Ο
Νικόδημος, Επίσκοπος του Μπέλγκοροντ, γεννήθηκε το 1871 στην επαρχία Αρχαγγέλου από οικογένεια ιερέα. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αρχαγγέλου και
την Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης. Το 1896, χειροτονήθηκε
ιερομόναχος με το όνομα Νικόδημος και, διορίστηκε επιτηρητής της Θεολογικής
Σχολής Αλεξάνδρου Νέβσκι.
Το 1901, έλαβε βραβείο από την Σύνοδο για το έργο του με τα παιδιά. Το 1911,
χειροτονήθηκε επίσκοπος και το 1913 έγινε Επίσκοπος Μπέλγκοροντ. Ο Επίσκοπος Νικόδημος
ήταν υμνογράφος της εκκλησίας, συνθέτοντας ακαθίστους στους αγίους. Ήταν
συγγραφέας βιβλίων για τους ασκητές και μελετούσε την ιστορία της πνευματικής
ποιμαντικής.
Ο επίσκοπος Νικόδημος
του Μπέλγκοροντ δεν είχε λάβει καμία συμμετοχή στην πολιτική, αλλά στα
κηρύγματά του καταδίκαζε τη βία, τις ληστείες και τους φόνους. Προέτρεπε το
ποίμνιό του να διαφυλάττει τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, διακηρύσσοντας ότι
οι νόμοι του Θεού είναι ανώτεροι από τους νόμους των ανθρώπων. Τέτοια κηρύγματα
εξόργισαν τις τοπικές κομμουνιστικές αρχές.
Κατά την εορτή της Γεννήσεως του
Χριστού το 1918, ο διοικητής Σαένκο, γνωστός για τη σκληρότητά του (είχε
σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους με τα ίδια του τα χέρια), συνέλαβε τον επίσκοπο και
τον οδήγησε στην Τσεκά, όμως η αγανάκτηση που ξεσηκώθηκε στον λαό, όταν
διαδόθηκε η είδηση της σύλληψης του αγαπημένου τους επισκόπου, ανάγκασε τον
Σαένκο να επιτρέψει την επιστροφή του επισκόπου στο μοναστήρι. Παρ’ όλα αυτά,
την ίδια κιόλας ημέρα της απελευθέρωσής του, ο επίσκοπος Νικόδημος εκφώνησε
κήρυγμα καταδικάζοντας τη βία, μετά το οποίο συνελήφθη εκ νέου από τον ίδιο τον
διοικητή Σαένκο, ο οποίος τότε δήλωσε ότι οι ιερείς και οι μοναχοί κατέστρεφαν
την επανάσταση.
Η σύζυγος ενός ιερέα, η Καένσκαγια,
απευθύνθηκε στον Σαένκο ικετεύοντάς τον για την απελευθέρωση του επισκόπου.
Συνελήφθη αμέσως και το ίδιο βράδυ ο Σαένκο την εκτέλεσε ο ίδιος με τα χέρια
του και διέταξε να οδηγηθεί ο επίσκοπος στην φυλακή.
Εκεί, σε μια γωνιά της αυλής της
φυλακής, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ο επίσκοπος Νικόδημος εκτελέστηκε. Για να
αποκρύψουν από τον λαό το γεγονός της εκτέλεσής του, αλλά και φοβούμενοι μια
πιθανή άρνηση των ερυθρών στρατιωτών να εκτελέσουν τον αγαπητό και σεβαστό
ποιμένα, ο επίσκοπος οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης φορώντας στρατιωτική
χλαίνη[1].
Το σώμα του μεταφέρθηκε έξω από την πόλη και ρίχτηκε σε κοινό τάφο.
Η φήμη του θανάτου του έφθασε στον
λαό και επιμνημόσυνες ακολουθίες τελούνταν καθημερινά σε εκείνον τον τάφο, στη
μνήμη του.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μητροπολίτης Βλαδίμηρος του Κιέβου και Γαλικίας
Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης
Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης (2ο μέρος)
Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης (3ο μέρος)
Επίσκοπος Ερμογένης του Τομπόλσκ και οι συν αυτώ μάρτυρες
Αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος του Πέρμ
Επίσκοπος Θεοφάνης του Σολικάμσκ
Ιερομάρτυρας Βασίλειος, Αρχιεπίσκοπος Τσερνίγκοφ και οι συναγωνιστές του
.jpg)
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου