Το μυστικό των Αγίων δεν ήταν η σωματική τους αντοχή αλλά η ταπείνωση. Ο υπερήφανος εύκολα καταρέει γιατί στηρίζεται στον εαυτό του. Ο ταπεινός όμως αντέχει γιατί ξέρει ότι όλη του η ζωή εξαρτάται από τον Χριστό. Αν θέλουμε να βρούμε τη δύναμη που είχαν οι Άγιοι πρέπει να μάθουμε να ταπεινωνόμαστε, να ζητάμε συγνώμη, να εμπιστευόμαστε το θέλημα του Θεού ακόμη και όταν είναι δύσκολο. Οι Άγιοι άντεχαν τους διωγμούς επειδή περίμεναν τον Χριστό με λαχτάρα. Η ελπίδα τους δεν ήταν σε αυτή τη γη αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Εμείς όμως έχουμε συχνά τις ρίζες μας πολύ βαθιά φυτεμένες εδώ κάτω και έτσι κάθε απειλή χάνεται μαζί με τον φόβο μήπως χάσουμε αυτά που αγαπάμε.
Όσο περισσότερο ελπίζουμε στα γήινα τόσο πιο πολύ μας καταβάλλει η ραθυμία. Όσο περισσότερο ελπίζουμε στο Χριστό τόσο πιο πολύ αντέχουμε. Η απάντηση λοιπόν στο γιατί οι Άγιοι άντεχαν διωγμούς και εμείς παραδινόμαστε στη ραθυμία είναι απλή αλλά δύσκολη γιατί εκείνοι αγαπούσαν πραγματικά το Χριστό ενώ εμείς συχνά τον αγαπάμε επιφανειακά. Η αγάπη τους ήταν φωτιά που κατέκαιγε κάθε φόβο ενώ η δική μας συχνά είναι μια μικρή σπίθα που σβήνει εύκολα. 


Τη δεκάτη ὀγδόη τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ΛΕΟΝΤΙΟΥ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ΥΠΑΤΟΥ καὶ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ[1]

Ὁ ἅγιος Λεόντιος ὑπηρετοῦσε στον ρωμαϊκό στρατὸ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Βεσπασιανοῦ (περὶ τὸ 69-79) και διακρίθηκε γιὰ τὴν γενναιότητά του. Στην Τρίπολη τῆς Φοινίκης ὅπου ὑπηρετοῦσε, μοίραζε στοὺς πτωχοὺς τὰ σιτηρέσια τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ κρύβει τὴν εὐλάβειά του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ καταδικάζοντας τὴν λατρεία τῶν εἰδώ- λων. Η φήμη του ἔφθασε μέχρι τὸν διοικητὴ τῆς Φοινίκης, Ἀδριανό, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔνθερμος ὑπέρμαχος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ εἶχε τὴν ἄδεια τοῦ αὐτοκράτορα νὰ θανατώνει τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἔστειλε στὴν Τρίπολη ἕνα ἀπόσπασμα μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν τριβοῦνο Ύπατο (ή Υπάτιο), μὲ διαταγὴ νὰ συλλάβει τὸν Λεόντιο καὶ νὰ τὸν κρατήσει μέχρι τὴν ἄφιξή του. Φθάνοντας κοντὰ στὴν πόλη ὁ Ὕπατος προσβλήθηκε ἀπὸ δυνατὸ πυρετὸ καὶ τὴν ἴδια ἐκείνη νύκτα ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς ἐπικαλέσου τρεῖς φορὲς τὸν Θεὸ τοῦ Λεοντίου». Κατόπιν ἡ περίλαμπρη μορφὴ ἔγινε ἄφαντη. Ο Ὕπατος ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἰπώθηκε καὶ εὐθὺς ἀνακουφίσθηκε. 
Τὴν ἑπομένη ὁ Ὕπατος μετέβη στην πόλη μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο στρατιώτη, τὸν Θεόδουλο. Συνάντησαν τον Λεόντιο, ὁ ὁποῖος τοὺς χαιρέτησε πρόσχαρα καὶ παρουσιαζόμενος ὡς φίλος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀναζητοῦσαν, τοὺς προσκάλεσε στὸ σπίτι του. Ἀφοῦ τοὺς προσέφερε τὴν καλύτερη φιλοξενία ἀποκάλυψε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Λεόντιος, στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ὕπατος καὶ ὁ Θεόδουλος ἔπεσαν τότε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς εἰδωλολατρίας καὶ νὰ τοὺς ἑνώσει μὲ τὸν Σωτήρα Χριστό. Ο Λεόντιος προσευχήθηκε καὶ νεφέλη ἐμφανίσθηκε στὸν οὐρανό, ἀφήνοντας να πέσει ἐπάνω τους τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴν βάπτισή τους νερό. Φωτισμένοι μὲ τὸν τρόπο αὐτό, πορεύθηκαν ἐν μέσῳ τῆς πόλεως ντυμένοι στὰ λευκὰ καὶ κρατώντας λαμπάδα στο χέρι. Οἱ εἰδωλολάτρες ταράχθηκαν σφόδρα μπροστὰ στὸ θέαμα αὐτὸ καὶ δύο ἡμέρες αργότερα, ὅταν ἔφθασε ὁ Ἀδριανὸς στὴν Τρίπολη, διέταξε να συλληφθοῦν καὶ νὰ φυλακισθοῦν. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας ὁ Λεόντιος τοὺς παρότρυνε νὰ ὑπομένουν μὲ χαρὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ θὰ τοὺς χάριζαν τὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ τὴν νύχτα προσεύχονταν καὶ ἔψαλλαν ἀπὸ κοινοῦ. 
Τὸ πρωὶ ἐμφανίσθηκαν στο δικαστήριο ἐνώπιον τοῦ Ἀδριανοῦ. Ὁ Λεόντιος δήλωσε ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Φωτός, στὸ ὁποῖο τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ, καὶ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Οργισμένος ὁ δικαστὴς πρόσταξε νὰ τοῦ σπάσουν τὰ κόκκαλα με βέργες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος παρέμεινε ἀκλόνητος καὶ ὁδηγήθηκε πάλι στην φυλακή. Ὁ Ἀδριανός κάλεσε κατόπιν νὰ παρουσιασθοῦν ὁ Ὕπατος καὶ ὁ Θεόδουλος καὶ τοὺς ρώτησε γιὰ ποιὸν λόγο εἶχαν τόσο ἀναπάντεχα προδώσει τὸν αὐτοκράτορά τους. Τοῦ ἀποκρίθηκαν ὅτι ἦσαν πλέον στρατολογημένοι στην στρατιὰ τοῦ Βασιλέως τῶν Οὐρανῶν καὶ γιὰ τίποτε στὸν κόσμο δὲν θὰ ἐπέστρεφαν στὴν μάταιη λατρεία τῶν εἰδώλων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ κρέμασαν τὸν Ὕπατο στὸ τιμωρητικὸ ξύλο γιὰ νὰ γδαρθεῖ ζωντανός, ἐνῶ ὁ Θεόδουλος δάρθηκε μὲ τὸ πλατὺ μέρος τῶν σπαθιῶν. Τὴν ὥρα τῶν βασανισμῶν ἡ μόνη κραυγὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τους ἦταν τό: Κύριε ἐλέησον! Ἔτσι ὁ Ἀδριανὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλισθοῦν. 
Κατὰ τὴν δεύτερη ανάκριση ἀπείλησαν τον Λεόντιο ὅτι θὰ τὸν ὑποβάλουν στὰ ἴδια βασανιστήρια· ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε ὅτι τὰ μαρτύρια αὐτὰ ἦσαν ὁ στέφανος τῆς ἀθλήσεώς τους καὶ τὸ ἐνέχυρον τῆς αἰώνιας νίκης τους. Τότε τον ξάπλωσαν κατὰ γῆς καὶ τέσσερεις στρατιῶτες τὸν κτυποῦσαν μὲ βέργες. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἕνας κήρυκας έκραζε: «Ἰδοὺ πῶς τιμωροῦνται ὅσοι στασιάζουν κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος καὶ κατὰ τῶν θεῶν!», ὁ ἅγιος βοοῦσε: «Μπορεῖτε νὰ ἐξαντλήσετε τὸ σῶμα μου, ἀλλὰ δὲν θὰ καταφέρετε νὰ νικήσετε την ψυχή μου». Τὸν ἔγδαραν ζωντανό, ἀλλὰ παρέμεινε σιωπηλός, μὲ τὰ μάτια στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, προσευχόμενος. Ὁ τύραννος τότε πρόσταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ἀνάποδα καὶ νὰ τὸν μαστιγώσουν, ἀφοῦ δέσουν στον λαιμό του μιὰ βαρειά πέτρα. Μετὰ τὸ μαρτύριο αὐτὸ τὸν ὁδήγησαν πίσω στὴν φυλακὴ καὶ ἐνῶ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεό, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας, ἕνας ἄγγελος ἦλθε νὰ τὸν παρηγορήσει καὶ νὰ τὸν ἐνδυναμώσει νὰ ἐγκαρτερήσει μέχρι τέλους στὸν ἀγώνα. Τὴν ἑπομένη, ὁ ἅγιος ἔδειξε τὴν ἴδια ἀποφασιστικότητα, παρὰ τὰ μαρτύρια. Ὁ Ἀδριανός τότε διέταξε νὰ τὸν τεντώσουν ἀνάμεσα σὲ τέσσερεις πασσάλους καὶ νὰ τὸν χτυποῦν μέχρι θανάτου. Ἔτσι ὁ ἅγιος παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ κάτω ἀπὸ τὰ πλήγματα ἀναπέμποντας εὐχαριστίες. Πιστοὶ κατέθεσαν τὸ σκήνωμά του κοντὰ στὴν Τρίπολη, ὅπου ἀργότερα αναγέρθηκε προς τιμήν του λαμπρὴ βασιλικὴ στὴν ὁποία συν έρρεαν πλήθη πιστῶν ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ προσκυνήσουν τον τάφο του, καθότι ὁ ἅγιος Λεόντιος κατέστη ὁ πλέον τιμημένος μάρτυρας τῆς Φοινίκης καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λαμπρότερους τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς. 

 

Μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ΑΙΘΕΡΙΟΥ. 

Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ ὁ ἅγιος Αἰθέριος κατηγορήθηκε ὡς χριστιανὸς καὶ παραδόθηκε στὸν διοικητὴ Ἐλεύσιο. Ομολόγησε μὲ γενναιότητα τὸν Χριστὸ καὶ οἱ δήμιοι ἔκαψαν τὸ σῶμα του μὲ ἀναμμένους δαυλούς, κατόπιν δὲ τὸν βασάνισαν μὲ πυρωμένες βελόνες στις μασχάλες, στὴν ράχη καὶ στὸ στῆθος. Ἐν συνεχείᾳ πέρασαν τσιγκέλι στὰ ρουθούνια του καὶ τὸν ξάπλωσαν σὲ ἕνα πυρωμένο σιδερένιο κρεβάτι. Ἐφυλάχθη ὅμως ὁ ἅγιος ἀβλαβὴς ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου καὶ ἐτελειώθη μὲ ἀποκεφαλισμό. 

 



[1] . Σύμφωνα μὲ τὴν συριακὴ ἐκδοχὴ τοῦ Μαρτυρίου του, ὁ ἅγιος Λεόντιος ἦταν στρατιώτης ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Μεταστράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχό Πούμπλιο καὶ μοίρασε τὸν μισθό του στοὺς πτωχούς, ἐμπαίζοντας τὰ εἴδωλα. Καταγγέλθηκαν ἀμφότεροι ἀπὸ εἰδωλολάτρες ἱερεῖς στὸν χιλίαρχο Φιλέρινο ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τοὺς μαστιγώσουν καὶ ἐξόρισε τὸν Πούμπλιο στὴν Ἔμεσσα. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέστρεψε γρήγορα στην Τρίπολη, ὅπου ἦλθε νὰ τὸν συναντήσει ὁ Λεόντιος. Οδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ διοικητῆ Φιρμιλιανοῦ, ὑπέστησαν βασανιστήρια καὶ ὁ Πούμπλιος πέθανε καθ ̓ ὁδὸν πρὸς τὴν Τύρο ὅπου τοὺς μετέφεραν, ἐνῶ ὁ Λεόντιος ὑπέκυψε στοὺς ραβδισμούς. Ὁ ἅγιος Πούμπλιος ἀναφέρεται τὴν ἡμέρα αὐτὴ στὸ γεωργιανὸ Ἡμερολόγιο τῆς Ἱερουσαλήμ (10ος αιώνας, Garitte, Calendrier, σελ. 255). 

 


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top