Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 43-48.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)







Η ζωή του στο μοναστήρι


Σύμφωνα με παράδοση της Όπτινα, κάθε καινούργιος δόκιμος αναλάμβανε διακόνημα στην κουζίνα του μοναστηριού. Έτσι κι ο <<αδελφός Ιβάν>> ορίστηκε βοηθός του μάγειρα της σκήτης. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της καινούργιας ζωής του φάνηκαν τα προτερήματα της ψυχής του.


Με την επιρροή της πνευματικής ανατροφής του, άρχισαν ν' αναπτύσσονται και να ενισχύονται οι αρετές της υπακοής χωρίς αντιλογία, της σιγής και της ταπεινοφροσύνης. Η ήρεμη ζωή του μοναστηριού ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε η ψυχή του. Εδώ αναπαύτηκε ψυχικά κι ένιωσε πραγματική ευφροσύνη που άφησε τον κόσμο και δεν τον ενοχλούσε πια ο θόρυβος κι ο περισπασμός του.


Επειδή μάλιστα είχε υποφέρει κάθε δοκιμασία στον κόσμο, μπορούσε να εκτιμήσει περισσότερο τη γαλήνη του μοναστηριού. Πέρασε η μεγάλη σαρακοστή και το Πάσχα. Πλησίαζε η νηστεία των Αγίων Αποστόλων. Την παραμονή της ημέρας που θ' άρχιζε η νηστεία, οι αδελφοί έφαγαν στην τράπεζα και πήγαν για να κάνουν το Απόδειπνο. Στην τράπεζα μάζευαν τα πιάτα και καθάριζαν.


Ο αδελφός Ιβάν κουβαλούσε τα πιάτα. Κάποια στιγμή σκούπισε το δάχτυλό του στην κρέμα που είχε μείνει σ' ένα κύπελλο και μετά το έγλειψε με απλότητα. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι ν' ακουμπάει στην πλάτη του. Γύρισε κι είδε μπροστά του τον π. Παφνούτιο, επικεφαλή της σκήτης. Ο αδελφός Ιβάν κοκκίνησε με αίσθημα ενοχής και στάθηκε μπροστά του ακίνητος. Ο π. Παφνούτιος χαμογέλασε στοργικά και του είπε:


-Αδελφέ Ιβάν, θέλεις νά΄ρθεις να πάμε στον ηγούμενο; Ο π. Ιωσήφ διηγόταν αργότερα: -Το κεφάλι μου γύριζε κι αντί ν' απαντήσω <<όπως θέλετε>>, είπα <<ναι, θέλω>>. Και θέλοντας να δικαιολογηθεί στον προεστώτα, είπε: -Συγχώρεσέ με, μπάτουσκα, είμαι λαίμαργος και πάντα τρώω. Ο π. Παφνούτιος απάντησε: -Να τρως και να πίνεις, αρκεί να ξέρεις τι κάνεις.


Την άλλη μέρα τοποθετήθηκε στο κελλί του γέροντα Αμβροσίου, όπου έζησε άλλα πενήντα χρόνια. Από τη μια μεριά η αμεσότητα που είχε με το Γέροντα τον ανάπαυε και τον χαροποιούσε. Από την άλλη όμως η απειρία του νου του συχνά τον ενοχλούσε. Η συχνή υποδοχή των επισκεπτών κι ο συνεχής θόρυβος κι οι συνομιλίες, σύντομα άρχιζαν να τον κουράζουν.


Λόγω της απειρίας του στην πνευματική ζωή δεν εξομολογιόταν στον Γέροντα τους λογισμούς και τη σύγχυσή του. Έτσι ο ένας λογισμός μετά τον άλλο βάρυναν την μπερδεμένη ψυχή του. Κάποτε κάθισε στο τραπέζι, ακούμπησε το κεφάλι του στα χέρια του και δόθηκε στους λογισμούς που τον είχαν κυριέψει. Σκεφτόταν το Κίεβο με τ' άγια λείψανα και τους άλλους πνευματικούς θησαυρούς, που τους φανταζόταν να εκτίθενται μπροστά του, όπως επίσης και το Άγιο Όρος με τους ερημίτες, τους αναχωρητές και τους σκητιώτες του.


Μονολογούσε: -Η αληθινή πνευματική ζωή είναι εκεί. Η αγιότητα βρίσκεται εκεί. Οι περίφημοι ασκητές ζουν εκεί... Τίποτα απ' όλα αυτά. Εδώ υπάρχει μόνο κόσμος. Εδώ δεν μπορεί πάντα κανείς ούτε στην εκκλησία να πάει. Δεν υπάρχει καιρός για προσευχή και μελέτη. Εδώ οι κάτοικοι της Μεγάλης Ρωσίας ούτε να ψάλλουν σωστά δεν ξέρουν. Είναι καλύτερα να φύγω και να πάω στον Άθωνα.


Πνιιγμένος μέσα στους <<λογισμούς αμφιβολίας>> του, ο νεαρός δόκιμος δεν αντιλήφθηκε πως ο Γέροντας είχε μπει στο κελλί του. Ξαφνικά άκουσε πίσω του τη φωνή του π. Αμβροσίου, που τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο και είπε: -Αδελφέ Ιβάν, είναι καλύτερα να μείνεις μαζί μας παρά να πας στον Άθωνα. Μείνε εδώ! Τα λόγια αυτά είχαν τόσο μεγάλη επίδραση στο νεαρό δόκιμο, ώστε αμέσως έπεσε στα πόδια του Γέροντα με μετάνοια και συντριβή.


Από κείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε καθαρά πως όλοι οι ενοχλητικοί συλλογισμοί δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά ένας πειρασμός. Γιατί ν' αναζητήσει άλλον τόπο ή άλλους γέροντες, αφού εδώ ήταν άμεσος μαθητής ενός Γέροντα που μπορούσε να διαβάσει ακόμα και τους πιο μύχιους λογισμούς; Κι υποτάχθηκε σ' αυτόν απόλυτα και για πάντα. Μέχρι να μετακινηθεί ο Γέροντας και να εγκατασταθεί στο μοναστήρι του Σαμορντίνο, ήταν ο αχώριστος ακόλουθος και βοηθός στο κελλί του.


Προς το Γέροντα είχε απεριόριστη αγάπη και αφοσίωση. Η υπακοή του ήταν παράδειγμα σε όλους. Όχι μόνο η θέληση, αλλά και κάθε λόγος του Γέροντα γι' αυτόν ήταν νόμος. Μετά την οριστική εγκατάστασή του στο κελλί του Γέροντα, ο αδελφός Ιβάν δοκίμασε πολλούς πειρασμούς. Τον ενοχλούσαν οι άσκοποι διαξιφισμοί και οι σκόπιμες δοκιμασίες που του προξενούσαν οι άνθρωποι.


Αλλ' ο σκοπός του πνευματικά έμπειρου γέροντα Αμβροσίου σ' αυτό το σημείο, ήταν να διδάσκει στον νεαρό δόκιμο σιγά σιγά την ταπείνωση. Από την ίδια στιγμή που μπήκε στην ομάδα των υποτακτικών του Γέροντα, ήταν στην άμεση επίβλεψη του π. Ν., που είχε πολύ σκληρό χαραχτήρα. Αυστηρός και σκυνθρωπός καθώς ήταν, ποτέ δεν εξηγούσε ούτε κι έδειχνε στο νέο δόκιμο τι να κάνει ή πως να το κάνει.


Αν όμως ο Ιβάν, λόγω της απειρίας του, έκανε τίποτα στραβό, έπαιρνε ένα γερό κατσάδιασμα από τον αυστηρό δάσκαλό του. Το πρώτο σχολείο της υπομονής λειτούργησε σίγουρα σαν ένα ξεκίνημα για την καλλιέργεια της ευλογημένης αυτομεμψίας, που τον έκανε τόσο ειρηνικό, πράο και εύθυμο σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αργότερα ο γέροντας Ιωσήφ εκθείαζε πολύ συχνά την αρετή αυτή στους μαθητές του.


Η αδικία κι ένα σωρό άλλα μικροπράγματα ενοχλούν τον συνηθισμένο άνθρωπο. Όταν όμως μαθαίνει να εξετάζει την συνείδησή του και να τον απασχολούν μόνο τα σφάλματά του, τότε πρώτ' απ' όλα κρίνει και καταδικάζει μόνο τον εαυτό του και δέχεται την κρίση του άλλου σαν δίκαιη τιμωρία που επέτρεψε ο Θεός για τις αμαρτίες του.


Όχι μόνο δεν ενοχλείται, αλλά μερικές φορές ευγνωμονεί κιόλας εκείνον που τον έλεγξε. Με τον αυστηρό έλεγχο της συνείδησης και τη βοήθεια του θείου φωτισμού, η έπαρση παραχωρεί σιγά σιγά τη θέση της στην αυτομεμψία και την αυτογνωσία. Τότε όλα τα προηγούμενα αμαρτήματα βαρύνουν την ψυχή και τα μεταγενέστερα παραπτώματα εξετάζονται με την παραμικρότερη λεπτομέρεια κι ενοχλούν την ευαίσθητη συνείδηση.


Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο άνθρωπος νά΄ρχεται σε συνεχή και ειλικρινή αυτομεμψία για όλα όσα έκανε και είναι αντίθετα στο νόμο του Θεού. Σύντομα ένας άλλος υποτακτικός, ο π. Μάξιμος (στο μεγάλο σχήμα ονομάστηκε Μιχαήλ), ήρθε στο Γέροντα κι αντικατέστησε τον π. Ν. Η συμπεριφορά του ήταν επίσης αυστηρή, αλλά είχε καλή καρδιά. Ο αδελφός Ιβάν συνέχισε να υποτάσσεται με ταπείνωση και με τον καιρό έγιναν φίλοι.


Μ' όλα αυτά, λόγω του χαρακτήρα του, ο π. Μιχαήλ πολύ συχνά του φώναζε. Ο Ιβάν τα υπέμενε όλα καρτερικά και προσπαθούσε πάντα να τον ευχαριστεί και να τον ηρεμεί. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, μετά το θάνατο του π. Αμβροσίου, ο π. Μιχαήλ να διαλέξει τον π. Ιωσήφ για εξομολόγο, αν κι ο ίδιος ήταν μεγαλύτερος στα χρόνια και ιερέας. Είναι γνωστό πως στη σκήτη της Όπτινα ζούσε ο ιερομόναχος Κλήμης Σέντερχολμ, γιος ενός Γερμανού πάστορα.


Ήταν προσήλυτος στην Ορθοδοξία κι ο πιο αφοσιωμένος μαθητής και γραμματέας του π. Αμβροσίου. Ήταν άνθρωπος με σπάνια ειλικρίνεια και πολύ οξύ πνεύμα, ασκητής και ακριβής τηρητής των μοναχικών κανόνων. Ήταν όμως και εξαιρετικά οξύθυμος κι είχε το πάθος να διατάζει. Ως γραμματέας του Γέροντα ο π. Κλήμης είχε συχνές δοσοληψίες με τους άλλους συμμοναστές του.


Εκείνοι είτε λόγω της απλότητάς τους είτε επειδή δεν είχαν την ίδια παιδεία μ' αυτόν, συχνά τον ερέθιζαν υπερβολικά. Δεν τα πήγαινε καλά με κανέναν σχεδόν από τους συμμοναστές του. Αυτό ήταν σωστό μαρτύριο για τον π. Κλήμη. Μετανοούσε, εξομολογιόταν στο Γέροντα κι έκανε μετάνοιες ζητώντας συγχώρηση από τους αδελφούς του, επειδή τού' λειπε η αυτοσυγκράτηση. Δεν μπορούσε όμως να ελέγξει τον εαυτό του.


Και σ' αυτή την περίπτωση φάνηκε η ανωτερότητα του π. Ιωσήφ. Έλεγε ο ίδιος ο π. Κλήμης: -Ο π. Ιωσήφ είναι ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο δεν μπορώ να εκνευριστώ. Είχε τον τρόπο να τους επηρεάζει όλους με την καλοσύνη και την ταπεινή του διάθεση. Ήταν ειρηνικός με όλους. Είχε την ικανότητα να ειρηνεύει και να ταπεινώνει τους άλλους με την ταπείνωση, την πραότητα και τη συγκατάβασή του.




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 43-48.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

https://353agios.blogspot.com/2022/01/blog-post_17.html

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top