Διαβάζουμε στον βίο του οσίου Γρηγεντίου επισκόπου Σαφάρ ότι όταν το 526 έγιναν σφαγές χριστιανών, ο βασιλέας της Αξώμης, με την ενθάρρυνση του Ιουστινιανού του Α΄, εξεστράτευσε και επανέκτησε την χώρα, εγκατέστησε αντιβασιλέα και αναστήλωσε την χριστιανική πίστη:
«τόσος ἦταν ὁ ζῆλος του, ὥστε ἐργάσθηκε ὁ ἴδιος χειρωνακτικὰ στὴν θεμελίωση τοῦ ναοῦ ποὺ διέταξε νὰ χτίσουν στην θέση τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου τοῦ Σαφάρ (ἢ Ταφάρ), ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε στην Αγία Τριάδα. Επιθυμώντας νὰ θέσει ἕναν ἐπίσκοπο ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶχε δεινοπαθήσει καὶ ἀποδιοργανωθεῖ ἐξαιτίας τῶν διωγμῶν ποὺ ἐξαπέλυσαν οἱ Ἑβραῖοι, ἀπηύθυνε ἐπιστολὴ στὸν πατριάρχη Αλεξανδρείας Τιμόθεο Γ ́ ζητώντας του νὰ στείλει ἄνθρωπο θεοφόρο, συνετὸ καὶ πλήρη ἀποστολικοῦ ζήλου. Καθὼς δὲν ἔβρισκε ὑποψήφιο μὲ αὐτὲς τὶς ἀρετές, ὁ πατριάρχης κατέφυγε στὴν προσευχή. Παρουσιάσθηκε τότε, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής Μάρκος, ἱδρυτὴς καὶ προστάτης τῆς μητροπόλεως Ἀφρικῆς, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε ἐκλέξει τὸν νεαρὸ Γρηγέντιο, ποὺ ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες βρισκόταν στὴν ̓Αλεξάνδρεια, φιλοξενούμενος στὴν οἰκία κάποιου χριστιανοῦ. Ὅλος χαρὰ ὁ πατριάρχης τὸν κάλεσε, τὸν ἐνημέρωσε γιὰ τὴν θεία βούληση καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες συζητήσεων καὶ πατρικῶν νουθεσιῶν τὸν ἀνύψωσε στην κορυφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καὶ τὸν ἔστειλε μὲ ἐπαρκῆ συνοδεία στο βασίλειο τῆς Ὁμηρίτιδος....»
Αν ήθελε κανείς να σταθεί όχι στο ίδιο το κείμενο αλλά στον απόηχό του σήμερα, εύλογα θα γεννιόταν ένα σοβαρό ερώτημα για τη συνείδηση των συγχρόνων κληρικών, είτε κατέχουν χαμηλότερους είτε ανώτερους βαθμούς. Κατά πόσον μπορούν με ειλικρίνεια να βεβαιώσουν τον εαυτό τους ότι η χειροτονία τους αποτελεί καρπό θείας εκλογής και όχι απλώς αποτέλεσμα ανθρώπινων διαδικασιών, συγκυριών ή συμβιβασμών;
Βεβαίως, η πατερική εμπειρία γνωρίζει και διακηρύσσει ότι ο Θεός «Ου πάντας χειροτονεί αλλά διά πάντων ενεργεί», χάριτι του απλού πιστού λαού. Αυτό όμως δεν αίρει ούτε ελαφρύνει την προσωπική ευθύνη εκείνου που λαμβάνει τη χειροτονία, ούτε και την ευθύνη εκείνου που την τελεί. Αντιθέτως, την καθιστά βαρύτερη, γιατί η διακονία δεν στηρίζεται μόνο στη θεσμική πράξη, αλλά κυρίως στη συνείδηση ότι κανείς στέκεται ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας ως πραγματικός ποιμένας και όχι απλώς ως φορέας αξιώματος.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου