Πρίν τό ἁμάρτημά τους, ὁ Ἀδαμ καί ἡ Εὔα κατανοοῦσαν τήν πραγματικότητα με ταυτόσημο τρόπο, καθώς ὅλες οἱ δυνάμεις τους καί ὅλες οἱ αἰσθήσεις τους ἦταν πλήρως σύμφωνες πρός τόν Ἕνα Θεό καί ἀντιλαμβάνονταν καθετί σύμφωνα μ' Αὐτόν.
Ὅπως οἱ αἰσθήσεις, ἔτσι καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀνθρώπινου σώματος στην παραδείσια κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, λειτουργοῦσαν σύμφωνα μέ τούς ἀληθινούς φύση και σκοπό, πού εἶναι νά ἐνεργοῦν κατά Θεό καί νά λειτουργοῦν μέ τήν προοπτική τῆς θέωσης. Οφείλουν λοιπόν νά ἀσκοῦνται στον ἐν Χριστῷ ἀνακαινισθέντα ἄνθρωπο, όπως παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Παρακαλῶ ὑμᾶς, διά τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τά σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, άγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 12,1).
Σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη τά χέρια ἔχουν ὡς λειτουργία «τήν τῶν ἀναγκαίων ἐνέργειαν καί ἔκτασιν τῆς πρός τόν Θεόν εὐχῆς»[1], καθώς ἐπίσης νά ὑπηρετοῦν τό θεῖο θέλημα και να πράττουν τό δίκαιο. Παρόμοια, ἡ φυσιολογική λειτουργία τῶν κάτω ἄκρων εἶναι νά ἐπιτρέπουν στόν ἄνθρωπο νά κινεῖται γιά νά ὑπηρετεῖ τό Θεό καί νά ἐπιτελεῖ τό ἀγαθό[2]. Σ' ὅ,τι ἀφορᾶ τή γλώσσα, ἡ ἐντελέχειά της εἶναι νά ἐκφέρει τό λόγο τῆς ἀλήθειας καί νά ὑμνεῖ διαρκῶς τή δόξα του Δημιουργού. Κάθε ὄργανο τοῦ σώματος ἐνεργεῖ κατά φυσιολογικό και υγιή τρόπο, ὅταν λειτουργεῖ «κατά Θεόν» καί κινεῖται γιά τό Θεό: ἡ καρδιά ὅταν ὑπηρετεῖ τό κέντρο τῆς προσευχῆς καί ὅταν πάλλει γιά τό Θεό στην προσευχή· οἱ πνεύμονες ὅταν τή ρυθμίζουν...
Συνοπτικά, τό σῶμα εἶναι ὑγιές πνευματικά, ὅταν μέ ὅλες τίς ἐνέργειες καί τίς δραστηριότητές του τείνει πρός τό Θεό καί καθίσταται ἔτσι «ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α ́ Κορ. 6,19), ὅταν ἔχει «τάς αισθήσεις [...] εὐτάκτους»[3], όταν όλα του τά όργανά του γίνονται μέσα ὥστε νά ζεῖ ἐνάρετα, δρόμοι για τη θεωρία τοῦ Θεοῦ καί ἐργαλεῖα γιά τήν ἕνωση μαζί Του.
Μὲ τὸ ἁμάρτημα, ἡ τάξη αὐτή ἀνατρέπεται. Ὁ ἄνθρωπος, ἀποστρεφόμενος πλήρως τό Θεό, ἐκτρέπει τίς αἰσθήσεις του καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ σώματός του ἀπό τήν ἐντελέχειά τους, γιά νά τά στρέψει παρά φύση πρός τόν αἰσθητό κόσμο. Κατ' αὐτό τόν τρόπο λοιπόν αισθήσεις καί ὄργανα, «διεσκορπισμέν[α]» καί «λελυμένα»[4], καθίστανται ἀσθενή[5]. Ὁ ἄνθρωπος, τόσο στό ἐπίπεδο τοῦ σώματος, ὅσο καί σέ αὐτό τῆς ψυχῆς, βρίσκεται ἀλλοτριωμένος καί ἀποξενωμένος σέ μιά πεπτωκυία φύση, αντίθετη πρός τή θεμελιώδη καί ἀληθινή φύση του. Ὁ Ἅγιος Μακάριος λέγει, ὅτι ὅταν ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται στον «παλαιόν ἄνθρωπον», «Τον ονομάζει τέλειο, έχοντας μάτια απέναντι σε μάτια, κεφάλι απέναντι σε κεφάλι, αυτιά απέναντι σε αυτιά, χέρια απέναντι σε χέρια, πόδια απέναντι σε πόδια. Διότι ο Πονηρός μόλυνε και καταρράκωσε ολόκληρο τον άνθρωπο, ψυχή και σώμα· και έντυσε τον άνθρωπο παλαιό και ακάθαρτο άνθρωπο, ακάθαρτο και εχθρικό προς τον Θεό, που δεν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού […], ώστε ο άνθρωπος να μη βλέπει πλέον όπως θέλει, αλλά να βλέπει πονηρά και να ακούει πονηρά, και να έχει πόδια που τρέχουν στην κακία και χέρια που εργάζονται την ανομία και καρδιά που συλλογίζεται πονηρά.[6]».
Ἀντί οἱ αἰσθήσεις να προσφέρουν στο νοῦ ὑλικό γιά τήν πνευματική θεωρία των ὁρατῶν κτισμάτων, τοῦ προσφέρουν ὡς προσχήματα ἕνα πλῆθος «ἐνύλων καί ματαίων λογισμῶν»[7]. Αντί νά ὑποταχθοῦν στό νοῦ καί νά συμβάλλουν στήν ἄνοδό του πρός τό Θεό, τόν ἕλκουν[8] καί τόν καταβιβάζουν πρός τόν αἰσθητό κόσμο, θεωρούμενο καθεαυτό· ἐπιπλέον οἱ αἰσθήσεις ἀποξενώνουν καί ὑποδουλώνουν τη διάνοια στόν αἰσθητό κόσμο[9] καί συνεπῶς τῆς φράζουν την πρόσβαση στα πνευματικά. Μ' αὐτή τήν ἔννοια, ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος μιλάει γιά τήν «ἀσθένειαν τῶν αἰσθήσεων[10].
Αντί νά διακονοῦν τό Θεό καί νά ἐπιτελοῦν τό θέλημά Του, οἱ αἰσθήσεις καί τά ὄργανα του σώματος τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου αναλαμβάνουν τήν ὑπηρεσία τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν του καί τοῦ χρησιμεύουν γιά νά διαπράττει τήν ἁμαρτία καί νά ὑποθάλπει τά πάθη του[11]. Τά χρησιμοποιεῖ σε πρώτη φάση γιά νά λάβει τήν ἀπόλαυση τῶν αἰσθητῶν, τήν ὁποία ἀναζητεῖ. Ἔτσι χρησιμοποιεῖ τοὺς ὀφθαλμούς του «πονηρῶς»[12], ὥστε νά προσφέρει αἰσθητά αντικείμενα στη σφοδρή ἐπιθυμία του καί νά τ' ἀπολαύσει μέ τό βλέμμα του. Χρησιμοποιεῖ τά ὦτα του, επίσης «πονηρῶς»[13] παρόμοια, γιά ν' ἀκούει πονηρούς λόγους και ν' ἀπολαμβάνει τά ἀκούσματα αὐτά, γιά νά προσέχει μάταιους καί ἀνωφελεῖς λόγους καί νά ψυχαγωγεῖ ἐκεῖ τό πνεῦμα του. Η γεύση τίθεται στην ὑπηρεσία τοῦ πάθους τῆς γαστριμαργίας. Η όσφρηση δια στρέφεται «εἰς ὀσμῶν ἐρωτικῶν ποικιλίας[14] (Σ.τ.μ.: ποικιλία ἐρωτικῶν ἀρωμάτων]». Η αφή παραδίδει το όργανό της σε πολλά πάθη. Οἱ γνωστικές δυνάμεις ἀποστρέφονται τό Θεό καί παύουν νά ἑρμηνεύουν τό δεδομένο τῶν αἰσθήσεων σύμ φωνα μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος, μή άντιλαμβανόμενος πλέον στά ὄντα τίς θεῖες ἐνέργειες, πού ὁρίζουν τήν αὐθεντική φύση τῶν ὄντων, χάνει τήν ὀρθή καί ἀντικειμενική αντίληψή τους, αυτή δηλαδή που συνάδει μέ τήν ἴδια τήν πραγματικότητα τῶν ὄντων, τήν ἀντίστοιχη και ἐπαρκή πρός τήν ἀλήθειά τους. Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος διαπιστώνει ὅτι σχεδόν το σύνολο αὐτῶν, πού βλέπουμε, το βλέπουμε διαφορετικά ἀπ' αὐτό πού εἶναι[15]. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τά ὄντα σε συνάρτηση μέ τίς αἰσθητές ἐπιθυμίες του, ἐνῶ τά τοποθετεῖ, τά διατάσσει, τούς δίνει νόημα και ἀξία σε συνάρτηση μέ τά πάθη του. Από τότε ἡ ἀντίληψη γίνεται ὑποκειμενική καί ποικίλλει τόσο, πού δέ συμφωνεῖ πιά μέ τήν ἴδια τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων στά ὁποῖα ἀναφέρεται. Συνιστᾶ πλέον μία προβολή τῆς πεπτωκυίας συνείδησης τοῦ καθενός καί μεταβάλλεται ἀνάλογα μέ τή μορφή, την κατανομή καί τή βαθμίδα τῶν ἐμπαθῶν ἐπιθυμιῶν. Τό γεγονός ὅτι, παρά τις διαφορές αὐτές, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ γενικά νά θεωροῦνται ὅτι ἀντιλαμβάνονται τήν πραγματικότητα μέ τίς αἰσθήσεις τους περίπου κατά τόν ἴδιο τρόπο, δέ σημαίνει καθόλου ὅτι ἡ ἀντίληψή τους εἶναι ἀντικειμενική. Απλά ὑποδηλώνει τή συμφωνία διαφορετικῶν ὑποκειμενικοτήτων, πού μοιράζονται μιά κοινή πτώση καί τό θεμελιώδη ἑνιαῖο χαρακτήρα τῶν παραμορφώσεων, πού ὑφίστανται οἱ κληρονόμοι τοῦ Ἀδάμ μέσω τῆς δύναμης τῆς ἀντίληψης.
Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τά ὄργανα τοῦ σώματος ἔχουν ἐκτραπεῖ ἀπό τόν ἀρχικό τους προορισμό, τη φυσιολογική τους λειτουργία καί ἀρχίζουν να συμπεριφέρονται παθολογικά. Εκθέτοντας τις συνέπειες του προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ὁ Ἀθανάσιος ὁ Μέγας ἐξηγεῖ πώς ἡ ψυχή ἔκανε ὅλες τίς σωματικές λειτουργίες νά ἐνεργήσουν ἀντίστροφα: «Γι’ αυτό και, κινώντας τα χέρια προς το αντίθετο, τα έκανε να φονεύουν»· μετέστρεψε τα αναπαραγωγικά όργανα «στο να μοιχεύουν αντί για τη νόμιμη τεκνογονία· και τη γλώσσα, αντί για λόγια ευλογίας, σε βλασφημίες, ύβρεις και επιορκίες[16], και τα χέρια πάλι στο να κλέβουν και να χτυπούν τους συνανθρώπους[17]· και τα πόδια σε ταχύτητα για να χύνουν αίμα (Ψαλμ. 13,3)[18]· και την κοιλιά σε μέθη και σε αχόρταγο κορεσμό· όλα αυτά είναι κακία και αμαρτία της ψυχής. Και αιτία αυτών δεν είναι καμία άλλη, παρά η αποστροφή από τα ανώτερα.[19]». Στό ἴδιο πνεῦμα κινούμενος ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προτρέπει: «Ας έρθουμε στα δικά μας μέλη· διότι και αυτά θα τα βρούμε αίτια απώλειας, αν δεν προσέχουμε, όχι εξαιτίας της δικής τους φύσης, αλλά εξαιτίας της δικής μας ραθυμίας.[20]». Λειτουργώντας λοιπόν παρά φύση, οἱ αἰσθήσεις καί τά ὄργανα του σώματος ἐνεργοῦν ἀνόητα, χωρίς φρόνηση. Ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος ὁμιλεῖ γιά τήν «ἀλογίαν» τῶν αἰσθήσεων[21]. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ύπογραμμίζοντας τήν ἐμπλοκή τῆς ψυχῆς σ' αὐτή τήν παρεκτροπή, γράφει: «Όπως όταν ένας ηνίοχος, ανεβαίνοντας στα άλογα μέσα στο στάδιο, αδιαφορήσει για τον στόχο προς τον οποίο πρέπει να κατευθύνεται και, αφήνοντάς τον στην άκρη, τρέχει απλώς το άλογο όσο πιο γρήγορα μπορεί και μάλιστα όπως θέλει, τότε πολλές φορές πέφτει πάνω σε όσους βρίσκει μπροστά του και άλλες φορές το ρίχνει ακόμη και σε γκρεμούς, παρασυρόμενος όπου τον οδηγεί η ορμή των αλόγων, νομίζοντας ότι, αφού τρέχει, δεν έχει χάσει τον στόχο· γιατί κοιτά μόνο το τρέξιμο και δεν βλέπει ότι έχει βγει έξω από τον στόχο· έτσι και η ψυχή, όταν εγκαταλείψει τον δρόμο προς τον Θεό και χρησιμοποιεί τα μέλη του σώματος με τρόπο που δεν ταιριάζει ή μάλλον παρασύρεται και η ίδια μαζί τους από τον ίδιο της τον εαυτό, αμαρτάνει και δημιουργεί το κακό για τον εαυτό της.»[22]».



[1]  Πρβλ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Ελλήνων, 4. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-Δαίμονες, 2, PG 49, 261. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ἐπιστολή πρός τέκνα, 14. ΣΕΡΑΠΙΩΝ ΘΜΟΥΕΩΣ, Πρός μονάζοντας, 10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 20.

[2] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-Δαίμονες, 22, PG 49, 261. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ἐπιστολή πρός τέκνα, 14. ΣΕΡΑΠΙΩΝ ΘΜΟΥΕΩΣ, Πρός μονάζοντας, 10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 20.

[3] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.

[4] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 60.

[5] Ὁ Ἅγιος ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ ὁμιλεῖ ρητά γιά τήν «ἀσθένειαν τῶν αἰσθήσεων» (Λόγος, 23) [la maladie des sens], καί τήν ἀνάγκη τοῦ νοῦ τοῦ πεπτωκότα ἀνθρώπου να κατευνάσει τίς αἰσθήσεις καί νά τίς θεραπεύσει ἀπό τή νόσο (Λόγος, 30). Στόν Ασκητικό λόγο 1, ὁμιλεῖ καί πάλι γιά τήν «ἀσθένειαν τῶν αἰσθήσεων» [la maladie des sensations].

[6]  ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 2, 2.

[7] Πρβλ. ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 53.

[8] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 23.

[9]  Γιά τό λόγο αυτό, ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ ὁμιλεῖ περί «δουλείας τῶν αἰσθήσεων» (Κεφάλαια πρακτικά, 20).

[10]  ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 1.

[11] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 50, PG 90, 472-473. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 1.

[12] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 2, 2.

[13] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 2, 2.

[14] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά ἑλλήνων, 5.

[15] ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΙΛΑΝΟΥ, De bono mortis, 10.

[16] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Ελλήνων, 5. Βλέπε και: Πράξ. 6, 17. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Δαίμονες, 2, PG 49, 261.

[17] Ο συγγραφέας τῶν Παροιμιῶν ὁμιλεῖ πάλι γιά «χεῖρας ἐκχεούσας αἷμα δικαίου» (Παροιμ. 6, 17). Πρβλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 2, 2.

[18] Οἱ Παροιμίες ὑπενθυμίζουν με γενικότερο τρόπο τους «πόδας ἐπισπεύδοντας κακοποιεῖν» (Παροιμ. 6, 18). Πρβλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 2, 2.

[19] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Ελλήνων, 5.

[20] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-Δαίμονες, 2, PG 49, 261.

[21] ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά, 6.

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top