Η απόγνωση είναι μεγάλο κακό, άγιοι Πατέρες και ευλογημένοι χριστιανοί, και μάλιστα τέτοιο κακό ώστε γίνεται αιτία καταδίκης για τον άνθρωπο. Η απόγνωση αυτή είναι το στήριγμα και το θεμέλιο όλων των αμαρτιών. Γιατί όταν κάποιος αμαρτήσει και σφάλλει βαριά απέναντι στον Θεό και ύστερα δεν έρθει σε μετάνοια και εξομολόγηση, αλλά απελπιστεί εντελώς και λέει ότι δεν βρίσκει σωτηρία, ποιο άλλο κακό μπορεί να είναι μεγαλύτερο και χειρότερο από αυτό; Πολλοί άνθρωποι καταδικάστηκαν εξαιτίας αυτής της απόγνωσης, όπως οι Εβραίοι που σταύρωσαν τον Χριστό, αλλά και ο ίδιος ο Ιούδας. Διότι, παρόλο που ο Ιούδας διέπραξε τόσο μεγάλη ασέβεια και πρόδωσε τον Χριστό στον θάνατο, αν ήθελε να μετανοήσει και να τρέξει προς τον Χριστό και να πει ότι έσφαλε, και πάλι θα τον δεχόταν ο Χριστός και θα τον συγχωρούσε. Όμως ο δυστυχής δεν μετανόησε, αλλά έπεσε στην απόγνωση και είπε ότι δεν έχει πια σωτηρία· γι’ αυτό πήγε και κρεμάστηκε και κληρονόμησε την αιώνια κόλαση.
Όχι μόνο ο Ιούδας, αλλά και πολλοί άλλοι υπήρξαν και υπάρχουν μέχρι σήμερα, οι οποίοι διαπράττουν αμαρτίες και ύστερα δεν μετανοούν για τα κακά που έκαναν, ενώ αν μετανοήσουν, ο Θεός τους δέχεται. Όμως ο διάβολος τους οδηγεί στην απόγνωση, για να μη μετανοήσουν και σωθούν. Και λένε μέσα τους ότι εμείς, που κάναμε τόσες αμαρτίες, είναι δυνατόν να σωθούμε; Εμείς δεν σωζόμαστε, και αφού πρόκειται να καταδικαστούμε, ας κάνουμε ό,τι μας αρέσει, ας αμαρτήσουμε, ας κλέψουμε, ας πορνεύσουμε, ας φονεύσουμε, ας μοιχεύσουμε, ας προδώσουμε, ας συκοφαντήσουμε, ας ορκιστούμε ψέματα, ας αδικήσουμε, ας κάνουμε όσα μας ευφραίνουν και όσα θέλουμε και επιθυμούμε. Τέτοιοι άνθρωποι, από διαβολική ενέργεια, πέφτουν στην απόγνωση και δεν μετανοούν, αλλά αυτοκτονούν. Γι’ αυτό έχουμε πάντοτε χρέος να διακηρύττουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, ώστε να την ακούν οι αμαρτωλοί και οι παραστρατημένοι και να μην απελπίζονται για τον εαυτό τους, αλλά να μετανοούν και να προσπίπτουν στον Θεό. Και μάλιστα από όλες τις ημέρες, σήμερα είναι ιδιαίτερα πρέπον να το κάνουμε αυτό, επειδή και ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μέσα από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή που διαβάζεται, μας διδάσκει για αυτήν τη σπλαχνικότητα του Θεού και μας αποδεικνύει με την παραβολή του ότι δεν υπάρχει καμία αμαρτία που να νικά τη θεία ευσπλαχνία. Ακούστε, αδελφοί, τι λέει αυτή η παραβολή του Κυρίου.

«Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους» λέει το Ευαγγέλιο. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο Θεός, ο εύσπλαχνος και μακρόθυμος, αυτός που αγαπά τη σωτηρία του ανθρώπου, ο Πατέρας όλων των ανθρώπων. Και ποιους είχε για γιους; Τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Ο πρεσβύτερος γιος είναι οι δίκαιοι, γιατί από την αρχή ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο δίκαιο, αγαθό και καλό. Ο νεότερος γιος είναι οι αμαρτωλοί, γιατί αργότερα, αφού ο άνθρωπος έπεσε από τον Παράδεισο, έγινε αμαρτωλός και παραβάτης απέναντι στον Θεό.

Ο νεότερος γιος ζήτησε το μερίδιό του και καλά έκανε που το ζήτησε, αλλά κακά το σπατάλησε. Ο πατέρας μοίρασε την περιουσία του. Και πώς έγινε αυτό; Δηλαδή ο Θεός μοίρασε δωρεάν όλον τον κόσμο και όλα τα δημιουργήματά Του στους ανθρώπους, τόσο στους δίκαιους όσο και στους αμαρτωλούς. Τους έδωσε ψυχή, ώστε να κυβερνώνται με τη λογική και να μην κάνουν τίποτε χωρίς γνώση και κρίση. Τους έδωσε εξουσία, γιατί τους έπλασε με αυτεξούσιο. Τους έδωσε ελευθερία, για να είναι ελεύθεροι και αυτεξούσιοι, χωρίς να τους εμποδίζει ο Θεός, είτε θέλουν να κάνουν το καλό είτε το κακό.
Επίσης τους έδωσε δύο νόμους. Τον φυσικό νόμο, με τον οποίο κάθε άνθρωπος γνωρίζει από τη φύση του το αγαθό, και τον γραπτό νόμο, τον οποίο έγραψαν οι άγιοι με θεία έμπνευση, για να παιδαγωγούνται οι άνθρωποι μέσω αυτού και να πράττουν το θέλημα του Θεού.
Ο Θεός δεν άφησε τίποτε χωρίς πρόνοια, αλλά τα έδωσε όλα στους ανθρώπους. Τα βασίλεια, τις αρχές και τις εξουσίες ο Θεός τα χάρισε στους ανθρώπους, όπως το μαρτυρεί και ο Απόστολος Παύλος λέγοντας ότι δεν υπάρχει εξουσία παρά μόνο από τον Θεό. Αλλά και τα μεγάλα χαρίσματα, οι προφητείες, οι αποστολές, οι διδασκαλίες, οι δυνάμεις, τα χαρίσματα των ιαμάτων και γενικά όλα όσα αποτελούν τα έργα των Αγίων, και αυτά τα μοίρασε ο Υιός. Το λέει πάλι ο Παύλος, όταν αναφέρει ότι εμείς είμαστε σώμα Χριστού και μέλη κατά μέρος, και ότι ο Θεός έθεσε μέσα στην Εκκλησία πρώτα Αποστόλους, έπειτα Προφήτες, κατόπιν Διδασκάλους, στη συνέχεια δυνάμεις, μετά χαρίσματα ιαμάτων, βοηθήματα, διοικήσεις και διάφορα είδη γλωσσών.
Και πιο κάτω ο ίδιος Απόστολος δείχνει ότι ο Θεός δεν έδωσε όλα τα χαρίσματα σε έναν μόνο άνθρωπο, λέγοντας ότι δεν είναι όλοι Απόστολοι, ούτε όλοι Προφήτες, ούτε όλοι Διδάσκαλοι, ούτε όλοι έχουν δυνάμεις, ούτε όλοι διαθέτουν χαρίσματα ιαμάτων. Αυτή είναι η διανομή των χαρισμάτων που έκανε ο Θεός στους ανθρώπους.

«Και ύστερα από λίγες ημέρες, ο νεότερος γιος, αφού τα μάζεψε όλα, έφυγε σε μακρινή χώρα και εκεί σκόρπισε την περιουσία του, ζώντας άσωτα».

Επειδή ήταν νέος, φέρθηκε σαν ανόητος. Χωρίστηκε από τον Θεό, όμως ο Θεός δεν χωρίστηκε από αυτόν, γιατί ο Θεός δεν αναγκάζει κανέναν να τον υπηρετεί. Ο νεότερος γιος άφησε το πατρικό του σπίτι και πήγε στις κατοικίες των δαιμόνων. Καταφρόνησε την Εκκλησία και έτρεξε σε διασκεδάσεις, χορούς και αισχρές πράξεις. Άφησε την πρώτη του τιμή, που του είχε χαρίσει ο Θεός από την αρχή, και απέκτησε ατιμία από τα έργα του. Έχασε την παρθενία που του είχε δώσει ο Θεός και έπεσε σε ασωτίες και παρανομίες. Έχασε τη δικαιοσύνη και απέκτησε την αδικία. Έχασε την ανδρεία και κέρδισε τη δειλία. Έχασε τη σωφροσύνη και βρήκε την ασωτία. Άφησε την αγάπη του αγαπημένου Πατέρα και έτρεξε στην αγάπη των διαβολικών έργων. Άφησε την πατρική ευσπλαχνία και έτρεξε στη διαβολική σκληρότητα.
Σε μακρινή χώρα πήγε, γιατί, όπως λέει και ο θείος Απόστολος Παύλος, τι σχέση έχει η δικαιοσύνη με την ανομία και ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι. Μακρινή ονομάζεται εκείνη η χώρα στην οποία πήγε ο νεότερος γιος, γιατί, όπως ορίζει και ο προφήτης Ησαΐας, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει ο δρόμος του Θεού από τους δικούς μας δρόμους και οι σκέψεις Του από τις σκέψεις μας.

«Και αφού τα ξόδεψε όλα, έγινε μεγάλη πείνα σε εκείνη τη χώρα και αυτός άρχισε να στερείται. Τότε πήγε και προσκολλήθηκε σε έναν από τους κατοίκους της χώρας εκείνης, και εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Και επιθυμούσε να χορτάσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδινε».

Αφού λοιπόν ο νεότερος γιος σπατάλησε όλη την περιουσία του, έγινε μεγάλη πείνα σε εκείνη τη χώρα και άρχισε και ο ίδιος να πεινά. Και από τη μεγάλη του πείνα πήγε και προσκολλήθηκε σε κάποιον άρχοντα της χώρας εκείνης, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του για να βόσκει χοίρους. Επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδινε. Ο άσωτος σπατάλησε τη ζωή του, γιατί η Χάρη του Θεού δεν παραμένει στον αμαρτωλό άνθρωπο. Σκόρπισε την περιουσία του, επειδή σε ασύνετη ψυχή η Χάρη του Θεού δεν εισέρχεται, και ακόμη κι αν εισέλθει, γρήγορα φεύγει.
Αφού έχασε τα χαρίσματα του Θεού, τότε ήρθε και η μεγάλη πείνα. Μεγάλη πείνα υπάρχει εκεί όπου δεν καλλιεργείται ο καρπός της παρθενίας. Δυνατή πείνα υπάρχει και εκεί όπου δεν αυξάνεται κάθε καλό. Εκεί η πείνα γίνεται ακόμη και αιτία θανάτου.
Άρχισε λοιπόν ο νεότερος γιος να πεινά, γιατί δεν του είχε απομείνει κανένα καλό. Μόνο τα έργα της αμαρτίας και της ντροπής είχαν απομείνει στην ψυχή του. Και επειδή πεινούσε, πήγε και έγινε δούλος του διαβόλου, αιχμάλωτος του άρχοντα της αμαρτίας. Άρχοντας του κόσμου ονομάζεται ο διάβολος, όπως ορίζει και ο ίδιος ο Κύριος στο Ευαγγέλιο, λέγοντας ότι τώρα ο άρχοντας του κόσμου τούτου θα εκβληθεί έξω.
Επειδή λοιπόν έχασε την πατρική του κληρονομιά, υποδουλώθηκε στον άρχοντα του κόσμου. Αφού άφησε τον Θεό και τον Παράδεισο, αφού σκόρπισε τα αγαθά του, αφού έχασε τον πλούτο της Χάρης του Θεού και έπεσε σε μεγάλη φτώχεια, πήγε και έγινε δούλος του διαβόλου, του άρχοντα της μακρινής χώρας, δηλαδή της αμαρτίας. Και εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους, γιατί έτσι τιμούν οι δαίμονες όσους τους τιμούν και έτσι αγαπούν όσους τους αγαπούν· τέτοια χαρίσματα δίνουν σε εκείνους που τους υπηρετούν. Τον έστειλε λοιπόν στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.
Ποια είναι τα χωράφια και ποιοι είναι οι χοίροι; Χωράφια του διαβόλου είναι οι πόρνες γυναίκες, που γεννούν τον καρπό του διαβόλου· οι κρυφοί τόποι όπου γίνονται πορνείες και φόνοι· το τελωνείο της αδικίας, ο τόπος της αρπαγής, η κατοικία των κλεφτών, η ανάπαυση και η τρυφή του διαβόλου· αυτοί είναι οι αγροί του. Αφού λοιπόν σε τέτοιους αγρούς έστειλε ο διάβολος τον άνθρωπο, τι άλλο μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος παρά να πορνεύει, να κλέβει, να φονεύει, να μοιχεύει, να αδικεί, να πλεονεκτεί, να συκοφαντεί και να διαπράττει κι άλλες αμαρτίες; Αυτή είναι η βοκή των χοίρων. Τέτοιους χοίρους έβοσκε ο άσωτος και πάλι επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά δεν έβρισκε.
Το ξυλοκέρατο στην αρχή έχει κάποια γλυκύτητα, ύστερα όμως μένει σαν άχυρο στο στόμα του ανθρώπου. Έτσι είναι και η αμαρτία· στην αρχή είναι πολύ γλυκιά, στο τέλος όμως γίνεται πικρότατη, όπως λέει και ο σοφός Σολομών. Να μη δίνεις προσοχή σε κακή γυναίκα, γιατί μέλι στάζει από τα χείλη της πόρνης και για λίγο γλυκαίνει τον λαιμό σου, ύστερα όμως θα τη βρεις πιο πικρή κι από τη χολή. Και όχι μόνο η πορνεία είναι έτσι, αλλά κάθε αμαρτία και κάθε κακή πράξη στο τέλος φέρνει μετάνοια και πίκρα.
Τόσο ακόρεστος ήταν λοιπόν εκείνος ο νεότερος γιος, ώστε επιθυμούσε να γεμίσει την ψυχή του με αμαρτίες. Ακόρεστο κακό είναι, ευλογημένοι χριστιανοί, η αμαρτία. Γι’ αυτό και ο σοφός Σολομών λέει στις Παροιμίες ότι ο άδης, ο έρωτας της γυναίκας, η γη που δεν χορταίνει νερό, το νερό και η φωτιά δεν λένε ποτέ «φτάνει». Όσο συνηθίζει ο άνθρωπος στην αμαρτία, τόσο περισσότερο παρακινείται σε αυτήν, όπως λέει και ο Απόστολος, ότι η αμαρτία, παίρνοντας αφορμή, τον σέρνει σε ολοκληρωτική απώλεια.

«Όταν ήρθε επίγνωση στον εαυτό του, είπε· πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν περίσσευμα ψωμιού, ενώ εγώ χάνομαι από την πείνα. Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω· πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου· κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Και σηκώθηκε και πήγε στον πατέρα του».

Όταν συνήλθε ο άσωτος, δεν του άρεσε πια η υπηρεσία του διαβόλου. Γι’ αυτό αποφάσισε να πάει να υπηρετήσει τον πατέρα του και είπε μέσα του ότι φτάνει πια ο καιρός που πέρασε μέσα στις αμαρτίες, φτάνει ο χρόνος που έζησε μέσα στην ασωτία. Τώρα ας επιστρέψω σωστά από εκεί απ’ όπου έφυγα με κακό τρόπο. Ας πάω στον εύσπλαχνο Πατέρα και Θεό, που δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά να επιστρέψει από τον κακό του δρόμο και να ζήσει. Ας προλάβω το έλεός Του, γιατί από καιρό με περιμένει. Ας πάω προς τον Πατέρα μου, γιατί είναι μακρόθυμος και δεν ξεσπά οργή κάθε μέρα. Ας πάω να ταπεινωθώ, και ίσως να τιμηθώ, γιατί ο ίδιος όρισε ότι όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί. Ας ξεκινήσω να πάω, γιατί λέει ο προφήτης Μαλαχίας ότι αν επιστρέψετε σε μένα, θα επιστρέψω κι εγώ σε εσάς, λέει ο Κύριος. Ας πάω και ας πω ότι έσφαλα, γιατί αυτό και μόνο μου αρκεί για να σωθώ, μου αρκεί για να δικαιωθώ.
Επειδή Πατέρας μου είναι ο πάντοτε αγαθός Θεός, δεν μπορεί να με διώξει. Επειδή είναι εύσπλαχνος, μόλις ακούσει ότι έσφαλα, δεν είναι δυνατόν να μη συγχωρήσει το παράπτωμά μου. Δεν είναι δυνατόν, μόλις ακούσει τη δική μου φωνή, να μη λησμονήσει τη δική Του οργή. Γνωρίζω πόση δύναμη έχει η μετάνοια και πόση δύναμη έχουν τα δάκρυα. Γνωρίζω πώς έσωσε τον Μανασσή, πώς χάρισε μακροζωία στον Εζεκία, πώς ελέησε την πόρνη, πώς δικαίωσε τον Τελώνη. Γνωρίζω ότι κάθε αμαρτωλός που τρέχει σε Αυτόν συγχωρείται. Γνωρίζω την πραότητα του Πατέρα μου· θα με σπλαχνιστεί, επειδή μετανοώ, και δεν θα με τιμωρήσει, έστω κι αν έσφαλα.
Πόσοι αμαρτωλοί επέστρεψαν; Πόσοι φταίχτες μετανόησαν; Πόσοι αμαρτωλοί άλλαξαν γνώμη; Πόσοι κακότροποι μεταμελήθηκαν; Κι όμως, όλους αυτούς τους δέχτηκε. Τι παράξενο είναι λοιπόν αν δεχτεί και εμένα; Θεός είναι και δέχεται τους αμαρτωλούς· ας σηκωθώ και ας πάω κι εγώ. Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε, γιατί δεν είναι σωστό μόνο να σκεφτόμαστε το καλό, αλλά και να το πράττουμε.

«Κι ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και σπλαχνίστηκε· και έτρεξε, έπεσε στον λαιμό του και τον καταφίλησε. Και του είπε ο γιος· πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Και είπε ο πατέρας στους δούλους του· φέρτε την πρώτη στολή και ντύστε τον, δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του, και φέρτε τον σιτευτό μόσχο, θυσιάστε τον και ας φάμε και ας ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξαναζωντάνεψε, ήταν χαμένος και βρέθηκε. Και άρχισαν να ευφραίνονται».

Μακριά ήταν ο γιος από τον πατέρα εξαιτίας των αμαρτιών του, αλλά με τη μετάνοιά του πλησίασε. Μεσίτες δεν είχε να βάλει, ικέτες δεν είχε να παρατάξει, παρά μόνο τα δάκρυά του. Χτυπούσε το στήθος του και κατέβαζε τα μάτια προς τη γη. Κι όμως ο φιλάνθρωπος Θεός τον είδε, γιατί δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς. Τον σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν πατέρας του κι εκείνος παιδί του. Τον φίλησε, γιατί τον αγαπούσε, παρότι ήταν αμαρτωλός. Του βγήκε ακόμη και προϋπάντηση, γιατί είναι υπερβολικά εύσπλαχνος. Δεν σιχάθηκε τον λαιμό που ήταν γεμάτος αμαρτίες, αλλά έβαλε επάνω του τα άγια χέρια Του και τον φίλησε αχόρταγα, όπως και ο Ιακώβ τον Ιωσήφ. Ω, τι μεγάλη αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού. Ο αμαρτωλός έκλαψε στη γη και ο μόνος αναμάρτητος Θεός τον σπλαχνίστηκε από τον ουρανό. Ποιος είδε ποτέ κριτή να περιποιείται τον κατάδικο; Ποιος είδε ποτέ κύριο να κολακεύει τον δούλο του; Κι όμως όλα αυτά έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται μέχρι σήμερα σε εμάς τους αμαρτωλούς, όταν μετανοούμε.
Όταν λοιπόν είδε ο γιος ότι τον σπλαχνίστηκε ο πατέρας του, δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά θέλησε κι ο ίδιος να δείξει τη διάθεσή του. Δεν του ήταν αρκετή μόνη η ευσπλαχνία του πατέρα του, ούτε τον ικανοποιούσε μόνο η εκδήλωση της αγάπης του, αλλά όσα είχε μελετήσει μέσα του τα είπε και μπροστά στον πατέρα του.

«Πατέρα, αν με συγχωρείς να σε αποκαλώ πατέρα, αν δεν σφάλλω ούτε σε αυτό, τολμώντας να σε ονομάζω πατέρα, αν δεν ατιμάζω με το αμαρτωλό μου στόμα το γλυκύτατο και τίμιο όνομά σου, πατέρα κατά χάρη και δημιουργέ κατά φύση, αμάρτησα. Τι άλλο έχω να πω; Ομολογώ εκείνο που ήδη γνωρίζεις, φανερώνοντας ό,τι δεν σου είναι άγνωστο. Αμαρτωλός είμαι και το ξέρεις· αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου· δεν τολμώ να σε αντικρίσω, γιατί είμαι τυφλωμένος από τις αμαρτίες μου.
Αμάρτησα, πατέρα, στον ουρανό, γιατί είναι ο θρόνος σου· έσφαλα μπροστά σου, γιατί γνωρίζεις τις ανομίες μου· δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου· μόνος μου γίνομαι αποκληρωμένος. Τον εαυτό μου καταδικάζω, τον εαυτό μου κρίνω· μόνος μου αποφασίζω, δεν χρειάζομαι κατήγορο, δεν χρειάζομαι μάρτυρες. Μέσα μου με ελέγχουν οι μάρτυρες· η συνείδησή μου με κατηγορεί, οι αμαρτίες μου με καταδικάζουν· οι πορνείες, οι μοιχείες, οι φόνοι, οι αδικίες, οι πλεονεξίες, οι παρανομίες, οι αμαρτίες που έκανα νύχτα και μέρα με ντροπιάζουν.
Γι’ αυτό και δεν είμαι άξιος, Κύριε, να ονομαστώ γιος σου. Πώς να μπορέσω να δω την Εκκλησία, που για τόσο καιρό εγκατέλειψα; Με ποια μάτια να αντικρίσω τη φοβερή και αγία σου τράπεζα, από την οποία αποξενώθηκα; Πώς να ακούσω τα λόγια της Γραφής σου, όταν τα αυτιά μου είναι λερωμένα από αισχρούς και κακούς λόγους; Πώς να ατενίσω τα άγια βιβλία σου, που τα καταπάτησα με τα έργα μου; Πώς να λάβω τα άχραντά σου Μυστήρια, όταν τα χέρια μου είναι μολυσμένα από αμαρτίες; Πώς να εισέλθει ο Χριστός στο στόμα μου, το οποίο ήταν έτοιμο για ύβρεις, κατηγορίες, ονειδισμούς, καταδόσεις, βλασφημίες, ανοητολογίες, αργολογίες, ψεύδη, επιορκίες και αισχρολογίες;
Δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου. Εκείνος που είναι κακός γιος είναι ανάξιος αγαθού πατέρα. Όποιος αγαπά τις ηδονές του κόσμου στερείται την αγάπη του Θεού. Όποιος αγαπά τα θελήματα του σώματός του μισεί το καλό της ψυχής του. Όποιος ποθεί τις αμαρτίες αποστρέφεται τις αρετές. Εγώ είμαι ο ένοχος σε όλα· εγώ είμαι εκείνος που καταφρόνησα τα αγαθά και ζήτησα τα κακά· που μίσησα τις αρετές και αγάπησα τις αμαρτίες. Και λοιπόν, δέξου με, όπως είσαι από φύση εύσπλαχνος και μακρόθυμος».


Όταν ο φιλάνθρωπος Πατέρας και Θεός άκουσε αυτά, είπε στους δούλους του· ποιους δούλους; Τους υπηρέτες των εντολών του, εκείνους που φέρουν εις πέρας το θέλημά του· τι τους είπε; «Αυτός που λέει ότι δεν αξίζει τα αγαθά μου, ας γίνει άξιος των δωρεών μου· αυτός που κατακρίνει τον εαυτό του, ας δικαιωθεί· αυτός που μετανιώνει για τις αμαρτίες του, ας απολαύσει τα πρώτα του αγαθά». Αφαιρέστε λοιπόν την πρώτη του ενδυμασία και ντύστε τον· αφαιρέστε την ενδυμασία που υφαίνεται για το Άγιο Βάπτισμα, αφαιρέστε εκείνη που προετοιμάζεται για την Εκκλησία· φέρτε την πρώτη του στολή, που τελειοποιείται από το Άγιο Πνεύμα, και ντύστε τον. Είναι γυμνός, ντύστε τον, γιατί τον γύμνωσε ο διάβολος. Ντύστε τον, γιατί τον έκανα βασιλιά σε όλα μου τα έργα και είναι ατιμωτικό να στέκεται γυμνός. Στολίστε τον, γιατί διά του προσώπου του στόλισα εγώ τον κόσμο. Στολίστε τα μέλη του αγαπημένου μου υιού, γιατί δεν αντέχω να τον βλέπω γυμνό. Δεν μπορώ να υπομείνω να δω την εικόνα μου γυμνή και άσχημη. Η δική μου ντροπή είναι η ντροπή του υιού μου, η δική μου τιμή είναι η τιμή του υιού μου. Γι’ αυτό στολίστε τον και βάλτε δακτυλίδι στο χέρι του, ως σημάδι του αρραβώνα του με το Άγιο Πνεύμα, για να φυλάσσεται από Αυτό. Για να κρατά τη σφραγίδα μου και να φαίνεται φοβερός σε όλους τους εχθρούς του, για να φαίνεται από μακριά ποιος Πατέρας τον έχει για γιο. Δώστε του και υποδήματα στα πόδια, για να μην βρει πάλι ο όφις τη γυμνή φτέρνα του και να τη δαγκάσει· για να μπορεί να καταπατήσει την κεφαλή του νοητού δράκοντα και να συντρίψει τα κέντρα του διαβόλου. Δώστε του υποδήματα, για να περπατά στη βασιλική οδό, για να βαδίζει στην οδό της αγαθοποιίας. Τα γυμνά του πόδια, που ήταν έτοιμα να τρέξουν στον δρόμο της αμαρτίας, ντύστε τα με υποδήματα, για να τρέχουν τώρα στον δρόμο της Βασιλείας των Ουρανών.
Ω, αφθονία φιλανθρωπίας του Θεού! Ω, πολλή ευσπλαχνία του Πατέρα, ω, μεγάλη μακροθυμία του Δεσπότη! Πόσο έφταιξε ο υιός; Πόσο πίκρανε τον Πατέρα του με έργα, με λόγια, με σκέψεις, με νεύματα, με λογισμούς, με ασωτία, με δαιμονικά έργα και πάλι, για να μετανοήσει και να πει ότι έσφαλε, τον δέχθηκε ο Πατέρας.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά δίνει και άλλη εντολή στους δούλους του: να φέρουν και τον σιτευτό μόσχο για να τον σφάξουν. Και λέει: «Φέρτε τον σιτευτό μόσχο, δηλαδή τον Υιό του Θεού, αυτόν που δεν δέχτηκε τον ζυγό της αμαρτίας, αυτόν που είναι παρθένος και γεννήθηκε από Παρθένο· τον μόσχο που ακολουθεί εκείνους που τον σέρνουν, που δεν αντιστέκεται με τη δύναμή του ή με τα κέρατά του, αλλά με τη θέλησή του σκύβει το κεφάλι σε όσους θέλουν να τον σφάξουν. Σφάξτε τον μόσχο που σφάζεται εκούσια, που σφάζεται αλλά δεν νεκρώνεται, που μοιράζεται και αγιάζει εκείνους που τον μοιράζουν. Σφάξτε τον μόσχο που τρώγεται από τους καθαρούς και ποτέ δεν εξαντλείται. Σφάξτε αυτόν που καθαρίζει εκείνους που τον σφάζουν, αυτόν που γεμίζει χαρά όσους μετέχουν σε αυτόν· αυτόν σφάξτε, για να φάμε και να χαρούμε, γιατί “χαρά θα γίνει στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί”. Ας χαρούμε, γιατί δική μου τροφή είναι να σωθεί ο άνθρωπος· ας αγαλλιαστούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός εξαιτίας των αμαρτιών του και τώρα ξαναζωντάνεψε με τη μετάνοιά του. Όσο βρισκόταν μέσα στις αμαρτίες, ήταν νεκρωμένος· όταν όμως έτρεξε προς εμένα, αμέσως αναστήθηκε, γιατί εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή. Ας χαρούμε και ας ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν χαμένος και τώρα βρέθηκε. Όσο έλειπε στη μακρινή χώρα, ήταν χαμένος· τώρα όμως που προσέτρεξε σε εμένα, βρέθηκε, γιατί εγώ είμαι η Οδός και η Αλήθεια. Ας φάμε και ας χορτάσουμε, για να χορτάσει και αυτός, γιατί πεινούσε βοσκώντας τους χοίρους».
Αυτά τα έλεγε ο Πατέρας, ενώ οι υπηρέτες και οι δούλοι τα εκτελούσαν. Μεγάλη χαρά έγινε εκείνη την ημέρα για την εύρεση του νεότερου γιου· οι Ιερείς χάρηκαν, οι Άγγελοι αγαλλίασαν. Ο ίδιος ο Πατέρας και Θεός ευφράνθηκε και χάρηκε. Και μέσα σε εκείνη τη χαρά έγινε και μεγάλη δοξολογία· οι Ιερείς έλεγαν με υμνωδία: «Δόξα στον εύσπλαχνο Πατέρα· δόξα στον φιλάνθρωπο Υιό· δόξα και στο Πανάγιο Πνεύμα το πανάγαθο». Και οι Άγγελοι από την άλλη πλευρά έψαλλαν λέγοντας: «Άγιος ο Πατέρας, που θέλησε να σφαγεί ο Υιός· Άγιος ο Υιός, που σφάχτηκε και ζει· Άγιο το Πανάγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος, που τελειοποιεί τη θυσία».

«Ο μεγαλύτερος γιος του βρισκόταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς. Κάλεσε τότε έναν από τους υπηρέτες και τον ρωτούσε τι είναι όλα αυτά. Εκείνος του είπε: “Ο αδελφός σου γύρισε, και ο πατέρας σου έσφαξε τον σιτευτό μόσχο, γιατί τον ξαναπήρε πίσω υγιή”. Τότε οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει μέσα».

Το ότι έλειπε ο μεγαλύτερος γιος είναι σημείο της μεγάλης ευσπλαχνίας του Θεού, όπως θα ακούσετε στη συνέχεια. Και η ερώτησή του ήταν τέτοια: «Ακούω μια μυστική φωνή που φτάνει στα αυτιά μου· γιατί ακούω τον προφήτη Δαβίδ να λέει: “Γευθείτε και δείτε ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος”. Ακούω και τον απόστολο Παύλο να λέει: “Το Πάσχα μας, ο Χριστός, θυσιάστηκε για εμάς”. Η Εκκλησία πανηγυρίζει και εγώ δεν είμαι παρών; Άλλοι μοιράζονται τη δική μου κληρονομιά κι εγώ απουσιάζω; Τι είναι αυτή η υπόθεση;» Γι’ αυτό οργίστηκε και δεν θέλησε να μπει μέσα. Αλίμονο όμως· ο δίκαιος οργίστηκε, ο δίκαιος φθόνησε, ο δίκαιος που καταφρόνησε τις πρόσκαιρες ηδονές του κόσμου, νικήθηκε από τον φθόνο. Και πώς λοιπόν λέει ο απόστολος Παύλος ότι «ευχόμουν εγώ ο ίδιος να είμαι ανάθεμα, χωρισμένος από τον Χριστό, για χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, που είναι Ισραηλίτες»; Δεν όρισε λοιπόν ο Κύριος έτσι την παραβολή για να δείξει ότι ο μεγαλύτερος γιος ήταν φθονερός, αλλά για να φανερώσει τη μεγάλη ευσπλαχνία του Πατέρα· γι’ αυτό διαμόρφωσε με αυτόν τον τρόπο τον λόγο του. Και ακούστε πώς συνεχίζει παρακάτω.

«Ο πατέρας του λοιπόν βγήκε έξω και τον παρακαλούσε. Εκείνος όμως απάντησε και είπε στον πατέρα: “Να, τόσα χρόνια σου δουλεύω και ποτέ δεν παρέβηκα εντολή σου· και σε μένα ποτέ δεν έδωσες ούτε ένα κατσίκι για να χαρώ με τους φίλους μου. Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν τον σιτευτό μόσχο”».

Ω, τι μεγάλη φιλανθρωπία έχει ο Θεός. Τον αμαρτωλό τον σπλαχνίστηκε και τον δίκαιο τον φρόντισε· αυτόν που ήταν πεσμένος τον σήκωσε, και αυτόν που στεκόταν δεν τον άφησε να πέσει· τον φτωχό τον πλούτισε και τον πλούσιο δεν τον φτώχυνε. Ο πατέρας φρόντισε τον γιο του, γιατί από τη φύση του είναι εύσπλαχνος. Δεν θέλησε να δημιουργήσει σκάνδαλο ανάμεσα στα δύο αδέλφια, γιατί ο ίδιος είναι η αγάπη.
Γι’ αυτό και είπε: «Την ειρήνη τη δική μου σας δίνω». Ο γιος όμως παραπονιόταν λέγοντας: «Εγώ τόσα χρόνια σε υπηρετώ, υπέμεινα ύβρεις, ονειδισμούς, πειρασμούς, φόνους, θανάτους για το όνομά σου και κινδύνους για την αγάπη σου· ποτέ δεν παρέβηκα το θέλημά σου, ούτε πόρνευσα ούτε φόνευσα ούτε μοίχευσα ούτε έκλεψα ούτε συκοφάντησα, κι όμως ποτέ δεν μου έδωσες ούτε ένα κατσίκι για να χαρώ με τους φίλους μου. Τώρα όμως που ήρθε ο άσωτος γιος σου, τον δέχτηκες και ούτε γύρισες το πρόσωπό σου από αυτόν ούτε του έδειξες αυστηρότητα. Αλλά αμέσως τον υποδέχτηκες, τον φίλησες, τον τίμησες, του έδωσες δαχτυλίδι στο χέρι και υποδήματα στα πόδια, έσφαξες και τον σιτευτό μόσχο, και στη χαρά του κάλεσες τους πιστούς να ευφρανθούν, ξεσήκωσες τους Αγγέλους σε χαρά και έστησες ένα παράδοξο τραπέζι στον ουρανό και στη γη. Τι να πω μπροστά στο πέλαγος της ευσπλαχνίας σου, Δέσποτα; Πώς να θαυμάσω το πλήθος της αγαθότητάς σου; Όλους τους σπλαχνίζεσαι, γιατί όλα τα μπορείς· όλες τις αμαρτίες παραβλέπεις, γιατί Θεός ελέους και οικτιρμών ονομάζεσαι».

«Και εκείνος του είπε: Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου και όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου· έπρεπε όμως να χαρούμε και να ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και ξαναζωντάνεψε, ήταν χαμένος και βρέθηκε».

Και λέει ο Θεός προς τον δίκαιο: «Εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου· ποτέ δεν έλειψες από την Εκκλησία και από το σπίτι μου· πάντοτε υμνείς και δοξάζεις το όνομά μου· ποτέ δεν απομακρύνθηκες από εμένα. Εκείνος όμως ήρθε καταδικασμένος και ντροπιασμένος· το πρόσωπό του ήταν σκυμμένο στη γη, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και με ταπεινή φωνή φώναξε: “Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου”. Τι έπρεπε να κάνω ακούγοντας αυτά τα λόγια; Μπορούσα να μη δεχθώ τον γιο μου; Μπορούσα να διώξω τον αδελφό σου; Κρίνε το κι εσύ μόνος σου, εσύ που οργίζεσαι. Δεν μπορούσα, ως φιλάνθρωπος που είμαι, να μη δεχθώ τον αμαρτωλό· δεν μπορούσα να μη σπλαχνιστώ το έργο των χεριών μου, τον άνθρωπο, το πλάσμα μου. Κι αν είναι αμαρτωλός, όμως γιος μου ονομάζεται· εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου· τα δικά μου είναι δικά σου· ο ουρανός είναι δικός σου· το στερέωμα είναι δικό σου· ο ήλιος έγινε για σένα· η σελήνη λάμπει για σένα· τα άστρα φωτίζουν για σένα· η θάλασσα έγινε για σένα».
Ακόμη και η Εκκλησία για σένα έγινε, το θυσιαστήριο, τα άγια μυστήρια, η αθανασία, η ζωή, η ανάσταση, η Βασιλεία των ουρανών, όλα όσα φαίνονται και όσα δεν φαίνονται, τα ορατά και τα αόρατα, τα αισθητά και τα μη αισθητά, τα υλικά και τα πνευματικά· όλα αυτά τα δημιούργησα για σένα. Μήπως πήρα κάτι από τα δικά σου και το έδωσα σε εκείνον; Μήπως σε ξεγύμνωσα και έντυσα εκείνον; Μήπως δεν του χάρισα από τα δικά μου; Δεν είμαι και δικός σου και δικός του Πατέρας; Εσένα σε αγαπώ για την αρετή σου, και εκείνον τον δέχομαι για τη μετάνοιά του. Εσένα σε επαινώ για την ευγένειά σου, και εκείνον τον σπλαχνίζομαι για την καλή του επιστροφή. Εσένα σε επαινώ για τις αρετές σου, και εκείνον τον δέχομαι για τη μετάνοιά του. Ήταν πρέπον να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου ήταν νεκρός και ξαναζωντάνεψε. Ποιος βλέπει νεκρό να ανασταίνεται και δεν χαίρεται; Ποιος βρίσκει αυτό που έχασε και δεν ευφραίνεται; Έλα λοιπόν κι εσύ και χαράσου με την ανάσταση του γιου μου. Μπες μέσα και χαίρου για την εύρεση του αδελφού σου, και ψάλλε κι εσύ μαζί με τον Δαβίδ: «Μακάριοι εκείνοι που συγχωρήθηκαν οι ανομίες τους και σκεπάστηκαν οι αμαρτίες τους· μακάριος ο άνθρωπος στον οποίο ο Κύριος δεν λογαριάζει αμαρτία».
Ακούσατε, αδελφοί μου χριστιανοί, την παραβολή του Κυρίου; Μάθατε τον σκοπό και το νόημά της, δηλαδή ότι έχουμε φιλάνθρωπο Πατέρα, ότι έχουμε εύσπλαχνο Θεό, ότι ο μακρόθυμος Δεσπότης δέχεται τους αμαρτωλούς; Γι’ αυτό κι εμείς ας μην απελπιζόμαστε για τον εαυτό μας· όποιες αμαρτίες κι αν κάναμε, ας τις εξομολογηθούμε, ας μετανοήσουμε· γιατί, όπως λέει και ο σοφός Σειράχ, ο Κύριος έδωσε στους μετανοούντες επιστροφή. Ακούσατε πόσο ωφέλιμα είναι τα δάκρυα και η μετάνοια; Και αν θέλουμε, μπορούμε όλοι εύκολα να κλαίμε για τις αμαρτίες μας, αλλά δεν το θέλουμε. Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι εύκολο να σωθούμε με τα δάκρυα, γιατί ο Κύριος λέει: «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας», δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, που γεννά τα δάκρυα, υπάρχει μέσα μας. Πόσοι σώθηκαν με αυτά τα δάκρυα; Πόσοι ελευθερώθηκαν από το κακό με τη μετάνοιά τους; Οι Νινευίτες δεν ήταν από τους πιο αμαρτωλούς ανθρώπους στον κόσμο; Κι όμως ο Θεός ήθελε να τους καταστρέψει· αλλά όταν στάλθηκε ο προφήτης Ιωνάς να κηρύξει μετάνοια για τις αμαρτίες τους, μετανόησαν και δεν έπαθαν κανένα κακό.
Ο βασιλιάς Εζεκίας με τα δάκρυά του πρόσθεσε δεκαπέντε χρόνια στη ζωή του· ο βασιλιάς Δαβίδ έκανε δύο μεγάλες αμαρτίες, μοιχεία και φόνο, αλλά επειδή μετανόησε έγινε πάλι Προφήτης. Ο βασιλιάς Μανασσής, ο γιος του Εζεκία, σώθηκε με τα δάκρυά του· και πολλοί άλλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, μετανοώντας και κλαίγοντας, έγιναν Άγιοι, όπως και ο μέγας Απόστολος Πέτρος, που με τα δάκρυά του μετανόησε και ξανάγινε Απόστολος. Στα χρόνια της βασιλείας του ευσεβεστάτου βασιλιά Μαυρικίου (582–602) υπήρχε ένας λήσταρχος, ο οποίος μετανόησε και έκλαψε και έτσι σώθηκε, όπως διηγείται ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης. Αυτά γράφουν τα βιβλία της Εκκλησίας μας για τη μετάνοια.
Γι’ αυτό κι εμείς, οσιώτατοι Πατέρες και αγαπητοί αδελφοί, ας μετανοήσουμε, ας πέσουμε με ταπείνωση, ας εξομολογηθούμε. Φιλάνθρωπος είναι ο Θεός, εύσπλαχνος είναι ο Χριστός· δέχεται τους μετανοούντες αμαρτωλούς, σώζει τους κακούς, συμπονεί κάθε αμαρτία, συγχωρεί κάθε ασωτία· δεν υπάρχει καμία αμαρτία που να νικά την ευσπλαχνία του Θεού· όλες έχουν συγχώρηση. Ας μη πέφτουμε λοιπόν στην απελπισία και ας μη λέμε: ας κάνουμε τώρα αμαρτίες και θα μετανοήσουμε αργότερα, ας σφάλλουμε στη νεότητά μας και θα μετανοήσουμε στα γεράματά μας, γιατί δεν γνωρίζουμε την ώρα του θανάτου μας. Δεν ξέρουμε πότε θα μας έρθει ο θάνατος σαν άγριο λιοντάρι. Πόσοι πέθαναν ξαφνικά; Πόσοι πέθαναν την ώρα που μιλούσαν;
Γι’ αυτό οφείλουμε κάθε ημέρα να ετοιμαζόμαστε και κάθε ώρα να μετανοούμε, για να αξιωθούμε και της Βασιλείας των ουρανών. Είθε όλοι μας να την επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα του, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



ΠΗΓΗ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

 ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

 

 

 


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top