Η
εικόνα που επικράτησε, για να αποδίδει πιστότερα την παρουσία της Εκκλησίας
στην ιστορία, είναι η ναύς (το πλοίο). Γιατί πράγματι η Εκκλησία ταξιδεύει
πορεύεται σαν ένα πλοίο μέσα στον ωκεανό των αιώνων.
Θέλοντας, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, να μείνει «καινή κτίση» στην
ιστορική πορεία της, η Εκκλησία έλαβε από την αρχή θέση απέναντι στις δυνάμεις
εκείνες που προσδιώριζαν και διαμόρφωναν την τότε κοινωνία και διαχώρισε
συγχρόνως τη θέση της, ως «κοινωνίας χάριτος και σωτηρίας», από τους θεσμούς
και τις δομές της κοινωνίας, που επέβαλλε με τον στιβαρό συγκεντρωτισμό της η
PAX ROMANA. Έτσι διαχώρισε ριζικά τον εαυτό της η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού,
από τον Ιουδαισμό (το έργο αυτό οφείλεται κυρίως στον ̓Απ. Παύλο) και απέκοψε από τους κόλπους της
τους Ιουδαίζοντες, όσους δηλαδή ήθελαν να υποτάξουν τον Χριστιανισμό στο γράμμα
του νόμου και την ιουδαική τυποκρατία, συμπνίγοντας την παγκοσμιότητα της Εκκλησίας
μέσα στον ιουδαικό εθνικισμό (φυλετισμό).
Διαχώρισε επίσης τον εαυτό της από τον ελληνισμό, ως εθνισμό - ειδωλολατρία,
και απέκλεισε από την κοινωνία της τις ελληνίζουσες τάσεις, που ήθελαν να
αναμείξουν τον Χριστιανισμό με την ψευδο-φιλοσοφία και τη μυθολογία του κόσμου
(π.χ. ο Γνωστικισμός), περιορίζοντας τον ρόλο του Χριστιανισμού στα λατρευτικά
πλαίσια μιάς θρησκείας και μεταβάλλοντάς τον, έτσι, σε υποκατάστατο, η έστω
δευτερογενές συμπλήρωμα της ειδωλολατρίας.
Από την άλλη, εξ άλλου, πλευρά, μένοντας πιστή η Εκκλησία στην παγκόσμια και
αιώνια αποστολή της και τον θεανθρώπινο χαρακτήρα της, που αποκλείει κάθε τάση
εγκλωβισμού της στο ενδοκοσμικό και την παροδικότητα, διέστειλε τον εαυτό της
(πάντα στα πρόσωπα των Αγίων της, φυσικά) και από το ρωμαικό - κρατικό πνεύμα,
που επιχείρησε επανειλημμένα, ιδίως από τον δ' αιώνα κ.εξ., να εκμεταλλευθεί
την Εκκλησία, χρησιμοποιώντας την ως μέσον για την αύξηση και εδραίωση της
επιρροής του. Βέβαια, ο αγώνας αυτός δίνεται αδιάκοπα από τους Αγίους τα συνειδητά
και Πνευματοφόρα μέλη της Εκκλησίας— που μένουν πάντα ασυμβίβαστοι και
ανυποχώρητοι.
Η Εκκλησία, έτσι, συνυπάρχει με τον κόσμο, αλλά δεν ταυτίζεται μαζί του.
Διαφοροποιείται —αντίθετα από τον πολιτισμό, τη φιλοσοφία, τους θεσμούς του
κόσμου, διότι «ουκ έχει ώδε μένουσαν πόλιν...» (Εβρ. 13,14). Βρίσκεται συνεχώς
in via (εν πορεία). Η στάση της απέναντι στον κόσμο είναι πάντα κριτική και
ελεγκτική, αλλά συνάμα και αγαπητική. Γι ̓ αυτό όταν «φεύγει» εκ του κόσμου, το
κάνει χωρίς μίσος έναντι του κόσμου. Και όταν μένει στον κόσμο, προσλαμβάνει
τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο και όχι να εκκοσμικευθεί να γίνει κόσμος
η ίδια. Έτσι, αποφεύγει η Εκκλησία αφ' ενός μεν τον εκκλησιολογικό
μονοφυσιτισμό (άρνηση της ιεραποστολής μέσα στον κόσμο) και τον ιδεολογικό
νεστοριανισμό (σχετικοποίηση της θείας ̓Αλήθειας
για χάρη του κόσμου).
Η παρουσία των Χριστιανών μέσα στον κόσμο και η συνύπαρξή τους με μη
χριστιανούς και εξουσία (Ρωμαική η Εβραική), άλλοτε αδιάφορη απέναντί τους και
άλλοτε εχθρική, ήταν επόμενο να δημιουργεί σοβαρά προβλήμα τα. Ένα από τα πιο
βασικά ήταν η διαμόρφωση των σχέσεων της Εκκλησίας, όχι ως Ιερατείου, αλλά ως
Σώματος Χριστού (δηλ. εν Χριστώ συγκροτημένης κοινωνίας), με τις εξουσιαστικές
δομές και δυνάμεις του περιβάλλοντος κόσμου. Διότι σ ̓ αντίθεση με τον παλαιό
Ισραήλ, που αποτελούσε ιδιαίτερο λαό μέσα σε σαφώς ορισμένο βιωτικό χώρο, ο
νέος Ισραήλ, η Εκκλησία, βρέθηκε γρήγορα διασκορπισμένη στον κόσμο, ανάμεσα σε
διαφόρους λαούς, που, παρά την ενότητα της PAX ROMANA, είχαν τα δικά τους έθιμα,
τον δικό τους τρόπο ζωής και, κυρίως, τη δική τους θρησκευτική πίστη, που δεν
μπορούσε φυσικά να εναρμονισθεί με την πίστη της Εκκλησίας. Αυτές τις συνθήκες
για την παρουσία του εκκλησιαστικού σώματος μέσα στον τότε κόσμο, αλλά και τις
πρακτικές δυσκολίες, που αναφύονταν, περιγράφει με αριστουργηματικό τρόπο το
περίφημο κείμενο του β' αι., η γνωστή «Προς Διόγνητον» επιστολή.
Η Εκκλησία, ως κοινωνία, αντιμετώπισε από την αρχή την ανάγκη να δεχθεί την
«πολιτική διακονία» μέσα στο ίδιο της το σώμα, διότι τη θεωρεί αναγκαία και την
καταξιώνει. Συγχρόνως όμως διακρίνει την δική της πολιτική διακονία από την
«πολιτική εξουσία» του περιβάλλοντος κόσμου, από την οποία, φυσικά, δεν
μπορούσε να απαιτήσει χριστιανικό πνεύμα και διαθέσεις, γιατί δεν ήταν δική της,
αφού ζούσε μέσα στην «αθεία» (Εφεσ. 2,12!) και εκφραζόταν εχθρικά απέναντι στον
Χριστό και το Λαό Του. Με την «πολιτική εξουσία» του κόσμου (την «έξω»
Πολιτεία) η Εκκλησία διατηρούσε τυπικές σχέσεις (εξωτερικές θα μπορούσαν να
χαρακτηρισθούν), που εκφράζονταν, πλην άλλων, με τον λόγο του Κυρίου «απόδοτε
τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22,21) και με τον λόγο
του απ. Παύλου «απόδοτε... τω τον φόρον τον φόρον, τω το τέλος το τέλος...»
(Ρωμ. 13,7). Τα χωρία όμως αυτά αποδεικνύουν τη διαμόρφωση ήδη σχέσεων
(καλύτερα: στάσεων) τόσο από τον Κύριο, όσο και από τους ̓Αποστόλους με την «κοσμική εξουσία»
(Πολιτεία), που σε κάποια στιγμή καταγράφονται στα καινοδιαθηκικά βιβλία
(κλασική ανάπτυξη στο Ρωμ. 13,1 ε.).
Εξωτερικά, λοιπόν, όπου και αν βρίσκεται η Εκκλησία, ως εν τόπω οργανωμένη
κοινότητα, διατηρεί αυτές τις καθαρά τυπικές σχέσεις με την κοσμική πολιτική
εξουσία, εσωτερικά όμως υπάρχει και λειτουργεί ως ολόκληρη —ανεξάρτητη
κοινωνία, με την πνευματική και την κοινωνικοβιωτική της διάσταση, έστω και αν
δεν υπήρχαν «συστήματα» και «κειμένη» νομοθεσία, αφού όλα στη ζωή των πιστών
και του εκκλησιαστικού σώματος γίνονται πρώτιστα με την Χάρη (Φωτισμό) του ̔Αγίου Πνεύματος, όταν βέβαια κατοικεί μέσα
στους πιστούς (πρβλ. Ρωμ. 8,9: είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν). Έτσι, ολόκληρη
η Εκκλησία απλώθηκε ως μια χριστιανική κοινοπολιτεία μέσα στον αρχαίο κόσμο, με
κέντρο τα Ιεροσόλυμα και ενιαίο τρόπο ζωής και οργανώσεως (αρχή του κανονικού
δικαίου της Ἐκκλησίας)[1].
Ο καθορισμός των σχέσεων των Μελών της Εκκλησίας με την ειδωλολατρική Πολιτεία
ήταν ένα λεπτό και δύσκολο θέμα, επί του οποίου οι Άγιοι Απόστολοι έπρεπε να
διατυπώσουν, εν Πνεύματι Αγίω, κάποιες γενικές αρχές θεωρήσεως και συμπεριφοράς «απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του
Θεού τω Θεώ». Τι εσήμαινε ο λόγος αυτός;
Ο Κύριός μας, σε αυτούς οι οποίοι του απηύθυναν το ερώτημα αν πρέπει να
καταβάλλουν φόρο στον Καίσαρα ή όχι, με σκοπό να τον παγιδεύσουν, έδωσε μία
αποστομωτική απάντησι θείας σοφίας και εμπνεύσεως, διαχρονικής αξίας και
σημασίας.
Προέτρεψε σε απόδοσι από τους υπηκόους προς τον εκάστοτε εξουσιαστή μόνον αυτού
που του ανήκει, δηλαδή στην καταβολή φόρου και γενικά στην πιστή τήρησι και
εκπλήρωσι των υποχρεώσεων προς την εκάστοτε πολιτική αρχή, χωρίς να
παραβλάπτεται η ευσέβεια παράλληλα, ετόνισε την υποχρέωσι προσφοράς στον Θεό
όσων ανήκουν εις Αυτόν, δηλαδή απόλυτη πίστι, υπακοή και λατρεία. Οι
υποχρεώσεις των υπηκόων έναντι της Πολιτείας δεν ευρίσκονται κατ ̓ ανάγκην σε
αντίθεσι προς τα λατρευτικά καθήκοντά τους έναντι του αληθινού Θεού• οι
υποχρεώσεις προς την Πολιτεία και τα καθήκοντα προς τον Θεό πρέπει να
συνδυάζωνται, οι δε δύο αυτές σαφώς διακεκριμένες μεταξύ τους σφαίρες, Πολιτεία
και Εκκλησία, δεν είναι κατ' ανάγκην ασυμβίβαστες. Διότι, η εξουσία του
Καίσαρος, χωρίς να εξαγιάζεται, θεωρείται όχι αντίθετη, αλλά σύμφωνη με την
παραχωρηθείσα από Θεού τάξι των ανθρωπίνων πραγμάτων.
Η περί υποταγής υπόδειξις, ισχύει μόνον εφ' όσον η Εξουσία δεν επεμβαίνει στην
θρησκευτική συνείδησι εκάστου των πολιτών και υπηκόων της και δεν προβαίνει σε
πράξεις ή εντολές αντικείμενες στην θεία Διδασκαλία. Κάθε έκνομη απαίτησις,
προς διαφθορά συνειδήσεων και καταπάτησι θείων Εντολών, αντιμετωπίζεται με
ηρωική και αποφασιστική άρνησι και μαρτυρία. Ο Απόστολος Πέτρος με το επίσης
ένδοξο Μαρτύριό του, απέδειξε περίτρανα την αλήθεια και εγκυρότητα των θέσεων
αυτών[2].
Στους πρώτους αιώνες διωγμού των χριστιανών και με αφορμή κάποιες ετήσιες
σχετικές τελετές, οι αντιπρόσωποι των υποταγμένων πόλεων με την παρουσία τους
σε αυτές, ουσιαστικά, υποδήλωναν και ανανέωναν την υποτέλεια και τη
νομιμοφροσύνη τους προς τον αυτοκράτορα και την Ρώμη. Το αξίωμα του ιερέα ήταν
δημόσιο, κρατικό αξίωμα, οι ιερείς επιλέγονταν ανάμεσα από τους πιο επιφανείς
συγκλητικούς, το αξίωμα δε του μέγιστου αρχιερέα (Pontifex maximus) συνειδητά,
το αναλάμβανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνδέει, και
μάλιστα στενά, τη ρωμαϊκή θρησκεία με τη δημόσια διοίκηση, οπότε, εύλογα, η
άρνηση συμμετοχής στη θρησκευτική λατρεία και τις σχετικές τελετές, εκτός από
ασέβεια, εκλαμβάνεται και ως άρνηση υπακοής στην «ιεροποιημένη» δημόσια τάξη,
συνεπώς και ως διατάραξη της δημόσιας τάξης, εξ ου και η κατηγορία της έσχατης
προδοσίας εναντίον του οποιουδήποτε παραβάτη.
Φυσικά, εύλογη και καχύποπτη απορία, προκαλούσε στους ειδωλολάτρες η μη
συμμετοχή των χριστιανών στα δημόσια θεάματα, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια εποχή,
που το ''άρτος και θεάματα'' ήταν σύνθημα και τρόπος ζωής. Έτσι, μαζί με τα
υπόλοιπα η στάση των χριστιανών θεωρήθηκε μισανθρωπία και αποτέλεσε τον πυρήνα
της εναντίον τους κατηγορίας, ότι είναι εχθροί του ανθρώπινου γένους. Μίας
κατηγορίας τουλάχιστον σκανδαλώδους, όπως και όλες οι υπόλοιπες άλλωστε,
δεδομένου ότι αφορούσε και χαρακτήριζε τους ανθρώπους εκείνους, που βίωναν και
εφάρμοζαν στην πράξη την αγάπη προς τον πλησίον και την άνευ όρων φιλανθρωπία.
Για τη ρωμαϊκή θεώρηση των θρησκευτικών ζητημάτων, ο χριστιανισμός δεν πληρούσε
τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων η ρωμαϊκή αρχή αναγόρευε μία θρησκεία ως
επιτρεπόμενη, αφού δεν ήταν αρχαία πατροπαράδοτη θρησκεία κάποιου συγκεκριμένου
λαού. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι, τελικά, αναγνωριζόταν ως επιτρεπόμενη
θρησκεία, δεν είναι καθόλου σίγουρο, αντίθετα είναι μάλλον απίθανο να
απαλλάσσονταν οι χριστιανοί από την αυτονόητη υποχρέωση όλων των υπηκόων να
αναγνωρίζουν και να συμμετέχουν στη λατρεία, τουλάχιστον του αυτοκράτορα και
της Ρώμης αν όχι και των υπολοίπων ρωμαικών θεοτήτων. Μη συμμετοχή σε αυτές,
ανέκαθεν, για τις ρωμαϊκές αρχές σήμαινε ασέβεια, αθεΐα, έγκλημα καθοσιώσεως.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι για τις κατηγορίες αυτές υπήρχαν, ήδη, νόμοι που
προέβλεπαν σχετικές τιμωρίες, συνεπώς δεν χρειάζονταν καινούριοι για τις
«παραβάσεις» που προέρχονταν από χριστιανούς. Αντίθετα, για τους χριστιανούς,
συμμετοχή σε αυτές σήμαινε άρνηση της πίστης στον Έναν και μοναδικό Θεό,
συνεπώς βαρύτατο αμάρτημα[3].
Τα παλαιά παραδείγματα - γεγονότα είναι άπειρα και πιστεύουμε γνωστά. Στην σύγχρονη εποχή το 80% των διωκόμενων χριστιανών διώκεται από μουσουλμάνους. Οι 10 πρώτες
χώρες του καταλόγου κατοικούνται, σε ποσοστό 90% και άνω, από μουσουλμάνους.
Η ιστορία διδάσκει πως ο ισλαμικός θρησκευτικός φανατισμός μετέτρεψε το ήμισυ
του χριστιανικού κόσμου σε ισλαμικό, σε Αίγυπτο, Τουρκία, Συρία, βόρεια Αφρική.
Όλες αυτές οι κάποτε χριστιανικές περιοχές αποκαλούνται σήμερα μουσουλμανικός
κόσμος. Η μόνη επιλογή των χριστιανών, για να επιβιώσουν, είναι να
εξισλαμισθούν.
Υπάρχουν μαρτυρίες μουσουλμάνων ιστορικών του μεσαίωνα που αναφέρουν τους
διωγμούς των χριστιανών, το κάψιμο των εκκλησιών, τις σφαγές κατά των «απίστων»
την αρπαγή και το βίαιο εξισλαμισμό γυναικών και παιδιών.
Σε Αίγυπτο και Συρία υπολογίζεται πως περί τις 30.000 εκκλησίες καταστράφηκαν
τον 15ο αιώνα, ενώ οι χριστιανοί υποχρεώθηκαν, με τη βία, να
εξισλαμισθούν. Διώξεις κατά των χριστιανών λαμβάνουν χώρα σε 40
μουσουλμανικά κράτη σήμερα, στα οποία διατηρείται η παράδοση των παλαιών
διωγμών, η οποία γεννήθηκε πριν από 14 αιώνες και θέλει απλώς την εξόντωση των
«απίστων».
Στην αρχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο χριστιανικός πληθυσμός της Μέσης
Ανατολής έφθανε περίπου στο 20% του συνολικού. Σήμερα είναι περίπου 4%.
Εκτιμάται ότι έχουν απομείνει περίπου 13 εκατομμύρια χριστιανοί στην περιοχή
και ο αριθμός αυτός ενδέχεται να μειωθεί περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψη τη
συνεχιζόμενη αποσταθεροποίηση της Συρίας και της Αιγύπτου, δυο χωρών με
ιστορικά μεγάλους χριστιανικούς πληθυσμούς[4].
Με τον σημερινό ρυθμό μείωσης μπορεί κάλλιστα να μην υπάρχει σημαντική
χριστιανική παρουσία στη Μέση Ανατολή, σε μία ή σε δύο γενιές. Ενδεικτικό είναι
το γεγονός ότι ο χριστιανικός πληθυσμός της Συρίας έχει πέσει από το 30% το
1920 σε λιγότερο από 10% σήμερα.
Συνοψίζοντας, διαχρονικά η Εκκλησία των Μαρτύρων, των Ομολογητών και των Πατέρων δεν
υπέκυψε σε καμία θεσμική πίεση όταν αυτή ερχόταν σε
αντίθεση με την πίστη και τη μαρτυρία. Αντίθετα, η Εκκλησία έθεσε όρια στον
κόσμο, όχι ο κόσμος στην Εκκλησία. Άγιοι και Νεομάρτυρες και αμέτρητοι άλλοι
δεν συμβιβάστηκαν με το δίκαιο της εποχής τους όταν αυτό συγκρουόταν με το
δίκαιο του Χριστού. Αυτή είναι η ουσία της μαρτυρίας. Η Ορθόδοξος Παράδοση δεν
γνωρίζει από το τι βολεύει έναν θεσμό, ούτε από το τι απαιτείται για αναγνώριση
από πολιτικούς φορείς· αλλά από την πίστη και το παράδειγμα των Αποστόλων και
των Πατέρων. Η Εκκλησία δεν τοποθετείται κάτω από το
κράτος ή υπό την οπτική ενός κράτους, αλλά πάνω σε αυτό με βάση τον Ιησού
Χριστό. Οι Άγιοι μαρτύρησαν επειδή η αλήθεια του Ευαγγελίου συγκρούστηκε με κάθε άλλο
εξουσιαστικό σύστημα που απαιτούσε θρησκευτικό, ιδεολογικό ή λατρευτικό συμβιβασμό
τους. Η πιστότητα προς το μαρτυρικό φρόνημα της Εκκλησίας δεν διαμορφώθηκε και δεν
διαμορφώνεται σε συνθήκες ασφάλειας, αλλά μέσα σε διωγμούς, εξορίες, μαρτύρια
και ομολογίες. Η Εκκλησία δεν αυξήθηκε επειδή έμαθε να προσαρμόζεται και να
συμβιβάζεται σωστά, αλλά επειδή έμαθε να ομολογεί αληθινά. Και αυτό το μέτρο
δεν αλλάζει με τις εποχές, όσο κι αν αλλάζουν τα επιχειρήματα.
Αν τεθεί ειλικρινά το ερώτημα κατά πόσον εμείς είμαστε
ομολογητές έτοιμοι να υποστούμε μαρτύριο για την πίστη, ειδικά σήμερα όταν ο
λόγος που κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο μας εκπαιδεύει στη λογική του
συμβιβασμού και όταν ο συμβιβασμός βαπτίζεται διάκριση, τότε η απάντηση δυστυχώς είναι
δεδομένη, τα συναξάρια παλαιών και σύγχρονων ομολογητών μαρτύρων,
θα διαβάζονται ως απλά παραμυθάκια ή δεν θα διαβάζονται καθόλου, με συνέπεια την προσβολή προς τους ίδιους τους μάρτυρες.
Ο Ίδιος ο Κύριος προειδοποίησε «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν·» (Ιω. 15, 20). Είναι ανθρώπινα κατανοητό το να φοβάται κανείς το κόστος της μαρτυρίας αλλά η Ορθόδοξη πίστη διδάσκει να προετοιμαζόμαστε για το μαρτύριο. Εκείνο που προκαλεί έντονο προβληματισμό σήμερα, είναι όταν ο φόβος μαρτυρίου δεν αναγνωρίζεται με ταπεινό φρόνημα ως αδυναμία, αλλά αναγορεύεται σε θεολογικό επιχείρημα και παρουσιάζεται ως ένδειξη διάκρισης, ποιμαντικής ευθύνης, υπεύθυνης ή ώριμης εκκλησιαστικής στάσης. Έτσι η ομολογία παύει να νοείται ως κλήση και μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Σε αυτή την περίπτωση, δεν περιορίζεται απλώς, αλλά αλλοιώνεται η αποστολή της Εκκλησίας. Από μαρτυρία της αλήθειας
μέχρι θυσίας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε διατήρηση ισορροπιών, σε θεσμική
επιβίωση ή σε διαχείριση σχέσεων. Δεν πρόκειται μόνο για προσωπική δειλία, αλλά
για αλλαγή νοοτροπίας. Και όταν αλλάζει η νοοτροπία, αλλάζει και ο τρόπος που η
Εκκλησία υπάρχει μέσα στον κόσμο είτε προφητεύουμε, είτε εκβάλλουμε δαιμόνια, είτε ακόμη και αν κάνουμε θαύματα.
[1] Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, ''ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ''.
[2] Εἰσήγησις στὴν Κληρικολαϊκή Σύναξι Γ ́ («Ἐκκλησία καὶ Πολιτική») τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς, Ζεφύριον Ἀττικῆς, Πέμπτη 15/28.11.2013.
[3] Πέτρου Παρθένη, ''Ο διωγμός του Νέρωνα και η αποποινικοποίηση του ονόματος''
[4] Διωγμοί Χριστιανών ανά τον κόσμο στον 21ο αιώνα. Η Νέα Εποχή των Χριστιανικών Μαρτυρίων. Μαρία Καρατσάλου-Γεωργούλα Πρόεδρος Π.Χ.Ο.Ο.Ι.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου