Μια τεράστια πληγή σήμερα στους Ορθοδόξους είναι η σύγχυση μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού. Το μίσος και το ψεύδος μεταξύ χριστιανών, των τέκνων του Θεού, για τα οποία ο Χριστός πέθανε, είναι κάτι φοβερό· είναι αυτό που ο Κύριος περιέγραψε ως σημείο των εσχάτων καιρών.
Πώς είναι δυνατόν ένας φυσιολογικός ποιμένας να μην αγαπά το ποίμνιό του; Μπορεί – και πρέπει – να μην του αρέσει η ψώρα στα πρόβατα, η αγριότητά τους, η πείνα τους αλλά δεν ευθύνεται και ο ίδιος ο ποιμένας γι’ αυτό; Στη Γραφή, πόσες φορές ο Θεός δεν ελέγχει τους ποιμένες για τις αμαρτίες του ποιμνίου τους; Αν αντί για κήρυγμα ασχολείσαι με την πολιτική ή – όπως το περιγράφει θαυμάσια ο Λιούις – απλώς επαναλαμβάνεις τον τελευταίο συγγραφέα που διάβασες, τι να περιμένει κανείς από το ποίμνιο;
Αν ο ιερέας δεν τρέφει τα πρόβατά του με τον Λόγο του Θεού, αλλά μιλά για εθνικισμό – δεν έχει σημασία για τι – αλλά όχι για τον Κύριο και τον Σταυρό Του, τότε σπέρνει διχόνοιες, οι οποίες θα οδηγήσουν στα γνωστά αποτελέσματα. Αν ο ιερέας δεν συμμερίζεται τις ανάγκες της ενορίας, αλλά μετά τη Λειτουργία τρέχει στο σπίτι για μεσημεριανό ή για να σκάψει το περιβόλι, τότε από εκεί ξεπροβάλλουν οι καρποί του σχίσματος.
Όλα ξεκινούν από την εγκατάλειψη του ποιμνίου, στο οποίο δεν εξηγούν ποιος είναι ο Θεός, πώς να πολεμά τα πάθη του, αλλά του μιλούν για άλλους αγώνες…
Για παράδειγμα, όταν το περασμένο καλοκαίρι πήγα σε ιεραποστολικό ταξίδι στο Κιργιστάν, με φρίκη ανακάλυψα ότι οι ενορίτες του καθεδρικού ναού του Μπισκέκ δεν μπορούσαν να εξηγήσουν ποιος είναι ο Θεός, τι είναι η Εκκλησία – αλλά όλοι ήξεραν με βεβαιότητα ότι ο ΑΦΜ είναι η σφραγίδα του Αντιχρίστου. Αν και δεν ήξεραν ούτε ποιος ακριβώς είναι αυτός ο Αντίχριστος.
Ωστόσο, η δίψα τους για τον Λόγο του Θεού ήταν απλά συγκλονιστική. Οι ενορίτες μας είναι τις περισσότερες φορές καλοί (ή και πολύ καλοί, καλύτεροι από μένα, για παράδειγμα) και πρέπει οι ιερείς να θυμούνται ειλικρινά τον όρκο τους και να «οδηγούν τα πρόβατά τους στα βοσκοτόπια του Λόγου του Θεού». Αυτό περιμένει ο κόσμος.
Οι Χριστιανοί πρέπει να γνωρίζουν μόνο τον Ιησού Χριστό και τούτον Εσταυρωμένο, όπως Τον γνώριζε και ο Απόστολος Παύλος – και αυτό αρκεί (Α΄ Κορ. 2,2), αλλιώς, όλα όσα κάνουμε στους ναούς μας είναι σαν να δίνουμε πέτρα αντί για ψωμί.


ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ Π. ΔΑΝΙΗΛ

«Λάμβανε από μουσουλμάνους απειλητικά τηλέφωνα και γράμματα. Ενάμιση χρόνο πριν τη δολοφονία του η μουσουλμάνα δημοσιογράφος H. Homidulina ζήτησε εισαγγελική δίωξη εναντίον του για υποκίνηση θρησκευτικού μίσους πράγμα που η εισαγγελία απέρριψε. Από τότε όμως άρχισε μια πραγματική καμπάνια δυσφήμησης του π. Δανιήλ, πράγμα που οι ορθόδοξοι δε γνωρίζουν αφού δεν είναι εξοικειωμένοι με τα μουσουλμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης».
«Η τελευταία μέρα της επίγειας ζωής του ξεκίνησε με τη Θεία Λειτουργία. Την ίδια μέρα βάπτισε ένα παιδί και έφερε στην αγκαλιά της εκκλησίας έναν νέο τον οποίο γλύτωσε από τον αποκρυφισμό. Λίγες ώρες πιο αργά άρχισε – ως συνήθως – τις ομιλίες του με βάση την Αγ. Γραφή και έμεινε έως αργά στον ναό συζητώντας με τους ενορίτες διάφορα προβλήματα. Όταν πια έμεινε μόνος, πήγε στο Άγιο Βήμα να προσευχηθεί. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο ναό ο δολοφόνος ο οποίος άρχισε να πυροβολεί και να φωνάζει: “Πού είναι ο Sisoev;”. Ο π. Δανιήλ βγήκε από το Άγιο Βήμα με θάρρος και κατευθύνθηκε προς το δολοφόνο λαμβάνοντας έτσι μαρτυρικό θάνατο.
Πρέπει ν' αναγνωρίσω ότι πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως πρέπει να φοβήθηκε στις τελευταίες του στιγμές, γι' αυτό ρώτησα τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα του φόνου [σ.σ.: τον ψάλτη του ναού Βλαντιμίρ Στρελμπίτσκυ, που πυροβολήθηκε κι εκείνος, τραυματίστηκε αλλά έζησε]: τι έκανε ο π. Δανιήλ όταν βγήκε από το Άγιο Βήμα, όταν είδε τον μασκοφόρο με το πιστόλι στο χέρι; Μου απάντησε: «Πήγε κατευθείαν επάνω του».

«Ο π. Δανιήλ είχε προβλέψει ήδη το θάνατό του αρκετά χρόνια προτού συμβεί. Ανέβηκε στο Γολγοθά του στην ίδια εκκλησία που είχε χτίσει, στην εκκλησία στην οποία αφιέρωσε όλο το χρόνο και τη δύναμή του. Τον σκότωσαν, όπως τον προφήτη του παλιού καιρού, μεταξύ του ναού και του ιερού, και βρέθηκε πράγματι αντάξιος της κλήσης ενός μάρτυρα. Πολύ συχνά μου έλεγε ότι φοβόταν ότι δεν υπήρχε αρκετός χρόνος, χρόνος για να γίνουν όλα. Βιαζόταν. Μερικές φορές, και ανθρώπινα, υπερέβαλλε, έσφαλλε, σκόνταφτε και έκανε λάθη, αλλά δεν έκανε κανένα λάθος για το κύριο ζήτημα, ότι η ζωή του ήταν αφιερωμένη εξ ολοκλήρου σε ΑΥΤΟΝ [στο Χριστό]. Πολλές φορές είχε πει ότι θα τον σκότωναν. Εγώ τον ρωτούσα ποιος θα φρόντιζε εμένα και τα τρία παιδιά μας, κι αυτός μου απαντούσε ότι μας άφηνε σε ασφαλή χέρια. «Θα σας αφήσω την Παναγία. Αυτή θα σας φροντίσει».
Αυτά τα λόγια ξεχάστηκαν πολύ γρήγορα. Μας είπε με ποια άμφια να τον θάψουμε. Κι εγώ αστειεύτηκα ότι δεν υπήρχε λόγος να μιλάει γι’ αυτό, γιατί δεν ξέραμε ποιος θα έθαβε ποιον. Είπε ότι εγώ θα τον έθαβα. Μόλις γύρισε η κουβέντα στις κηδείες, δε θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά του είπα ότι δεν είχα πάει ποτέ σε κηδεία ενός ιερέα. Και μου απάντησε ότι δεν πειράζει, επειδή θα ήμουν στη δική του
.  (Λόγοι της πρεσβυτέρας Ιουλίας, της συζύγου του π. Δανιήλ, μετά τη δολοφονία του).



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top