Ἂν σήμερα οἱ σαλιοφοβικοὶ σᾶς ζαλίζουν μὲ τὴ μικροβιοφοβία τους (οἱ ἴδιοι ποὺ 2 μῆνες πρὶν ἔτρωγαν ἄφοβα ἀπὸ τὶς κοινὲς ἀριστερὲς σαλάτες δίχως νὰ ζητᾶν πιστοποιητικὸ ὑγείας, καὶ ἔκαναν τὰ μυκονιάτικα πάρτυ τους), καὶ θὰ κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ ἀπαγορευτεῖ ἡ θεία κοινωνία, παλιότερα ἄρχιζαν τὶς κοινωνιολογίες τῆς πλάκας. Παλιότερα, δὲν ἐννοῶ μόνο τὸν Πορφύριο, ἕνα τάχα περισπούδαστο κείμενο τοῦ ὁποίου παραθέτω, ἀλλὰ καὶ σύγχρονούς μας ποὺ ἐπαναλάμβαναν τὸν Πορφύριο ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τους. Ὁ Πορφύριος, ἐστὲτ πλατωνικός, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ἡ ὕλη ἁγιάζεται, γιατὶ στὴν πλατωνικὴ-πλωτινικὴ φιλοσοφία ἡ ὕλη εἶναι κακό. Δὲν ἀνέχεται ὁ Θεὸς νὰ  λαμβάνει σχῆμα ἀνθρώπινο, καὶ τοῦ σηκώνεται ἡ τρίχα κάγκελο. Δὲν εἶναι ὁ «κανιβαλισμὸς» τὸ πρόβλημά του. 2.000 χρόνια τώρα, τὸ πρόβλημά τους εἶναι ὁ Χριστός.


Έγραφε στὸ ἔργο ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ:

«Πολυσυζητημένη εἶναι ἐκείνη ἡ φράση τοῦ διδασκάλου [= τοῦ Χριστοῦ] ποὺ λέει «Ἂν δὲ φᾶτε τὴ σάρκα μου καὶ δὲν πιεῖτε τὸ αἷμα μου, δὲν μπορεῖτε νὰ ἔχετε ζωὴ μέσα σας». Αὐτὸ δηλαδὴ δὲν εἶναι πραγματικὰ κτηνῶδες καὶ παράλογο, ἀλλὰ πιὸ παράλογο ἀπ’ ὅλους τοὺς παραλογισμοὺς καὶ πιὸ κτηνῶδες ἀπ’ ὅλες τὶς κτηνωδίες, νὰ δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος ἀνθρώπινη σάρκα καὶ νὰ πίνει τὸ αἷμα μελῶν τῆς φυλῆς του καὶ τοῦ γένους του, καὶ κάνοντας αὐτὸ νὰ ἔχει αἰώνια ζωή. Ποιὰν ἄλλη ἄθλια καινοτομία σκέπτεστε νὰ φέρετε, περισσότερο ἀνίερη ἀπὸ αὐτὴ τὴ μιαρὴ πράξη; Δὲν ἀντέχεις νὰ τὸ ἀκοῦς –δὲν ἐννοῶ τὴν ἴδια τὴν πράξη ἀλλὰ οὔτε κἂν τὴ μνεία τοῦ ἀνόσιου καὶ ξενικοῦ αὐτοῦ νεοτερισμοῦ. Οὔτε κἂν τὰ φαντάσματα των Ἐρινυῶν δὲν ἀποκάλυψαν ποτὲ κάτι τέτοιο σὲ κείνους ποὺ ἀκολουθοῦσαν ἕναν ἐξωπραγματικὸ τρόπο ζωῆς … Τὸ δεῖπνο τοῦ Θυέστη, μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, ὀφειλόταν στὴ λύπη ποὺ ἤθελε νὰ τοῦ προκαλέσει ὁ ἀδερφός του […] Μέσα σὲ εἰρηνικὴ ζωὴ ὅμως κανεὶς ποτὲ δὲν ἑτοίμασε τέτοιο τραπέζι οὔτε κανεὶς πῆρε ἀπὸ δάσκαλο τέτοιο ἀπεχθὲς μάθημα. Ἀκόμα κι ἂν δεῖς τὶς ἱστορικὲς πηγὲς γιὰ τὴ Σκυθία, ἂν μελετήσεις τοὺς Μακρόβιους Αἰθίοπες ἢ ταξιδέψεις στὸν Ὠκεανὸ ποὺ ζώνει τὴ γῆ, θ’ ἀκούσεις γιὰ ἀνθρώπους ποὺ τρῶνε ψεῖρες καὶ ρίζες, ποὺ τρέφονται μὲ Ἑρπετὰ καὶ ποντίκια ἀλλὰ ἀπέχουν ἐντελῶς ἀπὸ τὴ βρώση ἀνθρώπινης σάρκας. Τί ἐννοεῖ λοιπὸν ὁ λόγος αὐτός; Ακόμη καὶ ἄν, ἀλληγορικὰ ἑρμηνευόμενος, ἔχει κάποια πιὸ μυστικὴ καὶ ὠφέλιμη ἔννοια, ὡστόσο ἡ ὀσμὴ τῆς φράσης, ποὺ χώνεται μέσα μας ὅταν τὴν ἀκοῦμε, ἐξαχρειώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ταράζει μὲ τὸ ἀηδιαστικό της περιεχόμενο, ἐνῶ καταστρέφει ὁλόκληρη τὴ μυστικὴ σημασία καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο να]πέφτει σὲ σκοτοδίνη μὲ τὴ συμφορὰ ποὺ περιγράφει. Οὔτε κἂν τῶν ἄλογων ζώων ἡ φύση δὲν ἀντέχει τέτοια πράξη ποτέ, ἀκόμα καὶ μέσα σὲ σκληρὴ καὶ ἀβάσταχτη πείνα –ποτὲ ὁ σκύλος δὲν θὰ βάλει στὸ στόμα του σάρκα σκύλου […] Ἔχω τὴ γνώμη, συνεπῶς, ὅτι ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς ἀλλὰ καὶ ὁ Ματθαῖος ἀκόμη δὲν κατέγραψαν τὸν λόγο αὐτόν».


0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top