Μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα,
ή φαντασία στόν ἄνθρωπο καθίσταται ἐργαλεῖο πού συμβάλλει στη διακοπή τῆς κοινωνίας
του μέ τό Θεό. Μέ ὅσα αυτή παράγει, θα γεμίζει από τώρα καί στό ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος
τόν κενό, ἀπό τό Θεό, νοῦ του. Αυτό ισχύει πράγματι γιά τή δημιουργό φαντασία.
Στο συγκεκριμένο σημεῖο, δέ μπορεῖ κάποιος παρά να θυμηθεῖ τήν ἐξήγηση τοῦ
Μεγάλου Ἀθανασίου σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ψυχή μή μπορώντας να παραμείνει ἀκίνητη
καί χωρίς ἀντικείμενο, ἀφότου ὁ ἄνθρωπος ἀποστράφηκε τό Θεό γιά τόν Ὁποῖο ἡ
πρώτη του φύση τόν προόριζε, βάλθηκε να φαντάζεται ἀντικείμενα, πάνω στά ὁποῖα
θά μποροῦσε νά στηριχτεῖ: «Η ψυχή λοιπόν δεν κινείται πλέον σύμφωνα με την
αρετή, ούτε με σκοπό να βλέπει τον Θεό, αλλά, καθώς συλλογίζεται τα μη όντα (τα
ανύπαρκτα ή τα μη αληθινά), διαστρέφει τη δύναμη που έχει μέσα της και την
καταχράται για τις επιθυμίες που επινόησε. [...]»[1]. «τό κακόν οὐ
παρά Θεοῦ οὐδέ ἐν Θεῷ οὔτε ἐξ ἀρχῆς γέγονεν, οὔτε οὐσία τίς ἐστιν αὐτοῦ. Ἀλλά ἄνθρωποι
κατά στέρησιν τῆς τοῦ καλοῦ φαντασίας ἑαυτοῖς ἐπινοεῖν ἤρξαντο καί ἀναπλάττειν
τά οὐκ ὄντα, καί ἅπερ βούλονται. [...]. «Και η ψυχή των ανθρώπων, κλείνοντας
τον οφθαλμό με τον οποίο μπορεί να βλέπει τον Θεό, επινόησε για τον εαυτό της
τα κακά· και κινούμενη μέσα σε αυτά, δεν γνωρίζει ότι, ενώ νομίζει πως κάνει
κάτι, δεν κάνει τίποτε· γιατί πλάθει πράγματα που δεν υπάρχουν. Και δεν έμεινε
όπως δημιουργήθηκε, αλλά όπως η ίδια ανακάτεψε και αμαύρωσε τον εαυτό της, έτσι
και φαίνεται. Διότι δημιουργήθηκε για να βλέπει τον Θεό και να φωτίζεται από
Αυτόν· αυτή όμως, αντί για τον Θεό, αναζήτησε τα φθαρτά και το σκοτάδι.[2]».
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, πού ὁδηγεῖται στήν ἄγνοια τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, κατασκευάζει
μέ τό νοῦ καί τή φαντασία του ἕνα φαντασιακό κόσμο, στόν ὁποῖο προσκολλᾶται
τόσο περισσότερο, ὅσο αὐτός ἀποκρίνεται στίς αἰσθητές ἐπιθυμίες και στα πάθη,
πού ἀναπτύσσονται μέσα του. Ἔτσι, ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος βρίσκεται ἀποξενωμένος
καί ἀλλοιωμένος σ' ἕνα μή πραγματικό κόσμο· ἐκεῖ «τίποτε από όσα φαίνονται μέσα
στη ζωή δεν παρουσιάζεται όπως πραγματικά είναι, αλλά, σύμφωνα με τις απατηλές
φαντασίες, μας δείχνει άλλα αντί για άλλα, εμπαίζοντας με τις ελπίδες εκείνους
που μένουν εντυπωσιασμένοι προς αυτό· και με την πλάνη των φαινομένων
συγκαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό.»[3].
Παρόμοια, ὑπάρχουν καί εἰκόνες τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, τίς ὁποῖες ἀναπαριστά μέ τή
φαντασία του σε συνδυασμό μέ τή μνήμη του· ἔτσι ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος ἐμποδίζει
καί φράζει τό νοῦ του, ἀπό τόν ὁποῖο ἔχει ἀποκλείσει τό Θεό. Προσκολλᾶται ἐμπαθῶς
στόν αἰσθητό κόσμο, πού εἶναι κλειστός γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του καί δέ φανερώνει
τίποτε πλέον για τό Δημιουργό του: ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος ὑποκύπτει ἐντελῶς στόν αἰσθητό
κόσμο, ὁ ὁποῖος τόν σφετερίζεται. Οἱ εἰκόνες ἀπό τόν αἰσθητό κόσμο, πού ἔχει
στήν ἀντίληψη ἤ τίς ἀναμνήσεις του, διαφέρουν από αυτές, πού εἶχε ὁ Ἀδάμ πρίν ἀπό
τήν πτώση καί πού ἦταν διαπερατές στίς θεῖες ἐνέργειες· δέν τοῦ θυμίζουν πιά τό
Θεό, δέν τόν ἀνυψώνουν πρός Αὐτόν, εἶναι ἐντελῶς ἀδιαφανεῖς καί σκιερές.
Αποξενωμένος σέ πράγματα πού ὑποβαθμίζονται στήν αἰσθητή τους διάσταση, ὁ ἄνθρωπος
χαρακτηρίζεται ἀπό νοῦ, πού ἀδιάκοπα διασχί ζεται ἀπὸ πλῆθος λογισμῶν καί εἰκόνων
σχετικῶν μέ τά ἀντικείμενα αὐτά. Τό γεγονός δεν περιορίζεται μόνο στην κατάσταση
τῆς ἐγρήγορσης, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στόν ὕπνο, ὅπου βρίσκεται κατακλυσμένος ἀπό
ὀνειρικές φαντασιώσεις[4].
Μακράν τοῦ νά παραμένει, κατά φύση, μια συμπληρωματική γνωστική δύναμη, ἡ φαντασία
συνδέεται μέ τήν καθεαυτή διεστραμμένη μνήμη, κυριεύει τό νοῦ, τόν ὁποῖο μέ τή
σειρά της παρασύρει καί ἀλλοτριώνει. Ἀπό τότε ὁ νοῦς περιφέρεται ἀπό φαντάσματα
σε φαντάσματα διαλύοντας τά μέν στα δέ. Ἡ φαντασία καταλαμβάνει τήν ψυχή, ἀφοῦ
τήν πολιορκήσει, μέ πολλούς τρόπους. Γράφουν οἱ Ἅγιοι Κάλλιστος καί Ἰγνάτιος
Ξανθόπουλοι: «Γι’ αυτό και οι θείοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτήν με πολλούς τρόπους
και εναντίον της. Αυτή λοιπόν η ποικιλόμορφη φαντασία, όπως ο μυθικός Δαίδαλος,
και πολυκέφαλη σαν την ύδρα, έχει χαρακτηριστεί από τους Αγίους σαν κάποια
γέφυρα των δαιμόνων. Διότι μέσω αυτής περνούν και διεισδύουν οι φονικοί
δαίμονες, και έτσι κατά κάποιον τρόπο επικοινωνούν και αναμειγνύονται με την
ψυχή, κάνοντάς την σαν κυψέλη κηφήνων και κατοικητήριο άκαρπων και εμπαθών
λογισμών. Αυτήν λοιπόν τη φαντασία πρέπει να την αποβάλουμε εντελώς.»[5].
Ἔτσι, ὄχι μόνο «Αντιστέκεται αρκετά στην καθαρή και καρδιακή προσευχή»[6]
ἀλλ ̓ ἐπιπλέον δέν ἀφήνει κανένα χώρο στην ψυχή για τη σκέψη καὶ τὴν μνήμη τοῦ
Θεοῦ, πού φυσιολογικά ἔπρεπε νά τήν κατέχουν. Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος παρομοιάζει
την ψυχή στη φυσιολογική της κατάσταση, οπότε καί καταλαμβανόταν ἐντελῶς ἀπό τή
μνήμη τοῦ Θεοῦ, ὡς ἑξῆς: «Στους ζωγράφους, τὰ ζωγραφούμενα πρόσωπα γίνονται μὲ
τὰ χρώματα· ἐὰν ὅμως τὸ σανίδι γραφεῖ ἀπὸ πρὶν δὲ δέχεται τότε οὔτε χρώματα οὔτε
πρόσωπα, ποὺ πρέπει νὰ ἐκτελοῦνται μαζί.»[7].
Τό ἀντίθετο ἀκριβῶς συμβαίνει στην πτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου: ὁ πίνακας
γεμίζει ἐντελῶς ἀπό σχήματα καί μορφές ἐπιβαλλόμενα ἀπό τή φαντασία καί δέν ἀφήνει
πλέον νά ὑπάρχει καθόλου ἐλεύθερος χῶρος γιά τό λογισμό τοῦ Θεοῦ.
[1] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά ἑλλήνων, 4.
[2] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά ἑλλήνων, 7. Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Επιστολή, 233, 1, ὅπου ἀναφέρει ὅτι ὁ νοῦς ὄντας ἀεικίνητος, πολλές φορές φαντασιώνεται ἀνύπαρκτα πράγματα ὡς ὑπαρκτά.
[3] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας, 3, 4.
[4] Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια φυσικά, 61.
[5] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική, 64.
[6] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική, 64.
[7] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 134.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου