Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΑ΄

Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1056

Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 10,32-45)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου

Μαθηται καθυστερημενοι;

«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…» (Μᾶρκ. 10,33)

σημερ. ελλην. επισκ. υποχ.«Η Πέμ­πτη (Ε΄) Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Εἶνε ἡ μνή­μη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ποὺ ἔζησε ζωὴ αὐστηρῆς ἀσκήσεως σαράντα χρό­νια πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Εἶνε ἐπίσης, μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας, καὶ ἡ μνημη τοῦ σπανίου ἐκείνου πνευματικοῦ, τοῦ ἐξομολόγου τῆς ὁσίας Μαρίας, τοῦ ἁγίου Ζωσιμᾶ, στὸν ὁποῖον ἡ ἴδια ἄφησε τὴν παραγγελία «Θάψον, Ζωσιμᾶ, τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτωλῆς Μαρίας». Σή­μερα εἶνε ἀκόμα τὸ προοίμιο τῶν σεπτῶν πα­θῶν τοῦ Κυρίου, τὸ προανάκρουσμα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Σήμερα ἀκοῦμε τὸ «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…» (Μᾶρκ. 10,33).
–Μά, θὰ πῆτε, ἐγὼ εἶμαι φτωχαδάκι. Ἐγὼ δὲν ἔχω λεφτὰ νὰ κινηθῶ ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ θὰ πάω στὰ Ἰεροσόλυμα;
Μπορεῖ κάποιος νὰ εἶνε πλούσιος καὶ νὰ πη­γαίνῃ στὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ ὅμως νὰ μένῃ ψυχικῶς μακριὰ ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα. Καὶ μπορεῖ ἐσὺ νὰ εἶσαι φτωχαδάκι καὶ νὰ μὴν ἔχῃς οὔτε τὰ εἰσιτήρια γιὰ τὴ δουλειά σου, καὶ ὅ­μως νὰ μεταφέρεσαι νοερῶς στὰ Ἰεροσόλυμα, νὰ κάνῃς τὴν καρδιά σου Ἰεροσόλυμα. Πῶς γίνεται αὐτό;

* * *

Σήμερα στὸ εὐαγγέλιο βλέπουμε, ἀγαπητοί μου, δύο ἀντίθετα πράγματα. Βλέπουμε, ὅτι διαφορετικὰ σκέπτεται ὁ Κύριος καὶ διαφο­ρετικὰ οἱ μαθηταί του. Δὲν θά ᾿πρεπε οἱ μα­θηταὶ νὰ ἔχουν τὸ μυαλὸ καθαρισμένο ἀπὸ σκουριασμένες ἀντιλήψεις, ἀπὸ ἐσφαλμένες ἰδέες; Δὲν θά ᾿πρεπε νὰ ἔχουν αἰσθήματα μεγάλα σὰν ἐκεῖνα ποὺ ἐμπνέει ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ; Ἔτσι ἔπρεπε. Καὶ ὅμως.
Ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει στὰ Ἰεροσόλυμα. Δὲν ἀνεβαίνει γιὰ πρώτη φορά. Ἀνέβηκε καὶ ἄλ­λο­τε. Ἀνέβηκε πρώτη φορὰ στὸ ναὸ βρέφος σαράντα ἡμερῶν γιὰ τὴν ὑπαπαντή. Ἀνέβηκε δώδεκα ἐτῶν παιδὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴν ἁγία του μητέρα γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ πάσχα, τότε ποὺ ἔμεινε ἐκεῖ τρεῖς ἡμέρες. Ἀνέβηκε ἔπειτα πολλὲς ἄλλες φορές. Ἀλλὰ τώρα ἀνεβαίνει γιὰ τελευταία φορά. Γνωρίζει λεπτομε­ρῶς τί θὰ συμβῇ στὴν ἁγία πόλι. Ὡς Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν γνωρίζουμε ἂν τὸ βράδυ θὰ γυρίσουμε στὸ σπίτι μας, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ὅλα τὰ γνωρίζει. Λέει λοι­πὸν στοὺς μαθητάς· Στὰ Ἰεροσόλυμα ποὺ πᾶ­με θὰ παραδοθῶ στοὺς ἀρχιερεῖς, θὰ μὲ κατα­δικάσουν σὲ θάνατο, θὰ μὲ παραδώσουν στοὺς Ῥωμαίους, θὰ ὑποστῶ πάθη, θὰ μὲ θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θ᾿ ἀναστηθῶ.
Αὐτὰ λέει καὶ αὐτὰ ἀκοῦνε οἱ μαθηταί. Ἀ­κούγοντας αὐτὰ πῶς ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν; Θὰ ἔπρεπε νὰ πονέσουν, νὰ κλάψουν, νὰ ἐκ­δη­λώσουν ὅλη τους τὴ συμπάθεια στὸ διδάσκαλο ποὺ βαδίζει πρὸς τὸ μαρτύριο. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά! Καὶ σὲ μιὰ στιγμή, ἐνῷ ὁ Χριστὸς μιλοῦσε γιὰ καρφιὰ καὶ ἀκάνθινο στεφά­νι, δύο ἀγαπητοί του μαθηταί, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, τὸν πλησιάζουν καὶ τί τοῦ ζητοῦν. –Κύριε, λένε, νὰ μᾶς κάνῃς …ὑπουργούς. Ναί, αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει αὐτὸ ποὺ εἶπαν «Δὸς ἡ­μῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (ἔ.ἀ. 10,37). Διότι εἶ­χαν κι αὐτοὶ τὴν ἐσφαλμένη ἰδέα τῆς παν­το­κρατορίας τῆς Ἑβραϊκῆς φυλῆς· ὅτι ὁ Κύριος θὰ πάῃ στὰ Ἰεροσόλυμα, θὰ καταργήσῃ τὰ πραιτώρια, θὰ καταλύσῃ τὸν κατακτητή, θὰ γίνῃ αὐτὸς βασιλιᾶς σὰν τοὺς ἄλλους βασιλιᾶδες, καὶ αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὰ ὕψιστα ἀξιώματα δίπλα του.
Ἀπορεῖτε; Ποιός δὲν ἀπορεῖ. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ μιλάῃ ὁ Χριστὸς γιὰ καρφιά, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο αὐτοὶ νὰ μιλοῦν γιὰ ὑπουργεῖα. Πόση ἀπόστασις!… Βρίσκονταν κοντὰ στὸ Θεό, καὶ ὅμως ἦταν μακριά του. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς εἶπα, μπορεῖ νὰ πάῃ κανεὶς στὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ ὅ­μως νὰ εἶνε μακριὰ ἀπὸ ἐκεῖ· καὶ μπορεῖ νὰ καθίσῃ στὸ σπίτι του, καὶ νὰ εἶνε ὁ Χριστὸς κοντά του.
Καμμία ἐπαφὴ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει τὴ στι­γμὴ ποὺ οἱ δύο μαθηταὶ ζητοῦν κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ δόξες. Ἔπρεπε νὰ ἔρθῃ ἔπειτα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, γιὰ νὰ καταλάβουν τί εἶνε ὁ Χριστός, τί ζητάει, καὶ σὲ τί ἀποβλέπει ἡ διδασκαλία του.

* * *

Ἀπορεῖ λοιπὸν κανεὶς γιὰ τοὺς μαθητάς. Μὰ ἐγὼ δὲν ἀπορῶ μόνο γιὰ τοὺς μαθητάς· ἀπορῶ γιὰ ὅλους μας. Οἱ μαθηταὶ τρία χρόνια ἦταν κοντὰ στὸ Χριστὸ καὶ ὅμως δὲν κατάλαβαν τίποτα. Ἀλλὰ κ᾿ ἐδῶ τί εἶνε; Σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ. Πόσα χρόνια ἐρχόμαστε ἐδῶ; Ἄλ­λος ἔρχεται 10 χρόνια, ἄλλος 20 χρόνια, ἄλ­λος 30 χρόνια. Σᾶς παρακαλῶ πέστε μου, τί πή­ρατε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά; τί ὠφεληθήκατε ἀπ᾿ ὅ­λα αὐτά; Ποιά πρόοδο δείξαμε; Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Μοιάζουμε σὰν ἐκείνους τοὺς μαθητὰς ποὺ εἶνε καθυστερημένοι. Καθυστερη­μένοι μαθηταὶ εἴμαστε κ᾿ ἐμεῖς.
Ἀπορεῖτε γιὰ τοὺς μαθητάς; Ἀπορῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ σᾶς. Πάρτε μολύβι καὶ μετρῆστε· τόσα χρό­νια πόσες Κυριακὲς ἐρχόμαστε στὴν ἐκ­κλη­σία; χίλιες, δυὸ χιλιάδες; Ἐὰν κάθε Κυρια­κὴ κάτι παίρναμε!… Ἐὰν κάτι παίρναμε, θὰ ἤ­μασταν ἄγγελοι μὲ λευκὰ φτερά. Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἕνα λόγο ἄκουσε καὶ συγκλονίστηκε ὁλόκληρη· ἐμεῖς μπαίνουμε στὸ ναό, καὶ ἄλ­λος χασμουργιέται κι ἄλλος κοιτάει τὸ ρολόϊ του. Πρέπει νὰ παρακαλέσουμε νὰ ἔρθῃ Πνεῦ­μα ἅγιο, νὰ καταλάβουμε τὸν προορισμό μας, νὰ καταλάβουμε τὴν ἀμέλειά μας. Ἐνῷ ἡ σάλπιγγα σαλπίζει «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσό­λυμα…», προετοιμαστῆτε, προετοιμάστε τὸν ἑαυτό σας γιὰ μιὰ ἀνώτερη ζωή· ἐνῷ μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος γιὰ ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἀπολαύσεων, ἐμεῖς ἐξακολουθοῦμε νὰ δείχνουμε τέτοια ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὰ αἰώνια συμφέροντά μας! Καμμία προσπάθεια, καμμία πρόοδος. Ἐνῷ ἔ­χουμε τὴν πιὸ ὡραία θρησκεία, δὲν τὴν πιστεύ­ουμε, ἀδελφοί μου. Δὲν τὴν πιστεύουν οἱ παπᾶδες, δὲν τὴν πιστεύουν οἱ ἱεροκήρυκες, δὲν τὴν πιστεύουν οἱ ψαλτᾶδες, δὲν τὴν πιστεύουν οἱ ἐπίτροποι. Θὰ μᾶς κλείσῃ ὁ Θεὸς τὶς ἐκκλησίες… Μπορεῖ νὰ εἶμαι σκληρὸς στὰ λόγια μου, ἀλλ᾿ εἶμαι ἀληθινός.
Ἔρχεται πάλι τὸ Πάσχα. Τί εἶνε τὸ Πάσχα; Πάσχα = Χριστὸς στὴν καρδιά. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς σὲ ἕνα πνευματικὸ ἐγερτήριο.
Ξέρετε τί φοβᾶμαι; Φοβᾶμαι μὴν πάθουμε κ᾿ ἐμεῖς ὅ,τι ἔπαθε ἕνας ἀρχαῖος τύραννος τῶν Θηβῶν. Ὠνομαζόταν Ἀρχίας καὶ ἦταν ἀρ­χηγὸς τῶν Θηβαίων ὀλιγαρχικῶν – ἀριστοκρα­τικῶν. Αὐτὸς λοιπὸν εἶχε ἕνα καλὸ φίλο. Ὁ φί­λος του ἔμαθε, ὅτι τὴ νύχτα ἑτοιμάζονται νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὴ θέσι του. Σὰν φίλος ποὺ ἦταν, γράφει ἕνα γράμμα, τὸ σφραγίζει, καλεῖ ἕναν ὑπηρέτη καὶ τοῦ λέει· –Παιδί μου, τρέξε, μὴ χάνεις λεπτὸ – καὶ τὰ λεπτὰ ἔχουν ἀξία· πήγαινε στὴ Θήβα, βρὲς τὸν Ἀρχία, δός του τὸ γράμμα ὅποια ὥρα κι ἂν εἶνε, μὰ κοι­μᾶ­ται μὰ γλεντᾷ καὶ διασκεδάζει· καὶ νὰ τοῦ πῇς, νὰ τ᾿ ἀνοίξῃ ἀμέσως!… Τὸ παιδὶ ἀνέβηκε στὸ ἄλογο, τὸ κέντησε, ἔφθασε στὴ Θήβα, βρῆκε τὸ σπίτι, καὶ ἄκουσε μέσα νὰ διασκεδά­ζουν. Ἔφθασε ἐμπρὸς στὸν Ἀρχία καὶ τοῦ λέει· –Ἔχω ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ φίλο σου· καὶ μοῦ εἶπε, νὰ τ᾿ ἀνοίξῃς ἀμέσως!… Αὐτός, ὅ­πως ἦταν ζαλισμένος ἀπ᾿ τὸ κρασὶ καὶ τὰ ὄρ­για τῆς νύχτας, παίρνει τὸ γράμμα καὶ τὸ πετάει. –«Ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα», λέει· δηλαδή, ἂς μείνουν γιὰ αὔριο τὰ ἐπείγοντα καὶ βια­στικά. Λοι­πὸν δὲν πέρασε μιὰ ὥρα, καὶ ἦρθαν οἱ συνωμότες, τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν δολοφόνησαν. Γιὰ μιὰ ὥρα! Ἄνοιξαν ἔπειτα τὴν ἐπιστολὴ καὶ εἶπαν· Τί ἀνόητος ποὺ ἦταν αὐτός! «Ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα», εἶπε· ἀλλὰ τὸ αὔ­ριο δὲν ἦρθε ποτέ γι᾿ αὐτόν.
Μὲ ἐννοήσατε, ἀγαπητοί μου; Κ᾿ ἐγὼ ὑπηρέτης εἶμαι· ὑπηρέτης ἑνὸς φίλου σας. Ἕνας εἶνε φίλος ἀληθινός. Οὔτε ἡ μάνα, οὔτε ἡ γυναίκα, οὔτε κανεὶς ἄλλος. Ἕνας εἶνε ὁ φίλος ὁ εἰλικρινής. Θ᾿ ἀκούσετε τὴ Μεγάλη Ἑβδομά­δα· «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε…» (Ἰω. 15,14-15). Ὁ πραγματικὸς φίλος σας εἶνε ὁ Χριστός. Σᾶς ἔχει στείλει μιὰ ἐπιστολή. Ἀνοῖξτε την. Τί λέει· Ἰδοὺ «ἐσχάτη ὥρα ἐστί», τελευταία ὥρα εἶ­νε (Α΄ Ἰω. 2,18). Ἐγὼ παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ γιορτάσετε πολλὰ Πάσχα· δὲν γνωρίζουμε ὅμως, μή­πως τὸ Πάσχα αὐτὸ εἶνε τὸ τελευταῖο τῆς ζωῆς μας. Λοιπὸν σᾶς εἰδοποιῶ ὅλους.
«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…». Ἐμ­πρὸς γυναῖκες – ἄντρες, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Μὲ καθαρὲς τὶς καρδιές, μὲ ψυχὴ γαλήνια, μὲ ἐξομολόγησι, μὲ δάκρυα, μὲ μετάνοια, μὲ συγγνώμη, μὲ ἔλεος, μὲ φλόγα στὴν καρδιά. Χριστιανοὶ πραγματικοὶ καὶ ὄχι ψεύτικοι. Καὶ ἂν τὰ κάνουμε αὐτά, τὸ φετινὸ Πάσχα θὰ εἶνε τὸ ὡραιότερο· θὰ εἶνε Πάσχα μὲ τὸ Χριστό, Πάσχα μὲ τὴ συγγνώμη, Πάσχα μὲ τὴν ἀ­γάπη, «Πάσχα Κυρίου»· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ἀσωμάτων – Ἀθηνῶν τὴν 3-4-1960. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 28-3-2004, ἐπανέκδοσις 14-2-2015.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 3α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)



ΠΗΓΗ

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top