Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Τὴν ἐκτροπὴ πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς δικαίωσης νὰ φοβἀστε. (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)


«Πολύ περισσότερο ἀπ' ὅλα να φοβάστε τὴν ἐκτροπὴ πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς δικαίωσης. Μόλις ἀρχίσετε νὰ ἐκτρέπεστε σὲ αὐτό, νὰ ξέρετε ὅτι ἀρχίσατε νὰ βαδίζετε στρεβλά. Τραβᾶτε τότε τὸν ἑαυτό σας ἀπ' τὰ πόδια καὶ τὸν σέρνετε αλύπητα πάλι στὴν ἁμαρτία (ενν. στὸ αἴσθημα τῆς δικαίωσης καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας). Ὁ Κύριος δέχεται ἐκεῖνον μόνο που προσέρχεται σὲ Αὐτὸν μὲ τὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας. Ἐκεῖνον δὲ ποὺ προσέρχεται σὲ Αὐτὸν μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι εἶναι δίκαιος, τὸν ἀποστρέφεται. Ὁ Κύριος ἦρθε γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς, ὄχι τους δικαίους. «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Τὸ πιὸ κακὸ πράγμα εἶναι ὁ κορεσμός. Ὁ κορεσμένος, λοιπόν, ἔχει σωριαστεῖ καὶ ἀσθμαίνει. Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική του κατάσταση.
Κάποιος εἶχε τὴ συνήθεια να ρωτάει: «Ἐσύ, πηγαίνοντας για προσευχή, πηγαίνεις νὰ εἰσπράξεις σύνταξη ἢ νὰ ζητήσεις ἐλεημοσύνη;». Πολὺ εὔλογο τὸ ἐρώτημα.»

(Επιστολή 261, τόμος 2, σελ. 102-103)

 

Το κείμενο του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου είναι ιδιαίτερα βαθύ, γιατί αγγίζει ένα από τα πιο λεπτά ζητήματα της πνευματικής ζωής: πώς μπορεί ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα από την προσευχή, να οδηγηθεί στην υπερηφάνεια και στην αυτοδικαίωση, αντί να πλησιάσει περισσότερο τον Θεό.
Ο Όσιος μας προειδοποιεί να μη φθάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε ότι είμαστε αυτάρκεις, ότι δικαιούμαστε τη χάρη του Θεού ή ότι η πνευματική μας κατάσταση είναι καλύτερη από εκείνη των άλλων.
Τι σημαίνει εδώ η λέξη «δικαίωση»; Εννοεί κυρίως την αυτοδικαίωση: την εσωτερική πεποίθηση ότι εγώ είμαι εντάξει, ότι έχω δίκιο ενώπιον του Θεού, ότι έχω κάνει όσα έπρεπε και επομένως δικαιούμαι να αισθάνομαι ασφαλής ή ανώτερος και έτσι θεωρούμε το καλό που κάνουμε ως δικό μας κατόρθωμα, το οποίο μας δίνει δικαιώματα απέναντι στον Θεό.
Ο Όσιος χρησιμοποιεί μια σκληρή εικόνα για να δείξει πόσο αποφασιστικά πρέπει να αντιστεκόμαστε στην αυτοδικαίωση. Μόλις αντιληφθούμε ότι αρχίζουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο, πρέπει να επιστρέψουμε στη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση της αναμαρτησίας μας και να ξαναδούμε με ειλικρίνεια την πραγματική μας κατάσταση.
Τι σημαίνει «συναίσθηση της αμαρτωλότητας»; Δεν σημαίνει απλώς να γνωρίζουμε θεωρητικά ότι είμαστε αμαρτωλοί, αλλά ότι αναγνωρίζουμε προσωπικά την ανάγκη μας για το έλεος του Θεού. Ο άνθρωπος δεν πλησιάζει τον Θεό επειδή θεωρεί ότι είναι άξιος αλλά επειδή Τον έχει ανάγκη.
Όταν ο Όσιος λέει ότι ο Κύριος δέχεται «εκείνον μόνο», δεν σημαίνει ότι ο Θεός απορρίπτει όποιον δεν έχει ακόμη αποκτήσει αυτογνωσία, αλλά ότι η ταπείνωση και η μετάνοια αποτελούν τον δρόμο της αληθινής κοινωνίας με τον Θεό.
Όταν κάποιος πιστεύει ότι είναι ήδη δίκαιος, μπορεί να μην αισθάνεται ότι χρειάζεται συγχώρηση, θεραπεία ή αλλαγή. Κλείνεται στον εαυτό του, επειδή θεωρεί ότι δεν έχει ουσιαστικό πρόβλημα. Έτσι ο άνθρωπος, μέσα από την αυτάρκειά του, δυσκολεύεται να δεχθεί το έλεος του Θεού. Σκεφθείτε έναν ασθενή που αρνείται να αναγνωρίσει ότι χρειάζεται θεραπεία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο γιατρός δεν θέλει να τον βοηθήσει, αλλά ότι ο ασθενής δεν αναγνωρίζει την ανάγκη του.
Η φράση που  παραπέμπει στα λόγια του Χριστού:

«Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν»

δείχνει ότι το έλεος γίνεται δεκτό από εκείνον που αναγνωρίζει την ανάγκη του. Ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο μοιάζει να λέει: «Δεν έχω ανάγκη να θεραπευθώ» ενώ ο άνθρωπος που μετανοεί λέει: «Κύριε, γνωρίζεις τις αδυναμίες μου. Βοήθησέ με να αλλάξω». Η διαφορά δεν βρίσκεται κατ' ανάγκην στις εξωτερικές πράξεις αλλά στη σχέση με την αλήθεια, τη μετάνοια και τη χάρη του Θεού. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή μπορούμε να παρεξηγήσουμε τη χριστιανική ταπείνωση σαν να σημαίνει ότι πρέπει να αισθανόμαστε διαρκώς ανάξιοι, αποτυχημένοι ή ανίκανοι. Όμως η μετάνοια δεν είναι άρνηση της αξίας του ανθρώπου, αλλά αναγνώριση ότι η σωτηρία δεν αποτελεί προσωπικό μας κατόρθωμα.
Η συντετριμμένη καρδιά είναι μια καρδιά που έχει πάψει να στηρίζεται στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σταθεί μόνη της ενώπιον του Θεού. Η συντριβή, είναι πόνος για την αμαρτία μαζί με εμπιστοσύνη στο έλεος του Θεού. Η ταπείνωση της καρδιάς δεν μας απομακρύνει από τον Θεό· μας κάνει να προσφεύγουμε σε Αυτόν με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Ο κορεσμός δεν αφορά απλώς τη σωματική πληρότητα. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο σημαίνει κυρίως τον πνευματικό χορτασμό: την κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος αισθάνεται ότι έχει ήδη αρκετά, ότι δεν χρειάζεται να ζητήσει κάτι περισσότερο από τον Θεό. Ο πνευματικός κορεσμός μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, επειδή δεν μοιάζει αναγκαστικά με αμαρτία. Μοιάζει με ηρεμία, βεβαιότητα και ικανοποίηση. Ο κορεσμένος άνθρωπος έχει φθάσει σε τέτοια πληρότητα, ώστε δεν μπορεί να κινηθεί. Δεν έχει πια πνευματική δίψα ούτε διάθεση να αναζητήσει βαθύτερα τον Θεό.
Η «σύνταξη» είναι η εικόνα ενός σταθερού εισοδήματος που θεωρούμε ότι δικαιούμαστε. Την εισπράττουμε επειδή πιστεύουμε ότι μας ανήκει. Η «ελεημοσύνη», αντίθετα, είναι κάτι που ζητούμε επειδή έχουμε ανάγκη και δεν μπορούμε να το απαιτήσουμε ως οφειλή. Τι σημαίνει αυτό για την προσευχή;
Ο άνθρωπος μπορεί να προσέρχεται στον Θεό με την εσωτερική στάση ότι ο Θεός πρέπει να τον ακούσει, ότι πρέπει να του πάνε καλά τα πράγματα, ότι οφείλει να τον ανταμείψει κ.α., και τότε η προσευχή κινδυνεύει να γίνει μια συναλλαγή: εγώ προσφέρω τις αρετές και τις προσπάθειές μου και ο Θεός οφείλει να μου δώσει αυτό που ζητώ.
Ο  άνθρωπος όμως που πλησιάζει τον Θεό με διαφορετικό φρόνημα ελεημοσύνης λέει:
«Κύριε, Σε ευχαριστώ για όσα μου δίνεις. Δεν θεωρώ ότι μπορώ να αγοράσω τη χάρη Σου με τις πράξεις μου. Βλέπω τις αδυναμίες μου και ζητώ τη βοήθειά Σου. Δίδαξέ με να αγαπώ, να συγχωρώ και να μετανοώ».
Η προσευχή δεν είναι διεκδίκηση μισθού από τον Θεό, αλλά σχέση εμπιστοσύνης με Εκείνον από τον οποίο δεχόμαστε τη ζωή και τη χάρη.
Τα καλά έργα αποτελούν καρπό της πίστης και της αγάπης, όχι μέσο με το οποίο εξαναγκάζουμε τον Θεό να μας ανταμείψει.

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


 

 


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [25]

 

29. Αποφασιστικότητα και αγωνιστικότητα

Δεν τα έχουμε πει όλα ακόμα. Θα προσθέσω κάτι στα προηγούμενα. Το επιβάλλει η σπουδαιότητα του θέματος μας.
Η κατάσταση μιας ψυχής φωτεινής, μιας ψυχής φλογισμένης από τη θεία χάρη, είναι πολύ θελκτική. Γι’ αυτό όλοι επιθυμούν να φτάσουν στην κατάσταση αυτή• όλοι, όπως ίσως κι εσύ, βιάζονται να ριχτούν με ορμή στην προσπάθεια για την οικείωση της. Η ορμή, όμως, δεν φτάνει. Είναι δυνατό να ξεκινήσεις ορμητικά και ξαφνικά να σταματήσεις. Τότε ούτε συνέχεια θα έχει ούτε, βέβαια, και αποτέλεσμα το ορμητικό ξεκίνημα σου. Όχι, λοιπόν, η ορμή δεν φτάνει. Πρέπει να εξετάσεις το πράγμα εξονυχιστικά, πριν πάρεις μια σταθερή και αμετάκλητη απόφαση με επίγνωση όλων των μόχθων, των εμποδίων και των δυσκολιών, που θα βρεις μπροστά σου. Έτσι θα είσαι έτοιμη ν’ αντιμετωπίσεις με θάρρος και γενναιοφροσύνη κάθε αντιξοότητα ως το τέλος της ζωής σου.
Αναζήτηση των μέσων με τα οποία ή θεία χάρη διεισδύει στην ύπαρξή μας – τι σημαίνει αυτό; Ότι σημαίνει επιδίωξη της βασιλείας του Θεού• ότι σημαίνει ανάφλεξη του ζήλου για τη σωτηρία της ψυχής• ότι σημαίνει πόθος και επιλογή του ενός και μοναδικού που χρειάζεται. Με τις διάφορες αυτές εκφράσεις καθορίζεται ο ίδιος στόχος. Εγώ διάλεξα την πιο ξεκάθαρη πλευρά. Ανεξάρτητα, πάντως, από τη φραστική διατύπωση, ο στόχος αυτός καθαυτός είναι υπέρτατα επιθυμητός.
Ρώτα κάποιον, “Θέλεις να πας στον παράδεισο, στην ουράνια βασιλεία;”. Αμέσως θα σου απαντήσει, “Και βέβαια θέλω”. Αν, όμως, ύστερα του πεις, “Για να πας εκεί, πρέπει να κάνεις το και το”, θα τον δεις να μουδιάζει. Όλοι οι χριστιανοί θέλουν να πάνε στον παράδεισο, δεν θέλουν όμως όλοι ν’ αγωνιστούν για τον παράδεισο.

Το λέω αυτό, γιατί δεν φτάνει να επιθυμείς τη σωτηρία. Για να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, χρειάζεται αγώνας. Και για ν’ αρχίσεις τον αγώνα, χρειάζεται σιδερένια αποφασιστικότητα. Για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω, θα σου εξηγήσω πως συνήθως οι επιθυμίες καταλήγουν σε αποφάσεις.
Σκεφτόμαστε και σχεδιάζουμε πολλά. Συχνά συμβαίνει να σκεφτόμαστε κάτι για λίγο και μετά να το ξεχνάμε. Γιατί το ξεχνάμε; Επειδή ή καρδιά μας δεν είναι σ’ αυτό. Αν ήταν, θα μας άρεσε. Και ότι μας αρέσει, ότι αγαπάμε, ότι θεωρούμε πολύτιμο, το θυμόμαστε. Του δίνουμε, βλέπεις, την καρδιά μας. Όπως είπε ο Κύριος, «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. 6:21).
Για να εκτελέσουμε, ωστόσο, ένα έργο ή για ν’ αποκτήσουμε ένα πράγμα που μας αρέσει, φτάνει να του δώσουμε την καρδιά μας, φτάνει να το θαυμάσουμε και να το επιθυμήσουμε; Όχι. Υπάρχουν πολλές επιθυμίες, που παραμένουν ανεκπλήρωτες από έλλειψη δυνάμεων ή ενεργητικότητας.

Για να εκπληρωθεί μια επιθυμία, πρέπει να εξελιχθεί σε απόφαση και σταθερή επιδίωξη. Όταν η καρδιά πει, «Με κάθε τρόπο και κάθε θυσία θ’ αποκτήσω το τάδε πράγμα ή θα εκτελέσω το τάδε έργο», ο άνθρωπος αρχίζει να καταστρώνει το σχέδιο για την εκπλήρωση της αποφάσεως του.
Εξετάζει τα μέσα, αναζητεί ευνοϊκές συνθήκες τόπου και χρόνου, παίρνει προληπτικά μέτρα για την υπέρβαση τυχόν εμποδίων και κάνει μια συνολική εκτίμηση της διαδικασίας που θ’ ακολουθήσει, για να πετύχει το σκοπό του. Μετά την κατάστρωση του, τέλος, το σχέδιο πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή. Πρέπει ν’ αρχίσει η δράση, η προσπάθεια, ο αγώνας. Ν΄ αρχίσει και να συνεχιστεί ως το τέλος με σταθερότητα, υπομονή και επιμέλεια.
Η όλη διαδικασία, όπως τη διαγράφω, μοιάζει, θα έλεγα, με την προετοιμασία ενός ξυλοκοπτικού μηχανήματος, πριν αυτό τεθεί σε λειτουργία: Ο ατμοκινητήρας είναι έτοιμος, η ξυλεία τοποθετημένη κάτω απ’ το πριόνι, το καθετί στη θέση του. Για ν’ αρχίσει η κοπή, δεν απομένει παρά να βάλουμε μπροστά το μηχάνημα, να το κινητοποιήσουμε.  Αυτή η κινητοποίηση είναι το αποτέλεσμα όλης της προηγούμενης προετοιμασίας και απ’ αυτήν εξαρτάται η επόμενη κρίσιμη πράξη, το ξεκίνημα της προσπάθειας.
Το ξεκίνημα είναι, πρέπει να σου πω, το πιο δύσκολο βήμα. Μέχρι τη λήψη της αποφάσεως, ή διαδικασία είναι εσωτερική. Μετά τη λήψη της αποφάσεως, πρέπει να συνεχιστεί εξωτερικά, να εκφραστεί με έργα, να εκδηλωθεί με αγώνα. Κάνε το πρώτο βήμα, και η ίδια η κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί μέσα σου, θα σε παρακινήσει να συνεχίσεις την προσπάθεια. Αυτό είν’ όλο!

Καταλαβαίνεις τώρα τι χρειάζεται να κάνεις ακόμα, ώστε η επιθυμία σου για μια ζωή πνευματική να μεταμορφωθεί σε πράξη. Αν θέλεις να εκπληρωθεί ο πόθος σου, μετάλλαξε τον σε απόφαση, σε μιαν απόφαση όχι βιαστική και επιπόλαιη, αλλά προσεκτική, μελετημένη, σταθερή, συνειδητή και, πάνω απ’ όλα, αμετάκλητη. Ύστερα στρώσου στη δουλειά, ρίξου στον αγώνα.
Η απόφαση θέλει περισυλλογή και προσευχή το ξεκίνημα, με τη σειρά του, θέλει αποφασιστικότητα και η πρόοδος θέλει αγωνιστικότητα, υπομονή και σταθερότητα. Ο Κύριος να σε ευλογήσει, ώστε, με τη βοήθειά του, να τα πραγματοποιήσεις όλα αυτά.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [31]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων

Ἡ μεγαλύτερη ευλογία


Ἂν αὐτὰ τὰ μεταφέρουμε στην πνευματική περιοχή καὶ τὰ δοῦμε μέσα στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ -γιατί ὁ Θεός νὰ ἐπιτρέψει νὰ γίνει ἔτσι;- πολύ καλό θα βγεῖ. Τόσο καλό, ποὺ ἔχω τὴν ταπεινή γνώμη -δέν ξέρω· μπορεῖ νὰ κάνω λάθος- ὅτι θὰ πεῖ μετά αὐτός ὁ ἄνθρωπος: «Θεέ μου, ἐγώ νόμιζα ὅτι αὐτό ἦταν τὸ χειρότερο πράγμα ποὺ μοῦ ἔτυχε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χειρότερο, ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ μεγαλύτερη συμφορά στη ζωή μου. Καί τώρα βλέπω ὅτι ἦταν τὸ πιο καλό πράγμα ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἡ μεγαλύτερη εὐλογία». Έτσι εἶναι. Όπως φαίνονται ἀπλά, ἔτσι εἶναι ἀπλά. Μὴν πάει το μυαλό σας ὅτι ὁ πάτερ τὰ ἔφτιαξε ἀπὸ δῶ, τὰ ἔφτιαξε ἀπὸ κεῖ. Εἶναι ἔτσι ἀκριβῶς. Γιὰ τοὺς πολλούς θα περάσουν λίγες μέρες για να τὰ καταλάβουν. Ἀλλὰ ὅσοι, ἔστω καὶ λίγο, με καταλάβατε, ὅ,τι κι ἄν εἶχατε μέσα στην ψυχή σας, θα φύγετε ἀλλιώτικοι.

Πρέπει νὰ ἀγαπᾶς τὴν ταπείνωση καὶ νὰ πεῖς:

«Θεέ μου, σ' εὐχαριστῶ ποὺ δὲν μὲ λυπήθηκες καὶ πού, ἔστω καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ποὺ μὲ ἐκθέτει στὰ μάτια τῶν ἄλλων, καθώς οἰκονόμησες νὰ ἔχω τις όποιες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, ἐσὺ μὲ ἔβαλες στὸν δρόμο σου καὶ μὲ σώζεις»

Το σύμπλεγμα κατωτερότητος καὶ τὸ φυσιολογικό αἴσθημα ὑστερήσεως

Σημείωμα φοιτητοῦ. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι τὰ αἰσθήματα κατωτερότητος καὶ ἡ προσπάθεια του ἀνθρώπου νὰ ὑπερνικήσει τη μειονεκτικότητά του ἀποτελοῦν ἕνα φυσιολογικό μηχανισμό. Ἀπόδειξη ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας εἶναι τὸ βασικό αίσθημα ἑνός νεογέννητου ἀπέναντι στο εξωτερικό περιβάλλον. Καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας του, τῆς γύμνιας του, τὸ ὁδηγεῖ στὸ νὰ βρεῖ στήριγμα καί καταφυγή στὴν ἀσφάλεια τῆς γονικῆς ἀγάπης. Ὁ Ἀδάμ, όταν παρήκουσε, χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔνιωσε τη γύμνια του, τὴν ἀνασφάλεια, τὴν κατωτερότητά του.
Ὅτι ὁ Ἀδάμ βρίσκεται σε κομπλεξική κατάσταση μετά την πτώση, ναί. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ότι ήδη στον Ἀδάμ δουλεύει το αἴσθημα κατωτερότητος μὲ τὴν ἀρρωστημένη μορφή του.
Ἡ ἀντίδραση τοῦ Ἀδάμ, συνεχίζει ὁ γράφων, ἦταν να ρίξει τὸ σφάλμα στην Εύα, δηλαδή έμμεσα στον Θεό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἄσωτος υἱὸς ἔνιωσε καὶ αὐτὸς τὴν κατωτερότητά του: "Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι".
1) Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὸν ἄσωτο υἱό να πεῖ τὸ "ἀναστὰς πορεύσομαι" καὶ νὰ τὸ κάνει πράξη;
2) Ποιά ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὰ αἰσθήματα κατωτερότητος καὶ στὴν ταπείνωση;
3) Την ταπείνωση καὶ γενικά τις ἀρετές πρέπει νὰ προσπαθεῖ νὰ τίς ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος ἢ να ἀφήνεται τελείως στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχουν ὄντως γνησιότητα οἱ ἀρετές τους.

Ἂν καταλαβαίνω καλά, νομίζω πώς αὐτὸς ποὺ γράφει τὸ σημείωμα, ἔτσι ποὺ τὸ γράφει, δέν κατάλαβε τί εἶναι αἴσθημα κατωτερότητος. Καὶ ἴσως χρειάζεται πολλά ἀκόμη νὰ ποῦμε γι' αὐτὰ τὰ θέματα.

Οἱ ἀρρωστημένες καταστάσεις χτυπητό παράδειγμα για τους ψυχολογικά ὑγιεῖς


Βέβαια, θὰ ἔλεγε κανείς ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη ὅλοι νὰ ἀκούσουν τὰ περί αἰσθήματος κατωτερότητος, δὲν ἔχουν ὅλοι ἀνάγκη νὰ ἀκούσουν γιὰ τὰ διάφορα κόμπλεξ, καὶ πῶς λειτουργοῦν αὐτοί οἱ μηχανισμοί. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη καὶ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν θα καταλάβουν περί τίνος πρόκειται καὶ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔχουν να κερδίσουν τίποτε. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ὄντως ἔχουν ἀνάγκη, πρέπει να τα ἀκούσουν καὶ πρέπει να τα καταλάβουν.
Κατ' αρχήν, εἶναι πολύ ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι ποὺ ὄντως δὲν ἔχουν κομπλεξικές καταστάσεις. Ἀλλὰ ἄς ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἀρκετοί. Αὐτοί πρέπει να πάρουν ἀφορμὴ ἀπό αὐτὰ τὰ ἀρρωστημένα καὶ νὰ τὰ μεταφέρουν στον πνευματικό τομέα, για να γνωρίσουν έτσι καλύτερα τὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ νὰ ἀγωνιστοῦν σωστότερα.
Να φέρω ἕνα παράδειγμα. Ένας έχει μια ψυχοπαθολογική κατάσταση καὶ ἄς πάρουμε την περίπτωση ἐκείνη πού ἔχει μια βεβαιότητα για κάτι, κομπλεξικῷ ὅμως τῷ τρόπῳ καὶ ἀρρωστημένῳ τῷ τρόπῳ. Π.χ., εἶναι ὑπερβέβαιος ὅτι ἔχει μέσα στο στομάχι του ἕνα φίδι. Εἶχα ἀκούσει για μια κοπέλα περίπου εἴκοσι χρονών, πού κατά ἀρρωστημένο τρόπο νόμιζε ὅτι ή μύτη της ήταν χάλια, ἐνῶ ἦταν ἐντάξει, καὶ δὲν ἐπείθετο με τίποτε γιὰ τὸ ἀντίθετο.
Ὅπως δέν πείθεται με τίποτε ὁ ἄλλος ὅτι δὲν ἔχει φίδι στο στομάχι του. Ἔχουμε λοιπόν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.
Κολλάει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου -ὄχι ὅμως ἔτσι τυχαῖα- μια γνώμη, μια ἰδέα καὶ δὲν ξεκολλάει με τίποτε. Αὐτό εἶναι μια ψυχοπαθολογική κατάσταση, ποὺ ὅμως βοηθάει τον καθένα νὰ δεῖ καλύτερα τὸν ἑαυτό του ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ ὠφεληθεῖ πάρα πολύ.
Ἀφήνουμε τίς ἀρρωστημένες καταστάσεις καὶ περνοῦμε στις μή ἀρρωστημένες. Γνωρίζουμε ὅτι ἕνας ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀρρωστημένες καταστάσεις -παίρνουμε μια υγιή περίπτωση- ἀλλὰ ὅμως πάρα πολύ ἔχει ἀγκιστρωθεῖ, ἔχει προσκολληθεῖ, ἔχει δεθεῖ μέ τή γνώμη του, αὐτός πολύ δύσκολα τὴν ἀφήνει. Ὅμως δέν μπορεῖ νὰ ζήσει κανείς πνευματικά καί δέν μπορεῖ νὰ προκόψει πνευματικά, ἐὰν δὲν ἀφήσει τή γνώμη του, ἐάν δὲν κόψει το θέλημά του.
Αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἀφήνει τὸ θέλημά του, τη γνώμη του, δὲν τὸ κάνει ἔτσι τυχαία. Ὄχι, ἔχει πεποίθηση ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι σωστή, ὅτι ὁ τρόπος με τὸν ὁποῖο σκέπτεται εἶναι ὁ σωστός, καὶ ἑπομένως δὲν ἀφήνει τὸ θέλημά του, τη γνώμη του, ώστε να δεῖ τὰ πράγματα ἀλλιῶς γιὰ νὰ κάνει, π.χ., ὑπακοή, τέλεια ὑπακοή, ὅσο το δυνατόν καλύτερη ὑπακοή.
Ἐνῶ γνωρίζει κανείς θεωρητικά ὅτι θὰ ὠφεληθεῖ, ἐὰν κόψει τὸ θέλημά του, ἐὰν δὲν λάβει ὑπ' ὄψιν τη γνώμη του καὶ ὑπακούσει σ' αὐτὸ ποὺ τοῦ λένε, σ' αὐτὸ τὸ ὁποῖο τοῦ ὑποδεικνύουν, στην πράξη δέν το κάνει.
Καὶ δὲν μιλοῦμε ἐδῶ, ἂν θέλετε, γιὰ ἀνθρώπους χριστιανούς που ζοῦν ἔτσι λίγο ἀνεύθυνα· ὅσα πᾶνε καὶ ὅσα ἔρθουν. Ὄχι, αὐτό συμβαίνει καὶ σε χριστιανοὺς οἱ ὁποῖοι παίρνουν στα σοβαρά τα πράγματα καί, τρόπον τινά, δίνουν ὅλο τὸν ἑαυτό τους στο να ἀσκηθοῦν καὶ νὰ προκόψουν πνευματικά. Καί ὅμως, δέν βγαίνουν ἀπό τὸ δικό τους, δὲν βγαίνουν ἀπό τη γνώμη τους, δέν βγαίνουν ἀπό τὸ θέλημά τους, ἢ βγαίνουν με πολλή δυσκολία, μολονότι δέν ἔχουμε ἐδῶ κομπλεξική κατάσταση, άρρωστημένη κατάσταση, ὅπως στοὺς ἄλλους.
Βλέπεις, ὅπως εἶπαμε, ὅτι ἡ μύτη τῆς κοπέλας εἶναι φυσιολογική. Τη στέλνεις σε εἰδικό γιατρό, πού ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι ἐντάξει, ὅμως αὐτή δέν πείθεται με τίποτε. Δέν πείθεται. Εἶναι μια άρρωστημένη ἰδέα. Αὐτὸ τὸ ἀρρωστημένο, τὸ ὁποῖο εἶναι πολύ χτυπητό, ὁ ὁποιοσδήποτε υγιής ἄνθρωπος το βλέπει καὶ θὰ πεῖ σ' αὐτή την περίπτωση: «Δέν εἶναι στα καλά της αὐτὴ καὶ νομίζει έτσι». Βλέπει επίσης καθαρά πόσο ὁ ἄρρωστος εἶναι δεμένος με τη γνώμη πού ἔχει.
Ἐάν θελήσει νὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του ἀπό αὐτό πού παρατηρεῖ στὸν ἄρρωστο, τὸν βοηθάει αὐτό να καταλάβει καλύτερα τα δικά του καὶ νὰ πεῖ: «Α, γι' αὐτό κι ἐγώ, μολονότι μοῦ τὸ λένε καὶ κάπως το καταλαβαίνω ὅτι δὲν εἶναι σωστή ἡ γνώμη μου, ἐπιμένω σ' αὐτήν, ἐπιμένω στο θέλημά μου, ἐπιμένω στις ἰδέες μου». Οπότε, ἔτσι κανείς μπορεῖ πάρα πολύ να βοηθηθεῖ καὶ νὰ ἀρχίσει να χαλαρώνει το δέσιμο μὲ τὸ ἐγώ του, μὲ τὸ θέλημά του, και να προκόψει πνευματικά.





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση








Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [30]

 


B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

Εἰδικό Μέρος


β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων

Οἱ ἀλήθειες που τακτοποιούν τὸν ἄνθρωπο μὲ αἴσθημα μειονεξίας


Τι θα γίνει; Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ λέμε, πρέπει το κάθε παιδί να τύχει ἀνάλογης μεταχειρίσεως. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τύχει ἀνάλογης μεταχειρίσεως καὶ νὰ βοηθηθεί, πρέπει να ξέρουν οἱ μεγάλοι, οἱ γονεῖς κυρίως, ἀπό αὐτά. Σήμερα κάνουν κάποιες προσπάθειες, για να βοηθήσουν γενικῶς τὰ παιδιὰ ἀπὸ κάτι τέτοια, άλλα ξέρω μπορεί να γίνονται χειρότερα. Παρακολουθεί κανείς αὐτοὺς ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παιδιὰ νὰ τούς λένε συνέχεια «μπράβο, να προσπαθούν συνέχεια να πείσουν τὰ παιδιὰ ὅτι καλῶς ἐνεργούν, ότι καλὰ τὰ κάνουν όλα. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς πραγματικότητος. Εκείνο που τακτοποιεί τὸν ἀνθρωπο είναι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸ νὰ δεῖ αὐτὴ την άληθεια κάτω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς. Όταν τα βάλει ὅλα αὐτά μέσα σ' αὐτὴ τὴν αληθεια, έρχεται ή τακτοποίηση καὶ ἡ θεραπεία του, Μὲ ὅλα αὐτὰ ὡς ἐδῶ θέλησα νὰ πῶ ὅτι τὸ αἰσθημα κατωτερότητος κυρίως καὶ πρωτίστως ξεκινὰει μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Άλλος τὸ ἔχει περισσότερο, ἄλλος λιγότερο. Καί εἰναι θέμα καταβολών, θέμα ψυχοσυνθέσεως· δηλαδή έτσι γεννιέται κανείς. Ύστερα ἔρχονται οἱ ἐξωτερικοί παράγοντες, που συμβάλλουν καὶ αὐτοί. Τα παλαιότερα βέβαια χρόνια αὐτά βρίσκονταν στοὺς ἀνθρώπους σε λανθάνουσα κατάσταση, σε ὑπνώττουσα κατάσταση, καὶ δὲν πολυσυνειδητοποιούσε κανείς ὅτι ὑστερεῖ ἔναντι τῶν ἄλλων σήμερα ὅμως ἀμέσως το ἀντιλαμβάνεται. Καθώς το παιδάκι πάει στο Δημοτικό ἢ ἐκεῖ που ζεί στη γειτονιά ἢ ἀργότερα που θα βγεί στην κοινωνία, καὶ μάλιστα ἂν τύχει σε σκληρό περιβάλλον καὶ, όπως είπαμε, σήμερα εἶναι ἀνταγωνιστικό το περιβάλλον - προσπαθεῖ καὶ αὐτὸ να ξεχωρίσει, ὅπως τὰ δένδρα στο δάσος που προσπαθούν ποιό καὶ ποιό να βγεί στὸν ἥλιο, καὶ τὰ βλέπετε ότι ψηλώνουν, ἀλλὰ εἶναι λεπτότατα. Μερικά ὅμως δὲν ἀντέχουν σ' αὐτὸν τὸν ἀνταγωνισμό καὶ μένουν κάτω καὶ ξεραίνονται. Ἔτσι, μερικοί άνθρωποι  δὲν ἀντέχουν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ αὐτὸν τὸν ἀνταγωνισμό καὶ παθαίνουν. Παθαίνουν νευρώσεις, καθώς δὲν ξέρουν τι ἀκριβῶς τους συμβαίνει, καὶ δὲν βοηθιοῦνται ἀκόμη καὶ ὅταν πάνε σε ψυχιάτρους. Γίνεται «μύλος» ἡ ὑπόθεση, και ταλαιπωρούν ται οἱ ἄνθρωποι.
Τὸ ἕνα λοιπόν εἶναι αὐτό, ὅτι τὸ αἴσθημα κατωτερότητος ξεκινάει ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἔπειτα βέβαια εἶναι καὶ οἱ ἐξωτερικοί παράγοντες. Καὶ θὰ πρέπει να προσέξουν οἱ γονεῖς, θὰ πρέπει να προσέχουν οἱ δάσκαλοι. Ἀλλὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια στὸν ἄλλο. Με τα ψέματα δεν γίνεται.
Θυμᾶμαι, εἶχα διαβάσει παλιά ἕνα βιβλίο με τίτλο: Πῶς νὰ ἀποκτοῦμε φίλους καὶ νὰ ἐπηρεάζουμε το περιβάλλον μας τοῦ Νταίηλ Κάρνετζυ. Αὐτὸς δέν γράφει ὡς χριστιανός. Δεν ξέρω ἂν εἶναι καὶ γιατρός· εἶναι ψυχολόγος. Είναι ὡραῖο το βιβλίο του. Ἂν δὲν τὸ ἔχετε διαβάσει, να το διαβάσετε. Μήν ψάχνετε νὰ βρεῖτε ἐκεῖ τὴν Καινή Διαθήκη ἢ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Όπως ἐπίσης, καλὰ εἶναι τὰ βιβλία τῆς Κάρεν Χόρνεῦ καὶ εἰδικὰ τὸ βιβλίο: Οἱ συγκρούσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Δὲν θὰ βροῦμε Εὐαγγέλιο ἐκεῖ μέσα, ἀλλὰ ἔχουν κάποιες ψυχολογικῆς φύσεως διαπιστώσεις ποὺ εἶναι πάρα πολύ χρήσιμες.
Γράφει λοιπόν ὁ Κάρνετζυ ότι, γιὰ νὰ ἀποκτοῦμε φίλους καὶ γιὰ νὰ ἐπηρεάζουμε το περιβάλλον, δὲν θὰ λέμε τὰ κακά που βλέπουμε στοὺς ἄλλους θα λέμε μόνο τα καλά. Εντάξει· αὐτὸ καὶ ἄλλοι το κάνουν. Ἀλλὰ αὐτὸς σημειώνει κάτι πολύ χαρακτηριστικό, ποὺ μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση. Διάβασα το βιβλίο ἴσως πρίν σαράντα χρόνια ἤ καί περισσότερο, καὶ θυμᾶμαι αὐτή τη λεπτομέρεια: Σε κάθε ἄνθρωπο, λέει, ἐφόσον εἶναι ἄνθρωπος, θὰ ὑπάρχει κάτι καλό. Όσα κουσούρια κι ἂν ἔχει, θὰ ἔχει καί κάποια καλά. Ἐμεῖς αὐτὰ νὰ προσέξουμε καί αὐτά, λέει, νὰ τοῦ ποῦμε καὶ αὐτά να τονίσουμε. Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος δὲν συνιστᾶ, δέν συμβουλεύει να κολακεύουμε τον ἄλλο· όχι. Συμβουλεύει νὰ τοῦ λέμε κάποιες ἀλήθειες.
Επομένως, σήμερα δέν γίνεται σωστή ἀγωγή, ὅταν λένε ἀδιάκριτα στο παιδί «μπράβο, μπράβο». Ἂν πεῖς στο παιδί «μπράβο» για κάτι πού ἀργότερα, ὅταν θα καταλαβαίνει, θὰ πεῖ «Μέ κορόϊδευαν», θά σκοτωθεί κυριολεκτικά ή ψυχή του. Ἐνῶ, τό σωστό εἶναι νὰ πεῖς: «Γιωργάκη μου, δέν το κατάφερες καλά αὐτή τή φορά, ἀλλά θα προσπαθήσεις πάλι, καὶ τὴν ἄλλη φορά θα μπορέσεις». Ή: «Ἐσύ δὲν τὰ καταφέρνεις σ' αὐτόν τον τομέα, τα καταφέρνεις στον ἄλλο τομέα». Καί ἄλλα παρόμοια.
Ἐκεῖνο λοιπόν πού χρειάζεται, κατά την ταπεινή μου γνώμη, εἶναι να γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια, να γνωρίσουμε τί ἀκριβῶς μᾶς συμβαίνει. Καί στή συνέχεια, ὅλο αὐτὸ νὰ τὸ δοῦμε μέσα στὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Διότι μετά ἀρχίζουν ἄλλα: «Γιατί νὰ μέ κάνει ἔτσι ὁ Θεός». Ἀρχίζουν αὐτὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει στον Θεό, καὶ ποῦ νὰ βρεῖ ἄκρη κανείς. Δὲν ξεμπλέκει, ἀλλὰ μπλέκει. Εἶναι ὅπως τὸ ζωύφιο ποὺ τὸ ἔπιασε ἡ ἀράχνη καὶ προσπαθεί να ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἱστό, καὶ ὅσο προσπαθεί, τόσο μπλέκει.
Να δούμε λοιπόν τὴν ἀλήθεια ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ θέμα, δηλαδή τί ἀκριβῶς συμβαίνει, νὰ δοῦμε ἔπειτα τὸ ὅλο αὐτό θέμα μέσα στὴν ἀλήθεια-Θεό, κάτω από την πρόνοια τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Θεὸς τὰ ἐπιτρέπει αὐτά, καὶ φυσικά ὕστερα νὰ δοῦμε τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνει, ὥστε ὄχι ἁπλῶς μόνο νὰ ἀνακουφιστεί κανείς, ἀλλὰ νὰ τὰ ξεπεράσει. Καὶ ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλη φορά, αὐτά βγαίνουν ὄντως σε καλό. Δηλαδή, ὅλο αὐτὸ τὸ ἀρνητικό υλικό, ὅλη αὐτή ἡ ταλαιπωρία που πέρασε κανείς στη ζωή του, ἄν τὴ δεῖ σωστά, ἂν τὴν ἑρμηνεύσει καὶ ἂν τὴν ἀντιμετωπίσει σωστά, εἶναι ἕνα ὑλικό χρησιμότατο για ταπείνωση.

Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι

Καὶ νὰ ἔρθουμε σύντομα-σύντομα σ' ἕνα χτυπητό παράδειγμα, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ τὰ καταλάβουμε ὅλα αὐτά καλύτερα, χωρίς βέβαια να το ἐξαντλοῦμε τὸ θέμα· ἁπλῶς λίγο το πλησιάζουμε.
Σὲ ἕναν κλειστό χῶρο εἶναι ἀρκετοί ἄνθρωποι, ὅλοι ὄρθιοι, μὲ ἕνα ποτήρι στο χέρι. Πίνουν, γελοῦν, συζητοῦν, χαίρονται. Ἄνετοι, φυσιολογικότατοι. Κάπου σε μια γωνιά ὑπάρχει ἕνα τραπέζι. Το τραπέζι αὐτό εἶναι βαρύ, ἀσήκωτο. Μόνο γερανός μπορεί νὰ τὸ σηκώσει. Καὶ κάποιος βρέθηκε κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι. Βρέθηκε. Δὲν θὰ ποῦμε ὅτι πῆγε. Ὄχι· βρέθηκε. Αὐτό εἶναι τό σωστότερο, γιατί, εἴπαμε, ἔρχεται κανείς στον κόσμο μέ τίς καταστάσεις πού δημιουργοῦν τὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Δέν τις ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Ὕστερα τίς φτιάχνει. Ἀλλά κατ' ἀρχήν εἶναι ἔτσι. Βρέθηκε λοιπόν κάτω ἀπό τό τραπέζι. Ἔχει σημασία ὅτι εἶναι κάτω ἀπό τό τραπέζι. Εἶναι αὐτό που λέμε, ὅτι ἔχει το παιδί μιά προδιάθεση. Οἱ καταβολές του, ἡ ψυχοσύνθεσή του, αὐτά ὅλα εἶναι ἔτσι, σαν να βρίσκεται κάτω ἀπό τό τραπέζι. Ἤδη δηλαδή ὑπάρχει ὑπόστρωμα, ὑπάρχει ὑποδομή αἰσθήματος κατωτερότητος. Βρέθηκε λοιπόν ἐκεῖ καί κάποια στιγμή συνειδητοποιεῖ ὅτι, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὄρθιοι καί χαίρονται, αὐτός δέν μπορεῖ νὰ εἶναι ὄρθιος. Δέν εἶναι ὄρθιος καί ἀκαριαῖα κινεῖται νά σηκωθεῖ ἐπάνω. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι φτιαγμένος, ὥστε ἀμέσως προβληματίζεται γιατί οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ὄρθιοι καί αὐτός νὰ μὴν εἶναι, καί σπεύδει νά εἶναι καί αὐτός ὄρθιος.
Να θυμηθοῦμε αὐτό πού λέει ὁ Ἄντλερ, ὅτι ἡ φροντίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι πῶς θὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὕπαρξή του. Δηλαδή, καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος νὰ αἰσθάνεται ὅτι στέκεται καλά, καί οἱ ἄλλοι νά τόν ἀναγνωρίζουν, νά τόν δέχονται. Γι' αὐτό τόσο πολύ τό φρόνημα τοῦ καθενός εἶναι: «Θέλω να κάνω αὐτό πού θέλω». Νομίζει δηλαδή ἡ κορούλα, ἄς ποῦμε, ὅτι, ἄν κάνει αὐτό πού λέει ἡ μητέρα, χάνεται ἡ ὕπαρξή της. Καί εἶναι φοβερό. Πῶς μπλέκει κανείς! «Θέλω να κάνω αὐτό πού θέλω. Θέλω νὰ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι». Μεγάλη ὑπόθεση. Θέλει λοιπόν κανείς νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὕπαρξή του καὶ κάνει ἀγώνα και μια ζωή τρέχει. Τό ὅτι θέλει να καταλάβει κανείς θέσεις κτλ., δέν γίνεται πάντοτε, σώνει καί καλά, γιά να πάρει περισσότερα χρήματα. Παρακινεῖται ἀπό ἄγχος να πετύχει ἐδῶ, νὰ πετύχει ἐκεῖ, νὰ ἀποκτήσει τό ἕνα, νὰ ἀποκτήσει το ἄλλο, ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὕπαρξή του.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν κάτω ἀπό τό τραπέζι συνειδητοποιεῖ ὅτι δέν εἶναι ὅπως οἱ ἄλλοι, καὶ ἀκαριαῖα θέλει να σηκωθεῖ ἐπάνω. Ἡ πρώτη του κίνηση εἶναι αὐτή καί εἶναι λάθος κίνηση. Αὐτό κάνει ὁ ἔχων αἴσθημα κατωτερότητος, πού λέμε ὅτι εἶναι ἐγωισμός. Θέλει να σηκωθεῖ. Ἀρχίζει λοιπόν με το κεφάλι να σπρώχνει το τραπέζι. Αὐτό ὅμως εἶναι βαρύ· δέν σηκώνεται με τίποτε. Ἑπομένως, ὅσο σπρώχνει, τόσο νιώθει ὅτι πιέζεται. Γι' αὐτό, αὐτός πού ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος νιώθει πολλή πίεση, πολύ ἄγχος καί ὑποφέρει. Δέν ἀντέχει, δέν μπορεῖ νὰ σηκώσει αὐτή τήν κατάσταση, πάσχει φοβερά, διότι ἀκριβῶς γίνεται αὐτή ἡ κίνηση. Νά! Αὐτή εἶναι ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει μειονεξία. Ὅσο περισσότερο τόν ἀπασχολεῖ αὐτό τό θέμα καί θέλει νὰ εἶναι ὅπως οἱ ἄλλοι, τόσο περισσότερο αἰσθάνεται να πιέζεται, ὅπως αὐτός πού σπρώχνει το τραπέζι. Σπρώχνει λοιπόν πρός τά πάνω, καί καθώς δέν κουνιέται το τραπέζι, πού εἶναι ὅλο μέταλλο, αἰσθάνεται ὅλο αὐτό τό βάρος σάν να πέφτει ὅλο αὐτό τό βάρος ἐπάνω του. Αὐτή ἡ κατάσταση συνεχίζεται, καί ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαλυθεῖ. Ἐκτός ἂν κάποια στιγμή ἢ μόνος του καταλάβει τί συμβαίνει καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργήσει –εἶναι πολύ σπάνιο αὐτό καί πολύ δύσκολο– ἤ νά βρεθεῖ κάποιος ποὺ θὰ τοῦ ἐξηγήσει τί τοῦ συμβαίνει καὶ θὰ τοῦ πεῖ συγκεκριμένα τί ἀκριβῶς νὰ κάνει. Τί δηλαδή;

«Ἂς εἶμαι ἔτσι»

Καθώς βρίσκεται κάτω ἀπό τό τραπέζι, αὐτό που χρειάζεται εἶναι νὰ πεῖ: «Σπρώχνω, σπρώχνω, δέν γίνεται τίποτε». Ἔστω κατ' ἀρχὴν νὰ τὸ πάρει μοιρολατρικά. Δέν βγαίνει βέβαια ἔτσι τίποτε· πρέπει νὰ τὸ πάρει ἀληθινά, ἀλλά, ἐν πάση περιπτώσει, νὰ πεῖ: «Ἂς εἶναι οἱ ἄλλοι ὄρθιοι. Ἄς εἶναι καὶ ἕνας κάτω ἀπό τό τραπέζι. Ὅλοι ὄρθιοι νὰ εἶναι; Ἂς ἔχουμε καί μια ποικιλία». Να το διασκεδάσει λίγο το πράγμα.
(Νομίζω ὅτι ἀξίζει ἐδῶ νὰ ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἤμουν στο Στρασβούργο, στὸ Ἰνστιτοῦτο που φοιτούσα παρακολουθοῦσαν μαθήματα ὑποψήφιοι δάσκαλοι. Ἤ, μᾶλλον ήταν ἤδη πτυχιούχοι καὶ ἔκαναν εἰδικότερα μαθήματα ψυχολογικῆς φύσεως. Ἦταν ἕνας νεαρός, ὁ καημένος, τοῦ ὁποίου τὸ ἕνα πόδι ήταν καλό καί τὸ ἄλλο ἦταν ξύλινο. Καθόταν κάποια μέρα σὲ ἕνα ἐντευκτήριο μὲ ἕναν φίλο του. Κι ἐγώ κάπου ἐκεῖ καθόμουν. Νομίζω, δὲν ἦταν κανείς ἄλλος. Καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση τὸ ὅτι, ὅταν ὁ ἄλλος τὸν πείραζε, αὐτός χαμογελώντας τοῦ ἔλεγε: «Κάθισε καλά, γιατί θὰ σοῦ δώσω καμιά» καὶ ἔπιανε το ξύλινο πόδι. Προσέξτε. Ἐνῶ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ φέρει βαρέως, ὅμως εἶχε πάρει τόσο τὸν ἀέρα με την καλή έννοια - ποὺ ἔπαιζε. «Νὰ σοῦ δώσω και μιάν καὶ σήκωσε το ξύλινο πόδι, πιάνοντάς το καὶ μὲ τὰ χέρια.)
Νὰ μὴν το φέρει βαρέως, λοιπόν, που βρέθηκε ἐκεῖ κάτω ἀπὸ το τραπέζι, ἀλλὰ νὰ πεῖ «Δὲν πειράζει. Ἄς μὴν εἴμαστε ὅλοι ίδιοι. Τι πειράζει; Τι θα πάθω; Ἂς εἶμαι κατώτερος». (Ποιός είναι κατώτερος, ποιός εἶναι ἀνώτερος, ἄλλος εἶναι ποὺ θὰ τὸ πεῖ αὐτό. Ἀλλά αὐτός ἔτσι τὸ νιώθει.) Χρειάζεται λίγο νὰ τὸ πάρει μὲ πνεῦμα θυσίας. Ἕνας ποὺ θὰ τὰ πάρει ταπεινά τα πράγματα, που θα σκεφθεί ταπεινά καί ὄχι μειονεκτικά, δὲν δυσκολεύεται πρώτα-πρώτα νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καὶ νὰ ἔχει το πράγμα, δέν παύει νὰ εἶναι λογικός. Καὶ ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, θὰ ὑπάρχει μια κάποια λύση καλύτερη, μια κάποια ἐνέργεια καλύτερη ἀπὸ αὐτὴν πού κάνει. Αὐτό κάνει ἡ ταπείνωση σ' αὐτές τις περιπτώσεις.
Ἀπό τή στιγμή ποὺ θὰ πεῖ αὐτὰ τὰ λόγια, ἤδη χαλαρώνει καὶ δὲν σπρώχνει πρὸς τὰ πάνω. Αὐτή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ ταπείνωση. Τὸ ἄλλο εἶναι ἐγωισμός. Τὸ νὰ λέει «γιατί νὰ εἶμαι ἔτσι;» καὶ νὰ σπρώχνει, εἶναι ἡ ἐγωιστική διάθεση.
Καθώς όμως χαλαρώνει, φωτίζεται. Πιό μπροστὰ δὲν μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ λογικά, γιατί τὸν ἔτρωγε ἡ ἔγνοια αὐτὴ πῶς θὰ ψηλώσει ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι. Καὶ ὅσο προσπαθοῦσε νὰ ψηλώσει, τόσο ἔνιωθε το βάρος ἐπάνω του και καταπιεζόταν. Ἂν λοιπόν πεῖ «Δὲν πειράζει ἂς εἶμαι ἔτσι. Ἂς εἶμαι ἐδῶ κάτω. Πόσο θα ζήσω; Θα πεθάνω, θα τελειώσει ἡ ζωή μου. Τουλάχιστον δὲν εἶναι φρικτή, ἁπλῶς εἶμαι ἐδῶ κάτω», δέχεται τὴν ὅποια κατάστασή του. Τὴ δέχεται ὄχι μοιρολατρικά· τή δέχεται σαν μια πραγματικότητα.
Ὡς χριστιανός ἐπιπλέον τη δέχεται μέσα στην οἰκονομία, μέσα στη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, καὶ πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι τελικά εἶναι για καλό. Καί ὅπως θὰ δοῦμε στη συνέχεια, ὄντως εἶναι γιὰ καλό. Διότι, σκεπτόμενος ἔτσι κανείς, ταπεινώνεται, παύει να σπρώχνει, παύει να νιώθει την πίεση αὐτή, φεύγει τὸ ἄγχος, νιώθει μια χαλάρωση. Εὑρισκόμενος σ' αὐτή την κατάσταση ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει καί σκέπτεται.
Ὡς τότε ήταν θολωμένος, ήταν ὑπό το κράτος τοῦ «γιατί νὰ μὴν εἶμαι κι ἐγώ ὅπως οἱ ἄλλοι» και ἔσπρωχνε πρός τα πάνω. Δέν ἤξερε τίποτε ἄλλο. Τώρα, καθώς το πῆρε ἀπόφαση, «τελείωσε· ἔτσι; Ἔτσι», χαλαρώνει, καί, καθώς σταματάει τὸ ἄγχος, ἡ πίεση, ὅλο αὐτό το κακό, ξεθολώνει το μυαλό, ὁπότε ὄχι μόνο ἀνακουφίζεται, ἀλλά στη συνέχεια μπορεῖ νὰ ἔλθει καμιά καλή σκέψη καί νὰ πεῖ: «Τί κάθομαι ἐδῶ κάτω ἀπό τό τραπέζι καί μάλιστα σπρώχνω πρός τα πάνω; Δέν βγαίνω καλύτερα ἀπό το τραπέζι;» –διότι δὲν τὸν ἔχει δέσει κανείς κάτω ἀπό τὸ τραπέζι. Τόσο ἁπλό εἶναι· προσέξτε. Τόσο ἁπλό εἶναι. Θεωρητικά δηλαδή εἶναι τόσο ἁπλό. Καὶ γίνεται ἁπλό, μόλις ταπεινωθεῖ κανείς. Ἅμα ταπεινωθεῖς, τελείωσε. Δέν ἔχει ἄλλο ζόρι. Τίποτε· καμιά δυσκολία. Ὁπότε, ἔχεις καὶ ἕτοιμη ταπείνωση. (Αὐτό πού λέω συχνά, ὅτι τὸ αἴσθημα κατωτερότητος γίνεται ταπείνωση.) Τοῦ ἄλλου μπορεῖ να λιώσουν τα κόκκαλα, καθώς ἀγωνίζεται χρόνια ὁλόκληρα για να ταπεινωθεί. Αὐτοί ποὺ ἔχουν αἴσθημα ὑπεροχής. Ποῦ να ταπεινωθούν! Ἐνῶ ἐσύ έχεις έτοιμη την ταπείνωση. Ἁπλῶς νὰ σκεφθεῖς ὅπως λέμε καὶ νὰ πεῖς «Ἂς εἶμαι ἔτσι».
Βγαίνει λοιπόν κανείς ἔξω ἀπὸ τὸ τραπέζι. Μετά ἔρχεται καί μιά ἄλλη καλή σκέψη: «Δέν ανεβαίνω πάνω στο τραπέζι;» Βγήκε λοιπόν ἀπὸ τὸ τραπέζι, εἶναι ὄρθιος καί τώρα εἶναι πάνω στο τραπέζι καί εἶναι ψηλότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐντελῶς πρακτικά δηλαδή να τα πάρουμε, ὅπως ἀκούσατε, βγαίνει καλό τελικά. Το τραπέζι τὸ ὁποῖο ήταν τὸ βάρος πού ἔπεφτε ἐπάνω του, καθώς αὐτὸς ἐκινεῖτο, ὅπως εἴπαμε, πρὸς τὰ πάνω, τώρα γίνεται βάθρο, πάνω στὸ ὁποῖο πατάει, καί καθόλου δὲν ὑπάρχει περίπτωση να ξαναβρεθεῖ πάλι ἐκεῖ κάτω. Τὰ κατάλαβε ἔτσι τὰ πράγματα, πού δέν πρόκειται να ξαναβρεθεῖ ἐκεῖ.




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση








Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [24]

 

28. Παραβολές-παραδείγματα ελεύθερης αποδοχής της θείας χάριτος από τον άνθρωπο

Σπεύδω να σου γράψω κάμποσες αράδες ακόμα και να σου τις στείλω ως συνέχεια και προσθήκη σε όσα έχουμε ήδη πει.
Στη μέλλουσα κρίση, όσοι έλαβαν τη χάρη και δεν την άφησαν να ενεργήσει μέσα τους, πρώτοι θα στερηθούν την ουράνια βασιλεία και θα ριχτούν στην κόλαση. Αυτό φανερώθηκε από τον Κύριο στην παραβολή των ταλάντων (Ματθ. 25:14-30). Στον καθένα μας έχει δοθεί κάποιο τάλαντο, στον καθένα μας έχει δοθεί η χάρη.
Ο κύριος της παραβολής έδωσε σ’ ένα δούλο του πέντε τάλαντα, σ’ άλλον δύο, σ’ άλλον ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του. Εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα, τα εκμεταλλεύτηκε και κέρδισε άλλα πέντε. Εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα, κέρδισε άλλα δύο. Εκείνος, όμως, που πήρε το ένα τάλαντο, δεν το αξιοποίησε, αλλά το έκρυψε, ώσπου να έρθει ο κύριος του• έτσι δεν κέρδισε τίποτα.
Όπως όλες οι παραβολές, έτσι κι αυτή είναι αλληγορική. Τι υποδηλώνει, λοιπόν; Ότι ο πρώτος δούλος εργάστηκε πιο αποδοτικά απ’ όλους, για να εμποτιστεί και να φωτιστεί από τη χάρη. Ο δεύτερος, μολονότι με λιγότερες δυνατότητες, διπλασίασε κι αυτός τη χάρη που είχε λάβει. Ο τρίτος, όμως, δεν αξιοποίησε ούτε ελάχιστα τη δωρεά του Θεού, δεν νοιάστηκε καθόλου για την ενεργοποίηση της χάριτος στην ψυχή του.
Η αμοιβή δίνεται ανάλογα με την προσπάθεια που καταβάλλεται από τον καθένα για την απόκτηση της χάριτος και τον εσωτερικό φωτισμό του καθενός από τη χάρη. Ο τρίτος, λοιπόν, δούλος δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό. Έτσι ο κύριος του του πήρε κι εκείνο που του είχε δώσει.
Όλοι εμείς, οι βαπτισμένοι, έχουμε λάβει ένα τάλαντο, που είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το τάλαντο, όπως ανέφερα ήδη, αρχικά, ώσπου να μεγαλώσουμε και να ωριμάσουμε, ενεργεί μέσα μας μόνο του, δίχως τη σύμπραξη της βουλήσεως μας. Αφότου, όμως, ωριμάσουμε, η χάρη, μολονότι και πάλι μπορεί να ενεργήσει μέσα μας οποιαδήποτε στιγμή, αδρανεί. Περιμένει να την επιζητήσουμε ελεύθερα και πρόθυμα, αφού επιθυμήσουμε την πλήρη ενεργοποίηση της μέσα μας.
Και μόλις την επιζητήσουμε, ξαναρχίζει το έργο της στην ψυχή μας, αφυπνίζοντας, καθοδηγώντας και ενισχύοντάς την. Η χαρίτωση μας είναι ανάλογη του ζήλου που έχουμε και του αγώνα που κάνουμε. Η χάρη δεν αρχίζει να ενεργεί μέσα μας, αν δεν το θέλουμε και δεν το επιδιώκουμε.

Ο Θεός δεν θέλει να παραβιάσει την ελευθερία, που έχει δώσει στον άνθρωπο. Αλλιώς όλοι θα γίνονταν άγιοι – γιατί αυτό θέλει – μέσα σε μια στιγμή μ’ ένα θείο πρόσταγμα. Είναι, ωστόσο, νόμος: Πρώτα ο άνθρωπος να ποθήσει και να επιζητήσει τη χάρη, και ύστερα ή χάρη να ενεργήσει μέσα του.
Θυμήσου τις παραβολές του κρυμμένου θησαυρού και του πολύτιμου μαργαριταριού (Ματθ. 13:44-46).
Στην πρώτη παραβολή, ένας άνθρωπος, που βρήκε θησαυρό κρυμμένο σε ξένο χωράφι, πήγε και πούλησε όλα όσα είχε και αγόρασε το χωράφι. Ύστερα – αυτό δεν αναφέρεται στην παραβολή αλλά υπονοείται – έσκαψε, έβγαλε το θησαυρό κι έγινε πλούσιος.

Χωράφι είναι η ψυχή μας. Θησαυρός, κρυμμένος εκεί, είναι η χάρη, που παίρνουμε με το άγιο Βάπτισμα. Ο άνθρωπος, που βρήκε το θησαυρό, είναι ο χριστιανός που αναγνωρίζει ότι έχει μέσα του κρυμμένο τέτοιον ασύγκριτο θησαυρό, τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και πουλάει όλα όσα έχει, για ν’ αποκτήσει το θησαυρό θυσιάζει δηλαδή τα πάντα, για να αφυπνίσει και να φανερώσει την κρυμμένη χάρη.
Στην άλλη παραβολή, ένας έμπορος ζητούσε να βρει πολύτιμα πετράδια. Και όταν βρήκε ένα πανάκριβο μαργαριτάρι, πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε. Και, βέβαια, έγινε πλούσιος.  Αυτό το πανάκριβο μαργαριτάρι συμβολίζει τη θεία χάρη, που είναι κρυμμένη μέσα μας και άγνωστή μας, ως τη στιγμή που θα την αναγνωρίσουμε. Όποιος την αναγνωρίζει, παραδέχεται την ίδια κιόλας στιγμή ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο. Έτσι απαρνιέται τα πάντα και αγωνίζεται να αναφλέξει αυτή τη χάρη μέσα του.
Από τις παραπάνω δύο παραβολές μπορείς να δεις τι περιμένει ο Θεός από μας. Περιμένει: 1) Να αναγνωρίσουμε την παρουσία του δώρου της χάριτος μέσα μας• 2) να κατανοήσουμε ότι η αξία της χάριτος είναι μεγάλη τόσο, που ξεπερνάει και την αξία της ζωής μας, αφού δίχως αυτήν η ζωή δεν είναι καν ζωή• 3) να ποιήσουμε ολόψυχα τη συναρμογή μας με τη χάρη ή, αλλιώς, τον εμποτισμό σύνολης της φύσεως μας μ’ αυτήν, το φωτισμό και τον αγιασμό μας• 4) να αποφασίσουμε την ανάληψη αγώνα για την εκπλήρωση του πόθου μας• και 5) να πραγματοποιήσουμε την απόφασή μας, τραβώντας την καρδιά μας απ’ όλα τ’ άλλα και παραδίνοντάς την αποκλειστικά στο έργο της χαριτώσεως της φύσεως μας.
Μετά την εκπλήρωση των παραπάνω πέντε προϋποθέσεων, αρχίζει η εσωτερική μας αναγέννηση. Και αν συνεχίσουμε να ενεργούμε με το ίδιο πνεύμα χωρίς μεταπτώσεις, η ανακαίνιση και ο φωτισμός μας θα συντελεστούν αργά ή γρήγορα ανάλογα με την ένταση του αγώνα μας και, προπαντός, ανάλογα με την ταπείνωση και την αυταπάρνηση μας.

Θυμήσου τι σου έλεγα κάποτε για την γκουβερνάντα εκείνη[1], που μεταστράφηκε ριζικά.  Αφού εκπλήρωσε όσα ανέφερα πιο πάνω, άρχισε με ζήλο τον αγώνα για τη χαρίτωση της. Και αφότου άρχισε τον αγώνα, δεν γύρισε το βλέμμα της προς τα πίσω γιατί ήξερε ότι «όποιος βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κοιτάζει προς τα πίσω, δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 9:62). Προχωρούσε, λοιπόν, όλο και πιο μπροστά, όλο και πιο ψηλά. Έτσι έφτασε να φλογιστεί ολόκληρη από τη χάρη.
Ο Θεός, βλέπεις, δεν κάνει διακρίσεις. Δεν λογαριάζει τι ήταν ο άνθρωπος – καλός ή κακός, ενάρετος ή αμαρτωλός – πριν επιθυμήσει τη χάρη. Περιμένει μόνο την εκδήλωση της επιθυμίας από τον καθένα μας. Και μόλις αυτή εκδηλωθεί, η χάρη αρχίζει να ενεργεί.

Έτσι έγινε, π.χ., τόσο στην περίπτωση της αγίας μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, που ήταν αγνή, όσο και στην περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που ήταν πρωτύτερα άσωτη. Πόσοι και πόσοι άσωτοι, όπως η οσία Μαρία, δεν αναζητούν σήμερα τη χάρη στην πατρίδα μας, γνωστοί και άγνωστοι, άνδρες και γυναίκες, γέροι και νέοι! Μακάριες και τρισμακάριες ψυχές!
Ο ιερός Αυγουστίνος ήταν για πολύ καιρό αιχμάλωτος της αμαρτίας, μολονότι γνώριζε και ποθούσε την πνευματική ζωή. Τι τον βοήθησε να σπάσει τα δεσμά του; Το παράδειγμα του Μεγάλου Αντωνίου. Μόλις διάβασε το βίο του, αναφώνησε: «Οι αγράμματοι σηκώνονται και κατακτούν τη βασιλεία των ουρανών! Τι κάνουμε εμείς, μ’ όλη τη γνώση και τη σπουδαιοφάνεια μας;». Από τη στιγμή εκείνη, όπως ομολόγησε ο ίδιος, βγήκε από τον κατήφορο της αμαρτίας και τράβηξε το δρόμο του αγίου Αντωνίου.
Πώς θα συμβεί αυτό σ’ εσένα και σ’ εμένα; Μήπως θα βρίσκουμε προφάσεις και θ’ αναβάλλουμε από μέρα σε μέρα το ξεκίνημα μας;…

Ο Κύριος να σε φωτίζει και να σ’ ευλογεί!



[1] Πρόκειται για τη μετέπειτα μοναχή Μαγδαληνή (1827-1869) της μονής της Θεοτόκου Γιελέτσκ, της οποίας δύο σύντομες διδαχές περιέλαβε ο ηγούμενος Χαρίτων της μονής Βαλαάμ στη γνωστή ανθολογία του «Η νοερά άθλησις» (1936).




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [23]

 

27. Η ζωή της χάριτος. Η λαμπρότητα των ψυχών που έχουν χαριτωθεί

Mου δίνει πολλή χαρά η επιθυμία σου ν’ αναγεννηθείς. Σε κατακαίει, όπως λες, αυτή η επιθυμία. Ο Κύριος να σε ευλογήσει, μεταβάλλοντας την επιθυμία σε αποφασιστικότητα και την αποφασιστικότητα σε ενεργητικότητα. Αυτή η διαδικασία δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται, ούτε σύντομη. Απαιτεί αγώνα ισόβιο. Το πως αποκτά κανείς αποφασιστικότητα, θα το συζητήσουμε αργότερα. Τώρα θα σου μιλήσω για το στόχο. Στο ξεκίνημα κάθε προσπάθειας, ένας συνειδητός και ξεκάθαρος στόχος διατηρεί αμείωτη την ενεργητικότητα και ακμαίες τις δυνάμεις μας, ως την ολοκλήρωση της προσπάθειας αυτής και την κατάληξη της στα επιθυμητά αποτελέσματα.
Την προηγούμενη φορά σου έγραψα πως είναι απαραίτητο να δώσουμε με τη θέληση μας περιθώρια στη θεία χάρη, που πήραμε με το Βάπτισμα, να ενεργήσει, να ζυμώσει σαν το προζύμι σύνολη τη φύση μας. Και πρόσθεσα πως ή χάρη, αν βέβαια δεν συναντήσει κανένα εμπόδιο, αρχίζει να ενεργεί από την ώρα του Βαπτίσματος, προετοιμάζοντας την ψυχή μας κατάλληλα, ως τη στιγμή που, ώριμοι πια, θα επιλέξουμε και θα οικειωθούμε αυτοθέλητα τα στοιχεία της χριστιανικής και θεάρεστης ζωής, τα στοιχεία εκείνα των οποίων τα σπέρματα πήραμε ακριβώς από τη χάρη.
Όταν ένας ώριμος άνθρωπος επιλέγει συνειδητά και ελεύθερα να οικειωθεί τη χάρη, διδάσκεται απ’ αυτήν το πως θ’ αναμορφώσει τα πάντα μέσα του. Και αν δεν αρχίσει να της εναντιώνεται με το εμπαθές θέλημά του, θα πετύχει με τη βοήθειά της το στόχο του.
Τώρα, λοιπόν, βρίσκεσαι σε μιαν αποφασιστική καμπή της ζωής σου: Μπροστά στη βούληση και την ελευθερία σου ξανοίγονται δυο δρόμοι, ο δρόμος της χάριτος και ο δρόμος της ματαιότητας, από τους οποίους πρέπει να διαλέξεις τον ένα. Αν ακολουθήσεις τον πρώτο και, με πνευματικό αγώνα, καταλήξεις στη θεοχαρίτωτη ζωή, ξέρεις με τι θα μοιάζει τότε η ύπαρξή σου; Μ΄ ένα λαμπερό αστέρι, που ακτινοβολεί παντού!

Είπες ότι δεν μπορούσες να ελέγξεις τους λογισμούς σου. Ύστερα έγραψες ότι με τα λόγια μου σ’ έκανα να καταρρεύσεις, ότι πρωτύτερα όλα ήταν καλύτερα για σένα, καθώς, αφότου άρχισες να εξετάζεις προσεκτικά τον εαυτό σου υπό την καθοδήγηση μου, δεν έβλεπες μέσα σου παρά σύγχυση και ακαταστασία. Οι σκέψεις, οι επιθυμίες και τα συναισθήματα σου ήταν όλα μπερδεμένα, και δεν είχες τη δύναμη να τα βάλεις σε τάξη. Τι φταίει γι’ αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση; Το ότι δεν έχεις άξονα, γύρω από τον οποίο να στρέφεσαι δεν έχεις κέντρο, στο οποίο να στοχεύεις. Και δεν έχεις, επειδή δεν αποφάσισες ακόμα, συνειδητά και ελεύθερα, ποιον δρόμο θ’ ακολουθήσεις. Μέσα σου υπάρχει μια δυνητική τάξη, βαλμένη από τη χάρη του Θεού. Από δω και πέρα, όμως, η χάρη δεν θα ενεργήσει μόνη της για την εφαρμογή και εμπέδωση της τάξεως. Θα περιμένει τη δική σου απόφαση.
Αν δεν τραβήξεις το δρόμο της χάριτος, αυτή θα σε εγκαταλείψει, όπως είναι φυσικό, και θα σε αφήσει στα χέρια του θελήματος σου. Τραβώντας, πάντως, τον άλλο δρόμο, τον οποίο ίσως προτιμά η καρδιά σου, μην περιμένεις ότι θα μειωθεί η εσωτερική σου σύγχυση.  Απεναντίας, ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση, ακόμα μεγαλύτερη ακαταστασία θα δημιουργηθεί μέσα σου. Η ψυχική ισορροπία και ευταξία θ’ αρχίσει να αποκαθίσταται μόνο αν επιλέξεις το δρόμο της χάριτος, μόνο αν αποφασίσεις να καταστήσεις κανόνες της ζωής σου τις αρχές της πνευματικής ζωής. Από τη στιγμή που θα λάβεις τέτοιαν απόφαση, θα σχηματιστεί μέσα σου ο άξονας ή το κέντρο, για το οποίο μίλησα πιο πάνω, ένα κέντρο με μεγάλη ελκτική δύναμη, που θ’ αρχίσει να σε έλκει προς το μέρος του όλο και περισσότερο.  Γιατί; Επειδή εκεί ακριβώς θα βρίσκεται η χάρη, που έχει σαγηνεύσει την αυτοσυνειδησία σου και την ελεύθερη βούληση σου. Η χάρη του Θεού, λοιπόν, θ’ αρχίσει να έλκει προς αυτό το κέντρο όλες τις δυνάμεις της φύσεως σου, διανοητικές και πνευματικές, και να κατευθύνει τη δράση τους, διατηρώντας ότι καλό και καταστρέφοντας ότι κακό έχουν.
Η εσωτερική αναγέννηση, που τόσο ποθείς, η αναγέννηση ή ανακαίνιση του πνεύματος, για την οποία σου μίλησα, δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η έλξη όλων των δυνάμεων προς ένα κέντρο, η κατεύθυνση τους προς ένα στόχο. Όταν η αναγέννηση σου συντελεστεί, το καθετί, μεγάλο ή μικρό, θα απορρέει από το ένα και μοναδικό τούτο κέντρο.  Έτσι θα εδραιωθεί μέσα σου ή πιο τέλεια αρμονία. Και τότε «η ειρήνη του Θεού, που είναι ασύλληπτη στον ανθρώπινο νου» (Φιλιπ. 4:7), θα επισκιάσει τον εσωτερικό ναό της φύσεως σου.
 
Μακάρι ο Θεός της ειρήνης να είναι μαζί σου! Τι πανευφρόσυνη και τρισμακάρια κατάσταση! Αν τη βιώσεις, θα διαπιστώσεις και θα ομολογήσεις ότι άξιζε απόλυτα αυτό που ποθούσες. Ο άνθρωπος της χάριτος λάμπει εσωτερικά σαν αστέρι. Συχνά, μάλιστα, η εσωτερική αυτή λαμπρότητα περνάει από την ψυχή στο σώμα και γίνεται ορατή στους άλλους.
Όταν έμενα στην Πετρούπολη, στη δεκαετία του 1840, ακούγοντας γι’ αυτό από κάποιους, θέλησα σώνει και καλά να το διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια. Ήμουν, βλέπεις, νεαρός τότε και δύσπιστος. Έτυχε, λοιπόν, να με επισκεφθεί ένας μοναχός, στον οποίο οι ενέργειες της χάριτος ήταν ήδη έκδηλες. Αρχίσαμε να μιλάμε για πνευματικά ζητήματα. Όσο πιο πολύ αυτοσυγκεντρωνόταν, όσο πιο πολύ η σκέψη του βάθαινε, τόσο πιο φωτεινό γινόταν το πρόσωπο του• ώσπου τελικά, έγινε λευκό σαν το χιόνι, με τα μάτια του ν’ αστράφτουν. Λένε ότι και ο στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ πολύ συχνά έλαμπε, ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, και όλοι τον έβλεπαν φωτόλουστο. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις συναντάμε στις διηγήσεις των αγίων πατέρων. Αναφέρεται, π.χ., στο Γεροντικό, ότι ο αββάς Ιωσήφ της Πανεφώ, όταν προσευχόταν με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, τα δάχτυλα του γίνονταν σαν δέκα λαμπάδες αναμμένες. Το αποκάλυψε ο αββάς Λωτ που τον είδε.
Για τον αββά Αρσένιο, πάλι, είναι γραμμένο το ακόλουθο περιστατικό: Πήγε κάποτε στο κελλί του, στη Σκήτη της Αιγύπτου, ένας αδελφός. Χτύπησε την πόρτα, μα δεν πήρε απάντηση. Σκύβοντας τότε, κοίταξε μέσα από τη θυρίδα. Και τι να δει! Ο αββάς Αρσένιος ήταν όλος σαν φωτιά!

Ένας από τους πατέρες, τέλος, όταν συνάντησε τον αββά Σιλουανό, είδε το πρόσωπο του και το σώμα του να λάμπουν σαν αγγέλου. Και μην μπορώντας ν’ ατενίσει εκείνη την τόση λαμπρότητα, έπεσε με το πρόσωπο στη γη.
Σε κάθε εποχή υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, άνθρωποι της χάριτος. Ήμουν μικρό παιδί ακόμα, όταν άκουσα κάτι παρόμοιο για τον άγιο Τύχωνα του Ζαντόνσκ, ότι δηλαδή τον έβλεπαν συχνά λουσμένο στο φως.
Όλοι οι φωτεινοί άνθρωποι του Θεού μετέχουν χαρισματικά στο άκτιστο φως -δηλαδή στην άκτιστη ενέργεια – του Κυρίου, στο φως που αξιώθηκαν να δουν οι άγιοι απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης στο όρος Θαβώρ, όταν Εκείνος μεταμορφώθηκε, όταν «το πρόσωπο του έλαμψε σαν τον ήλιο» (Ματθ. 7:2) και «τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, κατάλευκα σαν το χιόνι» (Μάρκ. 9:3).
Κατά το πέρασμα του ανθρώπου στην άλλη ζωή, η άκτιστη θεία ακτινοβολία της ψυχής του αποκαλύπτεται φυσικά και γίνεται θεατή, καθώς το παχυλό σώμα, πεθαίνοντας, δεν την κρύβει πια από τα μάτια των άλλων.
Σου έγραψα ήδη για τον άγιο Αντώνιο, που, καθώς συνομιλούσε κάποτε με τους μαθητές του, είδε ξάφνου μια φωτεινή χορεία ν’ ανεβαίνει στα ύψη. Ήταν η ολόφωτη ψυχή του οσίου Αμμούν, που λίγο πρωτύτερα είχε κοιμηθεί και τη στιγμή εκείνη ανέβαινε στους ουρανούς με τη συνοδεία αγγέλων.
Πολλές τέτοιες δράσεις έχουν καταγραφεί από τους αγίους πατέρες και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ουράνια βασιλεία θα μπουν και θ’ αξιωθούν τη θέα του ακτίστου φωτός μόνο εκείνοι στους οποίους κατοικεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού, η χάρη του Θεού, ακόμα κι αν αυτή δεν έχει ακόμα διαποτίσει σύνολη την ύπαρξή τους φτάνει να έχει γίνει ολόθυμα δεκτή και να ενεργεί ήδη μέσα τους σε κάποιο βαθμό.
Θυμήσου την παραβολή των δέκα παρθένων. Οι πέντε άμυαλες δεν μπήκαν στη γιορτή του γάμου, επειδή δεν είχαν λάδι για να κρατήσουν αναμμένα τα λυχνάρια τους. Αυτό σημαίνει ότι, αφού έλαβαν τη χάρη, όπως τη λαβαίνουμε όλοι, δεν φρόντισαν να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της, δεν της έδωσαν την ευκαιρία να ενεργήσει μέσα τους. Την άφησαν να σβήσει. Φαντάσου τώρα πόση λύπη δοκίμασαν, όταν στάθηκαν έξω από την κλεισμένη πόρτα αποδοκιμασμένες. Άκουγαν τη φωνή του γαμπρού, του Νυμφίου Χριστού, όχι όμως να τις καλεί, αλλά να τις διώχνει: «Αλήθεια σας λέω, δεν σας ξέρω!» (Ματθ. 25:12). Κύριε, ελέησον! Τι πικρή μοίρα! Να συλλογίζεσαι συχνά αυτή την παραβολή. Και να προσέχεις, για να μην πάθεις ότι οι πέντε άμυαλες εκείνες κοπέλες.

Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ