Ο Πάβελ Αλεξάντροβιτς Γκρούζντεφ, γεννήθηκε στο χωριό Μπολσόι Μπόροκ, στην περιοχή Μόλογκσκι, σε μια αγροτική οικογένεια, του Αλεξάνδρου Ιβάνοβιτς (1888-1958) και της Αλεξάνδρας Νικολάγιεβνα, το γένος Σόλντσεβα (1890-1961). Είχε δύο μικρότερες αδερφές: την Όλγα (1912) και τη Μαρία (1914). Ο πατέρας του οδηγήθηκε στον πόλεμο, η οικογένεια άρχισε να υποφέρει και το 1916 ο Πάβελ πήγε να ζήσει με τις θείες του, τη μοναχή Ευστολία και τις μοναχές Έλενα και Όλγα, στο Μοναστήρι Μόλογκσκι Αφανασιέφσκι. Ο οκτάχρονος δόκιμος ευλογήθηκε να φορέσει το ράσο από τον Πατριάρχη Τύχωνα της Μόσχας, ο οποίος έζησε στο μοναστήρι για κάποιο χρονικό διάστημα
Μετά το κλείσιμο του μοναστηριού στις 3 Ιανουαρίου 1930, μετακόμισε στη Μονή Χουτίνσκι, που βρίσκεται κοντά στο Νόβγκοροντ.
Το 1932, αυτό το μοναστήρι έκλεισε επίσης, και ο μοναχός Παύλος έζησε στην πατρίδα του για αρκετά χρόνια, εργαζόμενος στην κτηνοτροφική μονάδα του Κρατικού Σταθμού Επιλογής. Το 1938, ο πατέρας του και αυτός αποσυναρμολόγησαν την καλύβα, την μετέφεραν στον Βόλγα προς το Τουτάγιεφ και την επανασυναρμολόγησαν στην αριστερή όχθη εκεί. Έζησε εδώ με την οικογένειά του μέχρι το 1941, εργάστηκε ως εργάτης στη βάση Ζαγκότσκοτ, πήγε στην εκκλησία Λεόντιεφ, έψαλλε στη χορωδία και υπηρέτησε ως νεωκόρος υπό τον Ιερομόναχο Νικόλαο (Βοροπάνοφ).
Στις 13 Μαΐου 1941, ο Πάβελ Γκρούζντεφ, μαζί με τον Ιερομόναχο Νικόλαο και 11 άλλα άτομα, συνελήφθησαν για την υπόθεση του Αρχιεπισκόπου Βαρλαάμ (Ριασεντσέφ) του Γιαροσλάβλ. Οι συλληφθέντες κρατήθηκαν στις φυλακές του Γιαροσλάβλ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Πάβελ Γκρούζντεφ κρατήθηκε σε κελί απομόνωσης σε πλήρη απομόνωση, στη συνέχεια 15 άτομα τοποθετήθηκαν σε ένα κελί λόγω έλλειψης χώρου. Οι κρατούμενοι δεν είχαν αρκετό αέρα, οπότε ακουμπούσαν με τη σειρά τους στη σχισμή της πόρτας κοντά στο πάτωμα για να αναπνεύσουν. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, ο Πάβελ βασανίστηκε: τον ξυλοκόπησαν, του έριξαν σχεδόν όλα τα δόντια, του έσπασαν τα κόκαλα και του τύφλωσαν τα μάτια, άρχισε να χάνει την όρασή του.
Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, ο ερευνητής φώναξε: «Εσύ, Γκρουζντέφ, αν δεν πεθάνεις εδώ στη φυλακή, τότε θα θυμάσαι το όνομά μου με φόβο! Θα το θυμάσαι καλά - Σπάσκι είναι το όνομά μου, Σπάσκι!» Ο πατέρας Παύλος είπε σχετικά: «Δεν φοβάμαι, για να είμαι ειλικρινής, αλλά δεν έχω ξεχάσει το όνομά του, θα το θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Μου έριξε όλα τα δόντια, μόνο ένα έμεινε».
Ο Ιερομόναχος Νικόλαος πυροβολήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1941.
Ο πατέρας Παύλος αγαπούσε να θυμάται τα λόγια που του είπε ο Ιερομόναχος Νικόλαος μετά την καταδίκη του σε θάνατο: «Να θυμάσαι, Παύλοσα: Ο Θεός ήταν, είναι και θα είναι. Κράτα την Ορθόδοξη πίστη!» Ο πατέρας Παύλος κουβαλούσε αυτά τα λόγια του παθοφόρου σε όλη του τη ζωή.
Όλοι οι άλλοι κρατούμενοι που εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση εκτελέστηκαν και ο πατέρας Παύλος καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας με τριετή απαγόρευση των δικαιωμάτων του. Από το 1941 έως το 1947, βρισκόταν στο Βιάτλαγκ (περιοχή Κίροφ, περιοχή Κάισκι, οικισμός Βολόσνιτσα), ως κρατούμενος με αριθμό 513. Οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο ήταν εξαιρετικά δύσκολες: πείνα, κρύο, εξαντλητική εργασία, κακοποίηση και ξυλοδαρμοί τόσο από τη διοίκηση της αποικίας όσο και από τους εγκληματίες. Μια μέρα του Δεκεμβρίου, σε σφοδρό παγετό, οι εγκληματίες πήραν τις τσόχινες μπότες του Παύλου, τον έδεσαν ξυπόλητο σε ένα δέντρο και τον άφησαν να στέκεται εκεί, καταδικάζοντάς τον σε βέβαιο θάνατο. Το βαθύ χιόνι κάτω από τα πόδια του Παύλου έλιωσε στο έδαφος, αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Ο πατέρας Παύλος διηγήθηκε τα εξής για ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό:
«Την παραμονή των Χριστουγέννων, γύρισα στον αρχηγό και είπα: «Πολίτη αρχηγέ, ευλόγησέ με να μην εργάζομαι την ίδια μέρα της Γέννησης του Χριστού, και σε αντάλλαγμα θα δώσω τρεις ποσοστώσεις μια άλλη μέρα. Άλλωστε, είμαι πιστός, Χριστιανός». «Εντάξει», απάντησε, «θα σε ευλογήσω». Φώναξε έναν άλλο φρουρό, σαν αυτόν, και ίσως και περισσότερο από αυτόν. Με είχαν χτυπήσει, δεν ξέρω για πόση ώρα, και ήμουν ξαπλωμένος στο έδαφος πίσω από τον στρατώνα. Συνήλθα, και με κάποιο τρόπο, σύρθηκα μέχρι την πόρτα, και εκεί οι δικοί μου άνθρωποι με βοήθησαν και με έβαλαν στην κουκέτα. Μετά από αυτό, έμεινα ξαπλωμένος στον στρατώνα για μια ή δύο εβδομάδες, βήχοντας και φτύνοντας αίμα. Ο αρχηγός ήρθε στον στρατώνα την επόμενη μέρα: «Δεν είσαι νεκρός ακόμα;» Άνοιξα το στόμα μου με δυσκολία: «Όχι», είπα, «είμαι ακόμα ζωντανός, πολίτη αρχηγέ». «Περίμενε», απάντησε. «Θα πεθάνεις». Αυτό το γεγονός συνέβη ακριβώς την ημέρα της Γέννησης του Χριστού».
Μιλούσε με ιδιαίτερη ζεστασιά για τις λειτουργίες που κατάδικοι ιερείς τελούσαν στο δάσος πάνω σε ένα κούτσουρο, εκμεταλλευόμενοι την επιείκεια της φρουράς. Ένας από τους παππούληδες κατάφερε, μέσα σε όλες τις περιπέτειές του, να διασώσει το αντιμήνσιο του ναού του. Ο πατήρ Παύλος μας διηγούταν για έναν Κινέζο που συστηνόταν σε όλους ως «σπιόν», δηλαδή «κατάσκοπος». Ήταν η μοναδική ρωσική λέξη που ήξερε. Μας διηγούταν και για τη γιαγιά που είχε φυλακιστεί επειδή ευλογούσε με το σημείο του σταυρού τους στρατιώτες που πήγαιναν στο μέτωπο του πολέμου εναντίον των ναζί.
(Από τις αναμνήσεις του Βιατσεσλάβ Κόρνεβ, κάτοικου του χωριού Μπόροκ, μηχανικού του Γεωφυσικού Παρατηρητηρίου του Ινστιτούτου Φυσικής της Γης της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας)
Η Τατιάνα Κυρίλλοβνα Σεντουνόβα , η οποία συναντούσε τον πατέρα Παύλο στο σπίτι του αδελφού της, στο χωριό Βέρχνε-Νικούλσκοε, διηγείται: «Ο πατήρ Παύλος είναι άγιος. Ήξερε τα πάντα για σένα. Έλεγε αυτό που σκέφτεσαι. Ας πούμε μιλούσε με βρισιές και με χτυπούσε στον ώμο. Την επόμενη φορά που πηγαίνω εκκλησία μου λέει: «Αφού υποσχέθηκες στον Κύριο τον Θεό ότι δε θα βρίζεις, τέλος, μην το κάνεις. Τόσο απεχθές, άσχημο και μεγάλη η αμαρτία είναι να βρίζεις». Ό,τι σκεφτόμουν, αυτό και είπε. Από τότε δεν κατέφυγα σε βρισιά ούτε μια φορά, ποτέ. Μέχρι και σήμερα δεν μου περνάει βρισιά από το μυαλό μου. Ο παππούλης τις απομάκρυνε από μένα. Τόσο ωραίος τύπος ήταν! Πω-πω! Και προορατικός! Ας πούμε μόλις σε δει, ξέρει τις σκέψεις σου και τι είσαι, και θα σου τα πει όλα».
Τον Αρχιμανδρίτη Παύλο κάποιοι τον θεωρούσαν απλό και έξυπνο χωρικό, όπως είναι και οι άλλοι. Ενώ άλλοι τον έβλεπαν ως άνθρωπο με ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα.
Στο βιβλίο «Αγαπώ τους πάντες» περιλαμβάνονται διηγήσεις πολύ διαφορετικών ανθρώπων για τον παππούλη: απλών και μορφωμένων, νέων και ηλικιωμένων, τόσο αυτών που γνώριζαν τον πατέρα Παύλο για πολύ καιρό όσο και αυτών που τον είχαν συναντήσει μόνο μια φορά. Διαλέξαμε από αυτά τα πιο ηχηρά αποσπάσματα που δίνουν μια ιδέα για τη ζωή αυτού του ιδιαίτερου ασκητή.
Την αγάπη και τη χάρη που κατοικούσαν μέσα στον πατέρα Παύλο, τις ένιωθαν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και κάθε κτίση του Θεού. Διάφορα ζωντανά τον αναζητούσαν και έμεναν κοντά του παντού: στο νεκροταφείο, στη σοφίτα της εκκλησίας, στο ξυλόστεγο, στο υπόγειο, στη σοφίτα του σπιτιού του, στο κελί του παππούλη. Κάποια ακόμα και στα στρώματα και στις πτυχές των ράσων του παππούλη. Ο ίδιος δεν πείραζε κανένα από αυτά.
Ο πληθυσμός των ζωντανών που περικύκλωναν τον γέροντα, αποτελούνταν από: γάτες, που είχε ο ίδιος, ηλικιωμένες γάτες και σκυλιά που τον επισκέπτονταν τακτικά, χαβαρόνια, κάργιες, κοράκια, την κουκουβάγια, το μπούφο που ζούσε στη σοφίτα της εκκλησίας, αρουραίους, ποντίκια, κοριούς, μυρμήγκια.
Μια μυρμηγκοφωλιά στηριζόταν σε ξύλινο φράχτη της αυλής του από την πλευρά του νεκροταφείου. Ακόμα δύο μυρμηγκοφωλιές υπήρχαν στο ίδιο το νεκροταφείο. Η μια από αυτές βρισκόταν μέσα στο εκκλησάκι, στη θέση της Αγίας Τράπεζας του παλαιού ναού. Ο παππούλης ο ίδιος τάιζε τα μυρμήγκια, αλλά καμιά φορά μου έλεγε και εμένα: «Τόλη, πάρε ένα μισόλιτρο βάζο μαρμελάδα, πήγαινε στη μυρμηγκοφωλιά και ρίξε το εκεί, και αυτά θα τα καθαρίσουν όλα». Μόλις το έριχνες, τα μυρμήγκια κατευθείαν έπεφταν επάνω στο γλυκό και άρχιζαν να το τραβάνε από δω και από κει, τόσο χαρούμενα.
Είναι εκπληκτικό που στον παππούλη ζούσαν μαζί αρουραίοι και ποντίκια, αν και λένε ότι μαζί δεν κάνουν. Εκτός από αρουραίους, ποντίκια και κοριούς τάιζε πολλούς ταυτόχρονα και έλεγε: «Έχω μεγάλη φάρμα, μόνο που είναι ασύμφορη».
…τις νύχτες οι κοριοί με τσιμπούσαν ανηλεώς. Όσοι διανυκτέρευαν στον παππούλη το ένιωθαν. Όταν οι πάσχοντες εξέφραζαν την αγανάκτησή τους, αυτός απαντούσε: «Είναι οι αμαρτίες που σε τσιμπάνε».
(Από τις αναμνήσεις του Ανατόλιϊ Σούσλοβ, δόκιμου του πατέρα Παύλου)
Η επόμενη ιστορία ανάγεται στην εποχή που ο πατήρ Παύλος ζούσε στο Τουτάεβ. Μια κυρία είχε έρθει στον παππούλη για συμβουλή. Αφού μίλησαν, η κυρία ετοιμαζόταν να φύγει για το σπίτι. Ξαφνικά, ο παππούλης λέει στη βοηθό του: «Μάνια, βάλε λίγη σόδα για να πάρει μαζί της». Η κυρία αυτή ξαφνιάστηκε: «Παππούλη, δε μου χρειάζεται σόδα, στο σπίτι έχω και σόδα και σκόνη για πλύσιμο». – «Σώπα, βλάκα. Μάνια, δώσ΄της σόδα». Η βοηθός του, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, βάζει σόδα σε ένα σακουλάκι και το δίνει στην κυρία. «Και τώρα πήγαινε, αλλιώς θα αργήσεις», – είπε ο πατήρ Παύλος και η κυρία έφυγε.
Φτάνει στο σιδηροδρομικό σταθμό, μπαίνει στο τρένο και ξεκινάει. Μετά από λίγο, ξαφνικά ακούει: «Ωχ, κάτι έπαθε το παιδί, καλέστε γιατρό». Εντοπίζεται γιατρός και πηγαίνει να δει το παιδί. Βλέπει ότι το παιδί έχει πάθει δυνατή δηλητηρίαση. Το παιδάκι ήταν μικρό, είχε σπασμούς, έχανε τις αισθήσεις του κιόλας. Ο γιατρός λέει: «Δε θα καταφέρουμε να τον επαναφέρουμε μέχρι τον επόμενο σταθμό. Μήπως έχει κανείς σόδα;» Και εκεί η κυρία αυτή θυμήθηκε ότι έχει ένα σακουλάκι σόδα από τον πατέρα Παύλο. Έφερε το σακουλάκι με τη σόδα, την αραίωσαν σε νερό και την έβαλαν στο στόμα του παιδιού. Εκείνο έκανε εμετό και καλυτέρευσε η κατάστασή του, ώσπου άρχισε να αναπνέει. Στο σταθμό τον παρέλαβε ασθενοφόρο.
(Από τις αναμνήσεις του Σεργκέϊ Χβάτοβ που φιλοξενούνταν στο χωριό Βέρχνε-Νικούλσκοε σε συγγενείς)
Ο παππούλης μου μιλούσε για τους «κατοίκους» του νεκροταφείου: «Αυτόν τον νεαρό τον βάπτισα στα λουτρά. Ζούσε εδώ… μεθούσε. Από μια στιγμή και ύστερα, άρχισε να με παρακαλάει: «Παππούλη, θέλω να βαπτιστώ. Βάπτισέ με, βάπτισέ με». Του είπα: «Όταν είσαι νηφάλιος και έρθεις χωρίς να έχεις πιεί, τότε θα σε βαπτίσω». Και αυτός μου απαντάει: «Αφού πίνω κάθε μέρα, τι να κάνω;» Αυτό συνεχιζόταν για κάμποσα χρόνια. Κάποια μέρα, τον συναντώ στα λουτρά, στο χωριό Μπόροκ. Με πλησίασε και δε με άφηνε. Λέει: «Σήμερα είμαι τελείως καθαρός, δεν έχω πιει καθόλου. Βάπτισέ με». Κόλλησε και δεν με άφηνε. Άρχισαν να με παρακαλάνε και οι άλλοι: «Έλα, πατέρα Παύλε, βάπτισέ τον. Δε βλέπεις πώς σε παρακαλάει;» Ε, σκέφτηκα: «Κύριε, συγχώρεσέ με. Τόσος κόσμος παρακαλάει για αυτόν». Και τον βάπτισα. Εκεί, στα λουτρά. Φαντάζεσαι θέαμα; Στα λουτρά κάθονται όρθιοι γυμνοί άντρες και εγώ με μακριά γενειάδα να τελώ την βάπτιση. Ήταν τόσο χαρούμενος, τόσο ικανοποιημένος μετά τη βάπτιση! Και μετά, ο καημένος, βγήκε από τα λουτρά, πήγε να περάσει το δρόμο απέναντι και τον χτύπησε αυτοκίνητο. Αυτή είναι η ζωή μας. Βασιλεία των Ουρανών του εύχομαι. Πλέον, κείτεται εδώ».
(Από τις αναμνήσεις του Πρωθιερέα Παύλου Νεντοσέκιν, εφημέριου του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδας στις Βρυξέλες)
Συχνά ο πατήρ Παύλος δεν προσευχόταν για κάποιον μόνος του, αλλά ζητούσε και από τους ενορίτες να προσεύχονται. Σε αυτήν την περίπτωση όλος ο ναός γονάτιζε και όλοι παρακαλούσαν τον Θεό για αυτούς που τους βρήκαν θλίψεις ή αρρώστιες. Συνέβαινε, όλη η ενορία να προσεύχεται για ιερείς. Και όταν προσευχόταν ο ίδιος ο παππούλης, φαινόταν ότι μιλάει με τους αγίους όπως μιλάει με ζωντανούς ανθρώπους. Όσοι, μάλιστα, το έβλεπαν αυτό, κυριεύονταν από φόβο.
(Από τις αναμνήσεις της Έλενας Στεπανένκο, που για πολλά χρόνια είχε την πνευματική καθοδήγηση του πατέρα Παύλου)
Συνήθως, ο πατήρ Παύλος περπατούσε στο χωριό ξυπόλυτος. Οι συγχωριανοί διηγούνταν ότι ετοίμαζε τεράστια ποσότητα ξύλων μόνος του, και για το σπιτάκι του και για την θέρμανση του ναού. Μετά τις φυλακές δεν του άρεσε το κρύο.
– Μια φορά, ο παππούλης διηγήθηκε για το πώς είχε πάει στη Μόσχα. Έλεγε: «Έφτασα, αλλά ούτε μια φάρμα, ούτε ένα χωράφι δεν υπάρχει. Όμως, όσο υπάρχουν βλάκες Βάνια και Μάνια, μπορεί και να ζήσουμε ακόμα». Αυτά τα έλεγε για αυτούς που έμειναν στα χωριά και δουλεύουν.
Ο ίδιος ο παππούλης, όσο είχε δυνάμεις, εργαζόταν συνεχώς. Μια ηλικιωμένη γιαγιά τον είχε επισκεφτεί για πρώτη φορά. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στο σπιτάκι. Ο παππούλης έφερε φαγητό που το είχε μαγειρέψει ο ίδιος και έφαγαν όλοι. Και μετά λέει: «Το πρωί έχουμε ιερή ακολουθία, πρέπει να φτιάξουμε πρόσφορα». Και άρχισε να ζυμώνει. Η γιαγιά έκπληκτη κοίταζε και φώναζε: «Παππούλης! Τι παππούλης είναι αυτός!» Αυτό συνεχίστηκε όλο το απόγευμα. Είχε ενθουσιαστεί πολύ. Είχε δει πολλά στη ζωή της, αλλά ιερέα σαν αυτόν πρώτη φορά έβλεπε. Ωστόσο, ο πατήρ Παύλος δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τέτοιους θαυμασμούς γύρω από τον εαυτό του και δεν τους ήθελε.
(Από τις αναμνήσεις της Έλενας Στεπανένκο, που για πολλά χρόνια είχε την πνευματική καθοδήγηση του πατέρα Παύλου)
Είναι εκπληκτικό, αλλά ο παππούλης είχε ισχυρή μνήμη μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Θυμόταν τόσα γεγονότα, τόσα περιστατικά από τη ζωή! Θυμόταν σχεδόν κάθε μοναχή από την Ιερά Μονή της Μολόγκας, με τι ασχολούταν και τι έκανε.
Ο πατήρ Παύλος ρωτούσε συχνά: «Όταν πεθάνω, θα προσεύχεσαι για μένα;» Εγώ απαντούσα: «Ναι. Εσύ θα είσαι άγιος, όμως». – «Όχι, δε θέλω. Τότε θα πρέπει να προσεύχομαι εγώ για τους άλλους, ποιος, όμως, θα προσεύχεται για μένα;»
(Από τις αναμνήσεις του Βλαδίμηρου Οβτσίννικοβ, κατοίκου του χωριού Μπόροκ και εργαζόμενου στο Ινστιτούτο Βιολογίας Εσωτερικών Υδάτων)
Για το θάνατό του ο παππούλης έλεγε:
Γεννήθηκα – υπήρξα χρήσιμος, όταν πεθάνω – δε θα σας εγκαταλείψω.
Από εκεί θα σας βλέπω ακόμα καλύτερα.
Εγώ θα πεθάνω, αλλά εσείς να έρχεστε στον τάφο μου και να μου τα λέτε όλα. Θα σας ακούω όλους και θα σας βλέπω.


0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου