ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.

Σχολιασμός εσφαλμένων ερμηνειών των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές με αιρετικούς.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 5η Φεβρουαρίου 2026

    Οι συμπροσευχές Ορθοδόξων με αιρετικούς δυστυχώς έχουν καταστεί πλέον θεσμός, ένα σύνηθες φαινόμενο μέσα στο χώρο και της Ορθοδοξίας παρά την σαφή απαγόρευση πλήθους Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας.

 Ο Ιανουάριος μήνας, με αποκορύφωμα την προτελευταία εβδομάδα, (από 18 έως 25 Ιανουαρίου), έχει καθιερωθεί, ως γνωστόν, εδώ και πολλές δεκαετίες παγκοσμίως ως ο μήνας των συμπροσευχών. Όλες οι αιρετικές χριστιανικές παρασυναγωγές, (δυστυχώς μεταξύ αυτών και εμείς οι Ορθοδόξοι), με πολύ ζήλο και θερμή προαίρεση συνεργάζονται μεταξύ τους και συνδιοργανώνουν από κοινού τέτοιες εκδηλώσεις σχεδόν παντού, σε όλον τον πλανήτη. Μια ματιά στο διαδίκτυο αρκεί για να μας πείσει γι’ αυτή την τραγική πραγματικότητα. Και παλαιότερα είχαμε σχολιάσει με ανακοινώσεις μας το θλιβερό αυτό φαινόμενο. Στην παρούσα ανακοίνωσή μας θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε κάποιες εσφαλμένες και αυθαίρετες ερμηνείες των Ιερών Κανόνων που αφορούν τις συμπροσευχές, τις οποίες διαπιστώσαμε σε οικουμενιστικούς κύκλους και όχι μόνον. 

    Πιό συγκεκριμένα κάποιοι, (μεταξύ αυτών δυστυχώς και επίσκοποι), προσπάθησαν να δώσουν μια δική τους αυθαίρετη ερμηνεία στον 45ο Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων. Ο εν λόγω  Ιερός Κανών λέγει  επί λέξει: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Ισχυρίζονται ότι για να υπάρξει όντως συμπροσευχή πρέπει  απαραιτήτως ο αιρετικός να φοράει άμφια. Ωστόσο ο εν λόγω Ιερός Κανόνας είναι έτσι διατυπωμένος, ώστε δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας και δεν μας επιτρέπει να βγάλουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι η μετοχή «συνευξάμενος» υποδηλώνει και διαγορεύει δήθεν την διά της φωνής, απεύθυνση προς τον Θεόν ευχών ταυτόχρονα από τον Ορθόδοξο κληρικό και τον αιρετικό. Και ότι επομένως δεν αφορά στην ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αλλά την συμπροσευχή που γίνεται «εις επήκοον πάντων». Η μετοχή «συνευξάμενος» είναι μετοχή αορίστου του ρήματος συνεύχομαι, το δε ρήμα «συνεύχομαι», προερχόμενο από την πρόθεση «συν» και το ρήμα «εύχομαι», σημαίνει την από κοινού προσευχή μαζί με κάποιον άλλον και τίποτε πέραν τούτου. Στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου,[1] διαβάζουμε: «συνεύχομαι: εύχομαι, (προσεύχομαι) από κοινού μετά τινος, ενώνω τας ευχάς μου με τας ιδικάς του». Το λεξικό μας δίνει ξεκάθαρο το νόημα του ρήματος «συνεύχομαι», τονίζοντας το στοιχείο της «από κοινού μετά τινος» προσευχής, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες περαιτέρω επεξηγήσεις. Μ’ άλλα λόγια το λεξικό δεν μας δίδει καμία περαιτέρω ερμηνεία ότι το εν λόγω ρήμα μπορεί να σημαίνει εκτός από την «από κοινού μετά τινος» προσευχή και την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή. Το ότι δε είναι δυνατόν κάποιος να συμπροσεύχεται με κάποιον άλλον και με την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), συμπροσευχή, αυτό μπορεί να το κατανοήσει ακόμη και ένας απλοϊκός πιστός. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε πιο κατανοητοί. Διαβάζουμε πολλές φορές στο διαδίκτυο ότι στην τάδε Ιερά Μητρόπολη, στην τάδε πανήγυρη συλλειτούργησαν οι τάδε αρχιερείς, ενώ συμμετείχαν σ’ αυτήν συμπροσευχόμενοι στο ιερό, (προφανώς μυστικώς), οι ταδε αρχιερείς.      

    Επεχείρησαν επίσης να στηρίξουν την παραπάνω αυθαίρετη ερμηνεία του ρήματος «συνεύχομαι», επικαλούμενοι το δεύτερο τμήμα του ως άνω Ιερού Κανόνος: «Ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Μ’ άλλα λόγια ισχυρίζονται ότι το δεύτερο τμήμα επεξηγεί το πρώτο, αποκλείοντας την τυχόν ενδιάθετη συμπροσευχή. Ωστόσο το δεύτερο τμήμα εξετάζει μία τελείως διαφορετική περίπτωση συμπροσευχής. Την περίπτωση εκείνη στην οποία ο Ορθόδοξος κληρικός όχι μόνο θα συμπροσευχηθεί με τον αιρετικό, αλλά επί πλέον θα του επιτρέψει «ενεργήσαι τι», να πράξει δηλαδή κάτι, να προχωρήσει, για παράδειγμα, σε μια ιεροπραξία. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος σαφώς διακρίνονται απ’ αλλήλων και εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής, φαίνεται και από το γεγονός ότι επιβάλλουν στους παραβάτες δύο διαφορετικές ποινές: Στην πρώτη περίπτωση την ποινή του αφορισμού και στη δεύτερη αυτή της καθαιρέσεως. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απλή συμπροσευχή, γι’ αυτό και η ποινή είναι ελαφρότερη, (αυτή του αφορισμού), ενώ στη δεύτερη την ποινή της καθαιρέσεως, που είναι σαφώς βαρύτερη από τον αφορισμό. Το ότι τα δύο τμήματα του ως άνω Ιερού Κανόνος εξετάζουν δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις συμπροσευχής φαίνεται και από το γεγονός, ότι  στο πρώτο τμήμα ο συντάκτης του Κανόνος χρησιμοποιεί τη μετοχή «συνευξάμενος» ενώ στο δεύτερο το απαρέμφατο «ενεργήσαι», θέλοντας ακριβώς να δηλώσει δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις.

    Κάποιοι άλλοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να δώσουν μία ακόμη, εξ’ ίσου αυθαίρετη ερμηνεία στο νόημα του ως άνω Ιερού Κανόνος. Προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι συμπροσευχή με αιρετικούς σημαίνει μόνον την «εις επήκοον πάντων» συμπροσευχή και να αποκλείσουν την ενδιάθετη, (μυστικώς γενομένη), επικαλούνται τον 10ον Ιερόν Κανόνα των αγίων Αποστόλων. Σύμφωνα με τον εν λόγω Ιερό Κανόνα: «Ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω». Ο παραπάνω Ιερός Κανόνας σαφέστατα αναφέρεται σε μια ειδική περίπτωση συμπροσευχής. Στην περίπτωση εκείνη που ο Ορθόδοξος και ο αιρετικός θα συμπροσευχηθούν «εν οίκω», (δηλαδή σε σπίτι και όχι σε κάποιο ναό), με προσευχές, είτε εκφώνως, είτε όχι. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ιερός Κανόνας προσδιορίζει μόνο  τον τόπο και όχι τον τρόπο της συμπροσευχής, εάν δηλαδή η συμπροσευχή θα γίνεται  «εις επήκοον πάντων», ή μυστικώς. Επίσης η χρησιμοποίηση της λέξεως «καν» που σημαίνει «και αν ακόμη», από τον συντάκτη του Ι. κανόνος υποδηλώνει τον συμπληρωματικό χαρακτήρα του εν λόγω Ιερού Κανόνος σε σχέση με τους άλλους, που αναφέρονται σε συμπροσευχές και ιδίως του 45ου των Αγίων Αποστόλων, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως.

    Ωστόσο η εν οίκω συμπροσευχή σε καμιά περίπτωση δεν  μπορεί να ταυτισθεί με την συμπροευχή μέσα στο ναό, διότι στο ναό έχουμε συμπροσευχή κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Κατά την ώρα της κοινής λατρείας εντός του ιερού ναού έχουμε κατ’ αρχήν τον ιερέα, ο ποίος απαγγέλει εκφωνήσεις και ευχές, τους ψάλτες που ψάλλουν τροπάρια και τον λαό που συμπροσεύχεται μυστικά με την ενδιάθετη προσευχή. Μέσα στον ναό δηλαδή έχουμε συνδυασμό τόσον της εις επήκοον πάντων συμπροσευχής, (ιερέας, ψάλτες), όσον και της μυστικής τοιαύτης, (ο λαός). Επομένως είναι μεγάλο ερμηνευτικό λάθος να ταυτίζουμε την εν οίκω συμπροσευχή με την εν τω ναώ τοιαύτη, με σκοπό να αποκλείουμε την μυστικώς γινομένη. Εξ άλλου πουθενά σε κανένα Ιερό Κανόνα που αφορά τις συμπροσευχές δεν συναντούμε την φράση «εις επήκοον πάντων».

    Κλείνοντας, πιστεύουμε ότι το εξόχως τραγικό δεν τόσο οι συμπροσευχές με αιρετικούς, ούτε οι λανθασμένες ερμηνείες που αναπτύξαμε προηγουμένως, όσο το γεγονός ότι η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς προ πολλού έχει παύσει να ασχολείται με τις παραβάσεις των Ιερών Κανόνων που τις απαγορεύουν, χωρίς ωστόσο να τολμάει να τους καταργήσει με επίσημη συνοδική πράξη. Το αποτέλεσμα είναι το θλιβερό αυτό φαινόμενο να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην περαιτέρω εξάπλωση του Οικουμενισμού, δεδομένου ότι αυτές ως γνωστόν αποτελούν ένα εργαλείο στα χέρια των οικουμενιστών για την προώθηση της ενώσεως όλων των χριστιανικών ομολογιών και στη συνέχεια όλων των θρησκειών με τελικό στόχο την πανθρησκεία. Η Διοικούσα Εκκλησία δυστυχώς φαίνεται να ζή σ’ ένα δικό της κόσμο, διότι δυνατεί να αφουγκρασθεί τη φωνή του ποιμνίου της. Ας ευχηθούμε κάποτε να αφυπνιστεί και να πράξει το αυτονόητο καθήκον της.

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top