Πράγματι, ἤδη κατὰ τὴν ἀποστολικὴν ἐποχὴν οἱ λαϊκοί, ὡς πραγματικά μέλη του σώματος τοῦ μεγίστου προφήτου καὶ διδασκάλου Χριστοῦ, συμμετεῖχον εἰς τὸ διδακτικὸν καὶ ἱεραποστολικὸν ἔργον τῆς Ἐκκλησίας πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, δυνάμει τῆς ρητῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῶν  ̓Αποστόλων ὅπως ὁμολογῶσι τὸν Χριστὸν καὶ κηρύττωσι πανταχοῦ καὶ πάντοτε «τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 20, 24) ἐνώπιον πάντων (Ματθ. 10,32. Μάρκ. 5,19-20. Λουκ. 18,43. Ιωάν. 4,28-29. 39. Α' Πέτρ. 2,9 κλπ.), ἀλλ' ἐννοεῖται ἐν τοῖς πλαισίοις τῆς συνεργασίας, μετὰ τῶν εἰδικῶν φορέων τῆς διδακτικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας (Ρωμ. 16,3. Κολ. 4,7 έξ. Φιλ. 2,25.30). Ακόμη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ  ̓Αποστολικῇ Συνόδῳ «συνήχθησαν οἱ  ̓Απόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι», παρίστατο δὲ καὶ απᾶν τὸ πλῆθος» τῶν πιστῶν (Πράξ. 15,6.12). Ομοίως βραδύτερον ἐν τῇ Ἐκκλησία Καρχηδόνος συνῆλθον ἐπὶ Κυπριανοῦ Τοπικαί Σύνοδοι «παρισταμένου τοῦ πλήθους τῶν πιστῶν» καὶ ἐκφέροντος τὴν γνώμην αὐτοῦ[1], τὸ αὐτὸ δὲ συνέβη καὶ ἐν ἄλλαις Συνόδοις, καὶ δὴ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Α' Οἰκουμενικῇ, ἐν ᾗ «συμπαρῆσαν ἄνδρες διαλέξεων ἔμπειροι, ἐκείνοις βοηθεῖν λόγοις σπουδάζοντες»[2], «λαϊκοὶ πολλῆς διαλεκτικῆς ἔμπειροι ἐν ἑκατέρῳ μέρει συνηγορεῖν προθυμούμενοι»[3]. Η τοιαύτη δὲ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν εἰς τὰς Συνόδους συνεχίζεται καθ' ὅλην τὴν βυζαντινὴν περίοδον. καὶ μετ ̓ αὐτὴν πολλαχοῦ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ[4]. Ιδίως συμμετεῖχον οἱ λαϊκοὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς τε ἐσωτερικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας, «εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν» (Πράξ. 11, 19-21. 8,4) λόγῳ τε καὶ ἔργῳ πρὸς τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς, συμπατριώτας, ἔτι δὲ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, τοὺς Ἕλληνας καὶ γενικῶς τοὺς  ̓Εθνικούς, ἀτομικῶς τε καὶ ὁμαδικῶς, παρέχοντες τὴν ὁμολογίαν καὶ μαρτυρίαν πρὸς τοὺς ἀπίστους. Οὕτως ἱδρύθησαν πολλαὶ νέαι χριστιανικαὶ κοινότητες[5] οὐχὶ ὑπὸ κληρικῶν, ἀλλ ̓ ὑπὸ λαϊκῶν, οἵτινες ἤσκησαν τὴν ἱεραποστολὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων μέχρι σήμερον μετ' ἐνθέου ζήλου, ἐξικνουμένου μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρίου, εἰδικῶς ἐν μέσῳ τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου[6]. Οὐ μόνον δὲ ἐδίδασκον καὶ κατήχουν εἰς τὴν νέαν πίστιν οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἀλλὰ προσέτι ἐβάπτιζον τοὺς πιστεύοντας, τοῦθ ̓ ὅπερ συνεχίζεται μέχρι σήμερον ἐν τῷ βαπτίσματι τῆς ἀνάγκης ὑπὸ τῶν λαϊκῶν, ἐπὶ πλέον δὲ ἐν ἀρχῇ μετεῖχον κατά τινα τρόπον καὶ εἰς τὴν τέλεσιν τῆς θείας Εὐχαριστίας, τοῦθ ̓ ὅπερ ὅμως περιωρίσθη εἶτα ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς κληρικούς, ἐνῷ εἰς τοὺς λαϊκοὺς ἐπετράπη μόνον ή διδασκαλία. Διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ εὐαγγελίζεσθαι καὶ διδάσκειν ἀποκτῶσιν οἱ λαϊκοί, ὡς ἐλέχθη, διὰ τῶν μυστηρίων τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος καὶ τῆς συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὸ προφητικὸν ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἐνσωματώσεως εἰς τὸ μυστικὸν σῶμα αὐτοῦ. Ἀφοῦ τῷ ὄντι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ συντίθεται ἐκ τῶν κληρικῶν καὶ ἐκ τῶν λαϊκῶν, τὸ ἐμψυχοῦν αὐτὸ  ̔́Αγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ διὰ πάντων τούτων πρὸς διαιώνισιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου καὶ οἰκειοποίησιν αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν ἐντὸς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπων, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν» (Ρωμ. 14,15). Καὶ ἐν τῷ θείῳ τού τῷ ἔργῳ πάντες εἶναι διάκονοι, καὶ περισσότερον βεβαίως οἱ κληρικοί, εἶτα δὲ καὶ οἱ λαϊκοί. Αλλως τε καὶ οἱ λαϊκοί, ὡς εἴδομεν, ίστανται ἐν τῇ διαδοχῇ τῶν  ̓Αποστόλων, καθ ̓ ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν μαρτυρίαν καὶ διάδοσιν καὶ παραφυλακὴν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, καὶ πάντες εἶναι κεκλημένοι εἰς τὸ κήρυγμα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας καί πίστεως, ἀναλόγως τοῦ χαρίσματος ἑκάστου, χαρισματικὴν ζῶντες ζωήν, καὶ καταστάντες ὑπ ̓ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ μάρτυρες τῆς διδασκαλίας του καὶ ἐφοδιασθέντες διὰ τοῦ αἰσθητηρίου τῆς πίστεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ λόγου (Πράξ. 2,17- 18. Αποκ. 19,10). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐν. Α' Κορ. κεφ. 12, ἀποκλείει τὴν μονοπώλησιν τῆς διδακτικῆς ἐνεργείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀναφέρων ἐν στίχῳ 28 μετὰ τοὺς « ̓Αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους», ὧν δέον νὰ νοῆται ὑφισταμένη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀποστολική διαδοχή[7]. Οὐ μόνον δὲ οἱ προφῆται καὶ οἱ διδάσκαλοι, ἀλλ' ἐκ τῆς Κ. Διαθήκης σαφῶς ἐξάγεται, ὅτι καὶ ἅπαντες οἱ πιστοί-μέλη τῆς Ἐκκλησίας δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ κηρύττωσι τὸ εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καὶ εἰς τὰς ἱερὰς συνάξεις (Α' Κορ. 14, 26 έξ.) καὶ πανταχοῦ «ἐν τῷ φωτὶ» καὶ «ἐπὶ τῶν δωμάτων» (Ματθ. 10,27), «ποιοῦντες καὶ διδάσκοντες» (Ματθ. 5, 19), «έτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδος» (Α ́ Πέτρ. 3,15) καὶ πίστεως, προσφέρον τες οὕτω «καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Εβρ. 13, 15), γενόμενοι αφῶς τοῦ κόσμου» καὶ «λύχνος» καὶ «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καὶ «ἅλας τῆς γῆς» κλπ. (Ματθ. 5,13 ἑξ. 13,33. Λουκ. 11, 33 έξ. 13,20-21), ὡς καὶ βασίλειον ἱεράτευμα .., ὅπως τὰς ἀρετὰς ἐξαγγέλλῃ τοῦ ἐκ σκότους καλέσαντος εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς» (Α ́ Πέτρ. 2,9). Ἤσκουν δὲ οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τὸ προφητικὸν καὶ διδακτικὸν χάρισμα αὐτῶν καὶ ἐντὸς τῶν λατρευτικῶν συνάξεων καὶ ἐκτὸς αὐτῶν, ὡς ἀληθεῖς ἱεραπόστολοι. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐποίουν συμφώνως τῇ ἐντολῇ τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «όταν συνέρχησθε, ἕκαστος ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει· πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω» (Α' Κορ. 14, 26).

 



[1]  Κυπριανοῦ, Επιστ. 18, 31: «praesente etiam stantium plebe», καὶ Επιστ. 26:«consultis omnibus episcopis, presbyteris, diaconibus, confessoribus et ipsis stantibus laicis». (PL, 4, 267. 308. 320).

[2] Σωζομένου, Ἐκκλησ. Ιστ. Ι, 17, PG 67, 912.

[3] Σωκράτους, Εκκλησ. Ιστ. 1, 8, PG 67, 64.

[4] Πλείω βλέπ. ἐν Π. Τρεμπέλα, Οἱ λαϊκοὶ ἐν τῇ Ἐκκλησία,  ̓Αθῆναι 1957, σ. 124 έξ. Η. Μαστρογιαννοπούλου, μν. ἔ.σ. 72 έξ. Υ. Congar, μν. Ε. σ. 393 Εξ.

[5]  Βαρνάβα, Επιστ. 2, Ἰουστίνου,  ̓Απολογ. Π, 2.4. Ευσεβίου, Ἐκκλ. Ιστ. IV, 11. 12. 15. 16. 18 κλπ. Πρβλ. και S. Bulgakow, μν. ἔ. σ. 61: «Το κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου ἐθεωρεῖτο ὡς ἔργον ὅλων τῶν πιστῶν, διότι ὁ κάθε πιστὸς ἐκλήθη ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριον νὰ ὁμολογήσῃ (καὶ συνεπῶς νὰ κηρύξῃ) ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Καὶ πράγματι βλέπομεν, ὅτι τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀπὸ τοὺς πρώτους χρόνους όχι μόνον ἀπὸ τοὺς  ̓Αποστόλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γενικώς (Πράξ. 6,5. 8,5. 12,14), καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τινας γυναῖκας. Ἡ χριστιανικὴ αὕτη ἀποστολὴ δεν περιορίζεται εἰς τὰ ἱεραρχικά προνόμια, ἀλλ ̓ εἶναι καθήκον παντὸς χριστιανοῦ, ὅστις λέγει ἐν ἑαυτῷ «πιστεύω καὶ ὁμολογῶν καὶ ὅστις δι ̓ αὐτὸ καὶ μόνον κηρύττει. Τὰ ἀνδραγαθήματα τῶν μαρτύρων, οἵτινες ὁμολογοῦσι τὴν πίστιν των, ὑπῆρξαν τὸ καλλίτερον κήρυγμα».

[6] Πρβλ. και Y. Congar,: «Geschichte und Erfahrung zeigen uns Fälle von Christengemeinden, die ohne Priester entstanden sind-man könnte sagen, dies sei normal- oder weiterbestanden haben. Es scheint gewiss, dass eine beträchtliche Anzahl örtlicher Kirchen im apostolischen Zeitalter auf Grund der apostolischen Betätigung einfacher Gläubiger ihren Anfang genommen haben. Zur Zeit der Verfolgungen und im Verlauf der ganzen Missionsgeschichte der Kirche verdankte der Same des Evangeliums seine Aussaat oft einfachen Gläubigen. So den um 250 von den Goten gefangenen Christen, Frumentius von Edessa, der als Gefangener nach Äthiopien gebracht wurde, den von den Sassaniden entführten und nach Persien verschleppten Christen von Antiochien, der heiligen Nina, die im vierten Jahrhundert Georgien missionnierte...»,

[7] U. Küry, Die Altkatholische Kirche, v Die Kirchen der Welt, v. III, Stutgart 1966, o. 189: «Wenn man mit Recht von einer besonderen Nachfolge der Apostel in den verschiedenen Hirtendiensten redet, so mit ebensolchem Recht von einer Nachfolge der Propheten und der Lehrer». Ipßh. xxì G. Heisenhütt!, Charisma - Ordnungsprinzip der Kirche, Freiburg 1969, c. 189: «So wäre von der Schrift her zu fragen, ob sich nicht eine unbiblische Strukturverschiebung in einer Kirche ereignet hat, die auf eine Sukzession der Bischöfe höchsten Wert zu legen scheint, von den Nachfolgern und von einem eigenen, bleibenden Stand der charisma- tischen Lehrer aber nicht spricht».

 




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




















0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top