Στὴν
προπτωτική του κατάσταση ὁ ἄνθρωπος διέθετε τήν «εὐπρεπῆ φαντασίαν»[1],
«καί μᾶλλον [ἐ]φιλοσόφει βελτίους ποιῆσαι τάς τοιαύτας αὐτοῦ [Σ.τ.μ.: Στο
κείμενο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἀντωνυμία «αὐτοῦ» αναφέρεται στις κινήσεις τοῦ
σώματος, ἐνῶ στο γαλλικό κείμενο στη φαντασία] κινήσεις»[2] κατά τό μέτρο,
πού χρησιμοποιοῦσε τίς εἰκόνες τῶν ὄντων γιά ν' ἀνυψώνεται ὁ ἴδιος καί γιά ν'
άνυψώνει τά ὄντα πρός τό Δημιουργό τους.
Ἀπό τήν «εὐπρεπῆ φαντασίαν» πήγαζαν στον ύπνο του τά «καλά ἐνύπνια»[3].
Τά ὄνειρα τοῦ ἀπαθοῦς ἀνθρώπου χαρακτηρίζονταν ἀπό τήν καθαρότητά τους καί ἀποτελοῦνταν
ἀπό εἰκόνες ἢ ἀπό ἁπλούς συνδυασμούς εἰκόνων, πού μαρτυροῦσαν τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς
του, ὅπως τό ὑποδηλώνει ὁ Ἅγιος Μάξιμος: «Όταν η ψυχή αρχίζει να αισθάνεται τη
δική της υγεία, τότε αρχίζει να βλέπει και τις φαντασίες μέσα στους ύπνους
καθαρές και ατάραχες.»[4].
Στα πλαίσια τῆς φυσικῆς θεωρίας τά ὄνειρα ἔπαιρναν ἐπιπλέον τή μορφή τῶν «καθ ̓
ὕπνους ὄψεων», δηλαδή συνόλων σταθερῶν, καθαρά δομημένων εἰκόνων, ἐμπνευσμένων ἀπό
τό Θεό καί μέ συγκεκριμένη πνευματική σημασία· ἔτσι τά ἐνύπνια ἀνυψώνουν τόν ἄνθρωπο
πρός τό Θεό, ἀκόμη καί μέσα στον ύπνο του, διαμέσου τοῦ συμβολικοῦ χαρακτήρα
τους. Ὅπως ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναφέρεται γιά τά «απλά» ὄνειρα, ἔτσι καί ὁ Ἅγιος
Διάδοχος Φωτικῆς παρατηρεῖ: «Τα όνειρα που εμφανίζονται στην ψυχή μέσα στην
αγάπη του Θεού, όταν η ψυχή είναι υγιής, είναι αλάνθαστοι κατήγοροι [Σ.τ.μ.:
δηλαδή βέβαιοι και ασφαλείς δείκτες, σημεία και αποδείξεις.»[5]
Ἄν καί βρῆκε τή θέση της στο πλαίσιο τῆς φυσικῆς θεωρίας, ἐντούτοις ἡ φαντασία ὄφειλε
να απομακρυνθεῖ πέρα ἀπ' αὐτή, καθώς σ' ἕνα ἄλλο πλαίσιο, αὐτό τῆς ἄμεσης γνώσης
τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ὑπερεῖχε κάθε ὄντος καί διάνοιας καί σκέψης και πολύ
περισσότερο κάθε παράστασης εἰκονικῆς ἤ ἔμμορφης[6].
Γράφει ὁ σχολιαστής τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη: «Καμία λοιπόν, όπως έχει
ειπωθεί, φαντασία δεν έχει θέση ως προς τον Θεό· διότι είναι απολύτως υπεράνω
κάθε έννοιας και βρίσκεται πέρα από όλα»[7].
Ἡ πνευματική αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου περιελάμβανε λοιπόν τήν ὑπέρβαση τῆς ἀγαθῆς
φαντασίας ταυτόχρονα μέ τήν ὑπέρβαση τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Ἡ στάση του πρώτου ἀνθρώπου
ἔναντι τῆς φαντασίας ἀντιστοιχοῦσε πρός τή στάση, πού περιγράφουν οἱ Ἅγιοι Κάλλιστος
καί Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι· ἐπικαλοῦνται ὅλους, ὅσοι ἀνακαινισμένοι διά τοῦ
Χριστοῦ, ἀνακάλυψαν τήν ἀρχέγονη κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας και πορεύονται τόν ἴδιο
δρόμο μέ τόν πρῶτο Ἀδάμ πρός τήν τελειότητα, στήν ὁποία ὁ Θεός προόρισε τόν ἄνθρωπο
κατά τή δημιουργία του: «Αυτό όμως είναι γνώρισμα των ακόμη νηπίων, δηλαδή των
αρχαρίων· διότι όσοι έχουν προχωρήσει με τον χρόνο αποβάλλουν ολοκληρωτικά όχι
μόνο την απρεπή αλλά και την ευπρεπή φαντασία, και την καθιστούν ανενέργητη,
εξαφανίζοντάς την και διαλύοντάς την σαν κερί που λιώνει μπροστά στη φωτιά,
εξαιτίας της καθαρής προσευχής και της από κάθε τι ατύπωτης αποθέσεως και
γυμνώσεως του νοός, για χάρη της απλής στροφής προς τον Θεό και της αποδοχής
μιας ασχημάτιστης και ενιαίας ενώσεως.»[8].
Η ένωση μέ τό Θεό μέσα ἀπό τή θεωρία, στην πραγματικότητα δέν εἶναι δυνατή παρά
μόνο μέσω τῆς «καθαράς προσευχής», όπως θά δοῦμε πιο συγκεκριμένα στη συνέχεια.
Επομένως, προϋποθέσεις τῆς ἕνωσης μέ τό Θεό εἶναι ἀφενός μέν ἡ ἀπάθεια και
αφετέρου ἡ ἀπουσία οποιασδήποτε αναπαράστασης κάθε σκέψης καί κυρίως κάθε
φαντασίας[9],
πού ἀναφέρονται όχι μόνο στὰ αἰσθητά καί / ἢ ἀνθρώπινα πράγματα[10],
ἀλλ' ἀκόμη και στόν ἴδιο το Θεό[11].
Σ' αὐτό τό ἐπίπεδο τῆς θεωρίας, ή φαντασία παύει ν' ἀσκεῖται ἐξίσου στον ύπνο. Ὁ
ἄνθρωπος βρίσκεται μόνιμα, ἑνωμένος στενά μέ τό Θεό, καί στόν ύπνο του ἀκόμη ὁ
νοῦς του παραμένει ἄγρυπνος. Οἱ θεῖες δράσεις ὑποκαθίστανται ἀπό τά ἐνύπνια.
Γράφει ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος: «Εκείνος που φωτίζεται από το Άγιο
Πνεύμα και βλέπει εκείνα τα αγαθά, και σε εγρήγορση και νοερά, είτε άγρυπνος
είτε κοιμισμένος, τα οποία μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και δεν ανέβηκαν
σε καρδιά ανθρώπου, και στα οποία επιθυμούν να σκύψουν ακόμη και άγγελοι, αν
αποσπαστεί από τη θεωρία τέτοιων πραγμάτων, λυπάται και θλίβεται.»[12].
Αὐτές οἱ δράσεις ὅμως δέν εἶναι πλέον ἐνύπνια, οὔτε κινητοποιοῦν τή φαντασία[13],
αλλά παράγονται στό νοῦ τοῦ τέλειου ἀνθρώπου ἀπό τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα[14],
γι' αυτό «Και δεν πρέπει να τα ονομάζουμε αυτά ενύπνια, αλλά οράσεις και
οπτασίες.»[15].
[1] Πρβλ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική, 64.
[2] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 56. 38.
[3] Γιά τή διάκριση τῶν ἐνυπνίων σέ «ἀγαθά» καί «πονηρά», βλέπε ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός,
[4] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 89.
[5] ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 37.
[6] Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 68. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 49. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Θεῖα ὀνόματα, 1, 5, PG 3, 593.
[7] Σχόλια-θεῖα ὀνόματα, PG 4, 201c.
[8] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Ἑκατοντάς πνευματική, 65.
[9] Βλέπε για παράδειγμα: ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 59. 68. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 66. Επιστολή, 39. Κεφάλαια γνωστικά, 1, 46. Βλέπε και: ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ και ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική, 65, ὅπου, πρός ἐπίρρωση τῶν παρατηρήσεών τους, παραθέτουν έκτετα μένα ἀποσπάσματα ἀπὸ ἔργα τῶν Ἡσυχίου Ἱεροσολυμίτη, Διαδόχου Φω τικῆς, Βασιλείου Καισαρείας, Εὐαγρίου Ποντικού και Μαξίμου Ομολογητοῦ.
[10] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 49. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Ἐξηγητικά-Ψαλμός 140, ἔκδ. Pitra, σ. 348. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 28, 44.
[11] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, Am. 181, 10. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ και ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Ἑκατοντάς πνευματική, 73. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου κατασκευή, 1, 5.
[12] ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα, 3, 61. Πρβλ. 62.
[13] 441. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 3, 59.
[14] ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα, 3, 61. 64. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια φυσικά, 62. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 3, 59. Το ίδιο συμβαίνει μέ τίς δράσεις τῶν Προφητῶν.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου