Πολλοί
πιστοί, όταν προσπαθούν με πόνο καρδιάς να μιλήσουν για την αλήθεια της
πίστεως, για εκτροπές, για σκανδαλισμούς ή για αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού
φρονήματος, συναντούν μία φράση, σχεδόν αυτοματοποιημένη: «εσύ κοίτα τις
αμαρτίες σου», «είσαι καλύτερος;». Η φράση αυτή ακούγεται πνευματική, ταπεινή
και ευαγγελική, όμως στην πράξη συχνά λειτουργεί ως φίμωτρο της συνειδήσεως και
ως εργαλείο πνευματικής αδράνειας. Η αυτογνωσία και η μετάνοια είναι πράγματι
θεμέλιο της χριστιανικής ζωής διότι χωρίς επίγνωση της προσωπικής μας αμαρτωλότητας,
κάθε λόγος περί αλήθειας κινδυνεύει να γίνει φαρισαϊκός, όμως άλλο πράγμα είναι η
ταπείνωση και άλλο η σιωπή μπροστά στο ψεύδος. Η Εκκλησία ποτέ δεν ταύτισε την αμαρτωλότητα με την αδιαφορία για την αλήθεια.
Το επιχείρημα «είσαι καλύτερος;» μεταθέτει το κέντρο βάρους από το
αντικειμενικό περιεχόμενο της αλήθειας στο υποκειμενικό ήθος του ομιλούντος
αλλά η αλήθεια της πίστεως δεν εξαρτάται από την τελειότητα εκείνου που
την ομολογεί και αν ίσχυε αυτό, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για το
Ευαγγέλιο, αφού «ουδείς αναμάρτητος». Ο Απόστολος Παύλος δεν είπε «μιμηθείτε με
γιατί είμαι τέλειος», αλλά «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Η αναφορά
δεν είναι στον εαυτό του, αλλά στον Χριστό.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση: άλλο είναι η κατάκριση προσώπων και
άλλο η διάκριση της πλάνης ή του σφάλματος. Η Εκκλησία απαγορεύει την
κατάκριση, όχι όμως τη διάκριση. Όταν ένας πιστός λέει «αυτό δεν είναι σύμφωνο
με την πίστη της Εκκλησίας», δεν καταδικάζει, αλλά υπερασπίζεται την
παρακαταθήκη που έλαβε. Αν κάθε τέτοια φωνή σιωπά στο όνομα μιας
ψευδοταπεινώσεως, τότε η Εκκλησία παύει να είναι «στύλος και εδραίωμα της
αληθείας» και μετατρέπεται σε χώρο γενικής ανοχής χωρίς κριτήριο.
Η πνευματική αδράνεια που γεννά αυτό το επιχείρημα είναι επικίνδυνη διότι δημιουργεί
πιστούς φοβισμένους, ενοχικούς, που θεωρούν πως δεν πρέπει να μιλούν, να ρωτούν, να διακρίνουν, όμως ο Χριστός δεν επαίνεσε τον
δούλο που έκρυψε το τάλαντο για να μη ρισκάρει, ούτε είπε στους μαθητές Του να
σιωπούν μπροστά στο ψεύδος, αλλά να είναι «άλας» και «φως» και το φως αποκαλύπτει δεν κρύβει.
Η γνήσια πνευματική στάση δεν είναι ούτε η αλαζονική καταγγελία ούτε η άβουλη
σιωπή, είναι η ταπεινή αλλά σταθερή ομολογία. Ο πιστός μπορεί να λέει μέσα του
«είμαι αμαρτωλός, έχω ανάγκη ελέους», και ταυτόχρονα να λέει προς τα έξω «αυτό
δεν είναι Ορθόδοξο, αυτό δεν είναι το φρόνημα της Εκκλησίας». Αυτά τα δύο όχι
μόνο δεν συγκρούονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Το κυρίως θέμα δεν είναι αν είμαστε καλύτεροι ή όχι από τους άλλους αλλά αν είμαστε
πιστοί στην αλήθεια που μας εμπιστεύθηκε ο Χριστός. Η σιωπή μπροστά στο ψεύδος
δεν είναι ταπείνωση, αλλά συνενοχή και η ομολογία της αλήθειας, όταν γίνεται με
πόνο, προσευχή και αυτομεμψία, δεν είναι υπερηφάνεια, αλλά πράξη αγάπης προς
την Εκκλησία και προς τον ίδιο τον άνθρωπο.
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου