B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Ειδικό Μέρος
Α. Ψυχαναγκασμός
Ἡ αὐτονομία τῶν ἀπωθημένων βιωμάτων
Ερώτηση: Μπορείτε νὰ μᾶς ἐξηγήσετε κάπως περισσότερο τι σημαίνει ψυχαναγκαστικός
τρόπος ἐνεργείας;
Ψυχαναγκαστικός τρόπος θὰ πεῖ ὅτι δὲν κάνουμε ἐμεῖς θέλοντας αὐτό πού κάνουμε οὔτε,
ἄν θέλετε, γίνεται ἐπειδὴ ἔ, νά, ὁ ἄνθρωπος κακός εἶναι καὶ ρέπει πρὸς τὸ κακό.
Υπάρχει μιά ἀρρωστημένη κατάσταση, καὶ ἡ ἀρρωστημένη αὐτή κατάσταση δὲν ἐλέγχεται
καὶ ἐνεργεῖ αὐτόνομα.
Δὲν ξέρω ἄν ἔχετε ὑπ' ὄψιν σας πώς ἡ ἀπώθηση τῶν βιωμάτων –ὅταν ἀπωθοῦνται
δηλαδή ὁρισμένα βιώματα– ἔχει αὐτό το μεγάλο κακό, ὅτι αὐτὰ τὰ βιώματα ἀπωθούμενα
δέν ἐξαφανίζονται. Ὑπάρχουν μέσα στο βάθος τῆς ψυχῆς καὶ ἐνεργοῦν ἀπὸ κεῖ αὐτόνομα,
σὰν νὰ εἶναι ἕνας ἄλλος ἑαυτός μας. Ἐδῶ ἀκόμη καλύτερα μπορεῖ νὰ καταλάβει
κανείς αὐτό που λέμε καὶ ἀπό ἄποψη πνευματική, ὅτι εἶναι ὁ ἕνας ἑαυτός μας, εἶναι
καί ὁ ἄλλος ἑαυτός μας εἶναι ὁ νέος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, εἶναι καὶ ὁ παλαιός ἄνθρωπος.
Ἀλλά ἐδῶ ἡ ὅλη πραγματικότητα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ἔχει καί ἀρρωστημένο
χαρακτήρα. Δηλαδή, στην περίπτωση τῆς ἀπωθήσεως το συνειδητό μας δέν ἀντέχει ἕνα
βίωμα καὶ τὸ ἀπωθεῖ στο ὑποσυνείδητο καί στο ἀσυνείδητο. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα τὸ
συνειδητό δὲν ἀσκεῖ καμιά ἐξουσία πάνω στο βίωμα αὐτὸ οὔτε ἐκεῖνο τοῦ δίνει
λογαριασμό, καὶ γι' αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐλέγξουμε αὐτά. Σὰν νὰ εἶναι
μια ξεχωριστή οντότητα καὶ σαν νὰ φτιάχνουν ἕναν δικό τους κόσμο καὶ ένεργοῦν ἀπὸ
κεῖ μέσα αὐτόνομα. Το συνειδητό σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση δὲν τὰ ἀφήνει να βγοῦν, ὥστε
νὰ τὰ δεῖ κανείς καὶ νὰ τὰ συνειδητοποιήσει.
Ἡ ἀφύσικη συμπεριφορά, τρόπος ψυχικῆς
«ισορροπίας»
Ερώτηση: Θα μπορούσατε νὰ ἀναφέρετε κάτι πιο συγκεκριμένο;
Να φέρουμε ἕνα παράδειγμα. Κάποιος στα παιδικά του χρόνια για κάποιους λόγους αἰσθάνεται
- ὄχι ὅτι τὸ συνειδητοποιεῖ-, ἀλλὰ τὸ ζεῖ ἔτσι πώς δὲν εἶναι σὰν τὰ ἄλλα
παιδιά. Δηλαδή, δὲν τὰ καταφέρνει ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει
πέρα ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά -τοῦ λείπει ἡ μια ἱκανότητα, τοῦ λείπει ἡ ἄλλη ἱκανότητα-
καὶ λίγο-λίγο βιώνει μια μειονεξία ἐν σχέσει μὲ τὰ ἄλλα παιδιά. Ὄχι ὅτι τὸ
συνειδητοποιεί, ἀλλὰ τὸ ζεῖ αὐτό. Αὐτή ἡ κατάσταση τοῦ στοιχίζει, δεδομένου ὅτι
δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του. Τοῦ στοιχίζει σημαίνει ὅτι ἔχει ὁδυνηρά
βιώματα.
Τι γίνεται στην πράξη; Στην πράξη γίνονται δύο πράγματα. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, τὰ
βιώματα αὐτά δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀντέξει καὶ ἄθελά του, χωρίς να το καταλαβαίνει, ἀπωθοῦνται,
ἀπωθοῦνται βαθιά στὴν ὑπαρξή του. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἀρχίζει να ἐνεργεῖ ἀνάλογα,
ἔτσι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα, καθώς αἰσθάνεται μειονεκτικά. Δηλαδή, ἢ κάνει
κάποιες πονηριές ἢ κάθεται δειλό κάπου ή, ὅταν τὸ πειράζουν τὰ παιδιά, δὲν λέει
τίποτε καὶ τὰ καταπίνει ὅλα, καὶ θὰ ἔλεγε κανείς: «Τί φρόνιμο παιδί εἶναι!», ἐνῶ
δὲν εἶναι ἔτσι. Δὲν ἐκδηλώνεται κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπειδὴ εἶναι φρόνιμο, ἀλλά
ἐπειδή δὲν ἀντέχει, καθώς δὲν τὰ βγάζει πέρα, καὶ μὲ αὐτούς τους τρόπους
βρίσκει μια ισορροπία και μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Οπότε ἡ ὅλη
συμπεριφορά του ἀρχίζει νὰ εἶναι κομπλεξική. Αὐτὸ θὰ πεῖ κομπλεξική
συμπεριφορά: δηλαδή δέν εἶναι φυσιολογική. Ένα συνηθισμένο παιδί θὰ
δείρει, θὰ τὸ δείρουν, θα θυμώσει, θα ξεθυμώσει, θα κλάψει, θα φοβηθεί, θα
ξεφοβηθεί. Τοῦτο δῶ, ὄχι. Ζεῖ ἕνα δράμα μέσα του. Καὶ ἀφ' ἑνὸς ἀπωθεῖ τὰ ὀδυνηρά
βιώματα κάθε στιγμή ζεῖ κανείς καὶ κάποιο βίωμα - καὶ ἀφ' ἑτέρου ἀνάλογα ἑλίσσεται
καὶ συμπεριφέρεται, προκειμένου να τα βγάλει πέρα.
Ἡ ἀρετή, καμουφλάζ βαθύτερης ἀρρωστημένης καταστάσεως
Ερώτηση: Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔτσι ὀργανώνει τὴν ἄμυνά του;
Αὐτή εἶναι ἡ ἄμυνά του. Ἐνεργεῖ ἔτσι, γιὰ νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ὁ κωφάλαλος ἐπιστρατεύει
τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει ἀνάγκη νὰ ἐξισορροπήσει τὴν ἔλλειψη
τῆς ἀκοῆς καὶ τῆς ὁμιλίας, ἡ ὅραση γίνεται γι' αὐτὸν τὰ πάντα, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δὲν
τῆς δίνουμε τόση σημασία. Σε κάποιον ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ὅραση, ἡ ἀφή θὰ εἶναι
γι' αὐτὸν τὰ πάντα. Τὰ δάκτυλά του σὰν νὰ ἔχουν μάτια, αὐτιά, γιὰ νὰ τὰ βγάλει
πέρα.
Ἔτσι, ἕνα παιδί ποὺ ἔχει οδυνηρά βιώματα, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα
στην καθημερινή ζωή - στο σχολείο, πρίν πάει στο σχολεῖο, ἀργότερα μπορεῖ νὰ ἐκμεταλλευθεῖ
τὸν τύπο του, πού εἶναι ἡσυχαστικός τύπος, φρόνιμος, πού τα καταφέρνει στα
γράμματα, πού εἶναι καλό παιδί, ἐνάρετο παιδί, καί αὐτὸ νὰ τὸ καλλιεργήσει. Ἀλλά
θὰ τὸ καλλιεργήσει ψυχαναγκαστικῷ τῷ τρόπῳ, γιὰ νὰ τὰ βγάλει πέρα. Καὶ ἐνῶ γιὰ
τοὺς ἄλλους θὰ εἶναι ἕνα ἀγγελούδι, θα φαίνεται σαν ἅγιος ἄνθρωπος, στην
πραγματικότητα ἡ ὅλη άσχημη ψυχαναγκαστική κατάσταση εἶναι πού το κάνει νὰ ἐκδηλώνεται
ἔτσι.
Στην περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ βλέπετε τί ἔγινε. Ἀνεπαίσθητα ὅλο το παιδί
δίνεται σ' αὐτή τήν ἄμυνα, σ' αὐτό το μπλοκάρισμα, σ' αὐτή τη συμπλεγματική
κατάσταση, στο κόμπλεξ αὐτό. Γιὰ τὰ ὀδυνηρά βιώματα τῆς μειονεξίας, ποὺ εἶναι
ἀπωθημένα, δέν ξέρει τίποτε, δέν λέει τίποτε. Αὐτὰ τὰ ζεῖ μέσα του, ἀλλά ἐξωτερικά
καὶ στὸ ἐπίπεδο τοῦ συνειδητοῦ εἶναι το καλό παιδί, τό φρόνιμο παιδί, ἕνα ἅγιο
παιδί, ἕνα ἀγγελούδι.
Αὐτὸ τὸ ἔχει περί πολλοῦ καὶ κάνει τὸ πᾶν μὴν τυχόν δώσει ἀφορμή. Ἀπό μέσα ὅμως
δουλεύουν ἐκεῖνα, χωρίς νὰ τὸ λογαριάζουν καθόλου. Ὁπότε ἡ ὅλη ἀρετή του εἶναι
καμουφλάζ τῆς βαθύτερης καταστάσεως, καί ὅλη ἡ βαθύτερη κατάσταση εἶναι τροφή
γιὰ τὴν ψεύτικη αὐτή ἀρετή.
Ἕνας ρόλος τῶν ὀνείρων
Ερώτηση: Αὐτὰ ὅλα τὰ μεῖον ὑποτίθεται ὅτι τά ἔχει το παιδί. Θα μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίζει
την ψυχαναγκαστική κατάσταση κατά τρόπο σωστό, χωρίς νὰ τὰ ἔχει αὐτά;
Τώρα μιλοῦμε γιὰ ἀρρωστημένες καταστάσεις, γιά νοσηρές καταστάσεις. Βέβαια, δέν
μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ δῶ ὡς ἐκεῖ εἶναι σαφῶς ἀρρωστημένες καταστάσεις, καὶ ἀπό
δῶ ὡς ἐκεῖ εἶναι σαφῶς μή ἀρρωστημένες καταστάσεις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ
ποῦμε εἶναι ὅτι οἱ μή ἀρρωστημένες καταστάσεις εἰσχωροῦν στὸν χῶρο τῶν ἀρρωστημένων
καταστάσεων καὶ τὸ ἀντίθετο. Δηλαδή, δέν εἶναι κανείς ἐντελῶς-ἐντελῶς ἄρρωστος ἤ
ἐντελῶς-ἐντελῶς ὑγιής. Επομένως, δέν λείπει ἀπό πουθενά μιά κάποια ἀρρωστημένη
κατάσταση, σύμφωνα μὲ αὐτά πού ἔχουμε πεῖ.
Ἀκροατής: Τώρα καταλάβαμε πῶς τὸ συνειδητό δὲν ἐπιτρέπει νὰ φανεῖ ἡ ἀρρωστημένη
κατάσταση. Ἔγινε τώρα συγκεκριμένο.
Ναί, βέβαια. Ποῦ νὰ ἀφήσει το συνειδητό, στην περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, νὰ
βγοῦν αὐτά τά πράγματα! Ἐκτίθεται. Διότι μόνο αὐτό τά ἔζησε μικρούλικο. Ἀλλά,
καθώς μεγαλώνει, καλλιεργεῖ τὴν ἁγιότητά του, τὴν ἀρετή του, τή φρονιμάδα του, ἐνῶ
εἶναι κούφια ὅλα αὐτά. Τὸ ἴδιο δὲν τὸ καταλαβαίνει. Ποῦ νὰ ἀφήσει το συνειδητό
να καταλάβει!
Γι' αὐτό καί τὰ διάφορα όνειρα βγαίνουν τη νύχτα, πού κοιμάται κανείς.
Βγαίνουν, διότι κοιμάται το συνειδητό τότε, καὶ ὀργιάζουν τὰ βιώματα τοῦ ὑποσυνειδήτου.
Καὶ ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως –δέν ξέρω τί θὰ μοῦ πεῖ ὁ ὁποιοσδήποτε– ἀπό ὅ,τι
ἔχω καταλάβει, ὄχι διαβάζοντας ἀλλά πάνω στην πράξη, ἔχουν δίκαιο οἱ διάφοροι
ποὺ ἀσχολήθηκαν καὶ μὲ τὰ ὄνειρα καὶ διά μέσου τῶν ὀνείρων –ὄχι ὡς ὀνειροκρίτες-
μπόρεσαν καὶ ξεδιάλυναν μερικές ἀρρώστιες ὄχι δαιμονικῷ τῷ τρόπῳ, ἀλλὰ ἐμπειρικῷ
τῷ τρόπῳ.
Ὅταν ἔρθει κάποιος καὶ μᾶς πεῖ: «Όλη τη νύχτα ἔβλεπα ὄνειρα ὅτι βρήκα καλό νερό
καὶ ἔπινα νερό, βρῆκα τραπέζι στρωμένο, ἤθελα νὰ φάω ἀλλά δέν μποροῦσα να φάω,
δὲν μὲ ἄφηναν να φάω», εἶναι φανερό ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ήταν νηστικός καὶ
διψασμένος. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει κανείς διά μέσου τῶν ὀνείρων
μερικά βιώματα, τὰ ὁποῖα πῶς νὰ τὰ βροῦμε στο ὑποσυνείδητο, στο ἀσυνείδητο; Ἀλλά
ἐπειδή κοιμᾶται το συνειδητό, διὰ τῶν ὀνείρων βγαίνουν αὐτά. Βγαίνουν βέβαια
πολύ ἀλλοιωμένα. Εἶναι ὅπως οἱ φλούδες καρπουζιού, πεπονιοῦ, ποὺ ρίχνεις μέσα
σε μια καταπακτή, καί ὕστερα ἀπό καιρό γίνονται πολτός, καὶ δὲν μοιάζουν
καθόλου ὅτι ἦταν φλούδες καρπουζιοῦ ἡ φλούδες πεπονιού.
Πῶς ἡ μελαγχολία γίνεται μετάνοια καί ἡ
μειονεξία ταπείνωση
Ερώτηση: Ὁ ψυχαναγκασμός στο πνευματικό ἐπίπεδο προέρχεται ἀποκλειστικά ἀπό ἀνθρώπους
πού εἶναι στὸ ψυχολογικό ἐπίπεδο ψυχαναγκαστικές προσωπικότητες ἤ εἶναι ἄσχετα
τὰ δυό μεταξύ τους;
Κατ' ἀρχὴν – πῶς νὰ τὸ ποῦμε; το ὅτι μπερδεύεται τὸ ἕνα με το ἄλλο,
μπερδεύεται. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ψυχαναγκαστικές καταστάσεις, ζεῖ τὰ τῆς
πνευματικῆς ζωῆς –ὅ,τι ζεῖ– πιό καθαρά, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει
ψυχαναγκαστικές καταστάσεις, τα μπερδεύει κιόλας. Δηλαδή, ἐνῶ μερικά βιώματα
ξεκινοῦν ἀπό ψυχαναγκαστικές καταστάσεις, αὐτός νομίζει ὅτι εἶναι πνευματικά. Ἕνας
μελαγχολικός τύπος, για παράδειγμα, που ὅλο τὸν πιάνει μελαγχολία ἕνεκα τοῦ
τύπου του, εὔκολα μελαγχολεῖ, ἕως ὅτου να το ξεπεράσει.
Αμα τὰ ξεπεράσει κανείς αὐτά, ὕστερα δέν ἔχουν καμιά θέση. Ἀλλά πότε θα τα
ξεπεράσει; Ὁ μελαγχολικός τύπος κάθε τόσο αἰσθάνεται μελαγχολικά. Ἂν δὲν το
ξεκαθαρίσει μέσα του και το μπερδεύει, θα νομίζει: «Α, ἔφυγε ἡ χάρη, γι' αὐτό αἰσθάνομαι
μελαγχολικά». Ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι. Ἕνας ἄλλος πού δέν εἶναι τύπος μελαγχολικός ἀλλὰ
αἰσιόδοξος, δηλαδή ἔτσι εἶναι τὸ σκαρί του, αἰσθάνεται πιο καλά, ὄχι ὅμως διότι
ἔχει πιο πολλή χάρη ἀπό ἐκεῖνον. Ὁ ἕνας αἰσθάνεται αἰσιόδοξος, ἐπειδή εἶναι ὁ
τύπος του καί ὄχι ἐπειδή ἔχει χάρη, καὶ ὁ ἄλλος αἰσθάνεται μελαγχολικά, ἐπειδή
εἶναι ὁ τύπος του καί ὄχι ἐπειδή τοῦ λείπει ἡ χάρη.
Αμα τὰ ξέρει κανείς αὐτά, μετά ἐνεργεῖ σωστά. Τοῦ ἔρχεται μελαγχολική διάθεση, ἀλλὰ
δὲν τὸν πειράζει, δὲν στενοχωριέται κάνει ὑπομονή λέγοντας: «Ε, σε ξέρω, ἑαυτέ
μου».
Με την εὐκαιρία αὐτὴ νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς: Ἕνας πού προσεύχεται, ἐφόσον δέν
προσεύχεται σωστά, ἀλλά προσεύχεται μόνο και μόνο για να νιώσει κάτι, εἶναι ἐνδεχόμενο
να νιώσει μέν κάτι, ὅμως αὐτὸ ποὺ θα νιώσει δὲν θὰ εἶναι ἡ παρουσία τῆς χάριτος
τοῦ Θεοῦ, ὅπως θα νομίσει αὐτός, ἀλλά ἕνα ψυχολογικό βίωμα. Ἢ, ἄλλη φορά μπορεῖ
νὰ νιώσει κανείς μιά λύπη, μια μελαγχολία, ἕνα κενό κατά τη διάρκεια τῆς
προσευχῆς καὶ νὰ νομίζει ὅτι εἶναι ἔλλειψη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ μπορεῖ νὰ
εἶναι ἕνα καθαρά ψυχολογικῆς φύσεως βίωμα. Καί στη μια καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση ἁπλῶς
ὑπάρχουν μέσα στην ψυχή ἀνάλογες ψυχολογικές καταστάσεις. Δὲν πρέπει να τα
μπερδεύουμε αὐτά πάντοτε με τη χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, μπορεῖ νὰ ἔχει κανείς
ψυχολογικῆς φύσεως εὐφορία καί νά νομίζει ὅτι εἶναι ἐντάξει μὲ τὸν Θεό, ὅτι ἔχει
τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπιδοκιμασία τοῦ Θεοῦ, καί αὐτὸ νὰ εἶναι μια ψευδαίσθηση.
Ή, μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται μια μελαγχολία, ἕνα κενό, και να νομίζει ὅτι λείπει ἡ
χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὸ θέμα δέν εἶναι ὅτι λείπει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὅτι πάλι
ψυχολογικῷ τῷ τρόπῳ ἔχει κάποιες ἀκαταστασίες μέσα του. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει
νὰ εἴμαστε μελαγχολικοί, να εἴμαστε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο. Ὅπως ἔχουμε πεῖ, ὅταν
κανείς λίγο γνωρίσει τὸν ἑαυτό του καί καταφύγει στον Θεό καὶ κάνει τὸν
πνευματικό του αγώνα, μετά ὅλη ἡ μελαγχολία γίνεται μετάνοια, ὅλο τὸ αἴσθημα
μειονεκτικότητος γίνεται ταπείνωση, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἀρνητικές καταστάσεις. Θα
τολμούσα νὰ πῶ ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει αἴσθημα μειονεκτικότητος ἔχει ἕτοιμη
ταπείνωση, γιὰ τὴν ὁποία ἕνας ἄλλος μπορεῖ νὰ χρειαστεῖ ἑκατό χρόνια νὰ ἀγωνίζεται
για να τὴν ἀποκτήσει. Ἀρκεῖ νὰ καταλάβει πῶς ἔχουν τὰ πράγματα καὶ νὰ θελήσει νὰ
τὰ δεχθεῖ. Οπότε, ἅμα εἶναι χαρά ἅμα γίνει γίνει ἡ μελαγχολία μετάνοια, εἶναι τὸ
αἴσθημα μειονεκτικότητος ταπείνωση, εἶναι λύτρωση καὶ ὄχι ψυχαναγκασμός ἢ κάτι
παρόμοιο.
Σάββατο 22 Αυγούστου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [28]
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [10]
Το περίβλημα της ψυχής γίνεται φωτεινό ή σκοτεινό ανάλογα με την εσωτερική κατάσταση της ψυχής. Παραδείγματα.
Θα ἤθελα να συνεχίσω την προηγούμενη διαπραγμάτευση καί νά ἐπεκταθῶ στο ίδιο θέμα. Θά σοῦ διηγηθῶ κάποια περιστατικά, πού δείχνουν ὅτι στό περίβληµα τῆς ψυχῆς ἀντανακλᾶται ἡ ἐσωτερική της κατάσταση.
Στά χρόνια τοῦ ἁγίου Ανδρέα, τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ, ζοῦσε ἕνας ἀναχωρητής ἱερομόναχος, ἄνθρωπος νηστείας καί προσευχῆς. Ὅλοι τόν τιμοῦσαν και τόν εὐλαβοῦνταν. Μά ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ὅταν τόν συνάντησε κάποτε, εἶδε κάτι σάν σκοτεινή ὁμίχλη νά τον περιβάλλει κι ἕνα φίδι, µέ τήν ἐπιγραφή “φίδι τῆς φιλαργυρίας”, νά εἶναι τυλιγμένο γύρω ἀπ τό λαιμό του.
Τέτοια ψυχή εἶχε ὁ δύστυχος ἐκεῖνος ἀναχωρητής! Καί ὅμως, κανένας ἄνθρωπος δέν μποροῦσε να τή δεῖ. Μόνο τά φωτισµένα πνευματικά µάτια τοῦ ἁγίου Ανδρέα τήν εἶδαν. Ἀλλά τά µάτια τῶν ἐπουράνιων πολιτῶν εἶναι ἀκόμα πιό φωτισμένα.
Ἔτσι, ἐνῶ νοµίζουµε ὅτι κανένας δέν βλέπει τί εἵμαστε, ἀναρίθµητα µάτια μᾶς βλέπουν. Κοίτα πόσα ἀστέρια ὑπάρχουν στόν οὐρανό. Ἔ, τά µάτια πού μᾶς παρατηροῦν εἶναι ἀκόμα περισσότερα.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μποροῦμε, ἄν ὄχι νά δοῦμε, πάντως νά ἐκτιμήσουμε τί εἴμαστε. Ἡ συνείδησή µας, ὁ ἀδέκαστος κριτής, μᾶς τό λέει. Μπορεῖ νά τήν καταπιέζουµε, μπορεῖ νά τῆς ἐπιβάλλουμε σιῶπή, αὐτή ὡστόσο πάντοτε ἀγωνίζεται ν᾿ ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τό ζυγό µας καί νά ὑψώσει τήν ἐλεγκτική φωνή τῆς µέσα µας, ὅταν ἁμαρτάνουμε.
Ἂν δέν ἅμαρτάνουµε, ἡ φωνή της εἶναι καθαρή καί γλυκειά, σαν τήν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς. Ἡ συνείδηση εἶναι ἀκόμα ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ µέσα µας. Σ’ αὐτήν ἐπίσης, ἄντανακλᾶται ἡ ἄποψη πού ἔχουν οἱ πολίτες τοῦ οὐρανοῦ γιά μᾶς. Ἔτσι, ὅταν ἡ συνείδησή µας λέει πώς εἶμαστε καθαροί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων αὐτή ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως ἀντανακλᾶ στήν ψυχή µας ἕνα ἀόρατο στά δικά µας µάτια φῶς, καί τότε ὅλοι στόν οὐρανό μᾶς βλέπουν φωτεινούς.
Ἂν ὅμως, ἡ συνείδηση μᾶς κατηγορεῖ, λέγοντάς µας πώς είμαστε ἀκάθαρτοι, τότε μᾶς βλέπουν σκοτεινούς. Τέλος, οἱ φύλακες ἄγγελοί μας, πού εἶναι πιό κοντά σ᾿ ἐμᾶς ἀπ ὁποιονδήποτε ἄλλον ξέρουν καλά ἄν εἴμαστε σκοτεινοί ἤ φωτεινοί, καί μποροῦν νά κρίνουν ἄν ἡ ἔσωτερική µας κατάσταση εἶναι μόνιμη ἤ προσωρινή.
Ἐκτός ἀπό τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους, ὑπάρχουν καί οἱ σκοτεινές δυνάµεις, ἀόρατες σ’ ἐμᾶς, πού κι αὐτές βλέπουν. Ὅταν ὅμως, µιά ψυχή εἶναι φώτεινή, δέν μποροῦν νά τήν κοιτάξουν. Εἶναι, βλέπεις, σαν τίς νυχτερίδες, πού φοβοῦνται τό φῶς. Τήν κοιτάζουν µόνο ὅταν ἀρχίζει νά γίνεται σκοτεινή. Τρέχουν παντοῦ ἀκατάπαυστα. Καί μόλις διακρίνουν µιά ψυχή σκοτεινιασµένη, πέφτουν ἐπάνω της καί τήν πειράζουν µέ ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἐπιθυμίες καί συναισθήµατα, πασχίζοντας νά τή ρίξουν στήν ἁμαρτία.
Το ἴδιο, βέβαια, προσπαθοῦν νά κάνουν καί στίς φωτεινές ψυχές, ἀλλά χτυπιοῦνται ἀπό φωτεινές ἀκτίνες σαν ἀπό βέλη καί ἀναγκάζονται νά παραιτηθοῦν ἀπό την προσπάθειά τους.
Στήν Αντιόχεια ζοῦσε τόν 3ο αἰώνα ὁ μάγος Κυπριανός, Κάποιος ἀκόλαστος νέος, ὁ ᾿Αγλαΐδας, ἐρωτεύθηκε παράφορα τήν πανέμορφη Ἰουστίνα, κοπέλα ἁγνή καί εὐσεβή. Ὁ Ἀγλαίῖδας, λοιπόν ἐπειδή ἡ Ἰουστίνα δέν ἀνταποκρινόταν στον ἔρωτά του, ζήτησε τή βοήθεια τοῦ μάγου. Ὁ Κυπριανός ἔστειλε πολλές φορές στήν κοπέλα δαίμονες, πού τόν βοηθοῦσαν στά μαγικά του έργα, προστάζοντάς τους ν᾿ ἀνάψουν στήν ψυχή της σαρκικό ἔρωτα γιά τόν ἀκόλαστο νέο.
Ὅσο κι ἄν προσπάθησαν ὅμως, οἱ δαίμονες, δέν μπόρεσαν νά τήν πλησιάσουν. Ἕνα φῶς τούς ἔκαιγε, τούς τύφλωνε καί τούς ἀνάγκαζε νά μένουν µακριά της. Τό φῶς αὐτό ἐρχόταν ἀπό τήν ἴδια τήν ἁγνή νέα, πού ἦταν τυλιγμένη µέ µιάν ἐκτυφλωτικά φωτεινή νεφέλη.
Ὑπάρχει καλύτερο παράδειγµα ψυχῆς φωτεινῆς, ψυχῆς χριστιανικῆς ψυχῆς ἀφοσιωμένης στον Κύριο, με συνείδηση καθαρή; Ὅταν ἡ συνείδηση είναι καθαρή, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πλημμυρίζει τήν ψυχή καί τήν προφυλάσσει ἀπό τούς δαίμονες καί τά πάθη. Ὕστερα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, «ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», ἐπισκέπτεται τήν ψυχή. Καί τότε αὐτή γίνεται φωτεινή καί λάμπει σάν ἕνα μικρό αστέρι.
Ἄν ἡ ψυχή εἶναι καθαρή καί φωτεινή κατά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, τότε ἀνεβαίνει στα ουράνια σκηνώματα μέσα σ' αὐτό ἀκριβῶς τό φῶς πού τήν περιβάλλει.
Κάποτε ὁ ἅγιος Αντώνιος συνομιλοῦσε μέ τούς μαθητές του. Ξάφνου, είδε μέ θαυμασμό μιά φωτεινή χορεία ν' ἀνεβαίνει στόν οὐρανό. “Εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ὁσίου Ἀμμούν”, είπε, “πού πέθανε πρίν ἀπό λίγο καί ἀνεβαίνει στούς οὐρανούς μέ τή συνοδεία ἁγίων ἀγγέλων”.
Αγωνίσου, λοιπόν, μέ ζῆλο, προθυμία καί ἐνθουσιασμό γιά νά κάνεις τήν ψυχή σου καθαρή καί φωτεινή. Δέν εἴμαστε πάντα ὅ,τι φαινόμαστε. Συνήθως ὑπάρχει μέσα μας κάτι ἄλλο, καί αὐτό είμαστε στην πραγματικότητα.
Βέβαια, αὐτό τό “κάτι ἄλλο” δέν εἶναι πάντα χειρότερο ἀπ' αὐτό πού φαινόμαστε. Μπορεῖ νά εἶναι καί καλύτερο. Θυμᾶμαι τά λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: «Τό σῶμα είναι δικό μας. Πέρα ἀπό τό σῶμα, ὅ,τι ἄλλο ἔχουμε, ἀρχίζοντας ἀπό τά ροῦχα μας, ἁπλά μᾶς περιβάλλει. Αλλά τότε τί εἴμαστε; Είμαστε ἡ ψυχή (μέ τό πνεῦμα)».
Ἔτσι, ἀφοῦ ἀποδεσμευθεί κανείς ἀπ' ὅλα ὅσα εἶναι ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀποδεσμευθεί κι ἀπό τό ἴδιο τό σῶμα του, πρέπει νά αὐτοσυγκεντρωθεί, να εἰσχωρήσει μέσα του καί, ἀφοῦ αὐτοεξεταστεί συνολικά καί συνοπτικά, νά ἀποφασίσει... Τί ἀκριβῶς εἶσαι, ἀγαπητό μου παιδί;
Αὐτό τό ἐρώτημα μᾶς γυρίζει πίσω, σ' ἕνα ἄλλο ἐρώτημα, πού τό ἀφήσαμε γιά λίγο: Πῶς πρέπει να ζεῖ κανείς; Ἤ, πιό συγκεκριμένα καί πιό ἀναλυτικά: Τί πρέπει να κάνει κανείς γιά νά ζεῖ πνευματικά, γιά νά ἐμπνευματώσει καί τήν ψυχή του καί τό σῶμα του καί τήν ἐξωτερική του εμφάνιση; Θα μιλήσουμε για αὐτό μιάν ἄλλη φορά.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (2)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (3)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (4)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (5)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (6)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (7)
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [8]
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [9]
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (13ο ΜΕΡΟΣ)
'Η Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶδε
τον Υιό Της νά θαυματουργεί καὶ νὰ διδάσκει! Τόν εἶδε να δοξάζεται, ἀλλά καί να
καταδιώκεται! Καθημερινά ἐπί τρία χρόνια ή Παναγία ζοῦσε μέ τό φόν βο καί τήν ἀγωνία
γιά τήν άπειλούμένη ζωή τοῦ Υἰοῦ Της!
Τῆς τό εἶχε ἐξάλλου προαναγγείλει ὁ γέρων Συμεών. Την ημέρα πού μετέβη στο Ναό
τῶν Ἱεροσολύμων συνοδευόμενη από τό δίκαιο Ιωσήφ, φέρουσα στην αγκάλη της
τεσσαρακονθήμερο βρέφος τόν ̓Ιησοῦ, ὁ προφήτης Συμεών Τῆς εἶχε προείπει
χαρακτηριστικά: "Σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία" (Λουκ.
Β' 35).
Θά ἔλθει ἡμέρα, βεβαίωνε μέ Πνεῦμα Ἅγιο ὁ δίκαιος, κατά τήν ὁποία θά δοκιμάσεις
βαθύ, ὀξύ, ἰσχυρό, καί διαπεραστικό πόνο. Όπως το κοφτερό νυστέρι τοῦ χειρουργοῦ
εἰσέρχεται βαθειά στό σῶμα καί, καθώς σχίζει καί κόπτει, δημιουργεῖ βαθύ πόνο,
έτσι καί Σύ θά δοκιμάσεις τη ρομφαία τοῦ πόνου να σχίζει την καρδιά Σου!
Προφητεία, τῆς ὁποίας τήν ὥρα εκείνη δεν κατόρθωσε ή Παρθένος να συλλάβει ούτε
την ουσία ούτε τό βάθος της, ἐπρόκειτο ὅμως νὰ ἐκπληρωθεί μέχρι τῆς τελευταίας
της λεπτομερείας.
Πράγματι, ρομφαία ξέσχιζε τα σπλάγχνα τῆς Παναγίας καθ' όλο το δημόσιο βίο τοῦ
Κυρίου, καθώς έβλεπε τούς έχθρούς του να συσπειρώνονται, να οργανώνουν πείσμονα
αντίσταση, να συγκροτοῦν συμβούλια καί διαβούλια, προκει μένου νά βροῦν
κατηγορία εναντίον Του γιά νά Τόν θανατώσουν!
Μια πρώτη μορφή δίωξης, τήν ὁποία ὑπέστη ὁ Θεάνθρωπος πάνω στή γῆ καί ἡ ὁποία
ως "ρομφαία" διαπερνούσε τη μητρική της καρδιά, ὑπῆρξε ἡ σωρία τῶν
συκοφαντιῶν καὶ τῶν προκλητικῶν διασυρμῶν τοῦ παναγίου ὀνόματός του και ἀπό αὐτούς
τούς Ναζαρινούς ἀκόμα! Διότι δεν Τον κατεδίωκαν μόνο οἱ ἐχθροί του, ἀλλά καί οἱ
συμπατριώτες του! Από τήν ἀρχή ἤδη τῆς ἐπιγείου δράσεώς Του ὁ ἱερός Εὐαγγελιστης
σημειώνει:
"Σηκώθηκαν με θόρυβο καί κραυγές έναντίον Του, ἀφοῦ διέκοψαν όχι μόνο τό
κήρυγμά του, ἀλλά καί τή λατρεία τους, διότι δὲν εἶχαν τήν ὑπομονή να
περιμένουν μέχρις ότου τελειώσει ή λατρεία τῆς συναγωγῆς. Καί τόν ἔβγαλαν έξω ἀπό
τήν πόλη, ὡς ἀνάξιο να διαμένει στη Ναζαρέτ, μολονότι τόσα χρόνια εἶχε ζήσει μεταξύ
τους. Τόν διώχνουν ώς τιποτένιο ἄνθρωπο τόν Σωτήρα καί Τόν περιφρονοῦν, ἀγνοοῦντες
τήν κομιζόμενη από Αὐτόν σωτηρία. Κι ἐνῶ θά ἔπρεπε μέ πολλή προσοχή να
παρακολουθήσουν τά λεγόμενά του σπεύδουν μέ μανία νά Τόν φονεύσουν κατά τρόπο
βάρβαρο καί ἀπάνθρωπο[1].
Τόν καταδιώκει ὄχι μόνο ὁ Ἡρώδης, στις πρώτες στιγμές τῆς ἐπί γῆς παρουσίας
Του, ἀλλά καί οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, πού θά ἔπρεπε νά
Τόν ὑπερασπίζονται ὡς θρησκευτικοί ηγέτες πού ἦσαν. Τόν κατηγοροῦν ὡς
δαιμονισμένο· Τόν σπιλώνουν, καί ὁ Πανάγαθος ὁμολογεῖ λιτά πλήν σαφῶς: "Ἐγώ
δαιμόνιον οὐκ ἔχω, ἀλλά τιμῶ τόν Πατέρα Μου, καί ἡμεῖς ἀτιμάζετέ Με" (Ἰω.
Η' 48-49).
Τόν συκοφαντοῦν ὅτι εἶναι "φάγος καί οίνοπότης, φίλος τῶν τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν"
(Λουκ. Ζ' 34)! Δέν ὑπάρχει ψευδέστερη ἀπό αὐτή τή συκοφαντία! Διότι ὁ Χριστός οὐχ
ἑαυτῷ ἤρεσε" (Ρωμ. ΙΕ ́ 3), οὔτε ὑπῆρξε ποτέ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔζησε ζωή
αυταπαρνήσεως καί περιφρονήσεως τοῦ κόσμου, περισσότερο από Ἐκεῖνον. Αὐτός δέ, ὁ
Ὁποῖος ὑπῆρξε χωρισμένος ἀπό τούς ἁμαρτωλούς ὡς ἄμωμος καί αμίαντος,
παρουσιάζεται ἀπό τούς ἐχθρούς του ότι συνεταιρίζεται με τούς ἁμαρτωλούς καί ὅτι
μολύνεται ἀπό αὐτούς. Βεβαίως, εἶναι ἀληθινό ὅτι ἦλθε στή γῆ γιά νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς,
καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὑπῆρξε φίλος τῶν τελωνῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Αλλά αυτό
αποτελεῖ τήν αἰώνια δόξα του. Καί ὅμως ἐκεῖνοι, πού ἔπρεπε νά Τόν τιμοῦν, Τόν
διασύρουν!
Μποροῦσε ἐπομένως ή Παναγία μας ως άνθρωπος, καί μάλιστα ως στοργική Μητέρα, νά
μήν ὑπέφερε συχνά ἀπό τούς κινδύνους καί τούς διασυρμούς τοῦ Υἰοῦ Της; Ήταν
ποτέ δυνατό νά μήν Της κόστιζε ή αχαριστία των τόσο πολύ εύερ γετηθέντων
συμπατριωτών της;
Πόσο όμως παρηγοροῦν οἱ δοκιμασίες και αγωνίες της Παναγίας μας γιά τό Μονογενή
Της κάθε δοκιμαζόμενη ανθρώπινη καί μάλιστα μητρική καρδιά! Αλλά και πόσο
διδάσκει ή θεοφιλής αντιμετώπιση όλων αὐτῶν τῶν συκοφαντιών από μέρους τῆς
Παρθένου! Αφοῦ Ἐκείνη ὑπέφερε, πού ήταν τόσο ἁγία, δέν θά ὑποφέρουμε καί ἐμεῖς;
Δέν θά ὑποφέρουν οι μητέρες, ἀφοῦ ἡ Παναγία Μητέρα υπέστη τόσα πολλά; Ίδιαίτερα
σήμερα πολλές μητέρες δοκιμάζουν πολλές βαριές θλίψεις. Όταν τα παιδιά Τους
βρίσκονται σε κινδύνους, αίσθάνονται ὅ,τι αἰσθανόταν καί ἡ Παναγία. Νά αἱμορραγεί
δηλαδή ἀπό τόν πόνο ή ψυχή τους. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λοιπόν, ἄς Τήν
παρακαλοῦν γιά τίς στενοχώριες από κάποια συκοφαντία τῶν παιδιῶν τους. Από
κάποια αχαριστία τοῦ κόσμου πρός τά παιδιά τους. Στη Μεγάλη Μητέρα ἄς
διαβιβάζουν κάθε πόνο τους.
Επί πλέον, ή διαγωγή τῆς Παναγίας στις θλίψεις αυτές, πού ἀναφέραμε, ἦταν υποδειγματική.
Τί ἔκανε; Υπέμενε διαρκῶς χωρίς γογγυσμούς καί διαλογισμούς έκδικήσεως. Ύπομονή,
λοιπόν, καί ἐμεῖς καί ἐλπίδα στο Θεό. Εἶναι ποικίλο καί μεγάλο τό κέρδος γιά
τόν ἄνθρωπο, ἄν μέ τήν ὑπομονή, πού στηρίζεται στην πίστη πρός τόν Θεό, ἀντιμετωπίζει
τις θλίψεις.
[1] "Ἐξέβαλον αὐτόν ἔξω τῆς πόλεως καί ἤγαγον αὐτόν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους.... εἰς τό κατακρημνίσαι αὐτόν" (Λουκ. Δ ́ 29).
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (8ο μέρος)
Παράλληλα μέ τίς λειτουργικές προσευχές τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν
κεκοιμημένων, ὑπάρχουν ἐπίσης καί οἱ ἀτομικές, ήτοι καθορισμένες πρωϊνές καί
βραδυνές προσευχές που συνήθως γίνονται ἀπό τούς πιστούς ὑπέρ τῶν οἰκείων
τεθνεώτων σε κάθε περίσταση.
Οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί ὅμως, πού μεριμνούν γιά τήν ἀγάπη ὅλων τῶν ἀνθρώπων,
προεκτείνουν τις προσευχές τους πέραν τοῦ κύκλου τῶν οἰκείων τους. Οἱ μεγάλοι
πνευματικοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διακρίνονται ἀπό τή ζέση καί τήν ἔνταση τῶν
προσευχῶν τοὺς ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων, γνωστῶν καί ἀγνώστων, γεγονός πού ἀποτελεῖ
μαρτυρία τῆς ἄνευ διακρίσεων εἰλικρινοῦς ἀγάπης προς όλους ανεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους.
Πολλοί ἱερεῖς διακρίνονται προσευχόμενοι για πολλές ώρες, στο πλαίσιο τῆς
προετοιμασίας κάθε λειτουργίας, για χιλιάδες πιστούς, τῶν ὁποίων τό ὄνομα ἔχει ἀναγραφεί
στα δίπτυχα τῶν κεκοιμημένων τῆς ἐνορίας τους, ἀλλά καί τῶν προσωπικών τους
διπτύχων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται καί τά τεθνεώτα πνευματικά τους τέκνα.
Πολλοί Ορθόδοξοι Πατέρες, θεολόγοι και πνευματικοί συμβουλεύουν, πέρα ἀπό τίς εὐχές,
τήν ἄσκηση τῆς πρακτικής της ἐλεημοσύνης προς τους πτωχούς, θεωρώντας ὅτι εἶναι
ἐπωφελής γιὰ τοὺς τεθνεώτες[1]. Πρόκειται για
παλαιότατο έθιμο, ρίζες τοῦ ὁποίου ἀπαντοῦν στίς Ἀποστολικές Διαταγές, ὅπου ἐντοπίζεται
ἡ προτροπή να δίδει κανείς τά ἀγαθά του στούς πτωχούς εἰς μνήμην τοῦ
κεκοιμημένου[2]. Κατά την γνώμη τοῦ Ἰωάννη
τοῦ Χρυσοστόμου, τό νά κάνει κάποιος μία φιλανθρωπική πράξη (τήν κατ' ἐξοχήν
χριστιανική ἀρετή), πού δέν μποροῦν νά κάνουν οἱ κεκοιμημένοι, τρόπον τινα ἀντικαθιστᾶ
αὐτούς ἐξ ὀνόματος τους, προκειμένου ἡ ληφθεῖσα ἀπό τήν ἐλεημοσύνη θεία χάρις
νά τούς ἀνακουφίσει.
Οἱ προσφορές καί ἐν γένει οἱ δωρεές πρός τήν Ἐκκλησία εἰς μνήμην τῶν
κεκοιμημένων για την συντήρηση ἤ καί τήν οίκοδόμηση ναῶν, ἀποτελοῦν παλαιό ἔθιμο.
Σε περίπτωση που αὐτό δέν εἶναι δυνατό, γίνονται δωρεές πρόσφορων πού προσφέρονται
στους πιστούς πρό τῆς Λειτουργίας, ὥστε ὁ ἱερέας νά τά εὐλογήσει διαβάζοντας τα
Δίπτυχα καί τά ὀνόματα τῶν ζώντων και κεκοιμημένων πού ἔχουν ἐγγραφεῖ σέ αὐτά, ἐνῶ
ἀκολούθως τά κομμάτια τοποθετοῦνται στο Δισκοπότηρο και ποτίζονται μέ τό αἷμα
τοῦ Χριστοῦ[3].
Οἱ λειτουργικές προσευχές ὑπέρ κεκοιμημένων φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι
γίνονται ἀποκλειστικῶς ὑπέρ «τῶν κεκοιμημένων ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως», ἤτοι τῶν
πιστῶν κεκοιμημένων», τῶν «εὐσεβῶς κεκοιμημένων πιστῶν», «τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς
κειμένων καί τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων» κ.ἄ., ὅπως ἀναφέρονται στα λειτουργικά
κείμενα. Ορισμένοι ἰσχυρίστηκαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει να περιορίζεται στους
πιστούς της και νά ἀποκλείει ἀπό τίς λειτουργικές της προσευχές τούς ἀσεβεῖς
καί τούς ἀπίστους καί νά τίς προορίζει ἀποκλειστικῶς καί μόνο στούς πιστούς αὐτῆς.
Εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ἡ Ἐκκλησία στη θεία Λειτουργία προσεύχεται γιά τή
σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
[1] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλία εἰς τήν πρώτη προς Κορινθίους ἐπιστολή, ΜΑ', 5· Ὁμιλία εἰς τήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή, ΙΙΙ, 4. ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ, De l'âme, XIII, 77· ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιον, PG 123, 880· ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ, Ἀντίρρησις τῶν λατινικῶν κεφαλαίων περί περκατορίου πυρός, ΡΟ 15, σ. 40· ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ, Ταμεῖον Ὀρθοδοξίας, Τριπολιτσᾶ 1888, σ. 217. ΑΡΧΙΕΠ. JEAN ΜΑΧΙΜΟVITCH, Homelie: Je crois en la résurrection des morts et la vie du monde à venir, στο P. PEREKRESTOV,Moscou, 2009, σ. 397. Βλ. πιο πρόσφατα ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά θάνατον, Κατερίνη 1995, σ. 89.
[2] Ἀποστολικές Διαταγές. Η', 42, 5.
[3] Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά
θάνατον, σ. 218.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


