π. Νικολάου Δημαρά

Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί τόν Μέγα Βασίλειο καί ἡ συμφωνία ὅλων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Τό γνωμικόν θέλημα κατά τόν Ἅγιον Μάξιμον.
Στήν πραγματικότητα, τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ δέν εἶναι καθόλου ἕνα φιλοσοφικὸ πρόβλημα, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ ποτὲ νά λυθεῖ στό οὐδέτερο ἐπίπεδο μιᾶς θεωρίας τῆς ὑπάρξεως. Ἀκόμα, δέν εἶναι ἕνα καθαρὰ ἠθικό πρόβλημα καί γιαὐτό κανεὶς δέν μπορεῖ νά ὑπερνικήσει τήν ἀντίθεση τοῦ ἀγαθοῦ καί τοῦ κακοῦ στό ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς ἠθικότητας.
Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ προσλαμβάνει τὸν σωστὸ χαρακτῆρα του μόνον ἐπί τοῦ θεολογικοῦ ἐπιπέδου. Ἡ σημασία τοῦ κακοῦ εἶναι μία ριζικὴ ἀντίθεση κατὰ τοῦ Θεοῦ, μία ἐπανάσταση, μία παρακοή, μία ἀντίσταση. Καὶ ἡ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ κακοῦ, μέ τήν στενὴ σημασία τοῦ ὅρου, εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀντίθεση πρός τόν Θεὸ καί ἡ τραγικὴ ἀπομάκρυνση ἀπό Αὐτόν.
Ἡ θεωρητικὴ ἔρευνα γύρω ἀπό τήν ἐλευθερία ἐκλογῆς εἶναι ἄκαρπη καί ἀμφίγνωμη. Ἡ ἐλευθερία ἐκλογῆς, τό γνωμικὸ θέλημα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, (Θεολογία τῆς φύσεως, Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, π. Μαξίμου Λαυριώτη, Ἀρμός 2018), εἶναι μία παραμορφωμένη ἐλευθερία, μία ἐλευθερία μειωμένη καί ἐξαντλημένη, μία ἐλευθερία ὅπως εἶναι μετὰ ἀπό τήν πτώση στά «πεπετωκότα» ὄντα. Οἱ δύο σκοποί, οἱ δύο ἀντίθετες κατευθύνσεις, δέν ἀνήκουν στήν οὐσία τῆς ἀρχέγονης ἐλευθερίας τῶν ἀθώων ὄντων. Αὐτή πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ στούς μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς μέ τόν ἀσκητισμό καί τήν Χάρη.
Τί ἦταν ἡ προπατορική ἁμαρτία;
Καί ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία δέν ἦταν ἁπλῶς μιὰ ἐσφαλμένη ἐκλογή, δέν ἦταν ἁπλῶς ἐκλογή τῆς ἐσφαλμένης κατευθύνσεως, ἀλλά ἦταν μᾶλλον μία ἄρνηση νά ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό, μία λιποταξία ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.
Στήν πραγματικότητα ἡ ἐκλογή ὡς ἐκλογή δέν ἦταν καθόλου δυνατὴ γιά τόν πρῶτο ἁμαρτωλό, γιατί τὸ κακὸ δὲν ὑπῆρχε ἀκόμα ὡς πιθανὴ δυνατότητα.
Ἄν, ὅμως, τό κακὸ ἦταν μία ἐκλογή, δέν ἦταν μία ἐκλογή ἀνάμεσα στὸ καλὸ καί στὸ κακό, ἀλλά μόνο μία ἐκλογή ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καί στὸν ἑαυτό του, ἀνάμεσα ὑπηρεσίας στόν Θεὸ καί στήν ραθυμία. Καί μ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοια ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἑρμήνευσε τήν πτώση καί τήν προπατορική ἁμαρτία στό ἔργο του «Κατά Ἐθνικῶν». Ἡ κλήση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, ἔμφυτη μέσα στήν φύση του, ἦταν νά ἀγαπᾶ τόν Θεόν μέ υἱική ἀφοσίωση καί νά τόν ὑπητερεῖ μέσα στόν κόσμο, τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος εἶχε ὁριστεί νά εἶναι προφήτης, ἱερέας καί βασιλιάς. Αὐτή ἦταν μία πρόσκληση πού ἀπευθυνόταν ἀπό τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τήν υἱική ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Χωρίς ἀμφιβολία, τό νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό σήμαινε τό νά παραδώσει ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό δέν ἦταν ἀκόμα θυσία. Ὁ ἀθῶος ἄνθρωπος δέν εἶχε τίποτε νά θυσιάσει, γιατί κάθε τι πού εἶχε προερχόταν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὑπάρχει κάτι βαθύτερο ἀπό μιά φιλήδονη προσκόλληση στόν κόσμο. Ἦταν μᾶλλον μία τραγωδία μιᾶς ἀγάπης πού πῆρε κακή κατέυθυνση. Κατά τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται ἀκριβῶς στό γεγονός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος περιορίζεται στόν ἑαυτό του, ὅτι πέφτει σέ ἀγάπη μέ τόν ἐαυτό του. Καί μ’ αὐτή τήν συγκέντρωση στόν ἑαυτό του χωρίστηκε ἀπό τόν Θεό. Ἦταν ἕνα εἶδος παραληρήματος, μία μανία αὐτοερωτισμοῦ, ἕνας πνευματικός ναρκισσισμός. Καί ἔτσι ἀπομονώθηκε ἀπό τόν Θεό καί γρήγορα συνειδητοποίησε, ὅτι ἔχει ἐμπλακεῖ μέσα στήν ἐξωτερική κοσμική ροή. Αὐτό ἦταν μία ἀποπνευματοποίηση τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.
Ὅλα τά ὑπόλοιπα ἦλθαν σάν ἀποτέλεσμα, ὁ θάνατος καί ἡ ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρώπινης δομῆς.
Ἡ πτώση συντελέστηκε στόν χῶρο τοῦ πνεύματος, ἀκριβῶς ὅπως εἶχε ἤδη συντελεσθεῖ στόν ἀγγελικό κόσμο. Ἡ σημασία τῆς ἀρχέγονης ἁμαρτίας εἶναι παντοῦ ἡ ἴδια: αὐτοερωτισμός, ὑπερηφάνεια, καί ματαιοφροσύνη. Ὅλα τά ὑπόλοιπα εἶναι ἁπλά μία προέκταση αὐτῆς τῆς πνευματικῆς καταστροφῆς μέσα στίς διάφορες περιοχές τῆς ἀνθρώπινης δομῆς.
Τό κακό ἔρχεται ἀπό πάνω, ὄχι ἀπό κάτω. Ἀπό τό δημιουργημένο πνεῦμα, ὄχι ἀπό τήν ὕλη. Εἶναι βαθύτερο ἀπό μία ἐσφαλμένη ἐκλογή ἤ κατέυθυνση, βαθύτερο ἀκόμα ἀπό μία ἐκλογή ἀνάμεσα σέ ἕνα κατώτερο καί σέ ἕνα ἀνώτερο ἀγαθό. Μᾶλλον ἐπρόκειτο γιά τήν ἀπιστία τῆς ἀγάπης, ὁ παράλογος χωρισμός ἀπό τόν Ἕναν καί Μοναδικό, ὁ Ὁποίος ἀξίζει τήν στοργή καί τήν ἀγάπη. Αὐτή ἡ ἀπιστία εἶναι ἡ κύρια πηγή τοῦ ἀρνητικοῦ χαρακτῆρα τοῦ κακοῦ.
Ἦταν μία ἀρχέγονη ἄρνηση, καί ἦταν θανατηφόρος.
Εἶναι ἀνάγκη νά μήν ταυτίζουμε τήν ἀσθένεια τῆς πεπτωκυίας φύσεως μέ τήν ἐγγενῆ ἀτέλεια κάθε δημιουργημένης φύσεως. Δέν ὑπάρχει τίποτε τό νοσηρό ἤ ἀπαίσιο στήν φυσική ἀτέλεια τῆς δημιουργημένης φύσεως, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνο πού εἰσδύει ἀπό πάνω, δηλ. ἀπό τό πνεῦμα, ὕστερα ἀπό τό γεγονός τῆς πτώσεως. Στήν φύση πρίν ἀπό τήν πτώση, μπορεῖ κανείς νά μιλάει γιά ἐλαττώματα. Ἀλλά στον «πεπτωκότα» κόσμο ὑπάρχει κάτι περισσότερο – μιά διαστροφή, μιά ἐπανάσταση, μιά βλασφημία πού προκαλεῖ ἴλιγγο, μία βιαιότητα. Εἶναι ὁ χῶρος τοῦ σφετερισμοῦ.
Ἡ σκοτεινή πλημμυρίδα αὐτῆς τῆς διεστραμμένης ἀγάπης ἀγκαλιάζει ὅλα τά δημιουργήματα καί τόν κόσμο ὁλόκληρο. Πίσω ἀπό ὅλες τίς ἀρνήσεις τοῦ κακοῦ πάντα διακρίνει κανείς κάτι τό φαινομενικά θετικό, αὐτή τήν ἀρχική ἀκολασία, τήν ἐγωιστική αὐθαιρεσία τῶν πεπερασμένων προσώπων.
Ὁ πεπτωκώς κόσμος χάνει τό κέντρο του ἤ μᾶλλον προσανατολίζεται γύρω ἀπό ἕνα φανταστικό ἤ πλαστό κέντρο.
Ὁπωσδήποτε ἡ ὕπαρξη δυναμικά διαιρεῖται στά δύο. Ὑπάρχουν δύο κόσμοι μέσα σέ ἕναν.
Τό κακό, ἀρχίζοντας μέ ἕναν πρακτικό ἀθεϊσμό, τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του στήν θέση τοῦ Θεοῦ, καταλήγοντας σέ ἕναν θεωρητικό ἀθεϊσμό καί στήν συνέχεια σέ μιά ἠθελημένη θεοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Καί σ’ αὐτόν τόν διχοτομημένο κόσμο δέν ὑπάρχει ἀληθινή ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία ἐκλογῆς εἶναι μόνο μιά μακρυνή καί ὠχρή εἰκόνα τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας.
Τό κακό δημιουργεῖται μέσα ἀπό πρόσωπα. Τό κακό κατά κυριολεξία, ὑπάρχει μόνο στά πρόσωπα ἤ στά δημιουργήματά τους καί στά ἔργα τους. Τό φυσικό καί κοσμικό κακό ἐπίσης προέρχεται ἀπό αὐτές τίς προσωπικές πράξεις. Καί γιαὐτό τό κακό μπορεῖ νά ἔχει δύναμη, μπορεῖ νά εἶναι δραστήιο. Γιατί τό κακό εἶναι μιά διεστραμμένη προσωπική δραστηριότητα. Ἀλλ’ αὐτή ἡ δραστηριότητα ἀναπόφευκτα ἐπεκτείνεται στό ἀπρόσωπο. Τό κακό ἀποπροσωποποιεῖ τήν ἴδια τήν προσωπικότητα.
Ὅμως, ὁλοκληρωτική ἀποπροσωποποίηση δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ ποτέ. Ὑπάρχει ἕνα δυνητικό ὅριο πού δέν μπορεῖ ποτέ νά προσπελασθεῖ. Ἀλλά ἡ τάση καί ἡ λαχτάρα πού ἔχει τό κακό νά φθάσει αὐτό τό ὅριο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀποσυνθέσεως τονίζεται ἐπίμονα παντοῦ.
Ἀκόμα καί οἱ δαίμονες ποτέ δέν παύουν νά εἶναι πρόσωπα. Εἶναι ἡ βαθύτερη μορφή τῆς ὑπάρξεώς τους πού δέν μπορεῖ νά χαθεῖ. (Vater Ambrossios Backhaus, Die Macht und die Unamcht der Dämonen, Frankfurt, Seminar für Orthodoxe Theologie).
Ἀλλά ἀφοῦ στά πνευματικά ὄντα ἡ προσωπικότητα εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὁ προσωπικός χαρακτήρας μπορεῖ νά διατηρηθεῖ μόνο μέσα σέ μιά μόνιμη κοινωνία μέ τόν Θεό.
Ἄν ὁ ἄνθρωπος χωριστεῖ ἀπό τόν Θεό, ἡ προσωπικότητα χάνεται, προσβάλλεται ἀπό πνευματική στείρωση. Ἡ ἀπομονωμένη προσωπικότητα, ἡ ὁποία κλείνεται στόν ἑαυτό της, συχνά χάνει τόν ἑαυτό της. Στήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει πάντα ἔνταση ἀνάμεσα στίς δυό ἐσωτερικές παρορμήσεις: τό ἐγώ καί κάτι ἀπρόσωπο, πού ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τά ἔνστικτα ἤ μᾶλλον ἀπό τά πάθη.
Τά πάθη εἶναι ὁ χῶρος, ἡ ἕδρα τοῦ κακοῦ μέσα στό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Εἶναι πάντα ἀπρόσωπα, εἶναι ἐνεργά, παγιδεύουν, εἶναι τό κατεχόμενο ἀπό τά πάθη πρόσωπο πού εἶναι παθητικό, πού ὑποδουλώνεται. 


(Συνεχίζεται…)


0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top