Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (6)

 

9. Η πνευματική ζωή και οι κύριες εκδηλώσεις της: ο φόβος τού Θεού, η συνείδηση και ο πόθος τού Θεού

Μου γράφεις: “Προσπάθησα να κρατήσω τις σκέψεις μου σε κάτι ουσιαστικό, αλλά δεν το κατόρθωσα απόλυτα, ίσως γιατί δεν είχα συνηθίσει να σκέφτομαι σοβαρά. Πήρα, λοιπόν, ένα καλό βιβλίο, ελπίζοντας ότι, με τη βοήθεια του, θα μπορούσα να καθοδηγήσω τον νου μου. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ο νους μου περισπάται συνέχεια, και πάντοτε από ασήμαντα πράγματα.
«Μια μέρα, που είχα βυθιστεί σε ρεμβασμό – μα μήπως κάθε τόσο δεν μου συμβαίνει κάτι τέτοιο; – κάποια φίλη μου, που ήταν κοντά, με ρώτησε: ‘Τι σκέφτεσαι;. Τίποτα δεν σκεφτόμουν. Απλά είχα αφαιρεθεί. Ονειροπολούσα. Και μολονότι το έκανα συχνά, ποτέ ως τότε δεν είχα δώσει σημασία σ’ αυτή την κατάσταση, μια κατάσταση που, όπως καταλαβαίνω τώρα, δεν πρέπει να είναι υγιής. Ποια είναι, όμως, η υγιής;… Νομίζω πως δεν θα καταφέρω ποτέ να ελέγξω τις σκέψεις μου».
Αργότερα θα σου πω ποια είναι η υγιής κατάσταση. Τώρα θα σε παρακαλέσω να προσθέσεις κάτι στις παρατηρήσεις που έκανες: Προσπάθησε να περάσεις μια μόνο μέρα – αλλά ολόκληρη τη μέρα – χωρίς να θυμώσεις, χωρίς να εκνευριστείς με οτιδήποτε. Και γράψε μου αν τα καταφέρνεις και πως.
Επανέρχομαι στο γράμμα σου, όπου εκφράζεις μιαν εύλογη απορία για την καταληκτική εκείνη φράση μου, «Να η ψυχική ζωή από κάθε πλευρά της!
«Όμως», λες, «δεν εξετάσατε την ψυχική ζωή από κάθε πλευρά της. Δεν αναφέρατε τις αρετές ή κάτι άλλο για την ευσέβεια – ούτε μια λέξη. Αλλά βλέπω ότι στην οικογένειά μου, στους συγγενείς μου και σε πολλούς γνωστούς μου η ευσέβεια έχει την πρώτη θέση όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα».
Σκόπευα να σου γράψω τώρα ακριβώς γι’ αυτό. Ήθελα να σου το πω από το προηγούμενο γράμμα μου, αλλά τελικά, έπειτα από πολλή σκέψη, αποφάσισα να περιμένω την αντίδρασή σου. Και να την!
Αισθάνομαι την ανάγκη να σ’ ευχαριστήσω, γιατί μελέτησες σοβαρά όσα σου υπέδειξα. Έτσι απέδειξες πόσο συγκροτημένος είναι ο νους σου. Αν, όμως, αναφερόμουν σ’ εκείνο που θεώρησες ότι παρέλειψα, θα έβγαινα από το θέμα μας. Γιατί ο σκοπός της ψυχής δεν είναι η ενασχόληση με πράγματα σαν κι αυτά που εξετάσαμε ως τώρα και που ανήκουν στην αρμοδιότητα του πνεύματος.
Η ψυχή είναι αρμόδια για τη συγκρότηση της πρόσκαιρης, της επίγειας υπάρξεως μας. Η γνώση της θεμελιώνεται στην εμπειρία
• η δραστηριότητά της αποσκοπεί στην ικανοποίηση των αναγκών της πρόσκαιρης ζωής
• και οι αισθήσεις της ενεργοποιούνται και διατηρούνται από τις ορατές καταστάσεις και συνθήκες, στις οποίες βρίσκεται.
Βέβαια, συντελούνται μέσα της και ορισμένα πράγματα υψηλότερα απ’ αυτά, αλλά δεν είναι παρά “επισκέπτες” – ας τους πω έτσι – που κάνουν κάποιες σύντομες επισκέψεις από έναν ανώτερο κόσμο, τον κόσμο του πνεύματος.
Τι ακριβώς είναι το πνεύμα; Είναι η δύναμη που «φύσηξε» ο Θεός στον άνθρωπο, όταν τον έπλασε (Γεν. 2:7). Όλα τα [άλλα] είδη των επίγειων όντων δημιουργήθηκαν με πρόσταγμα του Θεού. Κάθε λογής ψυχή, κάθε ζωντανό πλάσμα, προήλθε από τη γη: «Και είπε ο Θεός “Να βγάλει η γη κάθε είδος ζωντανού οργανισμού, όλα τα είδη των ζώων, των ερπετών και των θηρίων”» (Γεν. 1:24).
Η ανθρώπινη ψυχή, μολονότι στο κατώτερο μέρος της έχει κοινά γνωρίσματα με την ψυχή των ζώων στο ανώτερο μέρος της είναι μοναδική και ασύγκριτη. Η ιδιαιτερότητα της συμπεριφοράς κάθε ανθρώπου οφείλεται στην ιδιαιτερότητα τής ψυχής του. Το πνεύμα, που φύσηξε ο Θεός στον άνθρωπο, ενώθηκε με την ψυχή και την έκανε πολύ ανώτερη από κάθε άλλη, μη ανθρώπινη, ψυχή. Να, λοιπόν, σε τι οφείλεται η ασύγκριτη ανωτερότητα της ψυχής του ανθρώπου απέναντι στην ψυχή των ζώων: στην πνευματοποίηση της.
Tο πνεύμα, ως δύναμη που προέρχεται από τον Θεό, γνωρίζει τον Θεό, επιζητεί τον Θεό και βρίσκει ανάπαυση μόνο κοντά στον Θεό. Έχοντας μια βαθιά πνευματική αίσθηση, που πιστοποιεί τη θεϊκή προέλευση του, το πνεύμα εξαρτάται επίσης απόλυτα από τον Θεό, επιδιώκει να ευαρεστεί τον Θεό και θέλει να ζει μόνο με τον Θεό και για τον Θεό, Πιο συγκεκριμένες εκδηλώσεις της ζωής του πνεύματος είναι:
1) Ο φόβος του Θεού. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το βαθμό αναπτύξεως τους, αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μια Ανώτερη Ύπαρξη, ο Θεός, που δημιούργησε, συντηρεί και κυβερνάει τα πάντα. Παραδέχονται ότι εξαρτώνται απ’ Αυτόν και ότι οφείλουν να τον ευαρεστούν. Πιστεύουν, τέλος, ότι Αυτός είναι ο Κριτής και Μισθαποδότης, που «θα ανταμείψει τον καθένα ανάλογα με τις πράξεις του» (Ματθ. 16:27). Στο πνεύμα είναι χαραγμένη αυτή η φυσική, όπως λέγεται, πίστη. Έχοντας τη φυσική πίστη, το πνεύμα αποκτά σεβασμό και ευλάβεια στον Θεό, αποκτά το φόβο του Θεού.
2) Η συνείδηση. Η ψυχή δεν θα γνώριζε πως να ευαρεστήσει τον Θεό, πως να του δείξει το σεβασμό και την ευλάβεια της, αν δεν την καθοδηγούσε σ’ αυτό η συνείδηση. Ο Θεός, αφού με τη φυσική πίστη μετέδωσε ένα απειροελάχιστο μόριο της παντογνωσίας του στην ψυχή, χάραξε πάνω της τα αιτήματα της αγιότητας, της αγαθοσύνης και των αληθειών του. Ανέθεσε, μάλιστα, στην ίδια να παρακολουθεί αν εκπληρώνονται τα αιτήματα αυτά, κρίνοντας τον εαυτό της ως προς το δίκαιο και το άδικο, το ορθό και το σφαλερό, το καλό και το κακό.
Η συνείδηση είναι αυτή ακριβώς η πλευρά της ψυχής, που υποδεικνύει τι είναι σωστό και τι όχι, τι ευαρεστεί τον Θεό και τι όχι, τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίσταση και τι όχι. Όταν, λοιπόν, διαπιστώνει την ορθότητα και την ωφελιμότητα μιας πράξεως, την οποία σκέφτηκε ή κλήθηκε να εκτελέσει, τότε μπορεί και οφείλει να την εκτελεί αδίσταχτα.
Αν το κάνει, αυτοαμείβεται με ψυχική ανάπαυση και παράκληση• αν δεν το κάνει, αυτοτιμωρείται με τύψεις και λύπη. Η συνείδηση είναι ο νομοθέτης, ο νομοφύλακας, ο δικαστής και ο εκτελεστής, είναι ο φυσικός κώδικας των εντολών του Θεού, κώδικας δεσμευτικός για όλους τους ανθρώπους.
3) Ο πόθος του Θεού. Αυτός εκφράζεται στην πανανθρώπινη νοσταλγία του ύψιστου αγαθού. Καθαρότερα εκδηλώνεται με το ανικανοποίητο των ανθρώπων από τα υλικά. Τι σημαίνει αυτό το ανικανοποίητο; Σημαίνει ότι το πνεύμα δεν ικανοποιείται με κανένα κτιστό πράγμα. Ακριβώς επειδή προέρχεται από τον Θεό, Αυτόν αναζητάει κι Αυτόν θέλει να γευθεί. Όταν βρίσκεται σε ζωντανή κοινωνία μαζί του, τότε μόνο αναπαύεται. Το κατορθώνει; Είναι ειρηνικός [ο άνθρωπος]. Δεν το κατορθώνει; Είναι ανήσυχος, όσα υλικά αγαθά κι αν έχει.
Όλοι οι άνθρωποι, όπως ήδη παρατήρησες, αδιάκοπα αναζητούν. Αναζητούν κάτι. Αφού το βρουν, όμως, το απορρίπτουν και ξαναρχίζουν την αναζήτηση, για να εγκαταλείψουν και εκείνο που θα βρουν στη συνέχεια. Κοντολογίς, η αναζήτηση τους δεν έχει τέλος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν αναζητούν το σωστό αντικείμενο στον σωστό χώρο. Με άλλα λόγια, ούτε εκείνο που θα έπρεπε αναζητούν, ούτε εκεί που θα έπρεπε το αναζητούν. Δεν είν’ αυτό μια τρανή απόδειξη, πως υπάρχει μέσα μας μια δύναμη, που μας τραβάει πέρα από τη γη και τις γήινες θλίψεις, προς τα επουράνια;
Δεν σου εξηγώ με λεπτομέρειες όλες τις εκδηλώσεις του πνεύματος. Απλά κατευθύνω τις σκέψεις σου προς την αποδοχή μιας αναμφισβήτητης πραγματικότητας: της παρουσίας του πνεύματος μέσα στον άνθρωπο. Σου ζητώ να μελετήσεις με περισσότερη επιμέλεια αυτή την πραγματικότητα, για να την αποδεχθείς ολοκληρωτικά. Το πνεύμα, βλέπεις, είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου. Η ψυχή μας κάνει λίγο ανώτερους από τα ζώα, ενώ το πνεύμα λίγο κατώτερους από τους αγγέλους.
Καταλαβαίνεις, βέβαια, το νόημα μερικών φράσεων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή ζωή, όπως “το πνεύμα ενός συγγραφέα”, “το πνεύμα ενός λαού’’ και άλλων παρόμοιων.
Πρόκειται για το σύνολο κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Χαρακτηριστικών πραγματικών αλλά, ως ένα βαθμό, και ιδεατών, με την έννοια πως είναι αόριστα και ασαφή. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιείται και η έκφραση ‘‘ανθρώπινο πνεύμα”.
Ενώ, όμως, το πνεύμα ενός συγγραφέα είναι εντελώς ιδεατό, το ανθρώπινο πνεύμα είναι μια ζωντανή δύναμη μέσα στον άνθρωπο. Και η δύναμη αυτή επιβεβαιώνει την ύπαρξη της με εξωτερικές εκδηλώσεις, που γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις.
Απ’ όσα ανέφερα, ελπίζω ότι θα καταλήξεις αβίαστα στο συμπέρασμα: Ένας άνθρωπος, μέσα στον οποίο δεν κινείται και δεν ενεργεί το πνεύμα, δεν στέκεται στο ύψος της ανθρώπινης αξίας.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Tο Μυστήριο της Αγάπης'' [1]

 

Πρόλογος

Το Μυστήριο της Αγάπης αποτελεί το ένα από τα δύο μέρη (το δεύτερο είναι το Η Γυναίκα και η Σωτηρία του Κόσμου [Παρίσι, 1978]) του δίπτυχου που αφιέρωσε ο Παύλος Ευδοκίμωφ στα πνευματικά χαρίσματα του άνδρα και της γυναίκας και στο μυστηριακό «μυστήριο» της ανθρώπινης αγάπης.
Θα ήταν κοινότοπο να πει κανείς ότι ο έρωτας δύσκολα βρήκε θέση στην ιστορία του Χριστιανισμού, εκτός από τη μορφή του πλήρως μεταμορφωμένου πνευματικού καρπού του μοναχισμού. Ο Χριστιανισμός αγωνίσθηκε να διαφυλάξει την υπερβατικότητα του προσώπου απέναντι στην τυφλή ορμή του είδους και στην ειδωλολατρία της απρόσωπης ηδονής. Αυτή η υπέρβαση πραγματοποιείται στη μυστική ένωση, όπου, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «η επιθυμία επιστρέφει στην αρχή της».
Ωστόσο, η μοναστική ένταση ανάμεσα στο πρόσωπο και τη φύση συχνά μεταβλήθηκε σε διάσταση, μέσα στην οποία εγκλωβίσθηκαν μια ολόκληρη δυϊστική ευαισθησία και μία αποσαρκωμένη πνευματικότητα. Έτσι γεννήθηκε το όνειρο μιας άφυλης ή «αγγελικής» καταστάσεως, ο φόβος απέναντι στη γυναίκα και η έκδηλη αμηχανία πολλών Πατέρων της Εκκλησίας απέναντι στο χωρίο της Γενέσεως που μνημονεύει τη θαυμαστή συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας στον Παράδεισο πριν από την Πτώση.
Μερικοί έφθασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ότι ο Θεός δημιούργησε τη γυναίκα ακριβώς εξαιτίας της Πτώσεως και για να εξασφαλισθεί η ιστορία της σωτηρίας. Άλλοι διέκριναν στην ίδια την ένταση της ερωτικής ηδονής την ανυπέρβλητη απαρχή του θανάτου· πρόκειται για μια βαθιά παρατήρηση, η οποία όμως λησμονεί τόσο την κατάσταση του Παραδείσου όσο και το πρώτο θαύμα του Χριστού στον γάμο της Κανά.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι κατά τη χριστιανική εποχή ολόκληρα τμήματα του Ευαγγελίου θάφτηκαν, ακόμη και αρνήθηκαν: η ελευθερωτική στάση του Χριστού απέναντι στις πιο «ακάθαρτες» ή τις πιο «αμαρτωλές» γυναίκες σύμφωνα με τον Νόμο, καθώς και η υπενθύμιση της αρχικής προθέσεως του Δημιουργού, της αρχικής «ομοουσιότητας» άνδρα και γυναίκας, ότι δηλαδή «θα είναι οι δύο εις σάρκα μία».
Αυτή η υπενθύμιση δεν εισάγει έναν νέο νόμο, από νομικιστική άποψη, αλλά ένα νόημα, μία έλξη, μία χάρη που προσφέρεται εκ νέου. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις απαγορεύσεις των παλαιών «επιτιμιολογίων», τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, απαγορεύσεις συγχρόνως ακατέργαστες και αισχρές, ή τη συχνά τρομακτική μεταχείριση της μοιχαλίδας («Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω»), για να κατανοήσει τη σύγχρονη εξέγερση εναντίον εκείνου που θεωρήθηκε ως η χριστιανική αντίληψη περί της σεξουαλικότητας.


Στην πραγματικότητα, κατά τη χριστιανική εποχή δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τομέα αυτό μεταξύ των διαφόρων Εκκλησιών. Ωστόσο, κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα και κατά το πρώτο μισό του παρόντος, η Ορθόδοξη Εκκλησία προσέφερε ένα ευνοϊκό κλίμα για την ανανέωση της συνειδήσεως της πνευματικής αξίας της ανθρώπινης αγάπης. Αυτό συνέβη επειδή διατήρησε τον έγγαμο κλήρο των πρώτων αιώνων (ενώ στη Δύση ο φόβος απέναντι στη σεξουαλικότητα, και ιδιαίτερα απέναντι στη γυναίκα, οδήγησε στην υποχρεωτική αγαμία του κλήρου, η οποία σήμερα βέβαια δικαιολογείται με διαφορετικό τρόπο).
Στο έργο ''Η Γυναίκα και η Σωτηρία του Κόσμου'' τα ιδιαίτερα χαρίσματα και οι κλήσεις του άνδρα και της γυναίκας περιγράφονται με δύο γλώσσες. Η πρώτη είναι τριαδολογική, επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού: το αρσενικό αντανακλά κυρίως τον Λόγο και το θηλυκό το Πνεύμα. Η δεύτερη είναι χριστοκεντρική, επειδή ο Χριστός ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την ανθρωπότητα: το αρσενικό βρίσκει το αρχέτυπό του στον Ιωάννη τον Πρόδρομο (και στη διαδοχή του, από τον Ηλία μέχρι τους μάρτυρες της Αποκαλύψεως), ενώ το θηλυκό βρίσκει το δικό του στην Υπεραγία Θεοτόκο και στη Γυναίκα που είναι περιβεβλημένη τον ήλιο.
Στο Μυστήριο της Αγάπης —τίτλος που ανάγεται στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, έναν από τους ελάχιστους Πατέρες της Εκκλησίας των οποίων η ποιμαντική ευαισθησία και η βιβλική θεώρηση τούς οδήγησαν να εκτιμήσουν θετικά την ανθρώπινη αγάπη— ο Παύλος Ευδοκίμωφ θεμελιώνει τη σκέψη του στις δύο διηγήσεις της δημιουργίας του άνδρα και της γυναίκας στο βιβλίο της Γενέσεως. Ο ίδιος ο Χριστός συνενώνει αυτές τις δύο αφηγήσεις, για να δείξει συγχρόνως τόσο την ενότητα όσο και τη διαφορετικότητα μέσα στο ανθρώπινο ζεύγος.
Δανειζόμενος μία βαθυστόχαστη εβραϊκή ερμηνεία, ο Ευδοκίμωφ υπενθυμίζει ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο (ha adam) ως άρσεν και θήλυ. Δεν έλαβε μία πλευρά του ανθρώπου με την έννοια μιας απλής πλευράς ή ενός οστού, αλλά το ένα ήμισυ αυτής της ακόμη αδιαφοροποίητης πραγματικότητας, και τοποθέτησε τη γυναίκα απέναντι στον άνδρα. Έτσι πραγματοποιείται η ανακάλυψη ενός άλλου προσώπου, το οποίο όμως παραμένει ομοούσιο με εμένα: «ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου».
Οι θεολογικές αντιστοιχίες είναι προφανείς, και ο Ευδοκίμωφ δεν δυσκολεύεται να τις αναδείξει: το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, ο απρόσιτος Θεός που καθιστά τον εαυτό Του προσιτό. Στην αρχική του πληρότητα, η ανθρώπινη αγάπη αντανακλά την κοινωνία της Αγίας Τριάδος· η ετερότητα του Θεού αποτελεί το θεμέλιο της ετερότητας του άλλου προσώπου, ενώ η χάρη Του αποτελεί τη βάση κάθε αυθεντικής συναντήσεως.
Ωστόσο, ο Ευδοκίμωφ γνωρίζει πολύ καλά τη ζωή και τη νηφάλια διάγνωση των ασκητικών Πατέρων, ώστε να παρασυρθεί από λυρικές εξάρσεις. Δείχνει ότι η απομάκρυνση από τον Θεό οδήγησε και εξακολουθεί να οδηγεί στην απομάκρυνση από τον άλλον άνθρωπο. Η διάκριση μέσα στην ενότητα του άνδρα και της γυναίκας μετατράπηκε σε έναν «πόλεμο των φύλων», ακόμη πιο αμείλικτο, επειδή η διαρκής εμπειρία της εγγύτητας του Παραδείσου, που συνεχώς χάνεται, αφήνει τον άνδρα και τη γυναίκα ακόμη πιο απογοητευμένους ο ένας από τον άλλον.
Ο υποδουλωμός της γυναίκας, η εκδίκησή της και η γοητεία που ασκεί, η δαιμονοποίηση του θηλυκού στοιχείου, καθώς και οι «συγχωνευτικές» γνωστικές αντιλήψεις που η Αγία Γραφή αποστρέφεται, αποτελούν διαφορετικές όψεις της σημερινής καταστάσεως του Έρωτα.
Μόνον ο Χριστός, υποστηρίζει ο Ευδοκίμωφ, μπορεί πραγματικά να συμφιλιώσει τον άνδρα και τη γυναίκα και να αποκαταστήσει την αρμονία ανάμεσα στον Έρωτα και το ανθρώπινο πρόσωπο. Το Μυστήριο της Αγάπης συμφιλιώνει δύο φαινομενικά διαφορετικές ρήσεις του Αποστόλου: «ἐν Χριστῷ οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» και «ἐν Κυρίῳ οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρός οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικός».
Ο καθένας θεωρείται πλέον μέσα στην πλήρη αξιοπρέπεια του προσώπου του, ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο λειτουργικό του ρόλο. Ταυτόχρονα, αποκαθίσταται η συζυγική ομοουσιότητα, και οι δύο πόλοι της ανθρώπινης υπάρξεως καταλαμβάνουν τη θέση τους μέσα στην πλήρη εικόνα του Θεού. Από αυτή την προοπτική, δεν υπάρχει ανάγκη να υπερασπιστεί κανείς το μυστήριο του γάμου· το ίδιο αποτελεί τη δική του δικαίωση. Δεν αποβλέπει στη ρύθμιση κανενός πράγματος, παρά μόνο της κοινωνίας άνδρα και γυναίκας μέσα σε ολόκληρη τη μυστηριακή της πληρότητα. «Από αυτή την υπερχειλίζουσα πληρότητα», γράφει ο Ευδοκίμωφ, «μπορεί να προέλθει το παιδί ως καρπός· όμως δεν είναι η τεκνογονία εκείνη που καθορίζει και θεμελιώνει την αξία του γάμου.»
Η αληθινή αγάπη είναι καρποφόρος. Αυτή όμως η καρποφορία δεν εκφράζεται μόνο με τη γέννηση παιδιών. Μπορεί επίσης να εκδηλωθεί μέσα από τη φιλοξενία, τη διακονία προς τους άλλους και, μερικές φορές, μέσα από ένα κοινό δημιουργικό έργο.
Μέσα στη δυστυχία και την αταξία της ζωής μας, η αληθινή αγάπη απαιτεί, όπως και ο μοναχισμός —αν και με πιο ταπεινό και φαινομενικά πιο πεζό τρόπο— άσκηση και αγιασμό.
Προϋποθέτει ακόμη, τόσο από τον άνδρα όσο και από τη γυναίκα, έναν «εσωτερικευμένο μοναχισμό» —μία ακόμη από τις θεμελιώδεις ιδέες του Ευδοκίμωφ— δηλαδή εκείνη την υγιή μοναχικότητα που ο καθένας οφείλει να σέβεται στον άλλον, ώστε να παραμένει ζωντανή η αίσθηση της ετερότητάς του.
Μερικές φορές, μόνο η απόσταση επιτρέπει να γίνει αντιληπτή η ενότητα· μόνο η συνείδηση ότι όσο περισσότερο γνωρίζει κανείς τον άλλον τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι παραμένει ανεξάντλητο μυστήριο, καθιστά δυνατή τη διαρκή εμβάθυνση και ανανέωση της αγάπης.
Αυτή η άσκηση της ανθρώπινης αγάπης βρίσκει την πλήρη σημασία της στην έννοια της αγνείας, η οποία κατείχε τόσο σημαντική θέση στη σκέψη των Ρώσων θρησκευτικών φιλοσόφων. Η αγνεία δεν σημαίνει κατ' ανάγκην εγκράτεια ή αποχή από τις συζυγικές σχέσεις. Σημαίνει την ακεραιότητα και την πληρότητα του πνεύματος, της «καρδιοπνευματικής» υπάρξεως που προσλαμβάνει ολόκληρη τη δύναμη της ζωής, ολόκληρη τη δύναμη του Έρωτα, μέσα στη συνάντηση με ένα πρόσωπο. Έτσι, το σώμα παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται η ποίηση μιας αληθινής τρυφερότητας. Η γλώσσα του σώματος θα ήταν μία ακατανόητη και σπαρακτική κραυγή, εάν δεν διεκδικούσε την αληθινή αιωνιότητα· εκείνη που ξεδιπλώνεται μέσα στη ροή του χρόνου, με την υπομονή και την πιστότητα.
Ο άνδρας και η γυναίκα που εισέρχονται σε αυτό το μυστήριο πρέπει να γνωρίζουν ότι θα κατορθώσουν να αποκρυπτογραφήσουν μόνο κατά τρόπο εξαιρετικά ατελή την άπειρη αγάπη που προπορεύεται από αυτούς και τους στηρίζει: την αγάπη του Χριστού και της Εκκλησίας, την ίδια την κοινωνία της Αγίας Τριάδος. Μέσα από τη συγχώρηση, την ταπείνωση και την εμπιστοσύνη —που είναι βαθύτερες από τη δική τους εύθραυστη και ασταθή αγάπη— είναι πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, δυνατό για το ζεύγος να ξαναβρεί αυτό το ανεξάντλητο βάθος, το οποίο ανανεώνει τη μεταξύ τους ένωση.

 


Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (23)

 

Εκείνος που δημιουργεί την ιστορία την οδηγεί σταδιακά πέρα από τα ίδια της τα όρια. Το ιστορικό καθήκον προϋποθέτει την «τελείωση» του πολιτισμού και της ιστορίας, ως εικόνων της Βασιλείας του Θεού.
Αντιμέτωπος με την έσχατη ριζωμένη κατάσταση μέσα στην ιστορία και την ύλη, ένας ιερέας στη σοβιετική Ρωσία ερωτήθηκε: «Ποιο είναι το πρόβλημα της ορθόδοξης πνευματικότητας στη σημερινή Ρωσία;». Και ο πατέρας απάντησε: «Η Παρουσία». Η Εκκλησία δεν μπορεί να τελειωθεί ιστορικά παρά μόνο προετοιμάζοντας την Επιστροφή του Χριστού — τη μοναδική προοπτική μέσα στην οποία μπορεί να εγγραφεί ο ευαγγελισμός.
Εδώ διακρίνουμε μια λύση στο σοβαρό ζήτημα του χριστιανικού ύφους. Κάποτε, το ύφος εξέφραζε —μέσα από όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής— την πνευματικότητα μιας εποχής. Εμείς ζούμε σε διαφορετική εποχή· πέρα από κάθε εμπειρική μορφή, έφθασε η ιστορική ώρα κατά την οποία δεν πρέπει πλέον να αντανακλούμε μια εποχή, αλλά να αντανακλούμε τον Άλλον, μέσω μιας χάριτος και μιας αποστασιοποιήσεως που μεταφράζουν την απέραντη ελευθερία να κατέχεις τα πάντα σαν να μην έχεις τίποτε. Αυτό είναι το αποκαλυπτικό ύφος, το ύφος που θέτει την αόρατη αλλά τόσο πιο έντονη σφραγίδα του επάνω σε όλα.
Ο βασιλιάς Μίδας μετέτρεπε σε χρυσό καθετί που άγγιζε. Με την εσωτερική του στάση, ένας χριστιανός μπορεί να κάνει ώστε όλα τα πράγματα να γίνουν ελαφρά — αληθινές εικόνες ή μορφές της αλήθειας που φέρει. Όταν κατανοηθεί ως αληθινή πνευματική κατηγορία, το ύφος θα είναι από μόνο του πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε κήρυγμα. Αυτό είναι το αυστηρό κλίμα ελευθερίας μέσα στο οποίο θα μπορέσει να ασκηθεί το ιεραποστολικό αίσθημα των λαϊκών.
Η τεράστια σημασία των ιερέων και των ποιμένων που πηγαίνουν να εργασθούν στα εργοστάσια ή στα αγροκτήματα δεν προκύπτει από εγκατάλειψη της ιερωσύνης, αλλά από την έκφραση της ελευθερίας τους απέναντι σε κάθε καθορισμό, μύθο ή σύμπλεγμα. Μέσα στη δίνη ενός εμπειρικού αγώνα, βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα και πάνω από αυτόν. Η πίστη γίνεται το θεμέλιο κάθε αποστολής και μετατρέπει κάθε εργασία σε προφητική διακονία. Αυτή η προφητεία της ζωής αποτελεί ίσως την πιο διαπεραστική μορφή της ευαγγελικής αποστολής. «Ιδού, έθεσα σήμερα ενώπιόν σου τη ζωή και τον θάνατο» (Δευτερονόμιο 30,15). Μόνο που ο δαιμονισμός αυτού του κόσμου έχει ήδη κάνει την επιλογή του. Πόσες φορές δεν συμβαίνει ο άνθρωπος, αβοήθητος μέσα στην απομόνωσή του, να χάνει το μήνυμα από φόβο μήπως αλλάξει τη ζωή του και τρομάζοντας μπροστά στις θείες απαιτήσεις;
Όταν δεν είναι ψεύτικη, μια χριστιανική κοινότητα καρφώνεται σαν αγκάθι στο σώμα του κόσμου, επιβάλλεται ως σημείο και σχετίζεται με τον κόσμο ως τόπο συναντήσεως ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό — τόπο διαλόγου ανάμεσα στο κτίσμα και το Ευαγγέλιο, τόπο όπου ο άνθρωπος φθάνει, κατανοεί και ζει· τέλος, τόπο όπου η χριστιανική παρουσία τίθεται στην υπηρεσία των άλλων.
Έχουν οι άνθρωποι της Εκκλησίας την αναγκαία γνώση του κοινωνικού περιβάλλοντος και των συγκεκριμένων ανθρώπινων συνθηκών; Έχουν την ανθρώπινη κατανόηση να πουν σε κάθε άνθρωπο ποιο είναι το ακριβές νόημα της ζωής, της εργασίας και της θέσεως που κατέχει στον κόσμο;
Δεν γίνεται κανείς κήρυκας από τη μια μέρα στην άλλη. Το να πλησιάσεις τον άνθρωπο, τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι τέχνη. Ουσιαστική είναι εκείνη η θαυμαστή δύναμη να μπαίνεις στη θέση του, να βλέπεις τον κόσμο με τα μάτια του και να φέρνεις αργά στην επιφάνεια αυτό που κοιμάται μέσα του: την κοινωνία. Ουσιαστικό είναι να υποχωρείς εσύ ο ίδιος, για να αφήνεις τον Χριστό να μιλά.
Πόσες φορές δεν συμβαίνει ένα θεολογικό οικοδόμημα ή ένας αφηρημένος τύπος να καταρρέει μπροστά σε ένα έγκλημα, έναν θάνατο ή μια μοναξιά!
Έχω δει ανθρώπους γκρίζους, βρώμικους και άσχημους, οι οποίοι —όπως ένα παλιό διαμάντι που το καθαρίζεις από τη σκόνη και κατόπιν το ζεσταίνεις στην παλάμη σου— μεταμορφώνονταν ξαφνικά σε μια δέσμη φωτός.
Πέρα από την πρόσοψη των διανοητικών αντιρρήσεων, του κυνισμού ή της αδιαφορίας, κάθε άνθρωπος κρύβει στην πραγματικότητα τη μοναξιά του και την ανάγκη μιας παρουσίας.
Δέξου τον Χριστό ως «τροφή» και «ποτό» και κατόπιν βάδιζε μέσα στον κόσμο ως ζωντανό μυστήριο, ως ένας Μυστικός Δείπνος που κινείται εκ των έσω. Διότι μέσω ενός ανθρώπου —έστω και σιωπηλού— ο Χριστός θα μιλήσει ξανά στον κόσμο και θα προσφερθεί σε όλους ως τροφή.
Κινούμενοι από την πνοή μιας αυθεντικής καθολικότητας, οι Πατέρες της Εκκλησίας συμφιλίωναν την καθολική γνώση του κόσμου με τη ζωή εν Χριστώ, μέχρι του σημείου όπου όλα γίνονταν γι’ αυτούς «Χριστός»· ήξεραν να κάνουν μια θεολογία μέσα στην οποία μετέφεραν την άμεση εμπειρία της Εκκλησίας· αλλά, κυρίως, γνώριζαν το μυστικό να καταναλώνουν ολόκληρη τη ζωή τους με ευχαριστιακό τρόπο.
Αν είναι καλό να κάνεις τους αθέους λιγότερο βέβαιους για την ανυπαρξία του Θεού, είναι εξίσου καλό να κάνεις τους θεολόγους λιγότερο βέβαιους για τις θεωρητικές τους κατασκευές. Θα ήταν μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέρον να υπήρχε στις θεολογικές σχολές μια έδρα, η οποία θα μπορούσε να κάνει τους θεολόγους λιγότερο επιπόλαιους στις συνοπτικές τους διαβεβαιώσεις, πιο ευαίσθητους απέναντι στον συγκεκριμένο άνθρωπο που υποφέρει και του οποίου ο δρόμος προς τον Χριστό παρεμποδίζεται τόσο συχνά από ένα σύνολο συγκεχυμένων θεωριών. Δεν επισκευάζεις το σύστημα θέρμανσης την ώρα της πυρκαγιάς και δεν κάθεσαι να σκέφτεσαι όταν ο κόσμος καταρρέει.
Όλες οι δημιουργικές μας δυνάμεις πρέπει να συγκεντρωθούν για να ανυψώσουν μια ολόκληρη γενιά στη ανέκφραστη χαρά της ελευθερίας, στη χαρά της διακονίας, στη χαρά εκείνου που συγκαταλέγεται μεταξύ των φίλων του Νυμφίου. Και αν ερχόταν η στιγμή να δούμε τους εαυτούς μας απομακρυσμένους από την κοινωνική ζωή, θα ήταν καλό αυτή η γενιά να είναι αρκετά ώριμη ώστε να μπορέσει να γίνει η γενιά των «ομολογητών»· εκείνων που —όπως έλεγε τόσο όμορφα παλαιότερα η Επιστολή των Μαρτύρων της Λυώνος— θα είναι σε θέση να «συνομιλούν με τον Χριστό».
Το ιστορικό μας καθήκον δεν είναι να ανακτήσουμε τις μορφές του πρωτοχριστιανισμού, αλλά να ξαναβρούμε εκείνο το Maran atha —«Έρχου, Κύριε!»— των απαρχών και, από εκεί, την κοινωνία με την Εκκλησία της έσχατης ώρας. Αυτή είναι η ώρα που εξασφαλίζει την επικαιρότητα όλων των εποχών και, μέσω αυτής, την επικαιρότητα του χριστιανικού μηνύματος.

 



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ






















ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [8]

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Μή βλέπουμε δαιμονική παρουσία ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει


Ερώτησις πρός τον μέγα Γέροντα (ἀββᾶ Βαρσανούφιο): Επειδή τούς πόδας καὶ τὰς χεῖρας ῥευματίζομαι σφοδρῶς καὶ εὐλαβοῦμαι, μήπως ἐκ τῶν δαιμόνων ἐστίν... Τί δὲ ἐστι, καὶ ὁ βλέπω κατ' ὄναρ ἄγρια θηρία;
Ἀπόκρισις: Μή λυπηθῇς, ἀγαπητέ μου οὐ γάρ τῶν δαιμόνων ἐστίν, ὡς νομίζεις... Περί δὲ τῶν ἐνυπνίων τῶν ἀγρίων θηρίων, φαντάσματά εἰσι δαιμόνων, θελόντων σε πλανῆσαι διά τούτων πιστεύσαι, ὅτι τὸ πάθος σου ἐξ αὐτῶν τῶν δαιμόνων ἐστίν ἀλλά καταργεῖ αὐτοὺς ὁ Κύριος τῷ ῥήματι τοῦ στοματος αὐτοῦ, εὐχαῖς ἁγίων. Ἀμήν.
Μή λυπᾶσαι, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἀββᾶς. Δὲν προέρχεται ἀπό τούς δαίμονες αὐτό, ὅπως νομίζεις.

Μια τάση πού ἔχουν σήμερα οἱ ἄνθρωποι

Ὅπως λέγαμε καὶ ἄλλη φορά, και σήμερα, και πώς δέν ἔχουμε το κουράγιο νὰ ἀντιμετωπίσουμε τα πράγματα ὅπως εἶναι, ἀλλά θέλουμε να πάμε πλαγίως καὶ νὰ ρίξουμε, τρόπον τινά, το φταίξιμο κάπου ἀλλοῦ, ὑπάρχει αὐτή ἡ τάση, εύκολα οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀποδίδουν κάτι στούς δαίμονες.
Σήμερα δίνουν και παίρνουν τα μάγια. «Μοῦ ἔκαναν μάγια, ἔχω μάγια, ὑποφέρω ἀπό μάγια». Καὶ στις ἑκατό φορές, ζήτημα ἂν μία φορά πράγματι συμβαίνει κάτι ἀπό μάγια. Ὅτι ὑπάρχουν μάγια, ὑπάρχουν. Ἀλλά, ἂν ἀκούσετε ἑκατό ἀνθρώπους να λένε ὅτι ὑποφέρουν ἀπό μάγια, ἡ μία περίπτωση ἀπό αὐτές θὰ εἶναι ἀπό μάγια. Οἱ ἄλλες, οἱ ἐνενήντα ἐννέα, ὄχι.
Ὅμως δέν εἶναι μόνο αὐτό. Πάρα πολύ συχνά -τουλάχιστον ἐγώ το συναντώ πολύ συχνά- ἔχουν τέτοια πεποίθηση οἱ ἄνθρωποι σ' αὐτό που λένε «Υποφέρω ἀπό δαίμονες, με κυνηγοῦν οἱ δαίμονες, δέν μὲ ἀφήνουν οἱ δαίμονες, ἔχω μέσα μου τούς δαίμονες»- ὥστε δέν ὑπάρχει δυνατότητα να τους πείσεις ὅτι μπορεῖ νὰ συμβαίνει κάτι ἄλλο. Πάρα πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι πιστεύουν κάτι τέτοιο.
Σήμερα, ὅπως σε τόσα ἄλλα, θά λαμβάνουμε κι ἐδῶ ὑπ' ὄψιν τις γνώσεις πού ἔχουμε. Στον τομέα αὐτό ξέρουμε ἀρκετά καὶ μποροῦμε ἄνετα νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο πολλές ἀπό τις περιπτώσεις που θεωροῦνται ὅτι εἶναι. Ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ δαίμονες, ὅτι ἐνεργοῦν καὶ οἱ δαίμονες, ναί.
Ὅμως ἄλλο εἶναι νὰ νομίζεις ὅτι ἐκατό περιπτώσεις εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο, καὶ ἄλλο νὰ εἶναι μόνο οἱ δέκα ἢ μόνο οἱ πέντε καὶ ὄχι οἱ ἑκατό.
Ἂν ζοῦσε σήμερα ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος, δέν θὰ τὰ ἔλεγε ἔτσι ὅπως τὰ εἶπε σχετικά μὲ τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ἔβλεπε ὁ ἐρωτῶν στὰ ὄνειρά του, ὅτι δηλαδή ἦταν φαντασίες δαιμονικές. Ὅτι μπορεῖ νὰ εἰναι καὶ φαντασίες δαιμονικές, ναί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, σώνει καί καλά, φαντασίες δαιμονικές τὰ ἄγρια θηρία που βλέπει κανείς τη νύχτα. Θὰ ποῦμε στη συνέχεια τί εἶναι τὰ ὄνειρα, πόθεν προέρχονται καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο, ὅμως πάρα πολλά ὄνειρα ὀφείλονται σε ἄλλους λόγους.
Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος ζοῦσε στη δική μας ἐποχή καί δεχόταν μια τέτοια ἐρώτηση, θὰ ἔλεγε: «Ναί μέν τὰ ἄγρια θηρία μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς δαίμονες, ἀλλά μπορεῖ καὶ νὰ μήν εἶναι». Παράξενα πράγματα ὄχι μόνο στὰ ὄνειρα μπορεῖ νὰ ἔρθουν σὲ ἕναν ἄνθρωπο, ἀλλά καί ἐνῶ εἶναι ξύπνιος.

Ἡ ψυχή λειτουργεῖ σωστά, ὅταν ἀφομοιώνει τά μή καλά βιώματα

Θυμηθείτε το παράδειγμα τῆς καταπακτῆς μέ τα σκουπίδια, για να συνεννοηθοῦμε καλύτερα.
Τι γίνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο; Καί προπαντός μέ τὸν σημερινό ἄνθρωπο τί γίνεται; Καθένας μας μέσα στη ζωή, θέλει δέν θέλει, ζεῖ κάποιες καταστάσεις, ἔχει κάποια βιώματα. Ἀνά πᾶσαν στιγμήν ἔχουμε βιώματα. Έναν λόγο μας λέει ὁ ἄλλος, κι ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάλογο βίωμα: ή λυπόμαστε ή στενοχωριόμαστε ἤ πιεζόμαστε ἡ ζοῦμε ἕνα βίωμα ντροπής, ρεζιλέματος ἐκείνη την ώρα. Εἶναι κάτι που το ζεῖ ἡ ὕπαρξή μας. Αὐτό θα πει βίωμα. Σάν νά εἶναι μιά ὀντότητα αὐτό.
Σε κάποιους ἀνθρώπους, ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ ποὺ θα τους δημιουργήσει ἕνα ἀνάλογο μή καλό βίωμα -εἴτε εἶναι ἕνα βίωμα ρεζιλέματος εἴτε ἕνα βίωμα πόνου, λύπης, καταθλίψεως, πληγώματος, πικρίας, φόβου, κάτι ἐφιαλτικό- τό ὅλο βίωμα τὸ ἀπορροφᾶ ὁ ψυχικός ὀργανισμός τους, καὶ σὰν νὰ μὴ συνέβη ποτέ. Ἁπλῶς μένει μια ἀνάμνηση. Ἔζησε τί ἔζησε κανείς, καί μπορεῖ νὰ κράτησε μια μέρα, μπορεῖ νὰ κράτησε δυό μέρες, και σιγά-σιγά ἀφομοιώνεται.

Ἡ ἀπώθηση βιωμάτων στο ὑπόγειο τῆς ψυχῆς

Σε κάποιους ἀνθρώπους ἔτσι λειτουργεῖ ἡ ψυχή τους. Στις μέρες μας εἶναι ἀρκετοί αὐτοί, ἀλλὰ ὄχι τόσοι ὅσοι ἴσως ήταν παλαιότερα, διότι για πολλούς καί διαφόρους λόγους τώρα οἱ ἄνθρωποι δέν λειτουργοῦν σωστά μέσα τους, ὄχι μόνο ἕνεκα ἀγνοίας, ὄχι μόνο ἕνεκα γενικῶς μή σωστῆς στάσεως ἀλλά καὶ ἕνεκα ψυχοσυνθέσεως. Ἐγώ το πιστεύω αὐτό. Ἄλλοι δὲν τὸ πιστεύουν. Το πιστεύω πάρα πολύ. Ἔχουμε τόσα ἄλλα δεδομένα ποὺ μᾶς κάνουν να δεχόμαστε αὐτό πού πιστεύω. Καί θὰ τὸ ἐξηγήσω:
Ένας ἄνθρωπος, για παράδειγμα, ἔρχεται στον κόσμο μὲ τάση νὰ εἶναι χοντρός, ἕνας ἄλλος ἔρχεται μὲ τάση νὰ εἶναι λιγνός, λιπόσαρκος, ἕνας ἄλλος μὲ τάση να γίνει ψηλός, ἄλλος ἔρχεται μὲ τὴν τάση να γίνει κοντός, ἄλλος ἔρχεται πανέξυπνος, ἄλλος ἔρχεται καθυστερημένος διανοητικά, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἀλλιῶς. Πιστεύω λοιπόν ὅτι ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔρχονται στον κόσμο αὐτὸ μὲ τέτοιες προϋποθέσεις, ποὺ ἡ ὅλη ψυχοσύνθεσή τους, ἡ ὅλη δομή τους, οἱ ὅλες καταβολές τους τοὺς ἐπιτρέπουν να ζήσουν φυσιολογικά τη ζωή, καὶ ἄνετα ἤ ἔστω με κάποια δυσκολία νὰ μποροῦν νὰ ἀφομοιώνουν τὰ ὅποια οδυνηρά, ἀρνητικά βιώματα ἀναγκασθοῦν να ζήσουν στη ζωή τους, ἔτσι που να μή δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Ἄλλοι ὅμως, καὶ ἕνεκα ψυχοσυνθέσεως, δέν ἀντέχουν τὰ ὅποια οδυνηρά βιώματα -εἴτε ρεζιλεύτηκαν εἴτε φοβήθηκαν εἴτε πιέστηκαν εἶτε πικράθηκαν. Δὲν ἀντέχουν τα βιώματα αὐτά. Καί ἡ ὅλη ἐνέργεια τοῦ ἑαυτοῦ τους, ἡ ὅλη λειτουργία τῆς ψυχῆς τους μοιάζει μὲ αὐτό πού κάνει ἐκείνη ἡ νοικοκυρά ἡ ὁποία ρίχνει τα σκουπίδια στο ὑπόγειο. Δὲν τὰ πάει ἔξω, ποὺ εἶναι κάτι ἁπλό, γιατί κάτι δὲν τὴν ἀφήνει νὰ τὸ κάνει αὐτό. Νομίζει ὅτι θὰ ἐκτεθεῖ στις ἄλλες γυναῖκες καὶ δὲν θέλει νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ἀπό χωριό. Ξεκινά δηλαδή ἀπό ἕνα αἴσθημα μειονεξίας, ὅτι εἶναι χωριάτισσα. Ἐνῶ μιά που ξέρει ἀπό αὐτά, κι ἂν ἐκτεθεῖ, δὲν τὴν πειράζει. Αὐτή ὅμως ποῦ νὰ τὸ σηκώσει αὐτό! Ἔχει μέσα της ἐκ τῶν προτέρων τὸ αἴσθημα μειονεξίας ὅτι εἶναι χωριάτισσα, καὶ πῶς νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι χωριάτισσας; Καὶ ἑπομένως, ὅσο γίνεται, να μή φανοῦν σκουπίδια.
Έτσι λοιπόν, για κάποιους λόγους, λειτουργεί κατά τέτοιον τρόπο ή ψυχή ορισμένων, ὥστε τα βιώματα αὐτά, ἀντὶ νὰ τὰ ἀφομοιώσουν, τὰ ρίχνουν μέσα στο ὑπόγειο της ψυχής τους, στο υποσυνείδητο καὶ στὸ ἀσυνείδητο. Καί αὐτὰ μπορεῖ νὰ μείνουν ἐκεῖ ἕνα χρόνο, δύο, δέκα, τριάντα χρόνια· κάποτε ὅμως βγαίνουν.

Ἡ ἔξοδος τῶν ἀπωθημένων βιωμάτων

Ἡ ἡλικία ἢ ἡ περίοδος στὴν ὁποία βγαίνουν εἶναι ἡ ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος καλείται νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῆς ζωῆς του. Ἐνόσω ἕνας εἶναι παιδί, ἀκόμη καί ἔφηβος, στηρίζεται στούς γονεῖς του, καὶ ἑπομένως ζεῖ ἀνεύθυνα. Καθώς ὅμως πάει στο πανεπιστήμιο, καί μάλιστα ὅταν πλησιάζει πρός το τέλος τῶν σπουδῶν του, θέλει δὲν θέλει, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τη ζωή. Ὅσο κι ἂν ἐξαρτᾶται ἀπό τή μητέρα του καί ἀπὸ τὸν πατέρα του, καί ὅσο κι ἂν ἔχουν διάθεση ἐκεῖνοι νὰ τὸν καλύπτουν, ντρέπεται νὰ μὴν ἀρχίσει να αἰσθάνεται τὴν εὐθύνη τῆς ζωῆς του. Ἀρχίζει λοιπόν, τρόπον τινά, μια καινούργια ζωή. Όμως αὐτό δὲν τὸ ἀντέχει. Γιατί;
Καθώς ἔχει ὅλο αὐτό το περιεχόμενο, ποὺ εἶπαμε, μέσα στο ὑποσυνείδητο, ἂν αὐτός περάσει περίπου σ' αὐτὴ τὴν ἡλικία, μπορεῖ ὅμως καὶ σὲ μικρότερη ἤ καί σε μεγαλύτερη- μιά δοκιμασία, μιά μεγάλη στενοχώρια, ἂν ἔρθουν ἔτσι τα πράγματα καὶ ἀπογυμνωθεῖ ἀπό ὅλα τὰ στηρίγματα ποὺ ἔχει τριγύρω του και μείνει μόνος με μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀνοίγει ἡ καταπακτή τοῦ ὑποσυνειδήτου, και βγαίνουν τὰ ἀπωθημένα βιώματα. Καὶ γι' αὐτό ξαφνικά ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος σὰν νὰ μὴν εἶναι στα καλά του: κατελήφθη ἀπό μελαγχολία, ἀπό σχιζοφρενική κατάσταση ἢ ἀπό ἄλλες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. (Στὴν οὐσία, ὑποθέτω, περίπου κάτι τέτοιο συμβαίνει.)
Ἤ, ἀπό κεῖ πού ἦταν ἕνας ἠθικότατος ἄνθρωπος κανείς... Ἂν θέλετε να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα τώρα, ἐνῶ μια κοπέλα, ἕνας νέος, ἦταν ἠθικότατοι, ξαφνικά ἔρχονται στο μυαλό τους εἰκόνες, φράσεις, λέξεις, πού εἶναι ὅ,τι ἀηδέστερο. Ἀλλά πῶς ἦταν ἠθικότατοι; Κατά λαθεμένο τρόπο· διότι άπωθοῦσαν τα διάφορα βιώματα. Ὅπως οἱ καρπουζό-φλούδες, ὅταν μπῆκαν μέσα στο ὑπόγειο δέν εἶχαν τίποτε το κακό, ὅταν ὅμως ξαναβγῆκαν, καθώς ήταν ἀλλοιωμένες, ἦταν ἀποκρουστικές καί δύσοσμες, ἔτσι μπαίνουν μέσα στην ψυχή κάποια βιώματα, τα ὁποῖα αὐτά καθ' ἑαυτά δέν εἶναι καί τόσο κακά. Ὅταν βγαίνουν ὅμως, βγαίνουν άλλοιωμένα. Καί καθώς δέν ξέρει ὁ νέος, ἡ νέα – δέν βρίσκονται καί ἄνθρωποι νά τούς βοηθήσουν, δέν ἔχουν καὶ αὐτοί διάθεση να βοηθηθοῦν ὄχι ἁπλῶς ἔχουν μέσα τους φράσεις, εἰκόνες, παραστάσεις, λόγια, βρισιές, βλαστήμιες, ἀλλά ξεκινοῦν ἄλλοι πρός τὰ δῶ, ἄλλοι πρὸς τὰ κεῖ, καί ὁρμοῦν στη ζωή και κάνουν ὅ,τι χειρότερο.

Πῶς ἐξηγοῦνται κάποια ὄνειρα

Ὅμως, πρίν γίνει αὐτό, μπορεῖ νὰ ἔρχονται στα ὄνειρα φοβερά πράγματα: ἄσχημες εἰκόνες, ἄσχημες παραστάσεις, ἄσχημες πράξεις. (Ἐδῶ ὑπάγονται καί αὐτά πού λέει στην ερώτηση του ὁ μοναχός.) Νά ἀναφέρουμε ἐδῶ τὸ ἑξῆς: Εἶναι δύο ἀδέλφια δίδυμα, ἀλλὰ ἄλλης ψυχοσυνθέσεως τὸ ἕνα, ἄλλης ψυχοσυν θέσεως τὸ ἄλλο. Μὲ ἀδύνατη ψυχοσύνθεση τὸ ἕνα παιδί, μέ πιο δυνατή τὸ ἄλλο. Ἔτυχε να βγοῦν στην ὕπαιθρο κάποια μέρα, ὅπου ὅρμησε ἕνα σκυλί ἐπάνω τους, καί φοβήθηκαν πολύ τα παιδιά. Το ἕνα μέ τή δυνατή ψυχοσύνθεση, ναί μέν φοβήθηκε ἀλλά το ξεπέρασε, καί τέλειωσε. Το ἄλλο ὅμως το καταχώνιασε μέσα του. Σ' αὐτό τό παιδί, πού ὅταν συνέβη αὐτό μπορεῖ νὰ ἦταν πέντε χρονῶν, ἔξι, ἑπτά, ὅταν γίνει εἴκοσι χρονῶν, εἴκοσι πέντε, τριάντα, ξαφνικά μπορεῖ νὰ βγεῖ αὐτό τό βίωμα τὸ ὀδυνηρό, τό φοβερό, πού ἔζησε, καί νά φοβᾶται ἀκόμη καί τίς γά-τες. Να βλέπεις ἕναν θεόρατο ἄνθρωπο μέχρι ἐκεῖ ἐπάνω, καὶ νὰ φοβᾶται τίς γάτες. Πρίν ὅμως βγεῖ αὐτό, μπορεῖ νὰ βλέπει ὄνειρα ἐφιαλτικά: ἄγρια θηρία, ἄγριες πράξεις, ἄγριες καταστάσεις και τέτοια.
Χωρίς λοιπόν νὰ ἀποκλείουμε ὅτι καί οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες δημιουργοῦν καί φέρνουν τέτοια πράγματα, για να κάνουν ζημιά στόν ἄνθρωπο, ὅμως πάρα πολλές φορές κάτι τέτοια ὀφείλονται σε πραγματικότητες πού ἀναφέραμε. Καί ἔχω την ταπεινή γνώμη ὅτι ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος, ἄν ζοῦσε σήμερα καὶ τὰ γνώριζε αὐτά -θὰ τὰ μάθαινε, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς- θὰ τὸ ἔλεγε. Διότι αὐτὰ ποὺ εἴπαμε τώρα δὲν εἶναι φαντασίες, εἶναι πραγματικότητες. Ἄλλο τώρα ὅτι καὶ ὁ διάβολος ἐκμεταλλεύεται αὐτές τις καταστά σεις, για να κάνει κακό στὸν ἄνθρωπο.
Θυμάστε ποὺ εἶχαμε πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅσο κακός κι ἂν εἶναι, θὰ σε λυπηθεῖ κάποια στιγμή. Ὁ διάβολος ποτέ ποτέ δεν πρόκειται να λυπηθεῖ τὸν ἄν θρωπο. Ποτέ δεν πρόκειται νὰ σὲ δεῖ νὰ τυραννιέσαι, νὰ ὑποφέρεις, καὶ νὰ πεῖ: «Ε, φτάνει. Αὐτός τυραννιέται που τυραννιέται. Μήν τὸν βασανίσω ἄλλο». Όχι ὅσο πιὸ ἀδύναμο σε βρίσκει ὁ διάβολος, σὲ ὅσο πιο άσχημη κατάσταση σε βρίσκει, τόσο αὐτός ἐκμεταλλεύεται την περίπτωση καὶ θὰ σοῦ κάνει ζημιά, ὅσο μπορεῖ. Ἂν μάλιστα ἔχεις καὶ τέτοιες καταστάσεις μέσα σου, θὰ ἔρθει καὶ αὐτὸς καὶ θὰ συντελέσει να ἔρθουν ὡς ὄνειρα τὰ ἄγρια θηρία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα.

Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεός

Όμως, για να τελειώσουμε καλῶς, νὰ πῶ πώς δὲν ἔχω την παραμικρή ἀμφιβολία -ἔτσι φρονῶ, μέ βάση αὐτό πού κατάλαβα ἐγώ μέσα στη ζωή αὐτή- ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Ὅπως ἐπιτρέπει τίς ἀρρώστιες, π.χ., να κρυολογήσεις ἢ νὰ σπάσεις το πόδι, ἔτσι ἐπιτρέπει καὶ αὐτά στον σύγχρονο ἄνθρωπο, καθώς ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, με τη ζωή που κάνει, τὰ εὐνοεῖ. Ὅμως, ὁ Θεὸς τὰ ἐπιτρέπει αὐτά τελικά γιά τή σωτηρία μας.
Ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο συμβαίνουν αὐτά, χρειάζεται πρώτα-πρώτα να συμβουλευθεῖ, να ρωτήσει καὶ να έχει το κουράγιο να καταλάβει σε ποιά κατάσταση εἶναι. Δεν πειράζει πού τυχόν ἔχεις τέτοια βιώματα μέσα σου. Αὐτὰ φέρνουν πολύ καλά. Σε ὅποια κατάσταση κι ἂν εἶναι κανείς, καὶ ὅ,τι κι ἄν τοῦ συμβαίνει, ἔτσι νὰ τὰ δεῖ, ἔτσι νὰ τὰ πάρει, ὅτι τελικά ὁ Θεός θὰ τὰ οἰκονομήσει κατά τέτοιον τρόπο τα πράγματα, ποὺ θὰ εἶναι για καλό.
Ὁπότε, δὲν τρομάζει κανείς. Ἡσυχα-ἤσυχα κάθεται καὶ ἀκούει πού τοῦ λένε πῶς ἔχουν τα πράγματα, καταλαβαίνει, ἀποκτᾶ αὐτογνωσία, μαθαίνει για ποιό λόγο εἶναι ἔτσι, μαθαίνει πῶς πρέπει να τα πάρει, τί στάση να τηρήσει, πῶς νὰ κάνει την ὑπομονή του, πῶς νὰ περιμένει. Καί μετά αὐτά βγαίνουν ὄντως σε καλό.

Τὰ ὄνειρα καὶ τὸ ἄδειασμα τοῦ ὑποσυνειδήτου

Σὲ ἕναν ποὺ ἔρχεται καὶ μοῦ λέει ὅτι ἔχει καὶ ποιός δέν ἔχει;- ἐφιάλτες τη νύχτα, π.χ., ὅτι τὸν κυνηγοῦν ἄγρια θηρία -ἄλλοι ἔχουν ἄλλου είδους ὄνειρα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐπίσης ταλαιπωρούνται- λέω το ἐξῆς παράδειγμα: Ἔχουμε μιά φιάλη πού ἔχει μέσα πεπιεσμένο αέρα. Ὑπάρχει στη φιάλη μια δικλείδα πού, μόλις τὴν ἀνοίξουμε, καθώς βγαίνει ἀπότομα ὁ ἀέρας, γίνεται θόρυβος, καί δημιουργεῖται ἕνα φύσημα. Ἂν τρομάξει κανείς ἀπό τό ὁρμητικό φύσημα τοῦ πεπιεσμένου αέρα καί ἀμέσως κλείσει τη φιάλη, μένει μέσα ὁ ἀέρας. Ἂν ὅμως δέν φοβηθεῖ καὶ τὴν ἀφήσει ἀνοιχτή, θα φύγει ὁ ἀέρας, καὶ θὰ ἀδειάσει ή φιάλη.
Το ὑποσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτο σὰν ἄλλη φιάλη. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς κάνουν καλό τὰ ὄνειρα βοηθούν δηλαδή νὰ δοῦμε τί γίνεται μέσα σὲ ὁρισμένους ἀνθρώπους. Ἔρχονται λοιπόν τὰ ἐφιαλτικά ὄνειρα ἢ τὰ ὁποιαδήποτε ὄνειρα, και ξυπνάει κανείς κατατρομαγμένος. Ξύπνιος, ἀλλά μέμια τρομάρα, εἴτε τὸ πρωί εἴτε μέσα στη νύχτα. Ὅλο το μυστικό εἶναι καθόλου να μή φοβηθεῖ κανείς. Όνειρο ήταν. Τι νομίζεις ὅτι ἦταν; Τίποτε.
Βλέπει κανείς ὅτι σὲ ὁρισμένους ἀνθρώπους τά ὄνειρα ἔχουν κομπλεξικό χαρακτήρα. Ἄλλο εἶναι ἁπλῶς τὰ ὄνειρα στούς νορμάλ, στούς φυσιολογικούς ἀνθρώπους, καί ἄλλο εἶναι ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει κομπλεξική κατάσταση. Σ' αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ὄνειρα κομπλεξικῷ τῷ τρόπῳ, θέλουν δέν θέλουν, μένει ἕνα φαρμάκι στην ψυχή τους· μένει ἕνα κάτι. Ἀκούγοντας ὅμως τώρα κανείς αὐτά, ἄνετα θὰ πεῖ, στηριζόμενος στα λόγια πού θά ἀκούσει: «Ὄνειρα ήταν. Γιατί να φοβηθῶ καί νὰ ταραχθῶ;» Καθώς λοιπόν δέν θά φοβηθεῖ καὶ δὲν θὰ ταραχθεῖ, ὅ,τι βγῆκε, βγῆκε και δέν ξαναμπαίνει μέσα. Ἐνῶ, ἄν ξυπνήσει τρομαγμένος καί μείνει μέ τήν τρομάρα του αὐτή, ὅλα αὐτά θα ξαναμποῦν, τρόπον τινά, πάλι μέσα του. Και πότε θά ἀδειάσει ή φιάλη, ἄν μπαίνουν καί βγαίνουν, Ἐνῶ, ἂν κάνει ὑπομονή τή μια μέρα, ὑπομονή την ἄλλη, και συνεχίσει ἔτσι, κάποτε θὰ ἀδειάσει ἐντελῶς τὸ ὑποσυνείδητο, καὶ γλίτωσε ὁ ἄνθρωπος.





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ