Η μνήμη τοῦ κακοῦ συνιστᾶ ὑποκατάστατο, σε διάφορους βαθμούς τῆς μνήμης τοῦ ἀγαθοῦ. Ἡ τελευταία κατελάμβανε ἀποκλειστικά τή μνήμη τοῦ ἀνθρώπου πρίν ἀπό τήν πτώση· ἐξ αἰτίας τῆς ἔλλειψης ισχύος ὑποκαθίσταται πλήρως ἀπό τή μνήμη τοῦ κακοῦ· καί μόνο ἕνας χώρος περισσότερο ή λιγότερο περιορισμένος ἀπομένει γιά τή μνήμη τοῦ ἀγαθοῦ.
Τό γεγονός αὐτό, σε κάθε περίπτωση ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν εἰσαγωγή μιας νέας διαίρεσης στή μνήμη, άγνωστης προπτωτικά σ' αυτήν, πού τή σχίζει σε δύο τμήματα, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς: «
Από τη στιγμή που ο νους μας ξέπεσε στη διπλότητα της γνώσης, είναι αναγκασμένος από τότε, ακόμη κι αν δεν το θέλει, με την ίδια κλίση να φέρνει στη σκέψη του και καλά και κακά νοήματα [...]. Γιατί, όπως σπεύδει πάντοτε να συλλογίζεται το καλό, αμέσως θυμάται και το κακό, επειδή η μνήμη του ανθρώπου έχει διχαστεί σε μια διπλή αντίληψη εξαιτίας της παρακοής του Αδάμ.».
Ἡ μνήμη τοῦ ἀγαθοῦ καί ἡ μνήμη τοῦ κακοῦ δέ γειτονεύουν ἁπλά ἀλλά καί ἀναμειγνύονται, μέ ἀποτέλεσμα να συμβάλλουν στη δημιουργία σύγχυσης· ή μνήμη καί ἡ διάνοια γίνονται πλέον δέκτες αὐτῆς τῆς σύγχυσης μέσα ἀπό τήν πολλαπλότητα καί τήν ποικιλία τῶν λογισμῶν πού τίς πολιορκοῦν
[1].
Ἀκόμη καί ἄν ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος «ὑπό λήθης και συγχύσεως ἀβύσσου καλυπτόμενος»
[2], ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης, ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀγαθοῦ μετά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ δέν εἶναι ἀδύνατη, ὅμως γίνεται πιό δύσκολη. Ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς: λέγει: «Γι’ αυτό λοιπόν ο ανθρώπινος νους δύσκολα μπορεί να θυμάται τον Θεό ή τις εντολές Του.»[3]. Στό ἴδιο πνεῦμα κινούμενος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης ἐπισημαίνει: «Η παρακοή δεν κατέστρεψε μόνο την απλή μνήμη της ψυχής προς το αγαθό, αλλά διέφθειρε και όλες τις δυνάμεις της, σκοτεινιάζοντας τις φυσικές της ορέξεις που την οδηγούσαν προς την αρετή. [Σ.τ.μ.: Διάβαζε «ἀμαυρώσασα] (sic)»[4]. Πράγματι, ὅπως ἔχουμε δεῖ, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πολιορκεῖται καί καταλαμβάνεται ἀπό ἕνα πλῆθος ἀναμνήσεων πού ἀφορᾶ στα πράγματα τοῦ κόσμου τούτου καί στούς λογισμούς, ἐμπαθεῖς ἤ ὄχι, ὅμως ὁπωσδήποτε ξένους πρός τό Θεό. Οἱ συγκεκριμένες ἀναμνήσεις πηγάζουν ἀπό τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τόσο ἐξαιτίας τῆς προσκόλλησής του στον κόσμο, ὅσο καί ἐξαιτίας τῆς δράσης τῶν δαιμόνων, πού ἐπιζητοῦν μ' αὐτό τόν τρόπο [Σ.τ.μ.: δηλαδή τίς ἀναμνήσεις] κυρίως νά τόν κρατοῦν ἀπομακρυσμένο ἀπό τό Θεό. Σε κάθε περίπτωση όμως όπωσδήποτε ἡ μνήμη τοῦ κόσμου ἀποκλείει τη μνήμη τοῦ Θεοῦ.
Τό ἴδιο πρότυπο οικονομίας, πού εἴχαμε διασαφηνίσει ἀναφορικά μέ τίς δυνάμεις πού μελετήσαμε, ἰσχύει καί γιά τή μνήμη: ὅσο περισσότερο θυμᾶται το Θεό, τόσο λιγότερο θυμᾶται τόν κόσμο τοῦτο· καί ἀντίστροφα, ὅσο περισσότερο θυμᾶται τόν κόσμο, τόσο λιγότερο θυμᾶται το Θεό.

 


[1] Γιά τή σύγχυση τῆς μνήμης, βλέπε ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 85.

[2] ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 116.

[3]  ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 56.

[4] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κεφάλαια, 61.

 

 (συνεχίζεται)




ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top