562849-istock-486565418



«Έλαβα την επιστολή σου όπου με παρακάλεσες να σου δείξω ποια άσκηση ή ποιες θεωρίες ή γνώμες (τίς ἄσκησις ἢ λόγοι τίνες ἢ δόγματα) με προετοίμασαν για να μην λυπάμαι ποτέ.»


Γαληνός, Περί αλυπίας ή
(ή περί ασημαντότητας των πραγμάτων)
εισαγωγή (1)


Έτσι ξεκινάει η περίφημη επιστολή του Γαληνού προς έναν φίλο του, που ανακαλύφθηκε τυχαία το 2005 στη Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης από τον Γάλλο διδακτορικό φοιτητή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Antoine Pietrobelli. Αν και το έργο του Γαληνού έχει επιζήσει σε μεγάλο βαθμό για 18 αιώνες, η επιστολή σε μορφή πραγματείας παρέχει πληροφορίες όχι μόνο για την εποχή του (λοιμός των Αντωνίνων, μεγάλη πυρκαγιά Ρώμης) αλλά και για τη στάση του εμβριθούς ιατρού απέναντι στη λύπη. «Ο πρώτος ανάμεσα στους γιατρούς, και μοναδικός ανάμεσα στους φιλοσόφους» (Primum sane medicorum esse, philosophorum autem solum) σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Μάρκου Αυρήλιου (Praen 14: 660) δεν θα μπορούσε παρά να εντάξει τη φιλοσοφική του σκέψη στη θεωρία του και η ανακάλυψη της επιστολής αποτελεί ένα ξεχωριστό δείγμα αυτής του της στάσης. Για τον λόγο αυτό, συγγράφει μια μακροσκελή επιστολή προκειμένου να αιτιολογήσει την, άξια απορίας όλων, «αλυπία» του.


Ο Γαληνός τα έχασε «όλα». Ο φίλος του απορεί με τη ατάραχη στάση του Γαληνού απέναντι στην καταστροφή που του προξένησε η πυρκαγιά της Ρώμης το 192 μ.Χ. Και, πράγματι, ο φιλόσοφος αφιερώνει αρκετές γραμμές στην περιγραφή των απολεσθέντων ἐν τῇ μεγάλῃ πυρκαϊᾷ. Ο μακρύς κατάλογος (2-37) αριθμεί κατ’ αρχάς τα πιο ασήμαντα, την περιουσία του σε αργύρια και χρυσό και συμβόλαια δανείων για να προχωρήσει σταδιακά στα φάρμακα και εργαλεία (που μπορούν να αντικατασταθούν με «πολύ προσωπικό χρόνο και ενασχόληση») αλλά και ιατρικά συγγράμματα άλλων με τις προσωπικές σημειώσεις του Γαληνού, δικά του βιβλία, μία τεράστια συλλογή αντίδοτων (κανέλλα περισσότερη από όση μπορεί να βρεθεί σε όλη τη Ρώμη) και σπάνια φάρμακα και συνταγές. Για να υποστηρίξει περισσότερο τη θέση του αναφέρει την περίπτωση του Φιλιστίδη, που, έχοντας χάσει και αυτός όλα τα βιβλία του κυκλοφορούσε μαυροφορεμένος μέχρι που πέθανε από τη θλίψη του (7).


Σε ολόκληρη την επιστολή ο Γαληνός δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι δεν αισθάνθηκε λύπη (11–12a, 29–30, 37) παρά την απώλεια τόσο πολύτιμων για τον ίδιο πραγμάτων που απαιτούσαν πολύ κόπο και χρόνο, ενώ άλλα είναι όντως αναντικατάστατα, αν και απαραίτητα για την άσκηση της ιατρικής. Αυτά όλα αποτελούν την εισαγωγή του Γαληνού για να αναπτύξει την προσωπική του θεωρία περί αλυπίας (αποφυγής της λύπης) που ακολουθεί στη ζωή του.

Η απάντησή του είναι διττή. Το πρώτο μέρος αφορά την απληστία των ανθρώπων, από την οποία ο ίδιος απέχει. Το δεύτερο, τη μεγαλοψυχία που επιδεικνύει ο ίδιος, ως αποτέλεσμα ανατροφής, μόρφωσης και άσκησης αλλά και εμπειρίας της ζωής (50-51):

«Το ότι έχασα όλα τα φάρμακα, όλα τα βιβλία και ακόμη τις συνταγές αξιόλογων φαρμάκων και επιπλέον τις πραγματείες που είχα ετοιμάσει για έκδοση και πολλές άλλες και το ότι σε όλη τη ζωή έδειξα ικανή φιλοπονία χωρίς να λυπηθώ (μὴ  λυπηθῆναι ) αυτό είναι πρωταρχικό δείγμα γενναιότητας και μεγαλοψυχίας. Εκείνο που με οδήγησε σε αυτή τη μεγαλοψυχία πρώτον το γνωρίζεις εσύ καθώς από την αρχή συναναστράφηκες και μορφώθηκες μαζί μου, δεύτερον είναι η εμπειρία μου από τα γεγονότα στη Ρώμη.»

Ο Γαληνός θα ξεκινήσει από το δεύτερο. Η «εμπειρία του στη Ρώμη» αντιστοιχεί στη διακυβέρνηση του Κόμοδου. Κανείς δεν μπορεί να μένει εφησυχασμένος. Ο σοφός οφείλει να προετοιμάζει τον εαυτό του για τα χειρότερα: εξορία από την πατρίδα του, άδικους θανάτους και άλλα δεινά, δηλαδή «να έχει γνώση των ανθρώπινων καταστάσεων» (53). Το ζοφερό κλίμα της εποχής δεν έχει προηγούμενο (55):

«Νομίζω ότι είσαι και εσύ πεπεισμένος ότι μέσα σε λίγα χρόνια τα κακά που διέπραξε ο Κόμοδος είναι χειρότερα από όλα όσα έχουν καταγραφεί στην Ιστορία σε όλα τα χρόνια, ώστε κάθε μέρα και εγώ βλέποντάς τα, άσκησα τη φαντασία μου για την απώλεια όλων. Έχοντας χάσει το ηθικό μου, προσδοκώ, όπως και άλλοι που δεν έχουν διαπράξει αδίκημα, να με στείλουν σε ένα έρημο νησί. Όταν κάποιος περιμένει να σταλεί σε ένα νησί, ταυτόχρονα με την απώλεια των πάντων, έχει προετοιμάσει τον εαυτό του να το αντέχει, και αν χάσει κάτι, χωρίς να του αφαιρεθούν και τα υπόλοιπα, δεν πρόκειται να λυπηθεί.»


Ο Γαληνός προτρέπει τον φίλο του να φαντάζεται το χειρότερο, προκειμένου να μπορεί να αντεπεξέλθει στις αλλαγές της ζωής. 


%25CE%25A7%25CF%2589%25CF%2581%25CE%25AF%25CF%2582%2B%25CF%2584%25CE%25AF%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF


Αυτό δεν είναι εύκολο ούτε μπορούν να το κάνουν όλοι, αλλά μόνο όσοι είναι εκ φύσεως ανδρείοι ή έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πατέρας του. Η ανάμνησή του ηρεμεί τον Γαληνό. Αν και δεν έλαβε φιλοσοφική παιδεία ούτε συναναστράφηκε με φιλοσόφους, δεν υπάρχει άλλος που να τίμησε τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη όπως εκείνος. Ο Γαληνός ακολουθεί το παράδειγμά του (65-66):


«Έχοντας ανατραφεί με αυτές τις αρχές θεωρώ τα πάντα είναι ασήμαντα. Πώς θα μπορούσα να θεωρήσω άξια προσοχής τον ελεύθερο χρόνο, τα εργαλεία, τα φάρμακα και τα βιβλία, τη δόξα και τον πλούτο, και αν κάποιος θεωρεί ότι αυτά είναι ασήμαντα γιατί να ανησυχεί για αυτά ή από αυτά; Επόμενο λοιπόν είναι ότι κάποιος που θεωρεί ότι έχει στερηθεί τα μεγαλεία πάντοτε λυπάται και ανησυχεί, ενώ αυτός που πάντοτε περιφρονεί τα ασήμαντα δεν λυπάται ποτέ.»

Η περιφρόνηση των αγαθών διαφέρει από την αταραξία (ἀοχλησίαν). Η ζωή είναι ενέργεια. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι μεγάλη. Το αγαθό από τη φύση του πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από την απαλλαγή από τον πόνο (62). Ο Επίκουρος αναφέρεται αυτή τη φορά ονομαστικά (68):

«Μερικοί θεωρούν ότι η αταραξία είναι αγαθό, αλλά εγώ γνωρίζω ότι ούτε ο εαυτός μου ούτε άλλος άνθρωπος ούτε ζώο αποβλέπει σ’ αυτό. Γιατί όλα τα βλέπω να επιθυμούν να ενεργούν και στο σώμα και στην ψυχή. Αλλά αυτό το γνωρίζουμε από πολλά γραπτά μας και ειδικά σ’ αυτά που είναι εναντίον του Επίκουρου.»

Ο φιλόσοφος ιατρός δεν ισχυρίζεται ότι στέκεται απαθής απέναντι στα γεγονότα, αλλά τα ιεραρχεί. Τώρα γίνεται κατανοητή η στάση του. Η αιτία της λύπης δεν θα είναι κάτι ασήμαντο.  Περιμένει τα χειρότερα. Όσο αυτά δεν συμβαίνουν, δεν αισθάνεται λύπη. Η λογική μπορεί να ελέγξει το συναίσθημα. Αυτά που έχασε, αναντικατάστατα ή μη, δεν παύουν να είναι πράγματα (71-72):

«Καταφρονώ την απώλεια των πραγμάτων (χρημάτων) […] Αυτό που θα με λυπήσει είναι η καταστροφή της πατρίδας μου, το να τιμωρηθεί ένας φίλος μου από έναν τύραννο και άλλα παρόμοια πράγματα. [..] Και εφόσον δεν μου έχει συμβεί τίποτε από αυτά, γι’ αυτό με βλέπεις να μην λυπάμαι.»

***



ΓΑΛΗΝΟΥ Περὶ Ἀλυπίας.

ΠΕΡΙ ΑΛΥΠΙΑΣ ΓΑΛΗΝΟΥ ΛΟΓΟΣ.



helentroy





[1] ἔλαβόν σου τὴν ἐπιστολὴν ἐν ᾗ παρεκάλεις μοι δηλῶσαί σοι τίς ἄσκησις ἢ λόγοι τίνες ἢ δόγματα ‹τίνα› παρεσκεύασάν με μηδέποτε λυπεῖσθαι. παρὼν μὲν ‹γὰρ› αὐτὸς ἔφης ἑωρακέναι κατά τινα τοῦ πολυχρονίου λοιμοῦ μεγάλην ἐμβολὴν ἀπολέσαντά με τοσούτους οἰκέτας οὓς σχεδὸν εἶχον ἐν τῇ Ῥωμαίων πόλει, ἀκηκοέναι δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη μοι γεγονέναι τι τοιοῦτον εἰς χρήματά γε τρίς που καὶ τετράκις ἁδραῖς ζημίαις περιπεσόντα· [2] ἔφης αὐτὸς ἑωρακέναι με μηδὲ ἐπὶ βραχὺ κινηθέντα. τὸ δὲ νῦν ἔναγχός μοι συμβὰν ὑπὲρ ἅπαντα γεγονέναι τὰ πρόσθεν, ἀπο‹λ›λυμένων ἐν τῇ μεγάλῃ πυρκαϊᾷ πάντων ‹τῶν› ἀποκειμένων μοι πραγμάτων ἐν ταῖς κατὰ τὴν ἱερὰν ὁδὸν ἀποθήκαις· [3] ὁπόσα μὲν οὖν καὶ ποῖα καὶ αὐτὸς ἔφης ἐπίστασθαι, πεπύσθαι δέ τινος ‹τῶν› ἀγγε‹λ›λόντων σοι μηδὲν νῦν ἀνιαθῆναί με φαιδρόν τ’ ‹ὄντα› καὶ τὰ συνήθη πράττοντα καθάπερ ἔμπροσθεν.

[4] θαυμάζειν οὐχ ὅτι καὶ ἀργυρίου καὶ χρυσίου καὶ ἀργυρωμάτων καὶ συμβολαίων πο‹λ›λῶν ἀποκειμένων ἃ διεφθάρη κατὰ τὴν πυρκαϊὰν ἀλύπως ὤφθη‹ν› φέρων, ἀλλ’ ὅτι πλῆθος ἄλλο τῶν ὑπ’ ἐμοῦ σε‹σω›ρ‹ευ›μένων αὐτοῦ, φάρμακα δὲ παντοῖα πάμπο‹λ›λα, τὰ μὲν ἁπλᾶ, τὰ δὲ συγκείμενα, καὶ ἄρμενα παντοδαπά, [5] τὰ μὲν εἰς τὰς ἰατρικὰς ἐπιτήδεια χρείας ‹ἃ› μὲν οὖν ἔφην ἀπολέσας ἄλλα κτήσασθαι ἔτι ἐλπίζει‹ν›, τὰ δὲ ὑπ’ ἐμοῦ [χρήματα] προσευρημένα [τῶν ἀρμένων] ὧν τὰ ὑποδείγματα πλάτ‹τ›ων αὐτὸς ἐκ κηροῦ τοῖς χαλκεῦσιν ἐδίδουν, ὡς οὐκ ἔτ’ οἷόν τε σχεῖν ἄνευ χρόνου πο‹λ›λοῦ καὶ ἀσχολίας μεγάλης, [6] ὥσπερ οὐδὲ τὰ βιβλία τά τε ἐπηνωρθωμένα [καὶ] διὰ τῆς ἐμῆς χειρὸς ἀνδρῶν παλαιῶν [τὰ] συγγράμματα τά θ’ ὑπ’ ἐμοῦ συντεθέντα, καὶ μέντοι καὶ τὰς καλουμένας ἀντιδότους ἃς εἰδέναι ‹ἔ›φης καί με παμπό‹λ›λας ἔχοντα, μάλιστα δὲ τὴν θηριακὴν ὀνομαζομένην εἰς ὄγκον ὀγδοήκοντα λιτρῶν κιννάμωμόν τε τοσοῦτον ὅσον οὐδὲ παρὰ πᾶσιν ἅμα τοῖς ταῦτα καπηλεύουσιν ἔστιν εὑρεῖν, ὥσπερ καὶ τἄλλα πάντα σπάνια εἶναι δαψιλῆ παρ’ ἐμοί.

[7] πεπύσθαι δὲ ὡς καὶ Φιλ‹ιστ›ίδης μὲν ὁ γραμματικὸς ἀπολλυμένων αὐτῷ τῶν βιβλίων κατὰ πυρκαϊὰν ἀπὸ δυσθυμίας καὶ λύπης διεφθάρη συντακείς, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι ἐν μέλασιν ἱματίοις προῄεσαν ἄχρι πολλοῦ λεπτοὶ καὶ ὠχροὶ τοῖς πενθοῦσι παραπλήσιοι.

[8] θαρροῦντες γάρ τοι ταῖς κατὰ τὴν ἱερὰν ὁδὸν ἀποθήκαις ὡς δὴ οὐδὲ πεισομέναις ὑπὸ τοῦ πυρός, οἱ ἄνθρωποι τὰ τιμαλφέστατα τῶν κτημάτων ἐν αὐταῖς ἀπετίθεντο· θαρρεῖν δὲ αὐταῖς διὰ τὸ μήτε ξύλον ἔχειν αὐτὰς ὅτι μὴ κατὰ τὰς θυρίδας, μήτε τινὰ γειτνίασιν ἰδιωτικῆς οἰκίας, ἔτι τε τὸ φρουρεῖσθαι στρατιωτικῇ φρουρᾷ διὰ τὸ τεττάρων ἐπιτρόπων Καίσαρος ἀποκεῖσθαι κατὰ τὸ χωρίον ἐκεῖνο γράμματα·

[9] καὶ δι’ αὐτό γε τοῦτο πλέον ἐνοίκιον ἐτελοῦμεν οἱ μεμισθωμένοι τὰ κατὰ τὰς ἀποθήκας ἐκεῖνα οἰκήματα, τά τε σπουδῆς ἄξια κτήματα θαρροῦντες ἐκεῖ[να] κατετιθέμεθα.

[10] συνέβη δέ μοι πρὸς τῷ κοινῷ τούτῳ καὶ ἄλλο τι δυσχερὲς ἴδιον· εἰς Καμπανίαν γὰρ ἐξιών, ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν ἄρμενα καὶ φάρμακα καὶ βιβλία καὶ σκευῶν ἀργυρῶν οὐκ ὀλίγα κατετεθείμην εἰς τὴν ἀποθήκην ὡς ἀσφαλῶς φυλάττοιτο κατὰ τὴν ἀποδημίαν· τοιγαροῦν συνέβη κἀκεῖνα πάντα σὺν τοῖς κειμηλίοις ἐκεῖ σωρευθέντα διαφθαρῆναι. ταῦτ’ οὖν οὕτω γενόμενα καὶ αὐτὰ μὲν ἔφης πεπύσθαι, βούλεσθαι δ’ ‹ἀσ›φαλέστερον ἀκοῦσαι παρ’ ἐμοῦ.

[11] τὸ γὰρ μηδὲ τῶν τοιούτων ἁπάντων ἁπτομένων ἀνιαθῆναί με θαυ‹μα›σι‹ώ›τατον ἐδόκει σοι καὶ [τοῦ] πάνυ μοι τοῦτ’ ἐφαίνου γράψαι ἀληθῶς· ἐν ‹γὰρ› τῇ ‹Κ›αμπανίᾳ πυθόμ‹εν›ος καὶ α‹ὐτὰ› διεφθάρθαι, πάνυ ῥᾳδίως ἤνεγκα τὸ πράγμα, μήτε βραχὺ κινηθείς.

[12a] ‹ὅτε› δ’ εἰς Ῥώμη‹ν› ἐν ἀπορίᾳ πάντων ἦν ὧν ἄνευ οὐδὲ[ν] οἷόν τ’ ἐστὶ ἰατρεῦσαι β‹ραχεῖ› χρόνῳ τ‹ῆς δ...› τοῦ πράγματος ᾐσθόμην ὥσπερ καὶ μέχρι νῦν αἰσθάνομαι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἄλλοτε ἄλλου βιβλίου καὶ ἀρμένου καὶ φαρμάκου καθιστάμενος ἐν χρείᾳ.

[12b] τὸ γάρ τοι δεινότατον ἐπὶ τῇ τῶν βιβλίων ἀπωλείᾳ λέληθέ σε μηδὲ ἐλπίδα ἔτι τῆς κατασκευῆς ὑπολειπομένην ὡς ἂν τῶν ἐν τῷ Παλατίῳ βιβλιοθηκῶν πασῶν κατακαυθεισῶν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.

[13] οὔτε οὖν ὅσα σπάνια καὶ ἀλ‹λ›αχόθι μηδαμόθεν κείμενα δυνατόν ἐστιν εὑρεῖν [ἐστιν], οὔτε τῶν ‹ἐν› μέσῳ[ν], διὰ δὲ τὴν τῆς γραφῆς ἀκρίβειαν ἐσπουδασμένων, Καλλίνια καὶ Ἀττικιανὰ καὶ Πεδουκίνια καὶ μὴν Ἀριστάρχεια οἵτινές εἰσιν Ὅμηροι δύο καὶ Πλάτων ὁ Παναιτίου καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα, διασῳζομένων ἐντὸς τῶν γραμμάτων ἐκείνων αὐτῶν ἃ καθ’ ἕκαστον βιβλίον ἢ ἔγραψαν ἢ ἀν‹τ›εγράψαντο οἱ ἄνδρες ὧν ἦν ἐπώνυμα τὰ βιβλία. καὶ γὰρ γραμματικῶν πολλῶν αὐτόγραφα βιβλία τῶν παλαιῶν ἔκειντο καὶ ῥητόρων καὶ ἰατρῶν καὶ φιλοσόφων.

[14] ἐπὶ τούτοις σὺν τοιούτοις καὶ τοσούτοις ἀπώλεσα κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὅσα μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν εἰς καθαρὸν ἔδαφος ἐγέγραπτό ‹μοι› βιβλία τῶν ἀσαφῶν ‹μέν›, ἡμαρτημένων δὲ κατὰ τὰς γραφὰς οἷον ἐμοῦ προῃρημένου ἔ‹κ›δοσιν ἐμὴν ποιήσασθαι, τῶν γραφῶν εἰς ἀκρίβειαν ἐκπεπονημένων ὡς μήτε τι περιττεύειν ῥήματα μήτε ἐλλείπει‹ν›, ἀλλὰ μηδὲ παραγραφὴν ἁπλῆν ἢ διπλῆν, ἢ κορωνίδα προσηκό‹ν›τως τιθεμένην ἐν μέσῳ βιβλίων· τί δεῖ λέγειν περὶ στιγμῆς ἢ ὑποστιγμῆς ἃς οἶσθα τοσοῦτον δυναμένας ἐν ἀσαφέσι βιβλίοις ὥστε προσέχοντα τὸν νοῦν αὐταῖς ἐξηγητοῦ μὴ δεῖσθαι;

[15] τοιαῦτα ἦν τὰ Θεοφράστου καὶ Ἀριστοτέλους καὶ Εὐδήμου καὶ Κλύτου καὶ Φαινίου βιβλία καὶ Χρυσίπ‹π›ου τὰ πλεῖστα καὶ τῶν παλαιῶν ἰατρῶν πάντων.

[16] λυπήσει δέ σε καὶ ταῦτα μάλιστα, ὡς τῶν ἐν τοῖς καλουμένοις πίναξι [τῶν] γεγραμμένων βιβλίων ἔξωθεν εὗρόν τινα κατά [τινά] τε τὰς ἐν τῷ Παλατίῳ βιβλιοθήκας καὶ † τὰς ἐναντίω † ἃ φανερῶς ‹οὐκ› ἦν οὗπερ ἐπεγέγραπτο, ‹οὔτε› κατὰ τὴν λέξιν οὔτε κατὰ ‹τὴν› διάνοιαν ὁμοιούμεν‹α› αὐτῷ. καὶ τὰ Θεοφράστου καὶ μάλιστα τὰ κατὰ τὰς ἐπιστημονικὰς πραγματείας - [17] [ἔστιν] ἄλλα τὰ περὶ φυτῶν βιβλία κατὰ δύο πραγματείας ἐκτεταμένας ἡρμηνευμένα πάντες ἔχουσι. ἡ δ’ Ἀριστοτέλ‹ους› † σύναρμος † ἀκριβῶς ἦν εὑρεθεῖσά μοι καὶ μεταγραφεῖσα, ἡ καὶ νῦν ἀπολομένη, κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ Θεοφράστου καὶ ἄλλων τινῶν ἀνδρῶν παλαιῶν μὴ φαινόμενα κατὰ τοὺς πίνακας, τινὰ δὲ ἐν ἐκείνοις γεγραμμένα μέν, μὴ φερόμενα δ’ αὐτά. τούτων οὖν ἐγὼ πολλὰ μὲν ἐν ταῖς κατὰ τὸ Παλάτιον βιβλιοθήκαις εὗρον, τὰ δ’ † ἐναντία † κατεσκεύασα.

[18] διεφθάρη δὲ νῦν τὰ μὲν ἐν τῷ Παλατίῳ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τοῖς ἡμετέροις, τῆς πυρκαϊᾶς οὐ μόνον ταῖς κατὰ τὴν ἱερὰν ὁδὸν ἀποθήκαις λυμηναμένης ἀλλὰ καὶ πρῶτον μὲν ταῖς κατὰ τὸ τῆς Εἰρήνης τέμενος, μετὰ ταῦτα δὲ ταῖς κατὰ τὸ Παλάτιόν τε καὶ τὴν Τιβεριανὴν καλουμένην οἰκίαν, ἐν ᾗ καὶ αὐτῇ βιβλιοθήκη τις ἦν πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων βιβλίων μεστή, † τὰ δ’ ἐναντίω † διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ἑκάστοτε πιστευομένων ἐκ διαδοχῆς αὐτὰ [...] καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ ἀνέβην εἰς Ῥώμην πρῶτον ἐγγὺς ἦν τοῦ διεφθάρθαι.

[19] ταῦτ’ ἄρα καὶ κάματον ἡμῖν παρέσχεν οὐ μικρὸν ἐγγραφομένοις αὐτά· νυνὶ δὲ τελέως ἐστὶν ἄχρηστα μηδὲ ἀνελιχθῆναι δυνάμενα διὰ τὸ κεκολλῆσθαι τὰς χάρτας ὑπὸ τῆς σηπεδόνος· ἔστι γὰρ ἑλῶδές τε καὶ κοῖλον τὸ χωρίον ἐς τὰ μάλιστα, καὶ διὰ θέρους πνιγηρόν.

[20] ἴσως δέ ‹σ›ε λυπ‹ήσ›ει καὶ ἡ τῶν Ἀττικῶν ὀνομάτων καὶ ὅσα πολιτικὰ πράγματα ‹καὶ ὀνόματα πραγματεία› διττὴ μὲν οὖσα καθάπερ οἶσθα, μία μὲν ἐκ τὴς παλαιᾶς κωμωδίας, ἑτέρα δὲ ἐκ τῶν ἄνευ μέτρου γραψάντων· ἀλλὰ κατὰ τύχην γε τῆς ἑτέρας εἰς Καμπανίαν ἐκεκόμιστο τἀντίγραφα. καὶ εἴ γε μετὰ δύο μήνας ἐνεπέπρηστο τὰ κατὰ τὴν Ῥώμην, ἔφθανον ‹ἂ›ν οὖν εἰς Καμπανίαν πασῶν τῶν ἡμετέρων πραγματειῶν τὰ ἀντίγραφα.

[21] διπλᾶ γὰρ ἐγέγραπτο πάντα τὰ πρὸς ἔκδοσιν ἤδη, χωρὶς τῶν ἐν τῇ Ῥώμῃ μελλόντων μένειν, ἀξιούντων μὲν καὶ τῶν ἐν τῇ πατρίδι φίλων ἁπάσας αὐτοῖς πεμφθῆναι τὰς ὑπ’ ἐμοῦ γεγονυίας πραγματείας ὅπως ἐν βιβλιοθήκῃ δημοσίᾳ στῶσι, καθάπερ καὶ ἄλλοι[ς] τινὲς ἤδη πολλὰ τῶν ἡμετέρων ἐν ἄλλαις πόλεσιν ἔθηκαν, ἐννοοῦντος δὲ κἀμοῦ πάντων ἔχειν ἀντίγραφα κατὰ τὴν Καμπανίαν.

[22] ἦν οὖν διὰ τοῦτο διπλὰ πάντα τὰ ἡμέτερα χωρὶς τῶν ἐν Ῥώμῃ μελλόντων μένειν ὡς ἔφην.

[23a] ἡ μὲν οὖν πυρκαϊὰ τελευτῶντος ἐξεγένετο τοῦ χειμῶνος, ἐγὼ δὲ ἐνόουν ἐν ἀρχῇ τοῦ θέρους εἰς τὴν Καμπανίαν κομίσαι τά τε αὐτόθι μέλλοντα κεῖσθαι καὶ τὰ πεμφ‹θ›ησόμενα τῶν ἐ[ν]τησίων πνεόντων εἰς Ἀσίαν.

[23b] ἐνήδρευσεν οὖν ἡμᾶς ἡ τύχη πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα τῶν ἡμετέρων ἀφελομένη βιβλίων, οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ τὴν τῶν ὀνομάτων πραγματείαν ἣν ἐξέλεξα[το] τῆς παλαιᾶς κωμῳδίας ὅλης, [24a] ἧς [δ’] ὡς οἶσθα καὶ τὰ πολιτικὰ ἔφθανεν Δίδυμος τά τε γλωττηματικὰ πάντα ἐξηγήσασθαι διὰ πεντήκοντα βιβλίων, ὧν καὶ αὐτῶν ἐπιτομὴν ἐπεποιήμην ἐν ἑξακισχιλίοις στίχοις.

[24b] ἐδόκει μὲν οὖν ἡ τοιαύτη κατασκευὴ ῥήτορσί τε καὶ γραμματικοῖς εἶναι χρήσιμος ἢ οἵτινες ὅλως ἀττικίζειν βούλοιντο ‹ἤ› τινα [25] καὶ τῶν εἰς τὰ πράγματα [χρήσιμα] διαφερόντων, ὁποῖόν ἐστι καὶ τὸ παρατεθὲν ἔναγχος, εἰπόντος ‹τινὸς› ἐν Ῥώμῃ τῶν εὐδοκιμούντων ἰατρῶν οὔπω τὴν χρῆσιν εἶναι τοῦ χόνδρου κατ‹ὰ τ›οὺς Ἱπποκράτους χρόνους, διὰ τοῦτο πτισάνην αὐτὸν προκρίνειν πάντων τῶν σιτηρῶν ἐδεσμάτων ἐν τῇ διαίτῃ τῶν ὀξέων νοσημάτων, ὡς εἴ γε χόνδρος ἐγινώσκετο τοῖς Ἕλλησιν, οὐκ ἂν αὐτὸν ἕτερόν τι προελέσθαι τοῦδε.

[26] μάλιστα μὲν οὖν καὶ κατὰ τὸ περὶ διαίτης ὑγιεινὸν ὅ τινες μέν φασι αὐτοῦ εἶναι, ἔνιοι δὲ Φιλιστίωνος, ἕτεροι δὲ Ἀρίστωνος ἀνδρῶν παλαιοτάτων, εὑρίσκεται γεγραμμένος ὁ χόνδρος, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς παλαιοῖς κωμικοῖς.

[27] ἀβυδοκόμαν ἢ ἀβυρτάκην καὶ ἀλλ’ ὅσα μὴ σαφῆ τοῖς ἀκούουσιν ἦν ὥριστο κατὰ τὴν ἡμετέραν πραγματείαν - ἂ Δίδυμος ἔφθασεν ἐξηγήσασθαι καλῶς - οὑτωσί· ὄλυραι καὶ λάθυροι καὶ ὄροβοι καὶ χόνδρος τά τε ἄλλα Δημήτρια σπέρματα καὶ λάχανα καὶ ὀπῶραι καὶ θάμναι καὶ δευτερίαι καὶ θάμνοι καὶ καρποὶ καὶ βοτάναι καὶ ζῴα καὶ ἄρμενα καὶ σκεύη καὶ ὄργανα καὶ τἄλλα πολιτικὰ πράγματα καὶ ὀνόματα πάντα.

[28] τὰ μὲν οὖν [λοιπὰ] ἐκ τῆς παλαιὰς κωμῳδίας ἐξειλεγμένα τῶν τοιούτων ὀνομάτων οὐκ ἔφθασαν εἰς Καμπανίαν μετενεχθῆναι, τὰ δὲ ‹ἐκ τῶν› ἄνευ μέτρου γραψάντων ἤδη μετενήνεκτο κατὰ τὴν τύχην, ἐν βιβλίοις ὄντα τεσσαράκοντα ὀκτὼ μεγάλοις ὧν ἔνια διελεῖν ἴσως δεήσει δίχα πλειόνων ἢ τετρακισχιλίων ἐπῶν ἑξάριθμον ἐχόντων.

[29] τούτων οὖν οὐδὲν ἠνίασέ με καίτοι πολλῶν τε καὶ χρησίμων καὶ δυσπορίστων ὄντων, ὡς οὐδὲ ἡ τῶν ἡμ‹ετέρ›ων ὑπομνημάτων ἀπώλεια, διττῶν κατ’ εἶδος ὄντων· ἔνια μὲν γὰρ οὕτως ἐγεγόνει σύμμετρα ὡς καὶ τοῖς ἄλλοις εἶναι χρήσιμα, τινὰ δὲ ἐμοὶ μόνῳ καίτοι τὴν αὐτὴν ἔχοντα παρασκευὴν εἰς ἀνάμνησιν, [30] ἔπειτα αἱ κεφαλαιώδεις πλεῖσται συνόψεις πολλῶν πάνυ βιβλίων ἰατρικῶν τε καὶ φιλοσοφ‹ικ›ῶν ἀλλ’ οὐδὲ ταῦτα ἐλύπησαν.

[31] τί ποτε οὖν, φήσεις, ἔτι μεῖζον ἁπάντων τῶν εἰρημένων ἐστὶν δ’ λυπεῖν ‹ἂν› δύναιτο; καὶ δή σοι φράσω τοῦτο· γραφὰς φαρμάκων θαυμασιωτέρας ἐπεπείσμην ἔχειν οἵας οὐδεὶς ἄλλος ἐν ἁπάσῃ τῇ πρὸς Ῥωμαίους οἰκουμένῃ, τὸ μέν τι καὶ τύχης εἰς τοῦτο συ‹λ›λαμβανούσης, τὸ δέ τι κἀμοῦ συμπρο‹σ›τιθέντος.

[32] διττὴ δὲ τύχη προὐξένησέ μοι ἕκαστα κατὰ τὴν ὁδόν, ὧν ἡ μὲν προτέρα τοιάδε τίς ἐστιν· ἀνήρ τις πλούσιος τῶν παρ’ ἡμῖν ἐσπούδασεν εὑρεῖν τὴν τῶν ἀξιολόγων φαρμάκων γνῶσιν ὡς ἑκατὸν χρυσῶν ἐνίας γραφὰς ὠνεῖσθαι πλέον, ὃ‹ς› καὶ τοιοῦτον ἔργον ἐπετηδεύσατο ‹οἷον› μὴ μόνον ὅσα κατὰ τὴν Ἀσίαν ἦν εὐδοκιμοῦντα παρ’ ἑκάστῳ τῶν ‹νῦν› ἰατρῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιῶν ἐξωνήσασθαι.

[33] τούτων τῶν φαρμάκων πάντων αἱ γραφαὶ κατὰ δύο διφθέρας π‹τ›υκτὰς ἐφυλάττοντο μετὰ πάσης ἀσφαλείας ἅστινας τῶν κληρονομησάντων τις αὐτὸς φίλτατος ὢν ἐμοὶ μηδὲ αἰτηθεὶς αὐτομάτως ἔδωκεν.

[34] αὕτη μὲν ἡ προτέρα τύχη τῆς τῶν φαρμάκων εὐπορίας· τήνδε δὲ ‹τὴν› δευτέραν ἐφ‹εξ›ῆς ἄκουσον· ὡς ἐγενόμην ἐν Ῥώμη τὸ πρῶτον, ἔτος ἄγων τρίτον πρὸς τοῖς τριάκοντα, πολίτην τε καὶ συμφοιτητὴν ἐμὸν ὀνόματι Τεύθραντα διατρίβοντα κατὰ τὴν πόλιν εὗρον ὃς διεδέδεκτο τὰς Εὐμενοῦς τοῦ ἰατροῦ διφθέρας, ὄντος μὲν καὶ αὐτοῦ Περγαμηνοῦ φιλοφαρμάκου δὲ [καὶ πολυφαρμάκου] πάντων τῶν ἰατρῶν μάλιστα.

[35] καὶ αὗται δὲ αἱ διφθέραι ἐν ἑνὶ σχεδὸν ἐξ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἦσαν συνηθροισμέναι διὰ τὰς ἐπιγενομένας ἀποδημίας αὐτῷ μεθ’ ἃς ἐν Ῥώμῃ διετέλεσεν ἄχρι θανάτου. ταύτας οὖν τὰς διφθέρας ὁ Τεύθρας ἀποθανὼν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ λοιμοῦ καταβολῇ κατέλιπέ μοι μετ’ ὀλίγον χρόνον τῆς ἧς εἶπον ἀνόδου τὸ πρῶτον εἰς Ῥώμην μοι γεγονέναι.

[36] ἐκ τούτων οὖν τῶν παρασκευῶν εἴ τίς τι τῶν θαυμασίων εἶχε φαρμάκων ἐλάμβανον οὐ χαλεπῶς ἀντιδιδοὺς δύο καὶ τρία τῶν ὁμοίων.

[37] οὐ μόνον οὖν ἀπώλοντο κατὰ τὴν πυρκαϊὰν αἱ διφθέραι πᾶσαι-καὶ γὰρ καὶ τοῦτο ἔτι μικρὸν ἐνόμιζον-, ἀλλὰ πραγματεία μοι γεγονυῖα μετὰ πολλῆς ἀκριβείας ἡ περὶ συνθέσεως φαρμάκων ἐν ᾗ πῶς αὐτὸς ἄν τις συνθείη [φαρμάκων] ἐμήνυον τὰ δοκιμώτατα· καὶ μόναι φαρμάκων σῴζονται ὀλίγων γραφαὶ φθάνουσαι διδόσθαι τοῖς ἑταίροις.

[38] ἴσως ἂν οὖν φήσεις ἐπιτάττεσθαί σου τὴν ἐπιθυμίαν καὶ βούλεσθαι μᾶλλον γνῶναι πῶς ἀπολέσας τοσαύτην ποικιλίαν κτημάτων ὧν ἕκαστον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μόνον λυπηρότατον ἂν ἐγένετο τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις, οὐκ ἠνιάθην ὡς ἕτεροί τινες, ἀλλὰ πάνυ ‹ῥαδίως› ἤνεγκα τὸ συμβάν.

[39] ἐγὼ δέ σοι διττὴν ἀπόκρισιν πρὸς τοῦτο ποιήσομαι, τὴν μὲν ἑτέραν ὑπὲρ ἧς ἀναμνησθῆναί σε χρὴ πολλάκις ἀκηκοότα διερχομένου ‹ἐμοῦ› τοιούτους λόγους ὧν καὶ νῦν ἄρξομαι τῆς ἀναμνήσεως· φιλότιμος Ἀρίστιππος, οὐκ ἀρκούμενος διαίτῃ εὐτελεῖ ἀλλὰ καὶ πολυτελείαις ὄψων [ἂν] ἑκάστης ἡμέρας διδοὺς ἀργύριον ἑκάστοτε δαψιλὲς ταῖς θερμοτέραις τῶν κατ’ αὐτὸν ἑταιρῶν-ὅμως καὶ ἔτι πολλῶν δεόμενος ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος -, [40] ἀνιών ποτε ἐκ Πειραιῶς - εἰώθει ἀεὶ βαδίζειν οὐ μόνον τὰς οὕτω βραχείας ὁδούς, ἀλλὰ καὶ τὰς μακράς -, ἐπειδὴ ἐθεάσατο τὸν οἰκέτην μὴ δυνάμενον ἕπεσθαι τῷ φορτίῳ - φασκώλιον δὲ ἦν τοῦτο χρυσίων μεστόν -, ἐκέλευσεν ἀποχέαι τοσοῦτον ὡς τὸ λοιπὸν εὔφορον αὐτῷ γενέσθαι.

[41] κατὰ τὴν αὐτὴν οὖν γνώμην ἔπραξε καὶ τάδε· τέσσαρας ἔχων ἀγροὺς ἐπὶ τῆς πατρίδος ἕνα τινὰ περίστασιν τῶν πραγμάτων ἐξ αὐτῶν ἀπήλασεν ὡς λοιπὸν ἔχειν τρεῖς.

[42] ἀπαντήσας οὖν τις τῶν πολιτῶν ἕτοιμος ἦν ἐπὶ τῇ ζημίᾳ συλλυπεῖσθαι· γελάσας οὖν ὁ Ἀρίστιππος ἔφη· “τί μᾶλλον ἐμοὶ ‹σὺ› συλλυπήσῃ τρεῖς ἀγροὺς ἔχοντι τοιούτους οἷον ‹ἕνα› μόνον αὐτὸς ἔχεις ἢ ἐγώ σοι συλλυπήσομαι;” πάνυ καλῶς ἐνδεικνύμενος ὃ πολλάκις ἤκουσας παρ’ ἐμοῦ λεγόμενον ὡς οὐ χρὴ πρός τι τῶν ἀπολλυμένων ἐμβλέπειν καὶ λογίζεσθαι πῶς οἱ τρεῖς ἀγροὺς δεξάμενοι τοῦ πατρὸς οὐκ ἀνέξονται βλέπειν ἑτέρους ἔχοντας τριάκοντα·

[43] καὶ γὰρ ἐὰν τριάκοντα ἔχωσιν, ἑτέρους ὄψονται πεντήκοντα ἔχοντας· ἐὰν ‹κατὰ› ταὐτὰ πάλιν αὐτοὶ κτήσωνται τοσούτους, ἔχοντας ὄψονταί τινας ἄλλους ἑβδομήκοντα, κἂν ἐκείνους ἔχωσιν, ἄλλους θεάσονται πλείους τῶν ἑκατὸν ἔχοντας, ὥστε κατὰ βραχὺ προϊόντες ἁπάντων ἐπιθυμήσουσιν, καὶ κατὰ τοῦτο ἀεὶ πένητες ἔσονται, μὴ πληρουμένης αὐτῶν τῆς ἐπιθυμίας.

[44] ἐὰν δέ τις μὴ πόσους ἀγροὺς ἄλλος ἔχει διὰ τέλους σκοπῇ, ἀλλ’ ἤ‹δη› τοὺς ἰδίοις ἀναλώμασιν ἐξαρκοῦντας αὐτῷ, τὴν τῶν περιττωμάτων ἀπώλειαν ἀκηδῶς οἴσει.

[45] ἐὰν μὲν γάρ τις ἕνα μόνον ἔχων ἀγρὸν ἀπολέσῃ τοῦτον, ἄπορο‹ς› ἔσται παντάπασιν, ὥστε εἰκότως ἀνιαθήσεται, ἕνα δὲ ἀπολέσας ‹τις› ἐκ τῶν τεσσάρων, ἐν ἴσῳ καταστήσεται τοῖς τρεῖς ἔχουσιν ἐξ ἀρχῆς, ὥστε τούτῳ μὲν μέγα οὐδὲν μὴ λυπεῖσθαι ‹τῷ› τρεῖς ἀγροὺς ὑπολοίπους ἔχοντι, μέγα δὲ τὸ τὸν μηδὲ ἕνα κεκτημένον ἀγρὸν ἀλύπως φέρειν πενίαν ὡς ὁ Κράτης ἔφερε, καὶ διὰ τοῦτο μάλλον εἴ ‹τις› μηδὲ οἰκίαν ἔχει[ν] καθάπερ ὁ Διογένης.

[46] οὐκοῦν ἐμοὶ τί πρᾶγμα μέγα μηδ’ ὅλως ἀνιαθέντι διὰ χρημάτων ἀπώλειαν; ἦν γὰρ ἀεὶ τὰ λειπόμενα πολὺ πλέω τῶν ἱκανῶν.

[47] ἀλλὰ μᾶλλον ἄξιόν ἐστιν ἐλεήσαι τὸν ἀναλίσκοντα μὲν ‹ἐν› ἐνιαυτῷ μυρίας δραχμὰς ἐκ προσόδων μυριάδων δέκα, λυπούμενον δὲ ἐπὶ τρισμυρίων ἀπωλείᾳ· κατὰ φύσιν γὰρ ἦν μηδὲ εἰ τὰς ἀπολοίπους ἐννέα μυριάδας ἀπόλλυσιν ἑκάστοτε, μηδὲ οὕτως ἀνιᾶσθαι, τῶν γε μυρίων ἱκανῶς αὐτὸν τρεφουσῶν.

[48] ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων ἀπληστία θαυμάζεσθαι πεποίηκεν ἡμᾶς τοὺς μηδὲν θαυμαστὸν ἐργαζομένους· ἐκείνους δ’ εἴπερ ἄρα θαυμάζεσθαι προσήκει ὅσοι πάντα ἀπολέσαντες οὐδ’ ὅλως ἀνιῶνται, καθάπερ ὁ Κιτιεὺς Ζήνων, ὥς φ‹ασιν›, ἀπαγγελθείσης αὐτῷ ναυαγίας ἐν ᾗ πάντα ἀπώλεσεν· "εὖ γε ποιεῖς," εἶπεν, "ὦ τύχη, συνελαύ‹νου›σα ἡμᾶς εἰς τὸν τρίβωνα καὶ τὴν στοάν".

[49] ὥστε οὐδ’ ἐμοὶ μέγα τι πέπρακται καταφρονήσαντι παντοδαπῆς ἀπωλείας κτημάτων, ὥσπερ τὴς ἐν αὐλῇ μοναρχικῇ διατριβῆς ἣν οὐ μόνον οὐκ ἐπεθύμησα τότ’ ἔχειν, ἀλλὰ καὶ τῆς τύχης βιαίως εἰς αὐτὴν ἑλκούσης ἀντέσχον οὐχ ἅπαξ οὐδὲ δὶς ἀλλὰ καὶ πολλάκις· [50a] οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο μέγα μὴ μανῆναι τὴν μανίαν πολλῶν τῶν ἐν αὐλῇ βασιλικῇ κατ‹ολι›γορήσαντα, [50b] ἀλλὰ τὸ πάντα μὲν ἀπολέσαντα ‹τὰ› φάρμακα, πάντα δὲ ‹τὰ› βιβλία, καὶ προσέτι τὰς γραφὰς τῶν ἀξιολόγων φαρμάκων, ἔτι τε τὰς περὶ αὐτῶν ἐκδόσεις γεγονυίας ἅμα πραγματείαις πολλαῖς ἄλλαις καὶ ὧν ἑκάστη μόνη γεγονυῖα τὴν καθ’ ὅλον τὸν βίον ἱκανὴν φιλοπονίαν ἐδείκνυτο μὴ λυπηθῆναι γενναῖον ἤδη τοῦτο καὶ μεγαλοψυχίας ἐχόμενον ἐπίδειγμα πρῶτον.

[51] εἰς δὲ τὴν τοιαύτην μεγαλοψυχίαν ἤγαγέ με πρῶτον μὲν καὶ ἃ σὺ γινώσκεις αὐτός, ὡς ἂν ἐξ ἀρχῆς συναναστραφεὶς καὶ συμπαιδευθεὶς ἡμῖν [ἔφης], δεύτερον ‹δὲ› τὰ προσγινόμενα κατὰ τὴν Ῥώμην ἐξ ἐμπειρίας πραγμάτων.

[52] εὖ γὰρ ἴσθι, παιδεύει καὶ θέα πραγμάτων πολιτικῶν ἀναμιμνῄσκουσα τῶν τῆς τύχης ἔργων· ὃ γὰρ ἐποίησεν Εὐριπίδης λέγοντά πως τὸν Θησέα, παντὸς μᾶλλον ἀληθές ἐστιν· ἀκούσας δὲ τῶν ἐπῶν εἴσει·

   ἐγὼ δὲ παρὰ σοφοῦ τινος μαθὼν

   εἰς φροντίδ’ ἀεὶ συμφορὰς ἐβαλλόμην,

   φυγάς τ’ ἐμαυτῷ προστιθεὶς πάτρας ἐμῆς

   θανάτους τ’ ἀώρους καὶ κακῶν ἄλλας ὁδούς,

   ἵν’, εἴ τι πάσχοιμ’ ὧν ἐδόξαζόν ποτε,

   μή μοι νεῶρες προσπεσὸν ψυχὴν δάκῃ.

[53] ὁ μὲν οὖν σοφὸς ἀνὴρ ἑαυτὸν ἀναμιμνήσκει διὰ παντὸς ὧν ἐνδέχεται παθεῖν, ὁ δὲ μὴ σοφὸς μέν, οὖ μὴν ὥσπερ βόσκημα ζῶν, ἐκ τῶν ὁσημέραι γινομένων ἐπεγείρεταί πως καὶ αὐτὸς εἰς τὴν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων γνῶσιν.

[54] πέπεισαι δ’ οἶμαι καὶ αὐτὸς παρ’ ὅλον τὸν χρόνον, ὡς τὰς ἱστορίας ἔγραψαν οἱ τοῦτ’ ἔργο‹ν› ἔχοντες, ἥττω γεγονέναι κακὰ τοῖς ἀνθρώποις ὧν νῦν ἔπραξεν Κόμοδος ὀλίγοις ἔτεσιν, ὥστε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κἀγὼ θεώμενος ἕκαστον αὐτῶν ἐγύμνασά μου τὰς φαντασίας πρὸς ἀπώλειαν πάντων ὧν ἔχω, [55] μετὰ τοῦ καὶ αὐτὸς ἐπικλασθῆναι προσδοκήσας, ὥσπερ ἄλλοι μηδὲ ἀδικήσαντες, εἰς νῆσον πεμφθῆναι ἔρημον· ὅπου δ’ εἰς νῆσον τοιαύτην τις πεμφθῆναι προσδοκήσας ἅμ‹α› τῇ πάντων ἀπωλείᾳ τῶν ‹κτημάτων› ὧν εἶχε παρεσκεύασεν ἑαυτὸν ἀνασχέσθαι, ἦ [5] που κατά τι ἀπολέσας ‹γοῦν μη›δενὸς τῶν ἄλλων κτημάτων ἀφαιρεθείς, ‹οὐκ ἂν› ἔμελλε λυπηθήσεσθαι.

[56] ἐγὼ τοίνυν πεπειραμένος τῶν ἄλλων ἀληθέστατον εἶναι τὸν Εὐριπίδου λόγον, ἀσκεῖν παρακελεύομαι τὰς φαντασίας σου τῆς ψυχῆς μόνον οὐ καθ’ ἑκάστην καιροῦ ῥοπήν.

[57] τοῦτο δ’ οὐ δύναται προσγενέσθαι τοῖς μὴ πεφυκόσιν εὖ πρὸς ἀνδρείαν, μήτ’ ἀρίστη παιδεία χρησαμένοις, ἣν ἐμοὶ προὐξένησε τύχη τις ἀγαθή.

[58] ὥς που καὶ σὺ παιδευθεὶς σὺν ἡμῖν, οἶσθα ὁποῖον ἦν μοι πατὴρ οἵου ἐγὼ καὶ ἀναμιμνησκόμενος ‹ἑκάστο›τε βελτίων ἐμ‹αυτοῦ› τὴν ψυχὴν αἰσθάνομαι γινόμενος. οὐ γὰρ ἄλλος ἀνθρώπων τις ‹οὕτως› ἀκριβῶς ὡς καὶ οὗτος ἐτίμησε δικαιοσύνην τε καὶ σωφροσύνην καὶ δι’ αὐτὰς κἀκείνας ἔσχε φύσει τοῦτο χωρὶς τῶν ἐκ φιλοσοφίας λόγων.

[59] οὐ γὰρ ὡμίλησε φιλοσόφοις ἐν νεότητι, παρὰ τῷ πατρὶ μὲν ἑαυτοῦ, πάππῳ δὲ ἐμῷ, τὸ μὲν κατὰ τὴν ἀρετήν, τὸ δὲ κατὰ τὴν ἀρχιτεκτονίαν ἐκ παιδὸς ἀσκηθεὶς ἐν οἷς καὶ αὐτὸ ἐκείνῳ ἦν πρῶτον· ἔλεγε δὲ αὐτὸν ὁ πατὴρ τοιοῦτον βεβιωκέναι βίον ὅποιον καὶ αὐτός· ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκείνου πατέρα καὶ τὸν πάππον ὁμοίως ἔφη ‹βε›βιωκέναι, τὸν μὲν ἀρχιτέκτονα, τὸν δὲ γεωμέτρην γενόμενον.

[60] νόμιζε δὴ οὖν κἀμὲ καὶ φύσει μὲν ὅμοιον τοῖς προγόνοις ὄντα γενέσθαι τοιοῦτον καὶ μέντοι καὶ παιδευθέντα τὴν αὐτὴν αὐτοῖς παιδείαν ὁμοίαν ἐκείνοις σχεῖν διάθεσιν τῆς ψυχῆς.

[61] οἶδα δέ μου τὸν πατέρα καταφρονοῦντα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ὡς μικρῶν, ὅπερ κἀμοὶ μάλιστα νῦν γέγονεν ἐν γήρᾳ.

[62] καὶ μὴν καὶ τοὺς ἥδιστα βεβιωκότας οὐδὲν ἔσχε πλείω τῶν οἰωνῶν τούτων οὓς κατὰ ‹τὴν› τῶν Ῥωμαίων πόλιν ὁρῶμεν ὑπὸ τῶν δεσποτῶν περιαγομένους ἕνεκα τοῦ τὰς θηλείας ὀχεύειν ἐπὶ μισθῷ· τοὺς δὲ τῶν τοιούτων ἡδονῶν καταφρονοῦντας, ἀρκουμένους δὲ τῷ μήτε ἀλγεῖν μήτε λυπεῖσθαι τὴν ψυχήν, οὐδέποτε ἐπῄνεσεν ἀπομαντευόμενος μεῖζόν τι καὶ κρεῖττον ‹ὃν› τὸ ἀγαθὸν ἰδίαν ἔχειν φύσιν, οὐκ ἐν μόνῳ τῷ μήτε ἀλγεῖν μήτε λυπεῖσθαι περιγραφόμενον.

[63] ἀλλ’ ἐὰν καὶ τούτων τις ἀποχωρήσας ἐπισ‹τ›ήμην θείων καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἡγήσηται τὸ ἀγαθὸν ὑπάρχειν, ἐλαχίστου μορίου τούτου ὁρῶ τοὺς ἀνθρώπους μετέχοντας· εἰ δὲ τοῦτο ἐλάχιστον, δῆλον ὅτι καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀκριβῆ γνῶσιν οὐκ ἔχομεν·

[64] ὁ γὰρ ἐν τῷ καθόλου μὴ γινώσκων ὅποια τά τε θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα πράγματά εἰσιν, οὐδ’ ἐν τῷ κατὰ μέρος, οὐδ’ ἐπιστημονικῶς τι ἑλέσθαι καὶ φυγεῖν δύναται. καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ πολιτεύεσθαι καὶ προνοεῖν ἀνθρώπων ὑπέλαβον χαλεπὸν ἅμα τῷ μηδ’ ὠφελουμένους τι τοὺς πολλοὺς ὁρᾶν ὑπὸ τῆς τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀνδρῶν σπουδῆς.

[65] ἐν τούτῳ τρεφόμενος ἀεὶ τῷ λογισμῷ μικρὰ πάντα εἶναι νομίζω. καὶ σχολὴν καὶ ἄρμενα καὶ φάρμακα καὶ βιβλία καὶ δόξαν καὶ πλοῦτον ‹πῶς ἂν› ἄξια σπουδῆς ὑπολάβοιμι; τῷ δ’ ἡγουμένῳ μικρὰ πάντα εἶναι, τί ἂν ἐπὶ τούτοις ἀπό τε αὐτῶν εἴη φροντίς; [66] ἀκόλουθον γάρ ἐστι τῷ μὲν ὑπολαβόντι μεγαλεῖα ἐστερῆσθαι, λυπεῖσθαί τε καὶ φροντίζειν ἀεί, τῷ δὲ σμικρῶν ἀεὶ διὰ τέλους καταφρονοῦντι, ‹μηδέποτε λυπεῖσθαι›.

[67] ὅτι δὲ ἕκαστον ὧν εἶπον σμικρῶν εἶναι οὐχ ἁπλῶς ἀπεφηνάμην ἀλλὰ μετὰ πολλῆς ‹ἀκριβείας› εἴσει τὰ γεγραμμένα μοι περὶ τούτων ἑκάστου διελθὼν ἃ εὑρήσει‹ς· ἀλλὰ› μὰ τοὺς θεοὺς οὐδὲ αὐτὰ μετὰ σπουδῆς, οὐδὲ ὡς μέγα τι πράττων, ἀλλ’ ἐν παιδιᾶς μο‹ίρᾳ› συνέθηκα.

[68] τὴν γὰρ ἀοχλ‹ησ›ίαν τινὲς ἀγαθὸν νομίζουσιν εἶναι δ’ οὔτε ἐμαυτὸν οὔτε ἄλλον ἄνθρωπον οὔτε ζῳόν τι φέρον οἶδα· πάντα γὰρ ἐνεργεῖν ὁρῶ βουλόμενα καὶ κατὰ σῶμα καὶ κατὰ ψυχήν· ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ διὰ πολλῶν ὑπομνήσεων ἐπεστησάμην ἐν ἄλλοις τέ τισι κἀν τῷ κατ’ Ἐπίκουρον.

[69] τελείως μὲν οὖν ‹οἶμαι› ἀποκρίνασθαί σοι πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἣν ἐποιήσω περὶ τῆς ἀλυπ[ησ]ίας, ἀτὰρ οὖν ἡγοῦμαι διορισμόν τινα προσθεῖναι.

[70] τάχα γὰρ οἴει με, καθάπερ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων ὑπέσχοντο μηδ‹έποτε› μηδὲ νῦν λυπηθήσεσθαι τῶν [φιλο]σόφων, οὕτως καὶ αὐτὸν ἀποφαίνεσθαι καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ φὴς ἑωρακέναι με μηδέποτε λυπούμενον.

[71] ἐγὼ δὲ εἰ μέν τίς ἐστιν τοιοῦτος σοφὸς ὡς ἀπαθὴς εἶναι τὸ πᾶν, οὐκ ἔχω λέγειν, τοῦ δ’ αὐτὸς εἶναι τοιοῦτος ἀκριβὴ γνῶσιν ἔχω· χρημάτων μὲν γὰρ ἀπωλείας καταφ‹ρ›ονῶ μέχρι τοῦ μὴ πάντων ἀποστερηθεὶς εἰς νῆσον ἐρήμην πεμφθῆναι, πόνου δὲ σωματικοῦ μέχρι τοῦ μὴ καταφρονεῖν ἐπάγ[γελ]εσθαι τῷ Φαλάριδος ταύρῳ.

[72a] λυπήσει δέ με καὶ πατρὶς ἀνάστατος γενομένη καὶ φίλος ὑπὸ τυράννου κολαζόμενος ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα.

[72b] καὶ θεοῖς εὔχομαι μηδέν μοι τούτων συμβῆναί ποτε· καὶ διότι μέχρι τοῦ δεῦρό μοι μηδὲν τοιοῦτον συνέβη, διὰ τοῦτο ἄλυπόν με τεθέασαι.

[73] θαυμάζω δὲ Μουσόνιον ἑκάστοτε λέγειν εἰθισμένον, ὥς φασι, ὦ Ζεῦ, πέμπε περίστασιν. ἐγὼ δὲ τουναντίον εὔχομαι διὰ παντός, ὦ Ζεῦ, μηδεμίαν μοι πέμψῃς περίστασιν ἀνιᾶσαί με δυναμένην.

[74] οὕτω δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ σώματος ὑγείας εὔχομαι διὰ παντὸς ὑγιαίνειν αὐτὸ βουλόμενος ‹ἀλλ’› οὐ καταγείσης τῆς κεφαλῆς ἐπιδείξασθαι καρτερίαν· ἀσκεῖν ‹δ’› ἀξιώσας τὰς φαντασίας εἰς ἅπαν δεινόν, ὡς μετρίως ἐνεγκεῖν αὐτό, περιπεσεῖν [δὲ] οὐκ ἂν εὐξαίμην οὐδενὶ τῶν λυπῆσαί με δυναμένων.

[75] αἰσθάνομαι γὰρ ἀκριβῶς ἐγὼ παρακολουθῶν τῇ ποιότητι τῆς ἐμῆς ἕξεως ἣν ἔχω κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν· οὔκουν οὔτε τι τῶν ἔξωθεν αἰτίων τηλικοῦτόν τι γενέσθαι βουλοίμην ‹ἂν› ὡς διαφθεῖραί μου τὴν ὑγείαν, οὔτε περίστασιν ἰσχυροτέραν τῆς κατὰ τὴν ἐμὴν ψυχὴν ἕξεως.

[76] οὐ μὴν ἀμελῶ γε τῆς εὐεξίας αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ παντὸς ὅση δύναμις ἐμοὶ ᾖ, ῥώμην ἀμφοτέροις ἐντεθῆναι πειρῶμαι τοσαύτην ὡς ἀντέχειν δύνασθαι τοῖς λυποῦσιν αὐτά. καὶ γὰρ εἰ μήτε τὸ σῶμα τὴν Ἡρακλέους ῥώμην ἕξειν ἐλπίζω μήτε τὴν ψυχὴν ἣν ἔνιοί φασι ὑπάρχειν τοῖς σοφοῖς, βέλτιον εἶναι νομίζω μηδεμίαν ἄσκησιν ἑκόντα παραλιπεῖν.

[77] ἐπαινῶ γὰρ πάνυ τὸ Θησέως ὅ‹σ›περ ὑπὲρ Εὐριπίδου κατὰ τάδε τὰ ἔπη φησίν·

   ἐγὼ δὲ παρά τινος σοφοῦ μαθὼν

   εἰς φροντίδ’ ἀεὶ συμφορὰς ἐβαλλόμην,

   φυγάς τ’ ἐμαυτῷ προστιθεὶς πάτρας ἐμῆς

   θανάτους τ’ ἀώρους καὶ κακῶν ἄλλας ὁδούς,

   ἵν’, εἴ τι πάσχοιμ’ ὧν ἐδόξαζόν ποτε,

   μάτην ‹νεῶρες› προσπεσὸν ψυχὴν δάκῃ.

[78a] καὶ μόνην γε ταύτην εὑρίσκω πρὸς τὰς ἀνιαρὰς περιστάσεις.

[78b] οὐ μὴν ὑπεράνω πασῶν εἰμι καὶ διὰ τοῦτο τοῖς συνήθεσιν ἑκάστοτε λέγειν πειρώμενος, ὡς οὐδὲν οὐδέποτε ἐπαγγειλάμενος ἱκανὸς εἶναι ποιεῖν ὃ καὶ μὴ διὰ τῶν ἔργων ἐπεδειξάμην, ὅτι χρημάτων μὲν ἀπώλειας ἁπάσης καταφρονῶ μέχρις ἂν ὑπολείπηται τοσαύτη κτῆσις αὐτῶν ὡς μήτε πεινῆν μήτε ῥιγοῦν ‹μήτε διψᾶν› [τὸ γὰρ διψῆν ὑπάρχει καὶ αὐτὸ τούτοις ἕπεσθαι], ἀλγημάτων δὲ μέχρις ἂν ἐπιτρέπηταί μοι καὶ [τοῦ]τὸ δύνασθαι διαλεχθῆναι φίλῳ καί τινος ἀναγινώσκοντός μοι βιβλίον ἕπεσθαι τοῖς λεγομένοις [79a] - ὁ γὰρ ἰσχυροὶ πόνοι τούτων ἡμᾶς στερίσκουσι -· ἀγαπᾶν δὲ ‹δεῖ› ἐν αὐτοῖς εἴ τις καρτερίαν ἐπιδείξασθαι ἐδυνήθη.

[79b] τὰ δ’ ἄλλα γεγραφὼς εἰς ἀλυπ[ησ]ίαν συνεβούλευσα περιττά σοι λέγειν ὃν ἐξ ἀρχῆς οἶδα καὶ φύσει καὶ παιδείᾳ τοῖς εὐτελέσιν ἐδέσμασι καὶ ἱματίοις ἀεὶ χρώμενον, ἀφροδισίων τε ἐγκρατέστατον οἷς οἱ δουλεύοντες ἀναγκάζονται δεῖσθαι χρημάτων πλειόνων, [80] εἴτε δὲ μὴ πλουτοῦσι, πρῶτον οἰμώζουσι καὶ στένουσι μεθ’ ἡμέραν καὶ νύκτα, εἴτ’ ἐξ ὧν ‹οὐκ› ἀπορήσουσιν ὡς ἐμπιπλάναι τὰς ἐπιθυμίας σκοπούμενοι, δι’ ὅλων τῶν νυκτῶν ἀγρυπνεῖν ἀναγκάζονται, καὶ μὴ τυχόντες μὲν αὐτῶν ὠρύονται, τυχόντες δὲ οὐκ ἐμπίπλανται, τοῦτο δὲ τῷ μοχθηροτέρῳ βίῳ περιπίπτουσι ταῖς ἀπλήστοις ἐπιθυμίαις.

[81] προσγίνονται τίνες οὖν οὐχ ὡς οἱ πολλοὶ λυποῦνται; οἳ μετρίως ἅπτονται τιμῆς καὶ πλούτου καὶ δόξης καὶ δυνάμεως πολιτικῆς, ὧν [γὰρ] ἂν τούτων εὑρεθῇ τις ἀμέτρως, κακοδαιμονέστατα βιοῦν ἀναγκάζεται, ψυχῆς μὲν ἀρετὴν μηδὲ τὴν ἀρχὴν ὅλως τίς ἐστιν ἐπιστάμενος, αὐξήσας δὲ τὰς ἐν αὐτῇ κακίας ἅμα τῷ λυπεῖσθαι διὰ παντὸς ὡς ἂν οὗ προὔθετο τυχεῖν οὐ δυνάμενος·

[82] αἱ γάρ τοι μέγισται τῶν ἐπιθυμιῶν ἀπλήρωτον ἔχουσι τὸν σκοπόν, ὥστε οὐδεὶς ‹ἂν› πιστεύσειε κατὰ φύσιν διακείμενος ὥσπερ οὐδὲ τῷ ποτε πιστεύοντι.

[83] ἀλλ’ ἡ πεῖρα καὶ τῶν ἀπροσδοκήτων διδάσκαλος γίνεται· καί τινος ἐτόλμησα πυθέσθαι τὰς μυριάδας μὲν ἔχοντος, ἑπτακισχιλίους ἢ πλείονας, οὔτε δὲ κοινωνοῦν‹τος› ὧν εἶχεν ἑτέροις, οὔτ’ ἀπολαβόντος· ὁ δὲ ἀπεκρίνατο· καθάπερ τὰ τοῦ σώματος μόρια διαφυλάττομεν, οὔτω χρῆναι καὶ τὰ χρήματα διαφυλάττειν ἑκάστῳ.

[84] ὀργισθεὶς ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ ἀνδρός, ὑπηγόρευσα χωρισθεὶς ὥσπερ εἴωθα βιβλίον περὶ τῶν φιλοχρημάτων πλουσίων ὃ καὶ αὐτὸ σοὶ πέπομφα.

τέλος Γαληνοῦ περὶ ἀλυπ[ησ]ίας.





Έλσα Νικολαΐδου

Δρ Φιλοσοφίας ΑΠΘ

Καθηγήτρια Φιλοσοφίας

 στο ιδιωτικό αγγλικό σχολείο


ΠΗΓΗ




0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top