Δ΄ Στάσις Χαιρετισμῶν

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΟI EXΘΡΟΙ ΘΑ ΝΙΚΗΘΟΥΝ

«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι»(Ἀκάθ. ὕμν. Ψ 5)

Gorgoυπ. p. Aυg ιντΧΑΙΡΩ ἀγαπητοί μου, ποὺ τρέχετε καὶ συγκεντρώνεσθε στὸ ναό. Θὰ σᾶς μιλήσω ἁπλᾶ, σὰν πατέρας μὲ τὰ παιδιά.
Ζοῦμε σὲ χρόνια ἄσχημα. Μερικοὶ λένε, ὅτι πλησιάζει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἕνα σημάδι ὅτι ἔρχεται ἡ συντέλεια εἶνε, ὅτι στὶς ἡμέρες μας παρουσιάστηκε ἀθεΐα καὶ ἀπιστία μεγάλη. Σὲ πόλεις καὶ χωριὰ ξάπλωσαν οἱ ἰδέες αὐτές. Καὶ λέγονται συχνὰ ἀπὸ στόματα ἀνθρώπων ποὺ θεωροῦνται μορφωμένοι. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὸν Πόντο, στὰ ἁγιασμένα μέρη, δὲν ὑπῆρχε ἄπιστος καὶ ἄθεος. Τώρα ἡ ἀθεΐα ἔφτασε παντοῦ.

Ἂν συναντήσετε κάποιον ἄθεο, νὰ τοῦ πῆτε μόνο τὸ ἑξῆς. Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ ῥολόϊ ποὺ ἔχεις στὸ χέρι σου φύτρωσε ἔτσι, ὅτι τὸ σπίτι ποὺ κάθεσαι ἔγινε μοναχό του, ὅτι τὸ αὐτοκίνητό σου ἔγινε μόνο του, κι ὅτι οἱ πύραυλοι ποὺ ταξιδεύουν στὸ διάστημα ἔγιναν μόνοι τους, τότε κ᾿ ἐγὼ θὰ πεισθῶ ὅτι τὸ σύμπαν αὐτὸ ἔγινε χωρὶς τὸ Θεό. Τὸ ῥολόϊ κάποιος τὸ φτειάχνει, τὸ σπίτι κάποιος τὸ χτίζει, τὸ αὐτοκίνητο κάποιος τὸ κατασκευάζει, τοὺς πυραύλους κάποιος τοὺς ἐξαπολύει· καὶ αὐτὸ τὸ σύμπαν ποιός τὸ ἔκανε; Μία ἡ ἀπάντησις· Ὁ Θεός.
―Μὰ τί εἶνε ὁ Θεός; Μᾶς τὸ λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης· «ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη» (βλ. Α΄ Ἰωάν. 4,8,16), τὸ κυριώτερο γνώρισμά του εἶνε ἀγάπη. Καὶ ἀπόδειξις ὅλα ὅσα ἀπολαμβάνουμε. Ἀλλ᾿ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀπόδειξις ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει, θὰ σᾶς πῶ· ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου. Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς λυπήθηκε τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε φύγει μακριά του· καὶ ἐνῷ μποροῦσε νὰ τὸν τιμωρήσῃ μὲ μυρίους τρόπους, ἐν τούτοις ἔστειλε τὸν Υἱό του τὸν μονογενῆ στὸν κόσμο, καὶ ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ. Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ· τότε ἄρχισε ἡ σωτηρία μας. Τότε ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἐστάλη στὴ Ναζαρέτ, εἶπε στὴν Παναγία· «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1,28).
Αὐτὸ τὸ «χαῖρε», ποὺ εἶπε ὁ ἀρχάγγελος, τ᾿ ἀκοῦμε στοὺς Χαιρετισμούς. Ἐπαναλαμβάνεται 144 φορές. Τὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ «χαῖρε» ἔχει μεγάλη σημασία. Νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε ὅλα δὲ᾿ μποροῦμε. Θὰ ἑρμηνεύσουμε ἕνα μόνο, αὐτὸ ποὺ λέει· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ5). Μὲ ἁπλᾶ λόγια λέει· Χαῖρε, Παναγία, ποὺ μὲ τὴ βοήθειά σου νικήσαμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔγινε ἡ ὡραία ἀντίθεσις· ἐκεῖ ποὺ οἱ ἐχθροὶ πέφτουν κάτω νικημένοι, ἐκεῖ ὑψώνονται μνημεῖα τῆς νίκης ποὺ μᾶς ἐχάρισες ἐσύ.
Ποιοί ὅμως εἶνε αὐτοὶ οἱ ἐχθροί; Κατ᾿ ἐξοχὴν ἐχθρὸς εἶνε ὁ διάβολος. Καὶ μὲ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου νικᾶται καὶ πέφτει. Σύμβολο δὲ τῆς νίκης κατὰ τοῦ διαβόλου εἶνε ὁ τίμιος σταυρός. Κάθε σταυρὸς εἶνε κ᾿ ἕνα τρόπαιο νίκης στὴν πνευματική μας ζωή. Ἀλλὰ ἐδῶ θὰ δοῦμε τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ χαιρετισμοῦ αὐτοῦ στὴν ἐθνική μας κυρίως ζωή.

* * *

Τὸ 626 μ.Χ. ἡ πόλις τῶν ὀνείρων μας, ἡ Κωνσταντινούπολις, πολιορκήθηκε ἀπὸ βαρβάρους, Πέρσας καὶ Ἀβάρους. Πολιορκήθηκε ἀπὸ παντοῦ, ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα, μὲ στρατὸ καὶ στόλο. Τόσο στενὴ ἦταν ἡ πολιορκία, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα οἱ ἐχθροὶ καραδοκοῦσαν νὰ μποῦν μέσα, νὰ κάψουν, νὰ καταστρέψουν, νὰ σφάξουν, νὰ ἀτιμάσουν. Ἦταν τόσο βέβαιοι γι᾿ αὐτό, ὥστε μήνυσαν στοὺς κατοίκους· Μόνο ἂν γίνετε ἢ πουλιὰ νὰ πετάξετε ἢ ψάρια καὶ κολυμπήσετε, θὰ σωθῆτε.
Καὶ τί ἔγινε, ἔπεσε ἡ Πόλις; Ὄχι. Ἔγινε θαῦμα. Τὸ βεβαιώνει ἡ ἱστορία. Ποιό θαῦμα; Τὴ νύχτα φύσηξε ἄνεμος δυνατός, σήκωσε κύματα πελώρια καὶ ἔπνιξε τὰ καράβια τῶν ἐχθρῶν· σανίδες ἔγιναν. Φόβος καὶ τρόμος ἔπιασε τοὺς βαρβάρους, σηκώθηκαν κ᾿ ἔφυγαν. Ἔτσι ἡ Πόλις ἐλευθερώθηκε.
Τότε παιδιὰ γυναῖκες καὶ ἄντρες ἔτρεξαν ὅλοι στὴν ἐκκλησία τῶν Βλαχερνῶν ―σῴζεται μέχρι σήμερα― καὶ ἐκεῖ, ὄρθιοι, ἔψαλαν τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο· «Χαῖρε», Παναγία, «δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι». Τότε γιὰ πρώτη φορὰ ἐψάλη τὸ κοντάκιο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».
―Ἄ, θὰ πῇ κάποιος ἄπιστος, αὐτὰ ἔγιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»· ἀπὸ τότε πέρασαν αἰῶνες.
Ὄχι, κύριοι! Ἡ Παναγιὰ δὲν πέθανε· ζῇ καὶ κάνει θαύματα. Νὰ μετρήσουμε τὰ θαύματά της; Εἶνε ἀμέτρητα ὅσα ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ἡ ἁγία μας πίστι, ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι. Ἀπόδειξις, ὅτι καὶ στὴ δική μας γενεὰ ἔγινε παρόμοιο θαῦμα. Πότε ἔγινε; Ὅσοι εἶνε μικροί, δὲν ξέρουν τίποτα. Ὡραῖα περνοῦν· φαΐ, ὕπνος, παιχνίδια, διασκεδάσεις, γλέντια… Ἡ προηγουμένη γενεὰ εἶδε τὸ θαῦμα αὐτό, ποὺ ἔκανε ἀκόμα καὶ ἀπίστους νὰ πιστέψουν.
Ποιό τὸ θαῦμα; Τὸ 1940, στὶς 28 Ὀκτωβρίου, κάποιος χτύπησε τὰ μεσάνυχτα τὴν πόρτα μας καὶ εἶπε στὴν Ἑλλάδα· Νὰ παραδοθῇς!… Τῆς ἔταξε λίγες ὧρες ν᾿ ἀπαντήσῃ. Καὶ ἡ Ἑλλὰς ὅλη, μικροὶ-μεγάλοι, ἄντρες-γυναῖκες, βουνὰ-λαγκάδια, θάλασσες καὶ καράβια, ὅλοι ἀπήντησαν στὸν ἐχθρὸ «Ὄχι». Κι ὁ ἐχθρὸς ἦταν ἡ Ἰταλία, μιὰ πολὺ μεγάλη δύναμις τότε, μὲ τέσσερα ἑκατομμύρια στρατό, μὲ καράβια καὶ ἀεροπλάνα τόσο πολλά, ποὺ οἱ Ἰταλοὶ ἔλεγαν ὅτι μποροῦν νὰ σκιάσουν τὸν ἥλιο. Ὅλοι περίμεναν, ὅτι θὰ νικήσῃ ἡ Ἰταλία. Κανείς δὲν πίστευε ὅτι θὰ νικήσῃ ἡ μικρὰ Ἑλλάς. Καὶ ὅμως ἔγινε τὸ θαῦμα! Καὶ ὁ κόσμος ὅλος θαύμασε. Ὅλων τὰ μάτια ἐστράφησαν στὴ μικρά μας χώρα καὶ ὅλοι τῆς ἔψαλλαν ἐγκώμια. Ὅταν στὰ ρεστορὰν τῆς Νέας Ὑόρκης ἔβλεπαν ἕνα «Γκρέκο», Ἕλληνα, τὸν σήκωναν στὰ χέρια κ᾿ ἔκαναν διαδήλωσι. Ποτέ ἄλλοτε δὲ᾿ δοξάστηκε ἡ πατρίδα μας διεθνῶς ὅσο τότε.
Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶνε· πῶς ἔγινε αὐτό; Μὴ ρωτᾶτε ἐμένα· ρωτῆστε κάτι γεροντάκια ―ἂν ζοῦν ἀκόμη―, ποὺ σὰν ἀετοὶ πέταξαν καὶ πολέμησαν τότε στὸ Μοράβα, μπῆκαν στὴν Κορυτσὰ καὶ τὰ ἄλλα ἁγιασμένα αὐτὰ μέρη ποὺ σήμερα τὰ κατέχει ἡ Ἀλβανία. Πῶς;… Δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια· τὸ ἄκουσα ἀπὸ πολλὰ στόματα (φαντάρους, πυροβολητάς, στρατιῶτες, ἀξιωματικούς). Τὴ νύχτα πάνω στὰ ψηλὰ χιονισμένα βουνὰ – τί βλέπανε; Μιὰ μαυροφόρα νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ τοὺς ἐμψυχώνῃ. Ἦταν ἡ Παναγιά μας! Μὲ τὴ βοήθειά της νικήσαμε. Καὶ οἱ φαντάροι μας, ὅταν κατελάμβαναν μιὰ κορυφή, ἔστηναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία μὲ τὸν τίμιο σταυρὸ ψάλλοντας ὅλοι μαζὶ «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Γι᾿ αὐτὸ μποροῦμε κ᾿ ἐδῶ νὰ ποῦμε· «Χαῖρε», Παναγία, «δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι».
Ποῦ εἶνε ὁ ἄθεος ποὺ λέει πὼς μόνο τὰ παλιὰ τὰ χρόνια γίνονταν θαύματα τῆς Παναγίας; Καὶ τώρα καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ πάντα θὰ θαυματουργῇ ἡ Παναγία.

* * *

Τώρα βέβαια ἔχουμε ἡσυχία. Τὰ παιδιά μας κοιμοῦνται στὰ κρεβάτια τους, οἱ νέοι μας διασκεδάζουν στὰ κέντρα… Ἔχουμε εἰρήνη. Ἀλλὰ θὰ τὴν ἔχουμε πάντα;… Ἐμεῖς οἱ γέροντες, ποὺ ζήσαμε πολέμους καὶ περιπέτειες καὶ κινδύνους, παρακαλοῦμε τὴν Παναγία, πόλεμος νὰ μὴ ξαναγίνῃ. Ἀλλά… ―ὑπάρχει ἕνα «ἀλλά»― ἡ εἰρήνη δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μᾶς. Ἐμεῖς ἀγαποῦμε τὴν εἰρήνη ὅσο κανένα ἄλλο ἔθνος. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἐχθροὶ μᾶς ἐπιτεθοῦν, τότε τί θὰ γίνῃ; Τότε καὶ πάλι ἡ Ἑλλὰς σύσσωμος θὰ πῇ ἕνα νέο «ὄχι». Καὶ πιστεύω στὸ Θεό, ὅτι θὰ μᾶς ἀκούσῃ ἡ Παναγιά.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσῃ καὶ νὰ γίνῃ τὸ τρίτο θαῦμα, νὰ σπρώξουμε τοὺς Τούρκους πέρα ἀπὸ τὸν Ἕβρο ―τὸ πιστεύω, θὰ ξαναμποῦμε στὴν Ἁγια-Σοφιὰ νὰ τελειώσουμε τὴν διακοπεῖσα λειτουργία―, πρέπει ὅλοι νὰ μετανοήσουμε· οὔτε μοιχεῖες, οὔτε διαζύγια, οὔτε βλασφημίες, οὔτε ἐκτρώσεις, οὔτε ἀδικίες, ἀλλὰ παντοῦ νὰ βασιλεύῃ Χριστός. Τότε ἐκεῖνος θὰ σκεπάσῃ καὶ θὰ εὐλογήσῃ τὸν τόπο μας, καὶ θὰ κάνῃ τὸ θαῦμα νὰ δοξασθῇ πάλι ἡ πατρίδα μας καὶ νὰ ξαναστηθῇ ὁ σταυρὸς στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς. Ἔτσι γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, τρίτη φορά (πρώτη στὸ Βυζάντιο, δεύτερη στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, τρίτη στὸν Ἕβρο καὶ τὰ νησιά), θὰ σταθοῦμε ἐμπρὸς στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ θὰ ξαναποῦμε· «Χαῖρε», Παναγιά, «δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι».
Ὁ Κύριος νὰ εἶνε πάντα μαζί σας. Εἰρηνεύετε, προσεύχεσθε, ἐξομολογεῖσθε, ἐκκλησιάζεσθε, κοινωνεῖτε τὰ ἄχραντα μυστήρια, ἔχετε ὁμόνοια. Ὅλοι ἀγαπημένοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ νὰ περάσουμε τὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ ἐπιφυλάσσει ὁ Θεὸς στὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἰδιαιτέρως στὸ ἔθνος μας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Γεωργίου Ν. Καυκάσου – Φλωρίνης τὴν 26-3-1982 


ΠΗΓΗ

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top