κρίση.
Το ψεύδος αποκαλύπτει από μόνο του την ενοχή εκείνων που το ακολουθούν· και όσοι ακολουθούν το ψεύδος καταδικάζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Κατά την Κρίση θα είναι αναπολόγητοι, ακριβώς επειδή πίστεψαν σε ένα ολοφάνερα καταστρεπτικό ψεύδος και δεν πίστεψαν στη φανερά σωτήρια αλήθεια.
«Πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλά ευδοκήσαντες εν τη αδικία».
Σύμφωνα με το κείμενο, πρόκειται για όλους εκείνους που δεν δέχθηκαν μέσα στην καρδιά τους, με ζωντανή πίστη, την ευαγγελική αλήθεια και δεν διαμόρφωσαν τη ζωή τους, τα αισθήματά τους και τις διαθέσεις τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της· αλλά, αντίθετα, η καρδιά τους ήταν προσηλωμένη σε κάθε μορφή αδικίας· αγαπούσαν τις εσφαλμένες αντιλήψεις και τους διεστραμμένους τρόπους ζωής και εύρισκαν ευχαρίστηση να παραμένουν και να βυθίζονται μέσα σε αυτές τις αδικίες.
Η πλέον ολοφάνερη απόδειξη της ενοχής τους θα είναι το γεγονός ότι θα πιστέψουν στον Αντίχριστο.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει:
«Θα φραχθούν τα στόματα εκείνων που έχουν καταδικασθεί στην απώλεια. Με ποιον τρόπο; Δεν θα είχαν πιστέψει στον Χριστό ακόμη και αν δεν ερχόταν ο Αντίχριστος. Εκείνος όμως θα έλθει ακριβώς για να τους ελέγξει. Για να μη μπορέσουν τότε να πουν ότι: "Επειδή ο Χριστός, ενώ ήταν άνθρωπος, ονόμασε τον εαυτό Του Θεό, γι' αυτό δεν Τον πιστέψαμε· διότι είχαμε ακούσει ότι ο Θεός είναι ένας, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα, και γι' αυτό δεν πιστέψαμε." Αυτήν ακριβώς τη δικαιολογία θα τους την αφαιρέσει ο Αντίχριστος. Διότι όταν εκείνος έλθει και, παρόλο που δεν θα διδάσκει τίποτε δίκαιο αλλά μόνο την ανομία, αυτοί θα πιστέψουν σε αυτόν αποκλειστικά εξαιτίας των ψευδών θαυμάτων του, τότε θα κλείσουν τα στόματά τους. Διότι, εάν δεν πιστεύεις στον Χριστό, πολύ περισσότερο δεν θα έπρεπε να πιστεύσεις στον Αντίχριστο. Ο πρώτος έλεγε ότι έχει αποσταλεί από τον Πατέρα, ενώ ο δεύτερος θα λέγει εντελώς διαφορετικά. Γι' αυτό και ο Χριστός είπε: "Εγώ ήλθα εν τω ονόματι του Πατρός μου και δεν με δέχεσθε· εάν άλλος έλθει εν τω ιδίω ονόματι, εκείνον θα δεχθείτε" (Ιω. 5,43). Θα πουν όμως: "Είδαμε πολλά μεγάλα θαύματα· γι' αυτό θα έπρεπε μάλλον να πιστέψουμε σε αυτόν." Όμως για τον Αντίχριστο είχαν ήδη προλεχθεί πολλά: ότι είναι άνομος, ότι είναι υιός της απωλείας, ότι η παρουσία του θα γίνεται με ενέργεια του σατανά· ενώ αντίθετα για τον Χριστό είχε προφητευθεί ότι είναι ο Σωτήρας και ότι θα φέρει αμέτρητα αγαθά.»
Την ίδια ακριβώς ερμηνεία παραθέτουν και ο Θεοδώρητος, ο Οικουμένιος και ο Θεοφύλακτος (τόμ. 5, σσ. 330–335)».



Συνεπώς, η αποδοχή της σφραγίδας του Αντιχρίστου συνδέεται με την απόρριψη του Χριστού και με έναν τέτοιο αμαρτωλό τρόπο ζωής, ο οποίος από μόνος του, ανεξάρτητα από την αποδοχή της σφραγίδας του Αντιχρίστου, οδηγεί στην απώλεια.
Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, όταν η Εκκλησία ζούσε υπό διαφορετικά κρατικά συστήματα (ειδωλολατρική αυτοκρατορία, ορθόδοξο κατακερματισμένο πριγκιπάτο και αυτοκρατορική μοναρχία, φιλελεύθερη δημοκρατία, ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, κατοχικό καθεστώς), υπαγόταν στις πολιτικές διατάξεις που σχετίζονταν με τη στρατιωτική θητεία, την απογραφή και την είσπραξη των φόρων, ακόμη και όταν οι διατάξεις αυτές έφεραν επάνω τους ειδωλολατρικά θρησκευτικά σύμβολα και επιγραφές.
Οι μάρτυρες αρνούνταν να συμμετάσχουν στις πολιτικοθρησκευτικές εορτές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μόνο όταν αυτό συνεπαγόταν την προσωπική και άμεση συμμετοχή τους στη θρησκευτική λατρεία και στις ειδωλολατρικές θυσίες.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές δεν περιέχουν καθαυτά θρησκευτική λατρεία. Εάν υπάρχουν αντιχριστιανικά σύμβολα, τότε η Εκκλησία μπορεί να μαρτυρεί εκείνο για το οποίο ήδη είχε μαρτυρήσει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: ότι το πνεύμα του Αντιχρίστου βρίσκεται ήδη στον κόσμο και ότι αυτό είναι το πνεύμα της πλάνης (Α΄ Ιω. 4,3).


ΠΗΓΗ: ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ Β΄ ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




















Τη δεκάτη ὀγδόη τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ΥΠΑΤΟΥ καὶ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ - ἁγίου μάρτυρος ΑΙΘΕΡΙΟΥ


Το μυστικό των Αγίων δεν ήταν η σωματική τους αντοχή αλλά η ταπείνωση. Ο υπερήφανος εύκολα καταρέει γιατί στηρίζεται στον εαυτό του. Ο ταπεινός όμως αντέχει γιατί ξέρει ότι όλη του η ζωή εξαρτάται από τον Χριστό. Αν θέλουμε να βρούμε τη δύναμη που είχαν οι Άγιοι πρέπει να μάθουμε να ταπεινωνόμαστε, να ζητάμε συγνώμη, να εμπιστευόμαστε το θέλημα του Θεού ακόμη και όταν είναι δύσκολο. Οι Άγιοι άντεχαν τους διωγμούς επειδή περίμεναν τον Χριστό με λαχτάρα. Η ελπίδα τους δεν ήταν σε αυτή τη γη αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Εμείς όμως έχουμε συχνά τις ρίζες μας πολύ βαθιά φυτεμένες εδώ κάτω και έτσι κάθε απειλή χάνεται μαζί με τον φόβο μήπως χάσουμε αυτά που αγαπάμε.
Όσο περισσότερο ελπίζουμε στα γήινα τόσο πιο πολύ μας καταβάλλει η ραθυμία. Όσο περισσότερο ελπίζουμε στο Χριστό τόσο πιο πολύ αντέχουμε. Η απάντηση λοιπόν στο γιατί οι Άγιοι άντεχαν διωγμούς και εμείς παραδινόμαστε στη ραθυμία είναι απλή αλλά δύσκολη γιατί εκείνοι αγαπούσαν πραγματικά το Χριστό ενώ εμείς συχνά τον αγαπάμε επιφανειακά. Η αγάπη τους ήταν φωτιά που κατέκαιγε κάθε φόβο ενώ η δική μας συχνά είναι μια μικρή σπίθα που σβήνει εύκολα. 


Τη δεκάτη ὀγδόη τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ΥΠΑΤΟΥ καὶ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ[1]

Ὁ ἅγιος Λεόντιος ὑπηρετοῦσε στον ρωμαϊκό στρατὸ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Βεσπασιανοῦ (περὶ τὸ 69-79) και διακρίθηκε γιὰ τὴν γενναιότητά του. Στην Τρίπολη τῆς Φοινίκης ὅπου ὑπηρετοῦσε, μοίραζε στοὺς πτωχοὺς τὰ σιτηρέσια τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ κρύβει τὴν εὐλάβειά του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ καταδικάζοντας τὴν λατρεία τῶν εἰδώ- λων. Η φήμη του ἔφθασε μέχρι τὸν διοικητὴ τῆς Φοινίκης, Ἀδριανό, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔνθερμος ὑπέρμαχος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ εἶχε τὴν ἄδεια τοῦ αὐτοκράτορα νὰ θανατώνει τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἔστειλε στὴν Τρίπολη ἕνα ἀπόσπασμα μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν τριβοῦνο Ύπατο (ή Υπάτιο), μὲ διαταγὴ νὰ συλλάβει τὸν Λεόντιο καὶ νὰ τὸν κρατήσει μέχρι τὴν ἄφιξή του. Φθάνοντας κοντὰ στὴν πόλη ὁ Ὕπατος προσβλήθηκε ἀπὸ δυνατὸ πυρετὸ καὶ τὴν ἴδια ἐκείνη νύκτα ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς ἐπικαλέσου τρεῖς φορὲς τὸν Θεὸ τοῦ Λεοντίου». Κατόπιν ἡ περίλαμπρη μορφὴ ἔγινε ἄφαντη. Ο Ὕπατος ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἰπώθηκε καὶ εὐθὺς ἀνακουφίσθηκε. 
Τὴν ἑπομένη ὁ Ὕπατος μετέβη στην πόλη μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο στρατιώτη, τὸν Θεόδουλο. Συνάντησαν τον Λεόντιο, ὁ ὁποῖος τοὺς χαιρέτησε πρόσχαρα καὶ παρουσιαζόμενος ὡς φίλος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀναζητοῦσαν, τοὺς προσκάλεσε στὸ σπίτι του. Ἀφοῦ τοὺς προσέφερε τὴν καλύτερη φιλοξενία ἀποκάλυψε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Λεόντιος, στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ὕπατος καὶ ὁ Θεόδουλος ἔπεσαν τότε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς εἰδωλολατρίας καὶ νὰ τοὺς ἑνώσει μὲ τὸν Σωτήρα Χριστό. Ο Λεόντιος προσευχήθηκε καὶ νεφέλη ἐμφανίσθηκε στὸν οὐρανό, ἀφήνοντας να πέσει ἐπάνω τους τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴν βάπτισή τους νερό. Φωτισμένοι μὲ τὸν τρόπο αὐτό, πορεύθηκαν ἐν μέσῳ τῆς πόλεως ντυμένοι στὰ λευκὰ καὶ κρατώντας λαμπάδα στο χέρι. Οἱ εἰδωλολάτρες ταράχθηκαν σφόδρα μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ δύο ἡμέρες αργότερα, ὅταν ἔφθασε ὁ Ἀδριανὸς στὴν Τρίπολη, διέταξε να συλληφθοῦν καὶ νὰ φυλακισθοῦν. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας ὁ Λεόντιος τοὺς παρότρυνε νὰ ὑπομένουν μὲ χαρὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ θὰ τοὺς χάριζαν τὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ τὴν νύχτα προσεύχονταν καὶ ἔψαλλαν ἀπὸ κοινοῦ. 
Τὸ πρωὶ ἐμφανίσθηκαν στο δικαστήριο ἐνώπιον τοῦ Ἀδριανοῦ. Ὁ Λεόντιος δήλωσε ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Φωτός, στὸ ὁποῖο τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ, καὶ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Οργισμένος ὁ δικαστὴς πρόσταξε νὰ τοῦ σπάσουν τὰ κόκκαλα με βέργες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος παρέμεινε ἀκλόνητος καὶ ὁδηγήθηκε πάλι στην φυλακή. Ὁ Ἀδριανός κάλεσε κατόπιν νὰ παρουσιασθοῦν ὁ Ὕπατος καὶ ὁ Θεόδουλος καὶ τοὺς ρώτησε γιὰ ποιὸν λόγο εἶχαν τόσο ἀναπάντεχα προδώσει τὸν αὐτοκράτορά τους. Τοῦ ἀποκρίθηκαν ὅτι ἦσαν πλέον στρατολογημένοι στην στρατιὰ τοῦ Βασιλέως τῶν Οὐρανῶν καὶ γιὰ τίποτε στὸν κόσμο δὲν θὰ ἐπέστρεφαν στὴν μάταιη λατρεία τῶν εἰδώλων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ κρέμασαν τὸν Ὕπατο στὸ τιμωρητικὸ ξύλο γιὰ νὰ γδαρθεῖ ζωντανός, ἐνῶ ὁ Θεόδουλος δάρθηκε μὲ τὸ πλατὺ μέρος τῶν σπαθιῶν. Τὴν ὥρα τῶν βασανισμῶν ἡ μόνη κραυγὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τους ἦταν τό: Κύριε ἐλέησον! Ἔτσι ὁ Ἀδριανὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλισθοῦν. 
Κατὰ τὴν δεύτερη ανάκριση ἀπείλησαν τον Λεόντιο ὅτι θὰ τὸν ὑποβάλουν στὰ ἴδια βασανιστήρια· ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε ὅτι τὰ μαρτύρια αὐτὰ ἦσαν ὁ στέφανος τῆς ἀθλήσεώς τους καὶ τὸ ἐνέχυρον τῆς αἰώνιας νίκης τους. Τότε τον ξάπλωσαν κατὰ γῆς καὶ τέσσερεις στρατιῶτες τὸν κτυποῦσαν μὲ βέργες. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἕνας κήρυκας έκραζε: «Ἰδοὺ πῶς τιμωροῦνται ὅσοι στασιάζουν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος καὶ κατὰ τῶν θεῶν!», ὁ ἅγιος βοοῦσε: «Μπορεῖτε νὰ ἐξαντλήσετε τὸ σῶμα μου, ἀλλὰ δὲν θὰ καταφέρετε νὰ νικήσετε την ψυχή μου». Τὸν ἔγδαραν ζωντανό, ἀλλὰ παρέμεινε σιωπηλός, μὲ τὰ μάτια στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, προσευχόμενος. Ὁ τύραννος τότε πρόσταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ἀνάποδα καὶ νὰ τὸν μαστιγώσουν, ἀφοῦ δέσουν στον λαιμό του μιὰ βαρειά πέτρα. Μετὰ τὸ μαρτύριο αὐτὸ τὸν ὁδήγησαν πίσω στὴν φυλακὴ καὶ ἐνῶ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, ἕνας ἄγγελος ἦλθε νὰ τὸν παρηγορήσει καὶ νὰ τὸν ἐνδυναμώσει νὰ ἐγκαρτερήσει μέχρι τέλους στὸν ἀγώνα. Τὴν ἑπομένη, ὁ ἅγιος ἔδειξε τὴν ἴδια ἀποφασιστικότητα, παρὰ τὰ μαρτύρια. Ὁ Ἀδριανός τότε διέταξε νὰ τὸν τεντώσουν ἀνάμεσα σὲ τέσσερεις πασσάλους καὶ νὰ τὸν χτυποῦν μέχρι θανάτου. Ἔτσι ὁ ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ κάτω ἀπὸ τὰ πλήγματα ἀναπέμποντας εὐχαριστίες. Πιστοὶ κατέθεσαν τὸ σκήνωμά του κοντὰ στὴν Τρίπολη, ὅπου ἀργότερα αναγέρθηκε προς τιμήν του λαμπρὴ βασιλικὴ στὴν ὁποία συν έρρεαν πλήθη πιστῶν ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ προσκυνήσουν τον τάφο του, καθότι ὁ ἅγιος Λεόντιος κατέστη ὁ πλέον τιμημένος μάρτυρας τῆς Φοινίκης καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λαμπρότερους τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς. 

 

Μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ΑΙΘΕΡΙΟΥ. 

Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ ὁ ἅγιος Αἰθέριος κατηγορήθηκε ὡς χριστιανὸς καὶ παραδόθηκε στὸν διοικητὴ Ἐλεύσιο. Ομολόγησε μὲ γενναιότητα τὸν Χριστὸ καὶ οἱ δήμιοι ἔκαψαν τὸ σῶμα του μὲ ἀναμμένους δαυλούς, κατόπιν δὲ τὸν βασάνισαν μὲ πυρωμένες βελόνες στις μασχάλες, στὴν ράχη καὶ στὸ στῆθος. Ἐν συνεχείᾳ πέρασαν τσιγκέλι στὰ ρουθούνια του καὶ τὸν ξάπλωσαν σὲ ἕνα πυρωμένο σιδερένιο κρεβάτι. Ἐφυλάχθη ὅμως ὁ ἅγιος ἀβλαβὴς ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου καὶ ἐτελειώθη μὲ ἀποκεφαλισμό. 

 



[1] . Σύμφωνα μὲ τὴν συριακὴ ἐκδοχὴ τοῦ Μαρτυρίου του, ὁ ἅγιος Λεόντιος ἦταν στρατιώτης ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Μεταστράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχό Πούμπλιο καὶ μοίρασε τὸν μισθό του στοὺς πτωχούς, ἐμπαίζοντας τὰ εἴδωλα. Καταγγέλθηκαν ἀμφότεροι ἀπὸ εἰδωλολάτρες ἱερεῖς στὸν χιλίαρχο Φιλέρινο ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τοὺς μαστιγώσουν καὶ ἐξόρισε τὸν Πούμπλιο στὴν Ἔμεσσα. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέστρεψε γρήγορα στην Τρίπολη, ὅπου ἦλθε νὰ τὸν συναντήσει ὁ Λεόντιος. Οδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ διοικητῆ Φιρμιλιανοῦ, ὑπέστησαν βασανιστήρια καὶ ὁ Πούμπλιος πέθανε καθ ̓ ὁδὸν πρὸς τὴν Τύρο ὅπου τοὺς μετέφεραν, ἐνῶ ὁ Λεόντιος ὑπέκυψε στοὺς ραβδισμούς. Ὁ ἅγιος Πούμπλιος ἀναφέρεται τὴν ἡμέρα αὐτὴ στὸ γεωργιανὸ Ἡμερολόγιο τῆς Ἱερουσαλήμ (10ος αιώνας, Garitte, Calendrier, σελ. 255).