ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/02/blog-post_19.html
Ο άνθρωπος απλά διαχειρίζεται και είναι, θα λέγαμε, συνδιαχειριστής ή υπεύθυνος για την καλή διαχείριση του πλούτου που του παρέχει ο Θεός. Χάρη στον Κύριο, όμως, υπάρχουνε, τον Τριαδικό Θεό μας, συντηρείται ο κόσμος. Αν ο Θεός θέλει, εξαφανίζει τα πάντα, εν ριπή οφθαλμού. Κι όμως, δεν το κάνει από την άφατο αγάπη του, αλλά και διότι αν το έκανε, θα λέγαμε, θα αναιρούσε τον εαυτό του. Σκοπός, λοιπόν, του ανθρώπου στον κόσμο είναι ο εξής: Να αποκαλύπτει τον δημιουργό και κτίστη του σύμπαντος κόσμου μέσα από την κατ' εικόνα δημιουργία του και να καταστεί δυνατή η κοινωνία ελλόγου και αλόγου κτίσεως, λογικής και άλογης κτίσεως με τον Θεό. Για αυτόν τον λόγο και ο άνθρωπος εφοδιάζεται με τη λεγόμενη βασιλική ή αλλιώς την κυριαρχική ιδιότητα που αναφέραμε προηγουμένως. Αυτή όμως την ιδιότητα, η οποία είναι μέρος του κατ' εικόνα του, ενώ ο Θεός την έχει κατά φύση, ο άνθρωπος, όπως λέει η θεολογία, την έχει κατά μετοχή. Δηλαδή, την δανείζεται, την παίρνει από τον Θεό, ο οποίος του την παραχωρεί. Ο άνθρωπος, βέβαια, επειδή έχει υλικό σώμα, θα λέγαμε είναι πνευματικά κατά τι κατώτερος από τους αγγέλους. Διότι, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όσο πιο πνευματικό είναι ένα όν, μία ύπαρξη, και όσο πνευματικότερο είναι, τόσο πιο πολύ τείνει προς το άυλο. Τελείως βέβαιος, άυλος, για τα δεδομένα τα αισθητά δικά μας, είναι ο Θεός. Για εμάς βεβαίως είναι και οι άγγελοι άυλοι. Παρά ταύτα όμως, εν συγκρίσει με τον Θεό, έχουν και αυτή κάποια παχύτητα. Ποίας φύσεως, ποίας μορφής, αυτό είναι ακατάληπτο, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε και ας είναι οι άγγελοι κτίσματα. Είναι πέρα από τις αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι σε μία θέση λιγότερο πνευματική σε σχέση με τους αγγέλους, αλλά αυτό δεν είναι μειονέκτημα, ούτε είναι, θα λέγαμε, αποδοκιμασία του Θεού. Αντιθέτως, ο άνθρωπος έχει ένα μοναδικό ρόλο, ακριβώς αυτό το σύνδεσμο μεταξύ ορατής και αόρατης δημιουργίας και Θεού, τον οποίο ρόλο δεν τον έχουν ούτε οι άγγελοι. Και βεβαίως, μετά την πτώση, ο Θεός χαρίζει στον ανθρώπινο γένος και την Ιερωσύνη, η οποία είναι υπέρ αγγελική και στην οποία, βεβαίως, οι άγγελοι επιθυμούσιν παρακύψαι, όπως λένε και κάποιες ευχές και Πατέρες της Εκκλησίας μας, αλλά δεν τους έχει δοθεί αυτή η διακονία, αυτό το αξίωμα, αυτό το δώρο.
Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος, με αυτές τις προϋποθέσεις, τοποθετείται σε ένα ειδικό μέρος της γης, το οποίο, όπως είπαμε, ήταν και πνευματικό αλλά και υλικό, τον Παράδεισο, τον κήπο της Εδέμ. Και από εκεί, βεβαίως, υποτίθεται ότι αν πρόσεχε, και ο Θεός αυτό ήθελε, να προσέξει, θα ζούσε μία ζωή ισάγγελη, για τα δεδομένα τα δικά του, διαρκούς κοινωνίας και σταθεροποιήσεως στο αγαθό και στην κοινωνία με τον Θεό. Όμως, το σχέδιο αυτού του Θεού, τον αρχικό προορισμό που είχε ο Θεός για τον άνθρωπο, το παρεμπόδισε ο διάβολος με το γεγονός το φοβερό και κοσμοϊστορικό της πτώσης των πρωτοπλάστων. Το γεγονός αυτό περιγράφεται στο κεφάλαιο 3 της Γενέσεως, στους στίχους 1 έως 24. Είναι λίγο πολύ γνωστό το περιστατικό, δεν θα το αναφέρουμε τώρα, δεν χρειάζεται, καθότι είναι όλο το περιστατικό γνωστό, η Εύα παρασέρνεται από το φίδι, τρώει τον καρπό από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, παρασέρνει και τον Αδάμ, εν συνεχεία γίνεται το πρώτο δικαστήριο της ιστορίας, οι πρωτόπλαστοι δεν μετανοούν, επιρρίπτει ευθύνες ο ένας στον άλλον, ο Αδάμ στην Εύα και η Εύα στο φίδι, και τελικά ο Θεός, βλέποντας ότι αυτή η κατάσταση είναι παγιωμένη, ουσιαστικά εξάγει το αποτέλεσμα των επιλογών των ανθρώπων. Εμείς θα εστιάσουμε τώρα, στα πλαίσια της ομιλίας μας, στη βασική αιτία της πτώσεως του ανθρώπου, η οποία είναι λίγο πολύ γνωστή. Είναι η επιθυμία της ισοθεΐας αλλά θα την αναλύσουμε λίγο περισσότερο για να κατανοήσουμε την πραγματική της σημασία.
Σε πρώτο επίπεδο θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος ακολούθησε τον δρόμο που του υπέδειξε ο διάβολος, ελπίζοντας ότι θα επετύχει τον αρχικό σκοπό για τον οποίο τον είχε προορίσει ο Θεός, με τον δικό του τρόπο, με τη δική του γνώμη, με αυτό που λέμε: το γνωμικό θέλημα, και όχι με τον τρόπο που φυσικώς είχε προορίσει ο Θεός για αυτόν. Πιο συγκεκριμένα τώρα. Οι πρωτόπλαστοι, με τον να πειστούν στο φίδι και να δελεαστούν από την υπόσχεση της ισοθεΐας, που τους υποσχέθηκε ψευδός ο όφις, δηλαδή ο διάβολος μεταμορφωμένος, και ότι επίσης ο Θεός είναι αναξιόπιστος και ότι σας λέει ψέματα και σας φοβάται στην πραγματικότητα μη γίνετε κι εσείς σαν κι αυτόν, μέσω λοιπόν αυτής της παγίδας, οι πρωτόπλαστοι επειδή επιδίωξαν να γνωρίσουν τον Θεό, όχι εντός των ορίων της φύσεώς τους, αλλά να γνωρίσουν ή να κατανοήσουν κατά κάποιον τρόπο, κατά τον τρόπο μάλλον, που γνωρίζει ο Θεός ο ίδιος, δηλαδή, να γίνουν θεοί στη θέση του Θεού, να σκέπτονται όπως ο Θεός, να μπουν στη θέση του Θεού, λες και είχαν την ωριμότητα αλλά και την ικανότητα για κάτι τέτοιο. Κάτι τέτοιο όμως, σαφέστατα, θα τους εξέτρεπε από τον προορισμό τους, όπως και έγινε. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος ως κτίσμα, ως κτιστή ύπαρξη και όχι άκτιστη, είναι φύση αδύνατον γνωρίσει τον κόσμο όπως τον γνωρίζει ο Θεός, για το οποιοδήποτε θέμα. Αυτό δηλαδή, το οποίο θα γνώριζαν οι πρωτόπλαστοι, νομίζοντας ότι έχουν πετύχει την παγγνωσία του Θεού και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα και γνωρίζει τα πράγματα ο Θεός, δεν θα ήταν η πραγματικότητα, διότι θα ήταν αναγκαστικά εγκλωβισμένη αυτή η κατάσταση στο κτιστό όριο του ανθρώπου. Λέγοντας για κτιστό, να κάνω μία παρένθεση και να πούμε ότι ένας βασικός διαχωρισμός θεολογίας είναι των όντων σε κτιστά και άκτιστα. Άκτιστος είναι μόνο ο τριαδικός Θεός, κτιστά είναι όλα τα υπόλοιπα, λογικά και άλογα. Άγγελοι, οι δαίμονες που εξέπεσαν από Άγγελοι που ήτανε, ο άνθρωπος, τα ζώα, οι πέτρες, η θάλασσα, όλα αυτά είναι κτιστά δημιουργήματα. Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, το κτιστό να δει την αλήθεια και να γνωρίσει τον κόσμο όπως το γνωρίζει ο Θεός. Είναι φύση αδύνατον. Δεν χωράει στον άνθρωπο αυτό. Και σε κάθε έλλογο ον, όπως και των Αγγέλων. Εκεί λοιπόν είναι που την πάθανε οι πρωτόπλαστοι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας. Επιθύμησαν να γνωρίσουν τα πράγματα όπως ο Θεός και όχι όπως επιτρέπεται στην πεπερασμένη, περιορισμένη ανθρώπινη φύση τους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι ο Θεός γνωρίζεται μόνο δια του Υιού και Λόγου Του. Ο Θεός, λοιπόν, γνωρίζεται αποκαλυπτόμενος. Δεν μπορεί ο άνθρωπος μόνος να τον κατανοήσει. Και αυτό είναι το μεγάλο λάθος που κάνουν πολλοί σύγχρονοι άθεοι και κατά τα άλλα φιλοσοφούντες και, εντός εισαγωγικών «θεολογούντες» χωρίς όμως να εμπιστεύονται τη Θεία Αποκάλυψη εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Προσπαθούν, επί της ουσίας, να γνωρίσουν τον Θεό μόνο τους. Είτε δια της επιστήμης, είτε δια της φιλοσοφίας, είτε να τον απορρίψουν τελείως, κλπ. Όλοι αυτοί αστοχούν στο ότι επιδιώκουν να κάνουν κάτι το οποίο είναι πέρα από τα όρια της φύσης τους. Αυτό, όμως, το οποίο θα συναντήσει ο άνθρωπος εκεί που δεν μπορεί να πάει η φύση του, είναι μονάχα ο θάνατος. Άρα, λοιπόν, η προγονική αμαρτία, δηλαδή η αστοχία, είναι η επιθυμία του ανθρώπου για εξουσία πέρα από όρια και περιορισμούς. Είναι η αναζήτηση της θεϊκής παντοδυναμίας έξω από τα όρια της φύσεώς του και έξω από το σχέδιο του Δημιουργού, που ο ίδιος ο Δημιουργός είχε ορίσει προαιωνίως για τον άνθρωπο. Αρκεί να σκεφτούμε εδώ πέρα την περίπτωση του Θεόπτου Μωυσέως, ο οποίος σε κάποια από τις θεοπτίες που είχε, παρακάλεσε τον Θεό να του δείξει το πρόσωπό του και του λέει ο Θεός, δεν μπορεί να δει κάποιος το πρόσωπό μου και να ζήσει. Δεν μπορείς να γνωρίσεις, Μωυσέα, τι πραγματικά είναι ο Θεός. Δεν μπορείς να γνωρίσεις την ουσία του Θεού, γιατί η ουσία του Θεού δεν χωράει σε ανθρώπινο νου. Σε κτιστό ον δεν μπορεί να γίνει γνωστή η Θεία Φύση. Γι' αυτό, και πρέπει να γνωρίζουμε επίσης, μια παρένθεση στην παρένθεση, ότι κανείς θεολόγος δεν μπορεί να ισχυριστεί ποτέ, άγιος θεολόγος εννοούμε τώρα, όχι απόφοιτος πανεπιστημίου απλά, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει την ουσία του Θεού. Όποιος το πει αυτό, είναι σίγουρα πεπλανημένος. Σίγουρα. Διότι η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη, αμέθεκτη, ακατάληπτη για τον άνθρωπο, και δεν μπορεί κανείς ποτέ να τη γνωρίσει ούτε όσο άγιος και να είναι. Ούτε οι άγγελοι το γνωρίζουν, ούτε η Παναγία. Το πώς είναι στην πραγματικότητα ο Θεός, σε αυτό που λέμε, η αΐδια Τριάδα, είναι κάτι, ένα μυστήριο το οποίο δεν αποκαλύπτεται σε κανέναν άνθρωπο. Γι' αυτό και ο Θεός λέει ότι όποιος δει το πρόσωπό μου, δεν θα μπορέσει να αντέξει και θα πεθάνει. Για να δείξει ακριβώς ότι η Θεία Φύσις και η γνώση του Θεού, είναι κάτι το αδύνατο για τον άνθρωπο. Μόνο εν τη κτίση μέσα, δια της Θείας Αποκαλύψεως, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει και να προσεγγίσει τον Θεό. Μόνο δηλαδή με τον τρόπο, τον οποίο ο Θεός μπορεί να του αποκαλύπτει και του παραχωρεί ώστε να γνωρίσει, δηλαδή, στα πλαίσια ακριβώς της κτιστής και περασμένης φύσης του. Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, εν συντομία πάντοτε, γιατί αυτά είναι τώρα κεφάλαια των Πατέρων που πιάνουν τόμους, προσπαθήσαμε να τα μαζέψουμε όσο είναι δυνατόν, με πολλή προσπάθεια.
Με δύο λόγια, λοιπόν, το παράπτωμα του Αδάμ είναι οντολογικό, δεν είναι ηθικό. Δεν είναι δηλαδή ότι ο Αδάμ απλά και η Εύα δεν έκαναν υπακοή στο Θεό και εξαιτίας μιας ανυπακοής ο Θεός τους τιμώρησε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη που λένε οι Δυτικοί και όλα αυτά τα πράγματα, τα οποία δεν είναι ορθόδοξα βέβαια και εξαιτίας αυτού του πταίσματος είχε όλη την εξέλιξη την οποία είχε το ανθρώπινο γένος. Είναι οντολογικό. Είναι ένα γεγονός το οποίο δεν μπορεί να το διορθώσει η μετάνοια. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε δια της μετάνοιας να αποκαταστήσει το κακό που έκανε ο ίδιος δια της κακής χρήσης του αυτεξουσίου του. Ούτε μπορούσε με κανένα τρόπο να διορθώσει τη ζημιά που έγινε. Άρα, οι συνέπειες της πτώσεως ήταν συνέπειες τις οποίες ο άνθρωπος έπρεπε υποχρεωτικώς να υποστεί και μόνο ο Θεός ήταν σε θέση να αναιρέσει και με τον τρόπο αυτό να αναπλάσει τον άνθρωπο. Ποιες είναι οι συνέπειες τώρα της πτώσεως, για να ολοκληρώσουμε και τον λόγο μας.
Πρώτη συνέπεια και η βασικότερη είναι η διακοπή της κοινωνίας με τον Θεό. Όπως είπαμε προηγουμένως, το κτιστό όν αδυνατεί παντελώς να γνωρίσει από μόνο του τον Δημιουργό του και έχοντας πλέον διακοπεί η κοινωνία με τον Θεό, πλέον χάνει την επαφή του και την επικοινωνία με το Θείο. Θυμάται βεβαίως, έχει ο Αδάμ την ανάμνηση του Θεού, παρά ταύτα όμως όμως, αντιλαμβάνεται τον Θεό ως ξένο, τον φοβάται πλέον. Λέει στη Γένεση συγκεκριμένα, όταν πλησίασε ο Θεός στο δειλινό και τον άκουσε ο Αδάμ, ανθρωποπαθώς τώρα αυτό, κρύφτηκε, γιατί φοβήθηκε την παρουσία του. Πλέον ο Θεός σου γίνεται κάτι πιο απόμακρο, πιο ξένο. Έχει συναίσθηση της πράξεώς του, δεν είναι ότι τον ξέχασε ξαφνικά, παρά ταύτα όμως δεν έχει την οικειότητα που είχε πριν. Με αυτή την έννοια λοιπόν διεκόπη η κοινωνία με τον Θεό. Αν τελείως είχε διακοπή η κοινωνία αυτή, τότε ο άνθρωπος θα έπαυε να υπάρχει αυτοστιγμή. Για να υπάρχει ακόμα και ο πλέον αμαρτωλός, σημαίνει ότι κάποια σύνδεση υπάρχει με τον Θεό, έστω και αμυδρή, έστω και στοιχειώδες, έστω και υποτυπώδες. Άρα λοιπόν, ο άνθρωπος διακόπτη την κοινωνία με τον Θεό και δεν μπορεί από μόνος του να την αποκαταστήσει. Το κατ΄ εικόνα του, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, αμαυρώνεται, θολώνει, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος, αντί να ανάγει τον νου του, προς τα πνευματικά και τα ουράνια και τα νοερά, υποτάσσεται κυρίως στον υλώδη τρόπος ζωής, τον σαρκικό τρόπο ζωής. Η ανθρώπινη φύση του δεν αλλοιώθηκε μεν, δηλαδή ο άνθρωπος δεν έχασε το κατ΄ εικόνα του, αλλά είπαμε, θόλωσε αυτό, αμαυρώθηκε, και η ανθρώπινη φύση υποτάχθηκε στη φθορά και το θάνατο. Η φθορά αυτή είναι κληρονομική και αυτό είναι που αίρει το Άγιο Βάπτισμα το Ορθόδοξο, το οποίο λαμβάνουμε όλοι στην κολυμπήθρα, κυρίως όταν είμαστε μικροί.
Πρέπει να γνωρίζουμε εδώ μια βασική διαφορά με την Δυτική αντίληψη του προπατορικού αμαρτήματος, ότι το προπατορικό αμάρτημα δεν βαραίνει ηθικώς κάθε απόγονο του Αδάμ. Εμείς, δηλαδή, δεν φταίμε για την αμαρτία του Αδάμ. Δεν έχουμε κληρονομήσει την ενοχή του Αδάμ. Έχουμε κληρονομήσει το αποτέλεσμα της ενοχής του Αδάμ και της αμαρτίας του Αδάμ, που είναι η φθορά, από την οποία μας απαλλάσσει το Άγιο Βάπτισμα. Όμως, μην ξεχνάμε, όπως είπαμε προηγουμένως, ότι ο άνθρωπος είχε τεθεί ως κορωνίδα της δημιουργίας και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Θεού και κόσμου, υλικού κόσμου. Άρα, εκτός του ανθρώπου, αναγκαστικώς, τι άλλο σημαίνει? Σημαίνει και παρασυρμός, συμπαρασυρμός, και του ορατού κόσμου και αυτού στη φθορά και τον θάνατο. Άρα, με την πτώση του Αδάμ, συμπαρασέρνεται και ο κόσμος, και πλέον η φύσις και η ορατή δημιουργία, η άλογος, αγριεύει με όλα τα αποτελέσματα, τα οποία γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, όμως, σωτηρία του ανθρώπου, τι άλλο σημαίνει? Σημαίνει και σωτηρία του ορατού, άλογου κόσμου. Άρα, ερχόμενος ο Κύριος, ο Χριστός, ως ένσαρκος Λόγος, με το πάθος, την Ανάληψη και όλο το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, σώζει όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά σώζει και τον κόσμο μαζί του, ο οποίος, λόγω του ανθρώπου, έχει και αυτός παρασυρθεί και υποταχθεί στη φθορά και τον θάνατο. Βέβαια, όταν λέμε σώζει τον κόσμο, δεν σημαίνει ότι τα ζώα γίνονται αθάνατα, δεν έχει αυτή την έννοια. Έχει την έννοια ότι πλέον αναπλάθεται και ο κόσμος και πλέον μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει, μάλλον και δια της δυνατότητας του ανθρώπου, να εκπληρώσει εκ νέου το στόχο του, πλέον το καθ΄ ομοίωσιν, έτσι και ο κόσμος, αντίστοιχα, μπορεί να αναχθεί προς τον Θεό και να αγιαστεί και Αυτός.
Τώρα, όσον αφορά τα βιολογικά αποτελέσματα του θανάτου που επήλθε με την πτώση, αυτά είναι πρώτον ο βιολογικός θάνατος, δεύτερον είναι η φθορά του σώματος, όταν το σώμα του ανθρώπου φθείρεται, παθαίνει ασθένειες, ατονεί κλπ. Κάθε είδους τέτοια φθορά. Και βεβαίως και ο τρόπος αναπαραγωγής και διαιώνισης του ανθρωπίνου γένους, ο οποίος τρόπος που όλοι γνωρίζουμε, δεν θα υπήρχε κατ΄ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχε συμβεί η πτώση. Ο τρόπος αυτός υπάρχει μεταπτωτικά. Δεν είναι εφάμαρτος, είναι όμως αποτέλεσμα της πτώσεως και μάλιστα της πρόνοιας του Θεού, ο οποίος προγνωρίζει την πτώση και προικίζει εξ αρχής τον άνθρωπο με τα αντίστοιχα όργανα για τον σκοπό αυτό, επειδή γνωρίζει ότι θα συμβεί η πτώση στο προσεχές μέλλον.
Με λίγα λόγια, αγαπητοί αδελφοί, Σεβασμιώτατε, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε όσο μπορέσαμε πιο συνοπτικά, χωρίς, ελπίζω να κουράσαμε ιδιαιτέρως, το γεγονός της πτώσεως του ανθρώπου και της δημιουργίας του βεβαίως, να εξάγουμε τον σκοπό της δημιουργίας και να έχουμε υπόψη μας το μεγαλείο για το οποίο μας έχει προορίσει ο Κύριος. Δεν το λύσαμε τόσο στο καθ΄ ομοίωσιν, διότι είναι μία άλλη μεγάλη συζήτηση και σίγουρα δεν θα προλαβαίναμε. Σταθήκαμε στο κατ΄ εικόνα, ώστε να ξέρουμε ποια είναι η δημιουργία, οι προϋποθέσεις και η κατασκευή του ανθρώπου. Αλλά πριν κλείσουμε, θα ήταν καλό να απαντήσουμε και σε ένα άλλο ερώτημα, που είναι το εξής:
Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τον άνθρωπο να παρασυρθεί από το φίδι και να πέσει; Δηλαδή, είπαμε προηγουμένως, ο πόθος για ισοθεΐα. Γιατί όμως ο άνθρωπος να μην εμπιστευτεί τον Θεό, ο οποίος τον είχε ήδη σε ένα ασφαλή δρόμο σωτηρίας και αγιασμού και χάρις και κοινωνίας, και να προτιμήσει να αλλάξει δρόμο; Τι ήταν αυτό που τον έκανε εκεί να λοξοδρομήσει και να χρησιμοποιήσει λάθος τα χαρίσματα που του είχε χαρίσει ο Θεός και να πέσει τελικά; Λέει κάπου, νομίζω ο Μέγας Βασίλειος το λέει αυτό, ότι η βασικότερη αιτία που ο άνθρωπος άκουσε το φίδι ήταν ο κορεσμός που είχε υποστεί λόγω του πλούτου της πληρότητας των αγαθών που του είχε δώσει ο Θεός. Είχε δηλαδή τόσα αγαθά, τόση μακαριότητα, τόση ευδαιμονία στον Παράδεισο, που εκεί έκανε το λάθος και θα λέγαμε αισθάνθηκε τόσο πεπληρωμένος από αυτά που δεν πρόσεχε τη στιγμή που θα έπρεπε. Δεν φταίει ο Θεός που τα έδωσε αυτά. Ο Θεός αυτά είχε, αυτά του έδωσε. Δεν μπορούσε να του δώσει λιγότερα. Είναι λάθος να πούμε ότι ο Θεός έδωσε λιγότερα στον άνθρωπο και καθώς προχωρούσε του έδινε περισσότερα. Όχι. Ο άνθρωπος πλάστηκε εξ αρχής τέλειος. Αυτό ίσως να μην το έχουμε κατανοήσει και να το έχουμε ακούσει διαφορετικά και όμως η θεολογία λέει αυτό. Ο άνθρωπος όμως εκεί την πάτησε. Έκανε, χαλάρωσε θα λέγαμε λόγω του κορεσμού των αγαθών τα οποία απολάμβανε στον παράδεισο και εξαιτίας αυτού του κορεσμού ήρθε μία κάμψη και θέλησε κάτι διαφορετικό από αυτό το οποίο ήδη είχε και το οποίο ήταν η ασφαλής οδός για τη ζωή του και για τη μελλοντική του προκοπή. Γι' αυτό λοιπόν και έπεσε ο άνθρωπος αλλά ο Κύριος δεν μας άφησε αλλά μας αξίωσε δια της εν Χριστώ Σωτηρίας να μπορούμε να απολαύσουμε τα αγαθά όχι μόνο του παραδείσου αλλά και πολύ ανώτερα. Όλο το στάδιο, όπως γνωρίζουμε, η ζωή αυτή, είναι μία παλαίστρα, μία προθέρμανση, μία προετοιμασία για τη μέλλουσα ζωή. Ευχόμαστε λοιπόν δια πρεσβειών όλων των Αγίων μας και δια της Χάρης του Κυρίου μας όλοι να αξιωθούμε αυτής της ζωής με μετανοία και εν αγώνι και να διέλθουμε βεβαίως και το υπόλοιπο στάδιο της αγίας νηστείας με αγώνα, με πνευματική προκοπή, με νήψη και με κάθαρση. Ευχαριστούμε πολύ.
ΠΗΓΗ: https://www.youtube.com/watch?v=ou1YuQiFF1I&t=651s
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''
%20Pr%C3%A1ticas%20Ortodoxas%20GOC%20-%20YouTube.jpg)
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου