Σεβασμιώτατε, Επίσκοπε
Κωνστάντιε, πατέρα Πατάπιε και σεβαστοί κληρικοί, αγαπητά μέλη του προσωπικού
και φοιτητές της Σχολής μας, με ιδιαίτερη χαρά εκφωνώ την πρώτη από τις δύο
διαλέξεις προς τιμήν της 70ής επετείου από την μακαρία κοίμηση του πατρός Αγίου
Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Φλωρίνης, ομολογητού και πρώτου αρχιποιμένος της
Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος. Εκείνων των ευσεβών
Ορθοδόξων κληρικών, μοναχών και πιστών, οι οποίοι, με ζηλωτική προσήλωση στο
αρχαίο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, αγιασμένο από την ιερά Παράδοση,
αντιστάθηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρις αίματος, στην αντικανονική
επιβολή του λεγόμενου αναθεωρημένου Γρηγοριανού ημερολογίου, δηλαδή του νέου
ημερολογίου, στην Εκκλησία της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1924.
Με την ευκαιρία της κηδείας του, στις 8 Σεπτεμβρίου 1955 κατά το εκκλησιαστικό
ημερολόγιο, ένας από τους πολλούς ευσεβείς πνευματικούς του υιούς, ο Κλεάνθης
Θεοφανόπουλος, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της ελληνικής κυβερνήσεως, εξυμνεί
τον κεκοιμημένο Μητροπολίτη με τα εξής υψηλά λόγια που αντηχούν μέσα στους
αιώνες: «Ο άνθρωπος, επί των λειψάνων του οποίου ατενίζομεν, δεν υπήρξεν
ασήμαντος. Εντός της μεγάλης καρδίας του εσαρκώθη το υψηλότερον απ’ όσα κατέχει
ο άνθρωπος επί της γης. Και όλα αυτά σε μια εποχή που απαιτούσε ανεξάντλητο
θάρρος και ανδρεία. Έκαστος εξ ημών υπήρξεν μάρτυς της πλουσίας λαμπρότητος του
ανδρός, και η ιστορία των ημερών μας δεν δύναται να το αγνοήσει. Απομένει
σήμερα εις ημάς η υποχρέωσις να συνεχίσωμεν την οδόν που εκείνος εχάραξε».
Σκοπός μου στην παρούσα εισήγηση είναι να καταδείξω ότι ο Άγιος Χρυσόστομος
υπήρξε πράγματι ανήρ μεγάλης σημασίας και εξαιρετικής σπουδαιότητας στη νεότερη
εκκλησιαστική ιστορία, ότι διεκρίθη για το υπερβάλλον θάρρος του και ότι υπήρξε
άνθρωπος εξόχου πνευματικής και διανοητικής λαμπρότητας. Ο μελλοντικός
Μητροπολίτης Χρυσόστομος γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1870, παλαιού ημερολογίου,
στη Θράκη, από ευσεβές ζεύγος, τον Γεώργιο και τη Μελπομένη Καβουρίδη. Από
ευλάβεια προς τον μέγα στύλο της Ορθοδοξίας, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την
ημέρα εκείνη, οι γονείς του έδωσαν στο παιδί το όνομα Χρυσόστομος κατά το
βάπτισμά του.
Ο νεαρός Χρυσόστομος Καβουρίδης αποδείχθηκε άριστος μαθητής στο γυμνάσιο του
Μάδυτου. Αν και οι γονείς του επιθυμούσαν να ακολουθήσει το επάγγελμα του
εμπόρου, η πραγματική του φιλοδοξία ήταν να υπηρετήσει την Εκκλησία ως ιερεύς.
Ήταν μάλιστα τόσο αποφασισμένος στην ιερή αυτή πρόθεση, ώστε σε μία περίπτωση
δήλωσε απερίφραστα στον πατέρα του: «Θα γίνω κληρικός», και στη συνέχεια έπεσε
ακόμη και στη θάλασσα, με την πρόθεση, όπως φαίνεται, να κολυμπήσει μέχρι την
Κωνσταντινούπολη για να αποκτήσει θεολογική μόρφωση. Χάρη στην άμεση επέμβαση
των εργατών του πατέρα του, ανασύρθηκε από τα νερά μισοπεθαμένος από την
εξάντληση. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στον Θεό που δεν χάθηκε εξαιτίας του
νεανικού του ζήλου.
Χάρη στη γενναιοδωρία ενός ευκατάστατου θείου του, εμπόρου μεταξιού στην
Αλεξάνδρεια, ο Χρυσόστομος μπόρεσε να εισαχθεί το 1894 στη φημισμένη Θεολογική
Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Χάλκη, στα Πριγκηπόννησα κοντά στην
Κωνσταντινούπολη. Διαπρεπής φοιτητής, διακρινόμενος επίσης για την ασκητική
απλότητα και ταπείνωσή του, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄
το 1901, το τελευταίο έτος των σπουδών του. Αργότερα το ίδιο έτος έλαβε πτυχίο
θεολογίας magna cumlaude, δηλαδή με άριστα, έχοντας υποβάλει διατριβή περί της
ορθοδοξίας του Κυρίλλου Λουκάρεως, του φημισμένου, αν και κάπως αμφιλεγόμενου,
Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως του 17ου αιώνα. Θα αναφερθώ εν συντομία σε αυτή τη
διατριβή στο τελευταίο μέρος της διάλεξης.
Θεωρώ χρήσιμο στο σημείο αυτό να πω λίγα λόγια για την άλλοτε λαμπρή Θεολογική
Σχολή της Χάλκης, διότι θα βοηθήσει να εξηγηθεί πώς ο Άγιος Χρυσόστομος,
ενισχυμένος βεβαίως από τα έμφυτα διανοητικά του χαρίσματα, κατόρθωσε να φθάσει
στα ύψη της πολυμάθειας και της ευγλωττίας για τα οποία δεν είναι ακόμη τόσο
γνωστός στον αγγλόφωνο ορθόδοξο κόσμο.
Ιδρυθείσα το 1844 και δυστυχώς κλεισμένη από την τουρκική κυβέρνηση το 1970,
κατάσταση που ντροπιαστικά εξακολουθεί μέχρι σήμερα, η Χάλκη διέθετε ένα
εξαιρετικά αυστηρό πρόγραμμα σπουδών διάρκειας επτά ετών. Πέρα από τα μαθήματα
που θα ανέμενε κανείς σε μια θεολογική σχολή, όπως εκκλησιαστική ιστορία, Αγία
Γραφή, δογματική και ηθική θεολογία, πατρολογία, ποιμαντική, ομιλητική,
κατηχητική, λειτουργική, εκκλησιαστικό ή κανονικό δίκαιο και εκκλησιαστική
μουσική, το πρόγραμμα περιλάμβανε και μαθήματα γενικής παιδείας, όπως
ανθρωπολογία, ψυχολογία, λογική, ηθική, ιστορία της φιλοσοφίας, ελληνική και
λατινική γλώσσα και φιλολογία, πολιτική ιστορία, εκκλησιαστική σλαβονική,
βουλγαρικά, γεωμετρία, μαθηματικά, αριθμητική, άλγεβρα, γεωγραφία, τουρκικά και
γαλλικά.
Η Σχολή διέθετε επίσης μια θαυμάσια βιβλιοθήκη με ιστορική συλλογή περίπου
120.000 τόμων, καθώς και περιοδικά και χειρόγραφα, από τα οποία ο μελετηρός
Χρυσόστομος αναμφίβολα ωφελήθηκε στο έπακρο. Μετά την αποφοίτησή του, ο τότε
διάκονος Χρυσόστομος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου στη συνέχεια
χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε διαδοχικά ιεροκήρυκας στην Πανόρμο,
πόλη κοντά στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, και Μέγας Πρωτοσύγκελλος του Πατριαρχείου.
Το 1908 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ίμβρου και το 1911 μετατέθηκε στη Μακεδονία,
όπου έγινε Μητροπολίτης Πελαγονίας, της σημερινής Μπίτολα στη πρώην
Γιουγκοσλαβία.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, η Πελαγονία μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης
μεταξύ των συμμαχικών γαλλοσερβικών και των γερμανοβουλγαρικών στρατευμάτων.
Παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς της πόλης από τον βουλγαρικό στρατό, ο
Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή τα ποιμαντικά του
καθήκοντα και τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία για την ενίσχυση του
ποιμνίου του. Ένθερμος Έλληνας πατριώτης, απέρριψε την πρόταση του βασιλέως της
Σερβίας να υπαχθεί η μητρόπολή του στο Σερβικό Πατριαρχείο. Εξοργισμένος από τη
συγκατάθεση της Κωνσταντινουπόλεως στις σερβικές αυτές αξιώσεις, υπέβαλε έντονη
διαμαρτυρία στο Πατριαρχείο, αρνούμενος να δεχθεί τη χρηματική αποζημίωση που
του προσφερόταν ως αντάλλαγμα για τη Μητρόπολη Πελαγονίας.
Από το 1918 έως το 1919, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος έζησε σε αυτοεξορία στο
κελί του Μυλοποτάμου στο Άγιον Όρος, μαζί με τον πιστό του διάκονο Αθηναγόρα.
Αποτελεί, ασφαλώς, μία από τις μεγάλες ειρωνείες της σύγχρονης εκκλησιαστικής
ιστορίας το γεγονός ότι ο Αθηναγόρας, ο οποίος ως Οικουμενικός Πατριάρχης έγινε
διαβόητος για την υποστήριξή του στον μοντερνισμό και τον οικουμενισμό,
υπηρέτησε έναν τόσο ακλόνητο υπερασπιστή της ιεράς Παραδόσεως όπως ο Άγιος
Χρυσόστομος. Το 1921, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος αντιτάχθηκε σθεναρά στην
εκλογή του προσφάτως καθαιρεθέντος Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη στον
κενό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, έχοντας πλήρη επίγνωση της ανακαινιστικής
και οικουμενιστικής του ατζέντας.
Δεν ήταν μόνος στην αντίστασή του απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη καινοτομία.
Περίπου εξήντα ιεράρχες των λεγόμενων «Νέων Χωρών», δηλαδή των περιοχών της
βορείου Ελλάδος που προσαρτήθηκαν στο Βασίλειο της Ελλάδος μετά τους
Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913, αλλά παρέμεναν υπό τη δικαιοδοσία του
Οικουμενικού Πατριαρχείου, αρνήθηκαν επίσης να αποδεχθούν την, κατά την άποψή
τους, άκυρη και αντικανονική εκλογή του Μεταξάκη. Ωστόσο, με εξαίρεση τον
Μητροπολίτη Χρυσόστομο και έναν ακόμη επίσκοπο, όλοι υπέκυψαν στις πιέσεις της
επαναστατικής κυβερνήσεως του Νικολάου Πλαστήρα και αναγνώρισαν τον Μελέτιο
Μεταξάκη ως Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Η υποχώρηση αυτή αποδείχθηκε μοιραία και ολέθρια για τη μετέπειτα ιστορία της
Εκκλησίας, διότι διευκόλυνε το διαβόητο και παρωδιακό Πανορθόδοξο Συνέδριο, που
συγκλήθηκε από τον νέο πλέον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ το 1923, όπου
πρωτοδιατυπώθηκαν η αλλαγή του ημερολογίου και διάφορες άλλες καινοτομίες. Στην
αντίθεσή του προς τον Μεταξάκη, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος επέδειξε το ίδιο
θάρρος, διορατικότητα, προνοητικότητα και δύναμη χαρακτήρα που αργότερα θα του
επέτρεπαν να απορρίψει τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου και, με μεγάλο προσωπικό
κόστος, να αναλάβει την ηγεσία του παλαιοημερολογιτικού κλήρου και λαού το
1935. Αυτή η ικανότητα να παραμένει πιστός στις βαθύτερες πεποιθήσεις του
υπήρξε ένα από τα κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα του.
Λόγω αυτών των πεποιθήσεων, αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αλεξάνδρεια για να
αποφύγει τη σύλληψη, και εκεί έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους ευσεβείς
Ορθοδόξους της πόλεως, σε τέτοιο βαθμό ώστε, μετά την κοίμηση του αειμνήστου
Πατριάρχου Φωτίου το 1925, προτάθηκε να γίνει ο επόμενος Πατριάρχης. Παρεμπιπτόντως,
ο Πατριάρχης Φώτιος υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των παλαιοημερολογιτών, όπως
και ο διάδοχός του, Μητροπολίτης Χριστόφορος Λεοντοπόλεως, ο οποίος συνέγραψε
ολόκληρες πραγματείες κατά της αλλαγής του ημερολογίου. Σε κάθε περίπτωση,
μόλις πληροφορήθηκε αυτή την εξέλιξη, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, από
ταπείνωση, επέστρεψε κρυφά στην Αθήνα.
Το 1926 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητροπόλεως Φλωρίνης στη βόρεια
Ελλάδα. Το 1928 εξελέγη μέλος της Ιεράς Συνόδου της τότε πλέον
Νεοημερολογίτικης Κρατικής Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπηρέτησε με μεγάλη επιμέλεια
έως το 1932, όταν, λόγω επίμονων προβλημάτων υγείας, αποφάσισε να παραιτηθεί
και να αποσυρθεί στην Αθήνα.
Αφού αγόρασε ένα μικρό σπίτι εκεί, κήρυττε σε διάφορες ενορίες και απέκτησε
σημαντική φήμη ως εύγλωττος δημόσιος ομιλητής. Κατά τη διάρκεια αυτής της
περιόδου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το παλαιοημερολογιτικό κίνημα,
παρακολουθώντας τις δραστηριότητές του με μεγάλο ενδιαφέρον και επιδοκιμασία.
Αν και αρχικά είχε αποδεχθεί την αλλαγή του ημερολογίου το 1924, θεωρώντας ότι
δεν απειλούσε τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, σταδιακά συνειδητοποίησε
τις θανατηφόρες συνέπειές της για την υγεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ήταν ένας από τους επιφανείς ιεράρχες της κρατικής Εκκλησίας που, στα τέλη της
δεκαετίας του 1920, ζήτησαν την επαναφορά του παραδοσιακού εκκλησιαστικού
ημερολογίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι σχεδόν όλοι αυτοί, για διάφορους
λόγους, δεν μιμήθηκαν τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο στην τολμηρή απόφασή του να
ταχθεί ανοιχτά με το παλαιοημερολογιτικό κίνημα, οι Μητροπολίτες Κασσανδρείας
Ειρηναίος, Χαλκίδος Γρηγόριος, Βρυούλων Βασίλειος, Θηβών Συνέσιος και Δράμας
και Φιλίππων Βασίλειος διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά της ημερολογιακής
καινοτομίας.
Για να αναφέρω δύο μόνο παραδείγματα της αποστροφής τους προς την καινοτομία
στην εκκλησιαστική ζωή, το 1929 ο Μητροπολίτης Ειρηναίος δήλωσε στην Ιερά
Σύνοδο ότι η μεταβολή του εορτολογίου παραβιάζει θεμελιώδεις αποστολικούς
κανόνες και αποφάσεις σεβασμίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Την ίδια χρονιά,
ο Μητροπολίτης Βρυούλων Βασίλειος υποστήριξε ότι οι
παλαιοημερολογίτες δεν κινούνταν από πολιτικά κίνητρα, αλλά από ευσέβεια και
επιθυμία διαφύλαξης των παραδόσεων. Θα πρέπει να προσθέσω ότι και ο
Μητροπολίτης Γερμανός Δημητριάδος, του οποίου το κύρος τον κατέτασσε δεύτερο σε
αρχαιότητα στην ιεραρχία της κρατικής Εκκλησίας, συγκαταλεγόταν μεταξύ αυτών
των ορθοφρονούντων ιεραρχών και σύντομα συντάχθηκε με τον Μητροπολίτη
Χρυσόστομο στο παλαιοημερολογιτικό κίνημα. Πριν συνεχίσουμε τη βιογραφική μας
σκιαγράφηση του Αγίου Χρυσοστόμου, ας τοποθετήσουμε το ύστερο μέρος της
επισκοπικής του διαδρομής στο ιστορικό του πλαίσιο.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Α΄ μέρος)
Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Β΄ μέρος)
Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Γ΄ μέρος)
Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Ολόκληρη η απομαγνητοφώνηση)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου