Ἡ παθολογία τῆς φαντασίας
Μιά ἀπό τίς σημαντικότερες δυνάμεις[1] του λογιστικοῦ τοῦ ἀνθρώπου[2] εἶναι ἡ φαντασία. Φυσική της λειτουργία εἶναι νά ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο ν' ἀναπαριστᾶ τά αἰσθητά, ὅπως πράγματι εἶναι[3]. Συνεπώς συνδέεται άμεσα μέ τήν αἴσθηση[4] καί τό αἰσθητό. Μετασχηματίζει τις αισθήσεις σέ εἰκόνες καί ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά ἔχει ὡς εἰκόνα ὅ,τι ἀντιλαμβάνεται. Ἐξίσου τοῦ ἐπιτρέπει, σε συνδυασμό με τή μνήμη, ν' ἀναπαράγει καί ν' ἀναπαριστά τίς ἀναμνήσεις, πού ὑπάρχουν σύμφωνα μέ ὅσα ἔχει ἀντιληφθεί[5].
Ἡ φαντασία εἶναι ἡ δύναμη πού μετατρέπει τα περιεχόμενα τῆς ἀντίληψης σέ ἀντίστοιχες εικόνες καί ἀναπαραγωγής τῶν προϊόντων αὐτῶν, ὅταν ἡ μνήμη τά ἀνακαλεῖ. Εἶναι ἐξίσου καί ἡ ἱκανότητα να παράγει καί νά δημιουργεί νέες εἰκόνες συνδυάζοντας πολλές ἀπ' ὅσες ἔχει πάρει, εἴτε πλήρως εἴτε μερικῶς. Ἔτσι ἡ φαντασία μπορεῖ νά πάρει τριπλή μορφή: τῆς φαντασίας, πού α) παράγει, β) αναπαράγει γ) δημιουργεῖ[6]· καθεμιά ἀπ' αὐτές θεμελιώνεται στην προηγούμενή της. Ὑπό τις δύο τελευταῖες μορφές παράγει τά ὄνειρα, στις εἰδικές συνθῆκες τοῦ ὕπνου[7].
Στήν ἀρχέγονη κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φαντασία του συνδεόταν αποκλειστικά μέ τήν ἀναπαράσταση τῶν αἰσθητῶν δημιουργημάτων, πού ὑπῆρχαν. Ήταν δύναμη ἀπαραίτητη στο πλαίσιο τῶν ἀναγκαίων σχέσεών του με αὐτά, ὅμως δέν ἀποτελοῦσε ἐμπόδιο στη σχέση του μέ τό Θεό, οὔτε ὁδηγοῦσε σε εκτροπή τήν πορεία του προς Αὐτόν[8]. Δεδομένου ὅτι στην κατάσταση πού δημιουργήθηκε, ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀπαθής, ἀγνοοῦσε τήν «απρεπῆ φαντασία», ἡ ὁποία «ανθίσταται [...] τῇ ἑνιαίᾳ καί ἀπλανεῖ τοῦ νοῦ ἐργασία»[9]. Οἱ παραγόμενες ἀπό αὐτόν εἰκόνες παρέμεναν ἁπλές, δηλαδή ἀσύνδετες μέ τό ὁποιαδήποτε πάθος[10], εἴτε γιά νά μή τό ὑποδαυλίσουν καί τό ὑποκινήσουν[11], εἴτε γιά νά μή προκληθοῦν καί διεγερθοῦν ἀπό αὐτό. Θά μποροῦσαν λοιπόν να τοποθετηθοῦν στό πλαίσιο τῆς φυσικῆς θεωρίας[12], σε σαφή καί ἄμεση σχέση πρός τούς λόγους (ἤ τίς πνευματικές αἰτίες) τῶν ὄντων καί τίς θεῖες ἐνέργειες. Καί τούς λόγους τῶν ὄντων καί τίς θεῖες ἐνέργειες, ὁ νοῦς τοῦ Ἀδάμ ἀντιλαμβανόταν καί θεωροῦσε ἄμεσα μέσα ἀπό τόν εἰκονισμό τῶν δημιουργημάτων ἐντός του· τά κτίσματα ἦταν αὐτά, πού τόν ὁδηγοῦσαν στό νά αἰνεῖ καί νά δοξάζει τό Θεό μέσα ἀπό τή δημιουργία Του καί νά τήν ἑνώνει μ ̓ Αὐτόν σύμφωνα πρός τό σχέδιό Του[13].
[1] Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 3, 59.
[2] Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Περί ψυχῆς, 37.
[3] Πρβλ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική, 69
[4] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 17. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Περί ψυχῆς, 65. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 3, 59
[5] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 46.
[6] Στήν εὐρεία ἔννοιά της, ἡ δημιουργός φαντασία δηλώνει τή δημιουργική καί ἐφευρετική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ συχνά σέ παρέμβαση τῆς λογικῆς περισσότερο από την καθαρά νοούμενη φαντασία. Δέ θά μᾶς ἀπασχολήσει στο σημεῖο αὐτό ἡ φαντασία στη στενή έννοιά της, δηλαδή ὡς ἱκανότητα παραγωγῆς εἰκόνων.
[7] Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Κατασκευή ἀνθρώπου, 13, PG 44, 168.
[8] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί ἀποριῶν, 45, PG 91, 1353.
[9] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Ἑκατοντάς πνευματική, 64.
[10] Κατ' αὐτό τόν τρόπο, ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ διαπιστώνει: «Όταν η ψυχή αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη δική της υγεία, τότε αρχίζει να βλέπει και τις εικόνες μέσα στους ύπνους καθαρές και δίχως ταραχή» (Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 89). Περαιτέρω, κάνει λόγο γιά τό «παραμένει απαθής απέναντι στις φαντασίες [των πραγμάτων].
[11] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 49, PG 90,
[12] Πρβλ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Ἑκατοντάς πνευματική, 64.
[13] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί ἀποριῶν, 41, PG 91, 1304. 1308B.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου