Ζούμε σε μια εποχή όπου,
όλο και συχνότερα, βλέπουμε ότι η Εκκλησία προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της
«ομαλής συνύπαρξης» και η αποφυγή κάθε έντασης παρουσιάζεται όχι απλώς ως αναγκαιότητα,
αλλά σχεδόν ως εκκλησιολογική αρετή και σταδιακά διαμορφώνεται μια εικόνα
Εκκλησίας ''καλών τρόπων''. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Εκκλησία καλείται συχνά
να αποδείξει ότι είναι «υπεύθυνη», «μη προκλητική» και «συμβατή». Η μαρτυρία
της δεν νοείται πλέον ως ομολογία που ενδέχεται να φέρει κόστος, αλλά ως παρουσία
που δεν ενοχλεί και δεν διαταράσσει. Η κανονική και πατερική παράδοση, ωστόσο,
δεν γνώρισε ποτέ την Εκκλησία ως θεσμό καλών τρόπων, αλλά ως Σώμα Χριστού που υπάρχει
μέσα στον κόσμο χωρίς να καθορίζεται από αυτόν. Η ειρήνη που κηρύσσει δεν
ταυτίζεται με την κοινωνική ηρεμία, ούτε η αγάπη της με την αποφυγή σαφών
ορίων. Ιστορικά, η Εκκλησία έζησε σε περιβάλλοντα ειδωλολατρικά ή εχθρικά χωρίς
ποτέ να θεωρήσει ότι η επιβίωσή της εξαρτάται από την προσαρμογή της. Οι
Μάρτυρες δεν συγκρούστηκαν από ιδεολογικό πείσμα, αλλά επειδή αρνήθηκαν να
μετατρέψουν τη λατρεία σε κοινωνικό σύμβολο, στη σύγχρονη εποχή, όμως,
παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση. Η αποδοχή προβάλλεται ως κριτήριο
επιτυχίας, η κοινωνική αναγνώριση ως ένδειξη ορθής ποιμαντικής και η απουσία
σύγκρουσης ως σημάδι ωριμότητας. Ότι παλαιότερα θα εθεωρείτο εκκλησιολογική
σύγχυση, σήμερα βαφτίζεται «διάκριση», ότι θα προκαλούσε ερωτήματα κανονικής
συνείδησης, σήμερα δικαιολογείται στο όνομα της ειρήνης. Το ερώτημα όμως είναι:
η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει να είναι Εκκλησία όταν ορίζει τη παρουσία της
πρωτίστως με όρους συμβατότητας; Μπορεί να μαρτυρεί Χριστό όταν η μαρτυρία της δεν
πρέπει να δυσαρεστήσει, να διαταράξει, να θεωρηθεί «ακραία»; Η πατερική
εμπειρία δείχνει ότι η Εκκλησία δεν σώζει τον κόσμο προσαρμοσμένη σε αυτόν,
αλλά παραμένοντας αυτό που είναι, ακόμη κι όταν αυτό έχει κόστος. Αν η Εκκλησία
μετατραπεί σε έναν ευγενικό, αποδεκτό και ακίνδυνο θεσμό, κινδυνεύει να χάσει
τη μαρτυρία της και μια Εκκλησία χωρίς μαρτυρία, παύει να είναι αυτό που
γνώρισε και παρέδωσε η ιστορία της.
Ο Οικουμενισμός δεν ζητά να απαρνηθείς την πίστη, αλλά την αλλοιώνει μέσω του
επιχειρήματος της ''ειρηνικής συνύπαρξης'' με τους άλλους. Δεν εμφανίζεται ως
άρνηση της αλήθειας, αλλά ως εξομάλυνση των διαφορών, ως πρόσκληση σε μια ήπια,
ακίνδυνη εκδοχή της πίστης που δεν προκαλεί, δεν οριοθετεί και τελικά δεν
ομολογεί. Η αλλοίωση γίνεται υπόγεια, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το
δόγμα και την εκκλησιολογία στο ήθος της καλής συμπεριφοράς και της κοινωνικής
αποδοχής. Η Εκκλησία καλείται να σταθεί όχι ως η Μία, Αγία, Καθολική και
Αποστολική, αλλά ως ένας ισότιμος συνομιλητής ανάμεσα σε άλλους, με μοναδικό
κοινό παρονομαστή τη συνύπαρξη. Έτσι, χωρίς να αλλάξει ούτε μία λέξη από το
Σύμβολο της Πίστεως, αλλάζει σιωπηρά το νόημά του. Η ειρηνική συνύπαρξη, που ως
κοινωνική ανάγκη είναι αυτονόητη και αυτονόητα αποδεκτή, μετατρέπεται σε
θεολογικό κριτήριο. Ό,τι δυσκολεύει την συνύπαρξη θεωρείται προβληματικό, ό,τι
προκαλεί ερωτήματα ταυτίζεται με έλλειψη αγάπης και ό,τι θέτει όρια βαφτίζεται
φανατισμός. Έτσι, η κανονική ακρίβεια εμφανίζεται ως εμπόδιο και η εκκλησιολογική
σαφήνεια ως απειλή για την κοινωνική ειρήνη. Δεν ζητείται από την Εκκλησία να
πει ψέματα, αλλά να σιωπήσει εκεί όπου η αλήθεια της γίνεται ενοχλητική. Με
αυτόν τον τρόπο, η μαρτυρία αντικαθίσταται από τη διαχείριση, η ομολογία από τη
διαπραγμάτευση και η σταυρική εμπειρία από την ανάγκη αποδοχής. Η Εκκλησία δεν
διώκεται, αλλά αφοπλίζεται, δεν της αφαιρείται η ελευθερία, αλλά της
προσφέρεται χώρος με αντάλλαγμα την αποσιώπηση των ορίων της και αυτό είναι
ίσως πιο επικίνδυνο από τον φανερό διωγμό, διότι δεν γεννά μάρτυρες, αλλά
προσαρμοσμένους πιστούς. Ο Οικουμενισμός δεν λειτουργεί ως ανοιχτή σύγκρουση με
την Εκκλησία, αλλά ως ήπια μετάλλαξη της αυτοσυνειδησίας της. Η Εκκλησία
καλείται να συνεχίσει να υπάρχει, αρκεί να πάψει να ενοχλεί, να μιλά για αγάπη
χωρίς αλήθεια, για ειρήνη χωρίς σταυρό και για ενότητα χωρίς Εκκλησία.
Από την άλλη, το εκκοσμικευμένο πνεύμα δεν έρχεται συνήθως ως άρνηση της
πίστης, δεν λέει ότι η Εκκλησία κάνει λάθος, αλλά ότι πρέπει να
«εκσυγχρονιστεί», να μιλήσει τη γλώσσα της εποχής, να προσαρμοστεί και χωρίς να καταργούνται τύποι, σύμβολα ή δογματικές διατυπώσεις, μεταβάλλει το
περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ζωής. Η ποιμαντική μετατρέπεται σταδιακά σε
επικοινωνία και η διάκριση συγχέεται με τη διπλωματία, έτσι, η Εκκλησία
κινδυνεύει να λειτουργεί περισσότερο ως οργανισμός που επιδιώκει ισορροπίες και
λιγότερο ως σώμα που καλείται να θεραπεύσει και να αγιάσει. Η Εκκλησία ναι μεν καλείται
να είναι παρούσα παντού, αλλά χωρίς να απαιτεί τίποτα, χωρίς να ενοχλεί, χωρίς
να καλεί σε ρήξη με το πνεύμα του κόσμου.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του εκκοσμικευμένου πνεύματος είναι ότι
παρουσιάζεται ως ευαισθησία. Το εκκοσμικευμένο πνεύμα και ο Οικουμενισμός
συναντώνται στο ίδιο σημείο, ακόμη κι αν ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες.
Και τα δύο ζητούν μια Εκκλησία αποδεκτή και ακίνδυνη. Μια Εκκλησία που δεν
διώκεται γιατί δεν αντιστέκεται, που δεν ενοχλεί γιατί δεν οριοθετεί και που
δεν σταυρώνεται γιατί δεν μαρτυρεί.
Η ιστορία της Εκκλησίας δεν θεμελιώθηκε πάνω στην αποδοχή ούτε στην κοινωνική
αρμονία, αλλά στην μαρτυρία. Από τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία αναγνωρίστηκε
ως τέτοια όχι επειδή προσαρμόστηκε, αλλά επειδή αρνήθηκε να μετατρέψει την
πίστη σε όρους ευπρέπειας. Οι Μάρτυρες δεν συγκρούστηκαν με την εξουσία από ιδεολογία,
ούτε επεδίωξαν τη σύγκρουση για τη σύγκρουση, δεν θανατώθηκαν επειδή επιτέθηκαν
στο σύστημα, αλλά επειδή αρνήθηκαν προσαρμογές που θα τους εξασφάλιζαν ειρήνη
και ασφάλεια. Δεν τους ζητήθηκε να μισήσουν, αλλά να συμβιβαστούν, δεν τους
ζητήθηκε να καταργήσουν την πίστη τους, αλλά να τη μεταθέσουν και η άρνησή τους
φανερώνει ότι για την Εκκλησία η μαρτυρία δεν είναι ζήτημα έντασης, αλλά
αλήθειας. Ακόμη και σε εποχές όπου η Εκκλησία έπαψε να διώκεται ανοιχτά, η
μαρτυρία δεν εξαφανίστηκε. Οι άγιοι Πατέρες που αντιστάθηκαν σε αιρέσεις, σε
κρατικές πιέσεις ή σε «συμβιβαστικές λύσεις», δεν πολέμησαν τον κόσμο, αλλά δεν
επέτρεψαν στον κόσμο να ορίσει την Εκκλησία. Αν κάτι διδάσκει το παράδειγμα των Μαρτύρων και των Ομολογητών, είναι ότι η
Εκκλησία δεν καλείται να είναι ευγενική για να επιβιώσει, αλλά αληθινή για να
σώζει και κάθε εποχή που προσπαθεί να αντικαταστήσει τη μαρτυρία με την
προσαρμογή, την ομολογία με τη σιωπή και τον Σταυρό με την αποδοχή, επαναφέρει
με άλλο τρόπο ένα παλαιό ερώτημα: θέλουμε μια Εκκλησία χωρίς διωγμό ή μια
Εκκλησία χωρίς αλήθεια;
Διάφοροι ίσως θεωρήσουν ''ακραία'' ή ''αυστηρά'' τα όσα αναφέρονται και το
κάνουν επειδή η γλώσσα της μαρτυρίας είναι πλέον ξένη και η έννοια της ακρότητας
έχει μετατοπιστεί. Δεν χαρακτηρίζεται ακραίο εκείνο που αλλοιώνει σιωπηλά την
εκκλησιαστική ταυτότητα, αλλά εκείνο που τολμά να την υπερασπιστεί χωρίς
εκπτώσεις. Όποιος μιλά για κανονικά όρια, για μαρτυρία και για σταυρική
συνέπεια, παρουσιάζεται ως φορέας έντασης ή ως εμπόδιο στην συνύπαρξη. Έτσι, η
συζήτηση δεν μεταφέρεται στο αν κάτι είναι αληθινό, αλλά στο αν είναι «βολικό»
ή «κοινωνικά αποδεκτό». Οι Μάρτυρες θεωρήθηκαν επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη,
οι Ομολογητές διασπαστικοί για την ενότητα, οι Πατέρες άκαμπτοι και απρόθυμοι
να συμβιβαστούν και αν το κριτήριο της αλήθειας ήταν η αποδοχή της εποχής τους,
τότε η Εκκλησία δεν θα είχε ιστορία. Αν όλα αυτά φαίνονται ακραία σήμερα, μάλλον
έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ σε μια Εκκλησία διαχειρίσιμη, ώστε η γνήσια μαρτυρία
να μας φαίνεται υπερβολή και αυτό είναι ένδειξη του πόσο βαθιά έχει αλλάξει το φρόνημα δια μέσω της παραπάνω αλλοίωσης που αναφέραμε.
Τέλος, χρειάζεται να γίνει μια αναγκαία επισήμανση. Σε κάθε εποχή υπήρξαν και
υπάρχουν στάσεις που μπορούν δικαίως να χαρακτηριστούν ακραίες, όχι επειδή
είναι ασυμβίβαστες με το πνεύμα του κόσμου, αλλά επειδή στερούνται
εκκλησιαστικής διάκρισης. Ο φανατισμός, η περιφρόνηση της κανονικής τάξης και η
μετατροπή της πίστης σε ιδεολογικό όπλο δεν αποτελούν μαρτυρία, αλλά
παραμόρφωσή της, η διάκριση όμως βρίσκεται αλλού. Άλλο πράγμα είναι η
ακρότητα που γεννιέται από εγωισμό και άλλο η ακρίβεια που πηγάζει
από την εκκλησιαστική συνείδηση. Οι Μάρτυρες και οι Πατέρες δεν υπήρξαν ακραίοι
με την έννοια της τυφλής σύγκρουσης· υπήρξαν ακριβείς. Δεν επεδίωξαν την ρήξη,
αλλά δεν την απέφυγαν όταν αυτή προέκυπτε ως συνέπεια της ομολογίας, δεν
αρνήθηκαν την ειρήνη, αλλά δεν την αντάλλαξαν με την σιωπή και η ύπαρξη
πραγματικών ακροτήτων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την εξουδετέρωση
κάθε λόγου μαρτυρίας.
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου