28. Παραβολές-παραδείγματα ελεύθερης αποδοχής της θείας χάριτος από τον άνθρωπο

Σπεύδω να σου γράψω κάμποσες αράδες ακόμα και να σου τις στείλω ως συνέχεια και προσθήκη σε όσα έχουμε ήδη πει.
Στη μέλλουσα κρίση, όσοι έλαβαν τη χάρη και δεν την άφησαν να ενεργήσει μέσα τους, πρώτοι θα στερηθούν την ουράνια βασιλεία και θα ριχτούν στην κόλαση. Αυτό φανερώθηκε από τον Κύριο στην παραβολή των ταλάντων (Ματθ. 25:14-30). Στον καθένα μας έχει δοθεί κάποιο τάλαντο, στον καθένα μας έχει δοθεί η χάρη.
Ο κύριος της παραβολής έδωσε σ’ ένα δούλο του πέντε τάλαντα, σ’ άλλον δύο, σ’ άλλον ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του. Εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα, τα εκμεταλλεύτηκε και κέρδισε άλλα πέντε. Εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα, κέρδισε άλλα δύο. Εκείνος, όμως, που πήρε το ένα τάλαντο, δεν το αξιοποίησε, αλλά το έκρυψε, ώσπου να έρθει ο κύριος του• έτσι δεν κέρδισε τίποτα.
Όπως όλες οι παραβολές, έτσι κι αυτή είναι αλληγορική. Τι υποδηλώνει, λοιπόν; Ότι ο πρώτος δούλος εργάστηκε πιο αποδοτικά απ’ όλους, για να εμποτιστεί και να φωτιστεί από τη χάρη. Ο δεύτερος, μολονότι με λιγότερες δυνατότητες, διπλασίασε κι αυτός τη χάρη που είχε λάβει. Ο τρίτος, όμως, δεν αξιοποίησε ούτε ελάχιστα τη δωρεά του Θεού, δεν νοιάστηκε καθόλου για την ενεργοποίηση της χάριτος στην ψυχή του.
Η αμοιβή δίνεται ανάλογα με την προσπάθεια που καταβάλλεται από τον καθένα για την απόκτηση της χάριτος και τον εσωτερικό φωτισμό του καθενός από τη χάρη. Ο τρίτος, λοιπόν, δούλος δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό. Έτσι ο κύριος του του πήρε κι εκείνο που του είχε δώσει.
Όλοι εμείς, οι βαπτισμένοι, έχουμε λάβει ένα τάλαντο, που είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το τάλαντο, όπως ανέφερα ήδη, αρχικά, ώσπου να μεγαλώσουμε και να ωριμάσουμε, ενεργεί μέσα μας μόνο του, δίχως τη σύμπραξη της βουλήσεως μας. Αφότου, όμως, ωριμάσουμε, η χάρη, μολονότι και πάλι μπορεί να ενεργήσει μέσα μας οποιαδήποτε στιγμή, αδρανεί. Περιμένει να την επιζητήσουμε ελεύθερα και πρόθυμα, αφού επιθυμήσουμε την πλήρη ενεργοποίηση της μέσα μας.
Και μόλις την επιζητήσουμε, ξαναρχίζει το έργο της στην ψυχή μας, αφυπνίζοντας, καθοδηγώντας και ενισχύοντάς την. Η χαρίτωση μας είναι ανάλογη του ζήλου που έχουμε και του αγώνα που κάνουμε. Η χάρη δεν αρχίζει να ενεργεί μέσα μας, αν δεν το θέλουμε και δεν το επιδιώκουμε.

Ο Θεός δεν θέλει να παραβιάσει την ελευθερία, που έχει δώσει στον άνθρωπο. Αλλιώς όλοι θα γίνονταν άγιοι – γιατί αυτό θέλει – μέσα σε μια στιγμή μ’ ένα θείο πρόσταγμα. Είναι, ωστόσο, νόμος: Πρώτα ο άνθρωπος να ποθήσει και να επιζητήσει τη χάρη, και ύστερα ή χάρη να ενεργήσει μέσα του.
Θυμήσου τις παραβολές του κρυμμένου θησαυρού και του πολύτιμου μαργαριταριού (Ματθ. 13:44-46).
Στην πρώτη παραβολή, ένας άνθρωπος, που βρήκε θησαυρό κρυμμένο σε ξένο χωράφι, πήγε και πούλησε όλα όσα είχε και αγόρασε το χωράφι. Ύστερα – αυτό δεν αναφέρεται στην παραβολή αλλά υπονοείται – έσκαψε, έβγαλε το θησαυρό κι έγινε πλούσιος.

Χωράφι είναι η ψυχή μας. Θησαυρός, κρυμμένος εκεί, είναι η χάρη, που παίρνουμε με το άγιο Βάπτισμα. Ο άνθρωπος, που βρήκε το θησαυρό, είναι ο χριστιανός που αναγνωρίζει ότι έχει μέσα του κρυμμένο τέτοιον ασύγκριτο θησαυρό, τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και πουλάει όλα όσα έχει, για ν’ αποκτήσει το θησαυρό θυσιάζει δηλαδή τα πάντα, για να αφυπνίσει και να φανερώσει την κρυμμένη χάρη.
Στην άλλη παραβολή, ένας έμπορος ζητούσε να βρει πολύτιμα πετράδια. Και όταν βρήκε ένα πανάκριβο μαργαριτάρι, πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε. Και, βέβαια, έγινε πλούσιος.  Αυτό το πανάκριβο μαργαριτάρι συμβολίζει τη θεία χάρη, που είναι κρυμμένη μέσα μας και άγνωστή μας, ως τη στιγμή που θα την αναγνωρίσουμε. Όποιος την αναγνωρίζει, παραδέχεται την ίδια κιόλας στιγμή ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο. Έτσι απαρνιέται τα πάντα και αγωνίζεται να αναφλέξει αυτή τη χάρη μέσα του.
Από τις παραπάνω δύο παραβολές μπορείς να δεις τι περιμένει ο Θεός από μας. Περιμένει: 1) Να αναγνωρίσουμε την παρουσία του δώρου της χάριτος μέσα μας• 2) να κατανοήσουμε ότι η αξία της χάριτος είναι μεγάλη τόσο, που ξεπερνάει και την αξία της ζωής μας, αφού δίχως αυτήν η ζωή δεν είναι καν ζωή• 3) να ποιήσουμε ολόψυχα τη συναρμογή μας με τη χάρη ή, αλλιώς, τον εμποτισμό σύνολης της φύσεως μας μ’ αυτήν, το φωτισμό και τον αγιασμό μας• 4) να αποφασίσουμε την ανάληψη αγώνα για την εκπλήρωση του πόθου μας• και 5) να πραγματοποιήσουμε την απόφασή μας, τραβώντας την καρδιά μας απ’ όλα τ’ άλλα και παραδίνοντάς την αποκλειστικά στο έργο της χαριτώσεως της φύσεως μας.
Μετά την εκπλήρωση των παραπάνω πέντε προϋποθέσεων, αρχίζει η εσωτερική μας αναγέννηση. Και αν συνεχίσουμε να ενεργούμε με το ίδιο πνεύμα χωρίς μεταπτώσεις, η ανακαίνιση και ο φωτισμός μας θα συντελεστούν αργά ή γρήγορα ανάλογα με την ένταση του αγώνα μας και, προπαντός, ανάλογα με την ταπείνωση και την αυταπάρνηση μας.

Θυμήσου τι σου έλεγα κάποτε για την γκουβερνάντα εκείνη[1], που μεταστράφηκε ριζικά.  Αφού εκπλήρωσε όσα ανέφερα πιο πάνω, άρχισε με ζήλο τον αγώνα για τη χαρίτωση της. Και αφότου άρχισε τον αγώνα, δεν γύρισε το βλέμμα της προς τα πίσω γιατί ήξερε ότι «όποιος βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κοιτάζει προς τα πίσω, δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία του Θεού» (Λουκ. 9:62). Προχωρούσε, λοιπόν, όλο και πιο μπροστά, όλο και πιο ψηλά. Έτσι έφτασε να φλογιστεί ολόκληρη από τη χάρη.
Ο Θεός, βλέπεις, δεν κάνει διακρίσεις. Δεν λογαριάζει τι ήταν ο άνθρωπος – καλός ή κακός, ενάρετος ή αμαρτωλός – πριν επιθυμήσει τη χάρη. Περιμένει μόνο την εκδήλωση της επιθυμίας από τον καθένα μας. Και μόλις αυτή εκδηλωθεί, η χάρη αρχίζει να ενεργεί.

Έτσι έγινε, π.χ., τόσο στην περίπτωση της αγίας μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης, που ήταν αγνή, όσο και στην περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που ήταν πρωτύτερα άσωτη. Πόσοι και πόσοι άσωτοι, όπως η οσία Μαρία, δεν αναζητούν σήμερα τη χάρη στην πατρίδα μας, γνωστοί και άγνωστοι, άνδρες και γυναίκες, γέροι και νέοι! Μακάριες και τρισμακάριες ψυχές!
Ο ιερός Αυγουστίνος ήταν για πολύ καιρό αιχμάλωτος της αμαρτίας, μολονότι γνώριζε και ποθούσε την πνευματική ζωή. Τι τον βοήθησε να σπάσει τα δεσμά του; Το παράδειγμα του Μεγάλου Αντωνίου. Μόλις διάβασε το βίο του, αναφώνησε: «Οι αγράμματοι σηκώνονται και κατακτούν τη βασιλεία των ουρανών! Τι κάνουμε εμείς, μ’ όλη τη γνώση και τη σπουδαιοφάνεια μας;». Από τη στιγμή εκείνη, όπως ομολόγησε ο ίδιος, βγήκε από τον κατήφορο της αμαρτίας και τράβηξε το δρόμο του αγίου Αντωνίου.
Πώς θα συμβεί αυτό σ’ εσένα και σ’ εμένα; Μήπως θα βρίσκουμε προφάσεις και θ’ αναβάλλουμε από μέρα σε μέρα το ξεκίνημα μας;…

Ο Κύριος να σε φωτίζει και να σ’ ευλογεί!



[1] Πρόκειται για τη μετέπειτα μοναχή Μαγδαληνή (1827-1869) της μονής της Θεοτόκου Γιελέτσκ, της οποίας δύο σύντομες διδαχές περιέλαβε ο ηγούμενος Χαρίτων της μονής Βαλαάμ στη γνωστή ανθολογία του «Η νοερά άθλησις» (1936).




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top